← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αναστάσιου Κανέλη, Αρ. Υπόθεσης: 6816/16, 22/9/2017

Δημοκρατία ν. Αναστάσιου Κανέλη, Αρ. Υπόθεσης: 6816/16, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6816/16 Δημοκρατία εναντίον Αναστάσιου Κανέλη Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ξένια Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κυριάκος Δημητρίου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει την κατηγορία του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία). Όπως εμφαίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20/10/2016 με 21/10/2016, στην Τρεμιθούσα της επαρχίας Πάφου, ήρθε σε παράνομη συνουσία με την Ελένη Χουλιάρα από την Ελλάδα και τώρα στη Μεσόγη, χωρίς τη συναίνεσή της. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την απόδειξή της. Παρουσιάζοντας την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά έξι

(6)μάρτυρες κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος, όπως είχε κάθε δικαίωμα, κληθείς να παρουσιάσει την υπεράσπιση του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, καλώντας περαιτέρω τρείς
(3)μάρτυρες υπεράσπισης. Στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται επίσης, 13 έγγραφα και 14 τεκμήρια. Ανάμεσα στα τελευταία, περιλαμβάνεται γραπτό κείμενο (τεκμήριο 4) που εγκρίθηκε και από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός (βάση του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτό, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι: «Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης». Κατά τον ίδιο τρόπο δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ως παραδεκτό γεγονός, δεύτερο γραπτό κείμενο, (τεκμήριο 6) σύμφωνα με το οποίο: «Τα τεκμήρια Δικαστηρίου 2 και 3, παραδόθηκαν στον καθηγητή Μάριο Καριόλου, Διευθυντή του εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις. Από τις εξετάσεις που έγιναν δεν προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο, Αναστάσιο Κανέλη, με το τεκμήριο Δικαστηρίου 2». (Το Τεκμήριο 2 αποτελεί γυναικείο παντελόνι τύπου κολάν που φορούσε η παραπονούμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ενώ το Τεκμήριο 3 είναι παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου Αναστάσιου Κανέλη). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας, του κατηγορούμενου και των μαρτύρων υπεράσπισης, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Το Δικαστήριο, καθηκόντως, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα τα συνάρθρωσε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1399). Ταυτόχρονα εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της κατηγορούσας αρχής. Ακολουθεί η σύνοψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και των μαρτύρων που κλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης, ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η εκδοχή του κατηγορούμενου για την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ απασχολούν. Ο Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1830, Νεόφυτος Παπαριστοδήμου αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής. Υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Α) κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2 και 3, (ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, πρόκειται αντίστοιχα για γυναικείο παντελόνι της παραπονούμενης τύπου κολάν, χρώματος μαύρου, και παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου) τα οποία παρέλαβε στις 02.02.2017 από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, αντιστοιχίζοντας τα με τα τεκμήρια που περιγράφονται με τους αριθμούς 1 και 2 αντίστοιχα στον κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων που ετοίμασε (Έγγραφο Α1) και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Μ.Κ.2, κατέθεσε ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου 2588, Ανδρέας Παπακλεοβούλου. Υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Β) εξήγησε ότι στις 29.10.2016, στην παρουσία των Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1827, Μιχάλη Καλλή (Μ.Κ.6) και Υπαστυνόμου Σάββα Σάββα, έλαβε, σε συνάρτηση πάντα με την υπό συζήτηση υπόθεση και καθ' υπόδειξη της παραπονούμενης, αριθμό φωτογραφιών, στην κουζίνα και τουαλέτες του εστιατορίου «Acropolis», που βρίσκεται στη γωνία της οδού Αφροδίτης και της λεωφόρου Μεσόγης στην Τρεμιθούσα, από τις οποίες στη συνέχεια επέλεξε και εκτύπωσε επτά φωτογραφίες (τεκμήριο 5). Επεξηγώντας το περιεχόμενο των φωτογραφιών του τεκμηρίου 5, υπέδειξε ότι το καθήκον του ήταν να φωτογραφίζει ότι του υποδείκνυε η παραπονούμενη, μεταφέροντας παράλληλα τι ελέχθη από αυτή κατά τη λήψη των εν λόγω φωτογραφιών, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι δεν γνωρίζει εάν οι συγκεκριμένες δηλώσεις της καταγράφηκαν από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.6). Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα η παραπονούμενη, (Μ.Κ.3) αφού υιοθέτησε τις γραπτές της καταθέσεις, (Έγγραφα Γ, Γ1 και Γ2), αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα γεγονότα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της διαδραματίσθηκαν στο ως άνω εστιατόριο «Acropolis» γύρω στις 17:00, είτε της 20ης είτε της 21ης Οκτωβρίου 2016, καθ' ον χρόνο παραπονούμενη και κατηγορούμενος εργάζονταν μόνοι τους στην κουζίνα του εν λόγω εστιατορίου, στο οποίο η ίδια είχε προσληφθεί τρείς εβδομάδες προηγουμένως, για τη «λάντζα» και την προετοιμασία των φαγητών. Η εκδοχή της είναι ότι, σε μια από τις δυο πιο πάνω ημερομηνίες, ενώ βρισκόταν στη «λάντζα», ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο μάγειρας του εστιατορίου, ήρθε από πίσω της, την έπιασε από τα μπράτσα και της είπε «Έλα να σου πω κάτι». Αυτή τον άφησε να την οδηγήσει, νομίζοντας ότι είχε να της δείξει κάτι στα ψυγεία. Αυτός όμως την οδήγησε στο χώρο της τουαλέτας, η οποία βρίσκεται στο χώρο της κουζίνας και σε απόσταση δύο μέτρων από τη «λάντζα». Την οδήγησε στην τουαλέτα των ανδρών και έκλεισε την πόρτα. Τότε η παραπονούμενη προσπάθησε να αντιδράσει, λέγοντάς του «Τάσο σταμάτα, που με πας, τι θέλεις;» και αυτός της απάντησε «Σταμάτα καριόλα». Ακολούθως, κρατώντας με το ένα του χέρι τα χέρια της στην πλάτη της, με το άλλο του χέρι κατέβασε το κολάν (τεκμήριο 2) μαζί με το εσώρουχό της και την έσκυψε προς τα κάτω. Μετά, αφού κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του, άφησε τα χέρια της και αφού ακούμπησε το δεξί του χέρι στην πλάτη της για να την κρατάει σκυμμένη προς τα κάτω, έβαλε το πέος του, το οποίο ήταν σε στύση, στον κόλπο της και άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της για περίπου πέντε λεπτά. Ακολούθως έβγαλε το πέος του από το αιδοίο της και αφού εκσπερμάτωσε στην παλάμη του χεριού του, σκουπίστηκε με χαρτί τουαλέτας, το οποίο πέταξε στον κάλαθο. Όταν η παραπονούμενη είδε τον κατηγορούμενο να εκσπερματώνει τον ρώτησε «Τάσο γιατί το έκανες αυτό;», αυτός της είπε «Το σεξ είναι καλό πράγμα». Αυτή του απάντησε «Άμα το θέλουν και οι δυο. Εσύ με εκμεταλλεύτηκες» και αυτός της είπε «Πήγαινε στη δουλειά σου δεν έγινε τίποτα». Ακολούθως και οι δυο επέστρεψαν στην κουζίνα του εστιατορίου και η παραπονούμενη συνέχισε την εργασία της. Μέχρι τις 29.10.2016, που έδωσε μετά από απαίτηση του συμβίου της, (Μ.Κ.4) την πρώτη της κατάθεση, (Έγγραφο Γ) δεν ανέφερε το περιστατικό σε κανένα συνάδελφό της στο εστιατόριο, ούτε στον ιδιοκτήτη του, (Μ.Υ.3) φοβούμενη ότι σε μια τέτοια περίπτωση, θα έχανε τη δουλειά της. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το γεγονός ότι το περιστατικό δεν ήταν δυνατό να επισυνέβη στις 22.10.2016, όπως αρχικά η ίδια κατήγγειλε στην αστυνομία, αλλά στις 20 ή 21 του ίδιου μήνα, η ίδια το αντιλήφθηκε στις 29.10.2016, το βράδυ, στο πλαίσιο συζήτησης που είχε με τον ιδιοκτήτη του ως άνω εστιατορίου. Στις 31.10.2016, το απόγευμα, μετέβη εκ νέου στο ΤΑΕ Πάφου, όπου στο πλαίσιο συμπληρωματικής της κατάθεσης (Έγγραφο Γ1) ανέφερε τούτο στην αστυνομία. Ο Κώστας Γιατρού, (Μ.Κ.4) συμβίος της παραπονούμενης, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Δ). Σύμφωνα με τον ίδιο, (θέση που προέβαλε και η παραπονούμενη) είναι το πρώτο και μοναδικό πρόσωπο στο οποίο η παραπονούμενη αποκάλυψε, γύρω στα μεσάνυχτα της 28.10.2016, το βιασμό της από τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος, οργισμένος για την εξέλιξη των γεγονότων που του ανάφερε η συμβία του, συναντήθηκε το πρωί της 29.10.2016 με τον εργοδότη της, Σπύρο Γεωργίου, (Μ.Υ.3) -παλιό εργοδότη και του ιδίου- στον οποίο κατήγγειλε το γεγονός. Απαίτησε ταυτόχρονα από την παραπονούμενη συμβία του να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, υποδεικνύοντας της πως στην περίπτωση που δεν έπραττε τούτο θα χώριζαν. Στη βάση αναφορών της παραπονούμενης προς τον ίδιο, μετέφερε στο δικαστήριο όσα του ανάφερε η τελευταία για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντί της, από την πρώτη μέρα που η τελευταία προσλήφθηκε στο εστιατόριο μέχρι και το βιασμό της. Αναφέρθηκε επίσης στη συμπεριφορά της παραπονούμενης στο σπίτι, από την ημέρα της πρόσληψής της μέχρι και την ημέρα αποκάλυψης στον ίδιο του βιασμού της. Ο Χρίστος Σταύρου, (Μ.Κ.5) κλινικός ψυχολόγος, στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, Τμήμα Ειδικής Ψυχολογίας, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, υιοθέτησε την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της παραπονούμενης που ετοίμασε στις 13.02.2017 για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, (Έγγραφο Ε) το περιεχόμενο της οποίας επεξήγησε στο δικαστήριο, υποδεικνύοντας ότι για την ετοιμασία της βασίσθηκε σε δυο συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη στις 23.01.2017 και 01.02.2017, στο πλαίσιο των οποίων τήρησε χειρόγραφες σημειώσεις που κατέθεσε στο δικαστήριο (τεκμήριο 8). Αναφέρθηκε σε γεγονότα που η παραπονούμενη του μετέφερε και περιέγραψε στις εν λόγω συναντήσεις τους τα οποία έχουν σχέση με το αδίκημα της υπό εξέταση υπόθεσης, σχολίασε γενικότερα συμπεριφορές και αντιδράσεις προσώπων που πέφτουν θύματα σεξουαλικών κακοποιήσεων αλλά και ειδικότερα της παραπονούμενης, τόσο κατά την εξέλιξη του επεισοδίου όσο και μετά από αυτό, ενώ σκιαγράφησε το ψυχολογικό προφίλ της παραπονούμενης και επεξήγησε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε από την κλινική της αξιολόγηση. Καταθέτοντας ο εξεταστής της υπόθεσης, Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1827, Μιχάλης Καλλής, (Μ.Κ.6) υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο ΣΤ) αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη προς το σκοπό διερεύνησης της καταγγελίας της παραπονούμενης. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του, όλες οι ανακριτικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της λήψης ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 29.10.2016, (τεκμήριο 11) της έκδοσης εντάλματος σύλληψης σε βάρος του κατά την 29.10.2016, (τεκμήριο 9) και της σύλληψής του κατηγορούμενου, την ίδια μέρα, καθώς και της αίτησης για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησής του τελευταίου για τρείς ημέρες, στις 30.11.2016, (τεκμήριο 12) το οποίο και εξασφαλίστηκε, αφορούσαν τη διερεύνηση του αρχικού παραπόνου της παραπονούμενης, σύμφωνα με το οποίο ο βιασμός της είχε επισυμβεί στις 22.10.2016 (ως η πρώτη της κατάθεση, ημερ. 29.10.2016) ενώ ουδεμία ανακριτική ενέργεια έγινε μετά τη συμπληρωματική κατάθεση της παραπονούμενης, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Γ1) στην οποία η τελευταία δήλωσε ότι ο ισχυριζόμενος βιασμός της από τον κατηγορούμενο, δεν είχε γίνει την εν λόγω ημερομηνία, αλλά, τούτο έγινε, είτε στις 20 είτε στις 21.10.2017. Σημειώνοντας το γεγονός ότι στις 29.10.2016, ο κατηγορούμενος, είκοσι περίπου λεπτά μετά την άφιξη της παραπονούμενης και χωρίς να ειδοποιηθεί προς τούτο από την αστυνομία, προσήλθε στην αστυνομία συνοδευόμενος από τον εργοδότη του με σκοπό να φέρει σε γνώση των αστυνομικών αρχών ότι η παραπονούμενη ψευδώς ισχυριζόταν ότι την βίασε, υπέδειξε περαιτέρω ότι στις 31.10.2016, μεταξύ των ωρών 12:30 - 13:00, η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση στο νοσοκομείο Πάφου, χωρίς να εντοπιστούν στο σώμα της οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, σημειώνοντας επίσης ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, δεν κρίθηκε χρήσιμο από τον ιατροδικαστή να ληφθούν κολπικά υγρά για σκοπούς περαιτέρω εξετάσεων. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για κατάδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του, ο κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία, στο πλαίσιο της οποίας, υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Ζ) και της ανακριτικής του κατάθεσης, (τεκμήριο 11) επέμεινε στην αθωότητά του, αρνούμενος κατηγορηματικά ότι η εξέλιξη των γεγονότων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ως τα παρουσίασε από το εδώλιο του μάρτυρα η παραπονούμενη. Εξήγησε τους λόγους γιατί στις 22.10.2016, ως ήταν ο αρχικός ισχυρισμός της παραπονούμενης, με δεδομένη την παρουσία πολυάριθμου γκρουπ που φιλοξενούσαν στο εστιατόριο την εν λόγω ημερομηνία αλλά και άλλων εργαζόμενων, συναδέλφων του ίδιου και της παραπονούμενης, ήταν αδύνατο τα γεγονότα να εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που ανάφερε στην κατάθεσή της (Έγγραφο Γ) η τελευταία. Υποδεικνύοντας το γεγονός ότι ο αστυνομικός που διερευνούσε την υπόθεση, δεν ζήτησε από τον ίδιο να ακούσει την εκδοχή του, αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων κατά τις ημερομηνίες 20 και 21 Οκτωβρίου του 2016, που ως αντιλήφθηκε, η παραπονούμενη τελικά υποστήριξε ότι ήταν οι ημερομηνίες που υπέστη τον βιασμό από τον ίδιο, επέμενε επίσης ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να συμβεί, με δεδομένη την παρουσία στο εστιατόριο κατά τις ως άνω ημερομηνίες, συνεργείου 5-6 ατόμων που προέβαινε σε εργασίες στους εξωτερικούς χώρους του εστιατορίου, (τοποθέτηση νάιλον στη βεράντα) αλλά και άλλων προσώπων, μελών του προσωπικού. Προέβαλε περαιτέρω θέσεις που σύμφωνα με τον ίδιο, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της εκδοχής της παραπονούμενης για την εξέλιξη των γεγονότων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι το παράθυρο της τουαλέτας του προσωπικού, μετά από δικές του εντολές, ήταν πάντα ανοικτό και τη φιλική και διαχυτική στάση της απέναντί του, σε διάφορες περιπτώσεις, μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την εκδοχή της παραπονούμενης. Απέρριψε περαιτέρω τις θέσεις της τελευταίας ότι προέβαινε σε άσεμνες προτάσεις προς την ίδια, ενώ δεν παρέλειψε να υποδείξει και την παραδοχή της προς τον ίδιο, όταν ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει σε εργασία που της ανέθεσε, αφού έτρεμαν τα χέρια της, ότι είναι αλκοολική, με αποτέλεσμα να την παρατηρήσει έντονα, προειδοποιώντας την να μην καταναλώνει ποτό την ώρα της δουλειάς. Ο Αντρέας Κουρίδης, (Μ.Υ.1) υπεύθυνος των σερβιτόρων στο ως άνω εστιατόριο «Acropolis», υιοθετώντας γραπτή του κατάθεση, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Η) καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα αναφέρθηκε στην παρουσία του και στις κινήσεις του στο χώρο του εστιατορίου κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση χρόνο, (όχι μόνο για τις 22.10.2015, ημερομηνία για την οποία ερωτήθηκε στα πλαίσια της ως άνω κατάθεσης του αλλά και για τις 20 και 21.10.2016) αναφερόμενος ταυτόχρονα σε γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Και στις τρεις πιο πάνω ημερομηνίες, υπέδειξε, παρά την παρουσία του στο χώρο του εστιατορίου, δεν περιήλθε στην αντίληψη του οτιδήποτε σε συνάρτηση με ότι αποδίδει στον κατηγορούμενο η παραπονούμενη. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι το παράθυρο της τουαλέτας του προσωπικού, λόγω κατασκευαστικού λάθους, (δεν τοποθετήθηκαν εξαερισμοί) παραμένει πάντα ανοικτό. Η παραπονούμενη, την οποία χαρακτήρισε «άσχετη» με τη δουλειά, εξηγώντας ότι αυτή δεν τα κατάφερνε, ουδέποτε εξέφρασε στον ίδιο οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι της. Ούτε παρατήρησε οποιαδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά της τελευταίας έναντι του κατηγορουμένου. Ο Ανδρέας Κόκκινος, (Μ.Υ.2) αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία, (Έγγραφο Θ) υπέδειξε τη συγγενική του σχέση με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου (ο τελευταίος είναι γαμπρός του). Εργαζόμενος στο εν λόγω εστιατόριο εκτελεί διάφορες εργασίες, μεταξύ των οποίων και αυτή του ψήστη εντός της κουζίνας. Αναφερόμενος στο κλίμα που επικρατούσε στο χώρο εργασίας, υπέδειξε ότι όλοι εργάζονταν αστειευόμενοι μεταξύ τους, χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί οτιδήποτε το παράξενο. Αναφερόμενος στην παραπονούμενη, της οποίας τα χέρια ως παρατήρησε έτρεμαν, δεν τη χαρακτήρισε «και σπουδαία» στη δουλειά. Τόσο στις 22.10.2016 όσο και στις 20 και 21 του ίδιου μήνα, ο ίδιος εργαζόταν στο εστιατόριο. Στις 20 και 21.10.2016, αποχώρησε από το εστιατόριο γύρω στις 15:00 και επέστρεψε γύρω στις 18:00. Έτσι συνήθιζε, εκτός αν υπήρχε πολλή «δουλειά», όπως συνέβηκε στις 22.10.2016, οπότε δεν έφευγε. Δεν περιήλθε στην αντίληψη του οτιδήποτε από αυτά που η παραπονούμενη αποδίδει στον κατηγορούμενο. Αναφερόμενος στο παράθυρο του αποχωρητηρίου του προσωπικού στην κουζίνα, υπέδειξε ότι αυτό συνήθως ήταν ανοικτό. Καταθέτοντας ο Σπύρος Γεωργίου, (Μ.Υ.3) ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Acropolis», αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβη στην πρόσληψη της παραπονούμενης στο ως άνω εστιατόριο του. Μετά την πρόσληψη της, αντιλήφθηκε ότι η ίδια ήταν προβληματική, αφού ενημερώθηκε από συγγενικό του πρόσωπο - κουνιάδο του - που διατηρούσε εστιατόριο στην ίδια περιοχή και στο οποίο η τελευταία προγενέστερα εργοδοτείτο, ότι έπινε πολύ και ότι αυτός ήταν ο λόγος που το ως άνω συγγενικό του πρόσωπο την απέλυσε. Και ο ίδιος ο μάρτυρας, βλέποντας την πως όταν έπιανε αντικείμενα τα χέρια της έτρεμαν, της απαγόρευσε ρητά να πίνει μέσα στο εστιατόριο του. Υιοθετώντας κατάθεση του στην αστυνομία, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Ι) αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος πληροφορήθηκε από το συμβίο της παραπονούμενης τον ισχυρισμό περί βιασμού της τελευταίας από τον κατηγορούμενο. Γνώριζε τον συμβίο της παραπονούμενης, αφού παλαιότερα τον είχε εργοδοτήσει σε άλλο εστιατόριο που διατηρούσε, αφήνοντας εμφανώς να νοηθεί ότι δεν είχε για τον τελευταίο, την καλύτερη εντύπωση. Με δεδομένο τον εκνευρισμό του συμβίου της παραπονούμενης το πρωί της 29.10.2016 που τον συνάντησε, όπου ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τον ισχυρισμό της παραπονούμενης περί βιασμού της, παρέπεμψε τον τελευταίο στην αστυνομία. Ο ίδιος, στη συνέχεια, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο, υποδεικνύοντας του πως στην περίπτωση που έπραξε αυτό που του αποδιδόταν δεν τον ξαναήθελε πίσω στη δουλειά. Την ίδια μέρα συνάντησε τον κατηγορούμενο και όπως ο τελευταίος του ζήτησε, τον μετέφερε στην αστυνομία για να καταγγείλει την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη, εξ όσων ο ίδιος αντιλαμβανόταν κατά τον χρόνο που αυτός βρισκόταν στο εστιατόριο, έδειχνε ιδιαίτερα χαρούμενη, ευδιάθετη και χαμογελαστή. Ειδικότερα, στις 26.10.2016, ημέρα των γενεθλίων του κατηγορούμενου, όπου διοργανώθηκε ένα μικρό πάρτι στο οποίο και ο ίδιος παρευρέθηκε, παρατήρησε ότι η παραπονούμενη φαινόταν ευδιάθετη και χαρούμενη, όπως ήταν η γενικότερη ατμόσφαιρα, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα ή δυσαρέσκεια. Ούτε τις επόμενες μέρες παρατήρησε οποιαδήποτε περίεργη ή παράξενη συμπεριφορά εκ μέρους της παραπονούμενης. Σε κάθε περίπτωση, στον ίδιο, παρά το γεγονός ότι κατ' επανάληψη ρωτούσε αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα ή αν οποιοσδήποτε χρειαζόταν οτιδήποτε, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ούτε παρατήρησε οτιδήποτε παράξενο να συμβαίνει. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο στον οποίο διάκειται φιλικά, δήλωσε πως αν τούτο απαιτείτο, δεν θα δίσταζε να τον απολύσει, υποδεικνύοντας χαρακτηριστικά ότι «ουδείς αναντικατάστατος». Ο λόγος που απέλυσε την παραπονούμενη, υποστήριξε, έγκειται στο γεγονός πως ενώ εξηγήθηκε μαζί της σε περίπτωση που η τελευταία αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα να του το αναφέρει, ποτέ δεν έπραξε τούτο, παρά μόνο αφού πέρασαν αρκετές μέρες, «σοφίστηκε αυτά που σοφίστηκε και έκανε αυτά που έκανε». Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αναφέρθηκαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Σε σχέση με τη μαρτυρία ειδικών - εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 446, Republic v. Chacholiades
(1992)1 Α.Α.Δ. 446). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του, δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) AAΔ.875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (είτε αυτοί κλήθηκαν από τη κατηγορούσα αρχή, είτε από την υπεράσπιση) όπως και τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Στις περιπτώσεις όπου μάρτυρες είχαν στενή, συγγενική ή άλλη, σχέση με την παραπονούμενη ή τον κατηγορούμενο, ήμασταν επίσης προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δε μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους παρόλο που αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης μπορεί να αποβεί κρίσιμη (Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220 και Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). Εκτιμήσαμε επίσης, με προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν για πρώτη φορά, κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Πράττοντας έτσι, γνωρίζαμε και την ευρύτερη νομική αρχή, (απόρροια κοινής λογικής) ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση, οιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της μαρτυρίας του ή σε αποκάλυψη άλλων, σκοτεινών και αλλότριων κινήτρων, ξένων προς το καθήκον του να θέσει ως ειλικρινής μάρτυρας και μάρτυρας της αλήθειας όλα όσα γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει. Η μαρτυρία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς σε κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ως άνω αρχή. (Βλέπε κατ΄ αναλογία Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, 19). Παράλληλα όπου οι μάρτυρες προέβησαν σε τυχόν αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, ιχνηλατήσαμε τους λόγους που τους ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή (ή κατάσταση), χωρίς να παραβλέπουμε την ετοιμότητα κάποιων μαρτύρων να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλέπε κατ' αναλογία Τεβλετιάν και άλλου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, 518-520). Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξής μας για την αξιοπιστία κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας, για τους οποίους θεωρούμε πως υπάρχει τέτοια εξειδικευμένη ανάγκη, λόγω διαφόρων ζητημάτων που επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις ή ανεδείχθησαν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε, ότι τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη και κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Η γενική μας εντύπωση για τους μάρτυρες αστυνομικούς, (Μ.Κ. 1, 2 και 6) είναι ότι απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Με σαφή τρόπο αναφέρθηκαν και εξήγησαν τη δική τους εμπλοκή στην υπόθεση και στο ανακριτικό έργο. Η ως άνω διαπίστωσή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας τους και την φιλαλήθειά τους, επιβεβαιώνεται αβίαστα από τη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εκάστου, η οποία δικαιολογεί την κατάληξη ότι πρόκειται για αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Σημειώνουμε το γεγονός ότι ο Α/Αστ. Ν. Παπαριστοδήμου, (Μ.Κ.1) δεν αντεξετάσθηκε καν από την πλευρά της υπεράσπισης ενώ στον Αστ. Α. Παπακλεοβούλου, (Μ.Κ.2) κατά την αντεξέταση υποβλήθηκαν μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση του λόγου του. Ομοίως, στο πλαίσιο της σύντομης αντεξέτασης του Α/Αστ. Μ. Καλλή, (Μ.Κ.6) δεν αμφισβητήθηκε η ουσία των θέσεων του μάρτυρα για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε, παρά μόνο η επάρκεια του ανακριτικού έργου του μάρτυρος ως εξεταστή της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε, αφού κατά κανόνα, (έστω και όχι άκαμπτο) η παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η παράλειψη αντεξέτασης του Μ.Κ.1 και η μη ουσιαστική αμφισβήτηση των τοποθετήσεων των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.6 για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκαν, ισοδυναμεί με παραδοχή από την πλευρά της υπεράσπισης της μαρτυρίας τους, η οποία και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Υποβλήθηκε στο Α/Αστ. Μ. Καλλή, (Μ.Κ.6) εξεταστή της υπόθεσης, ότι δεν διερεύνησε ορθά την υπόθεση, ειδικότερα μετά τη συμπληρωματική κατάθεση της παραπονούμενης, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Γ1) στην οποία η τελευταία δήλωσε ότι το αδίκημα σε βάρος της δεν είχε διαπραχθεί στις 22.10.2016, όπως είχε ισχυρισθεί στην αρχική της κατάθεση, (Έγγραφο Γ) αλλά, είτε στις 20 είτε στις 21.10.2016. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, ο τελευταίος, συνειδητά δεν προέβη σε καμιά ανακριτική ενέργεια μετά τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής κατάθεσης της παραπονούμενης. Έπραξε έτσι, υπέδειξε:« λόγω του ότι ο κατηγορούμενος εξαρχής η γραμμή του ή η ανακριτική του δεν παραδέχετουν επ' ουδενί λόγο να υφίσταται τέτοιο αδίκημα εκ μέρους του, θεώρησα ότι δεν έχριζε να του ληφθεί ή να διερευνηθεί περαιτέρω», για να συμπληρώσει στη συνέχεια ότι δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο η ημερομηνία, υποδεικνύοντας ότι: «Η ώρα ήταν η ίδια και στη πρώτη περίπτωση πάλι δεν υπήρχε κόσμος εντός της κουζίνας και στις προηγούμενες δύο ημερομηνίες που άλλαξε εκ των υστέρων η παραπονούμενη πάλι ήταν ο κατηγορούμενος μαζί με την παραπονούμενη εντός της κουζίνας.» Με κάθε σεβασμό, η διερεύνηση μιας σοβαρής ποινικής υπόθεσης, δεν εξυπηρετείται από την ως άνω, ας μας επιτραπεί ο όρος «απλουστευμένη» θεώρηση των πραγμάτων, ούτε δικαιολογεί τέτοια ανακριτική πρακτική. Δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε την ως προσέγγιση του ανακριτή. Με τη συμπληρωματική της κατάθεση, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Γ1) η παραπονούμενη δεν «άλλαξε» απλώς την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ο Μ.Κ.6, έχοντας υπόψη την πρώτη κατάθεση της παραπονούμενης, ημερ. 29.10.2016, (έγγραφο Γ) προώθησε ήδη το ανακριτικό του έργο, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, προειδοποιώντας και εφιστώντας του σχετικά την προσοχή του στο νόμο για αδίκημα που διαπράχθηκε στις 22.10.2016, ενώ παράλληλα είχε εκδοθεί δικαστικό ένταλμα σύλληψης και διάταγμα προσωποκράτησης τριών ημερών εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με αυτό το αδίκημα. Διενεργήθηκαν επίσης, πάντα σε συνάρτηση και με σημείο αναφοράς το υπό διερεύνηση αδίκημα του βιασμού της 22.10.2016 και άλλες ανακριτικές ενέργειες, όπως η λήψη καταθέσεων από άλλα πρόσωπα, με την αστυνομική διερεύνηση να έχει ως επίκεντρο συμπεριφορές, ενέργειες και παραλείψεις που αφορούσαν το αδίκημα που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε στις 22.10.2016, το οποίο τελούσε υπό διερεύνηση. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, όπως προέκυψε κατά την πρόοδο του ανακριτικού έργου, (συμπληρωματική κατάθεση της φερόμενης ως παραπονούμενης, ημερ. 31.10.2016, (Έγγραφο Γ1) ) ότι ο κατηγορούμενος δεν κατηγορείτο ουσιαστικά ότι είχε διαπράξει το αδίκημα για το οποίο του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, για το οποίο συνελήφθηκε και εκδόθηκε σε βάρος του διάταγμα προσωποκράτησης, ενώ το υπόλοιπο ανακριτικό έργο που είχε ήδη συντελεστεί, αφορούσε επίσης το ως άνω αδίκημα, ο Μ.Κ.6, ως εξεταστής-ανακριτής, είχε καθήκον και υποχρέωση, στη βάση της υπάρχουσας στη διάθεσή του πλέον μαρτυρίας και στοιχείων, όχι μόνο να επεκτείνει τις ανακρίσεις και προς άλλες κατευθύνσεις, αλλά τουλάχιστον να θέσει υπόψη του υπόπτου μέχρι τότε κατηγορούμενου, την κατηγορία που τελικά του αποδιδόταν και καθηκόντως διερευνούσε σε βάρος του, εξετάζοντας παράλληλα την δυνατότητα λήψης, όχι μόνο συμπληρωματικών καταθέσεων από τον κατηγορούμενο και τα πρόσωπα που είχαν δώσει αρχικά κατάθεση, αλλά και το ενδεχόμενο λήψης νέων καταθέσεων ή περισυλλογής στοιχείων, προκειμένου να διασφαλίσει τη δικαιότητα της ανακριτικής διαδικασίας και τα δικαιώματα, όχι μόνο του κατηγορούμενου, αλλά και της ίδιας της παραπονούμενης. Η απόφαση του Μ.Κ.6 να μην διενεργήσει οποιαδήποτε ανακριτική πράξη, για τη διερεύνηση του αδικήματος για το οποίο τελικά κατηγορήθηκε και δικάζεται ο κατηγορούμενος, συνιστά παράλειψη, που αυτόδηλα δεν φαίνεται να συνάδει με τα καθήκοντα του ως αστυνομικού ανακριτή και προδήλως δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του, ως ανακριτικού οργάνου, για πλήρη, ισορροπημένη, ενδελεχή και προς κάθε κατεύθυνση διερεύνηση όλων των πτυχών της υπόθεσης. Ότι απασχολεί, είναι αν η ως άνω ελλιπής διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους των ανακριτικών αρχών, επέδρασε σε τέτοιο βαθμό στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη - ως ο όρος έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας αλλά και διεθνών Δικαστηρίων - κατά τρόπο που επιβάλλεται να αντανακλάται, έχοντας τις ανάλογες επιπτώσεις, στην πορεία της δίκης. Είναι αναντίλεκτο και πηγάζει, ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης, ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση, είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - δυνάμενη να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη (βλέπε σχετικά, Σκορδέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2013 κ.α., ημερ. 06.06.2016). Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, το Εφετείο, τόνισε εμφαντικά, ότι δεν θα είχε κανένα απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των διωκτικών αρχών ήταν μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές ή το ανακριτικό έργο έπασχε, κατά τρόπο που να επηρεάζονται ή να μην διασφαλίζονται τα δικαιώματα των υπόπτων. Είναι καλά γνωστό ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus, Αρ. Αίτ. 4268/04, ημερ. 11.12.2008 του ΕΔΑΔ). Η σπουδαιότητα της διαδικασίας ανάκρισης υπόπτου σε σχέση με τα αδικήματα που διερευνά η αστυνομία, τονίζεται στην υπόθεση Salduz v. Turkey, Αίτηση αρ. 36391/02, ημερ. 27.11.2008, του ΕΔΑΔ, όπου κρίθηκε ότι η μαρτυρία που συλλέγει η αστυνομία στο στάδιο αυτό, καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. It does not follow that the Article has no application to pre-trial proceedings. Thus, Article 6 - especially paragraph 3 thereof - may be relevant before a case is sent for trial if and so far as the fairness of the trial is likely to be seriously prejudiced by an initial failure to comply with its provisions. .the Court underlines the importance of the investigation stage for the preparation of the criminal proceedings, as the evidence obtained during this stage determines the framework in which the offence charged will be considered at the trial .» Επί του ζητήματος, σχετική είναι η απόφαση R. v. Trustham, 27.11.1997 Crown Ct, στην οποία γίνεται αναφορά στο Σύγγραμμα Abuse of Process in Criminal Proceedings, 3rd Edition, των David Young, Mark Summers και David Corker. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα της σχετικής αναφοράς: «. The interview . must cease when (a) the officer in charge of the investigation is satisfied all the questions they consider relevant to obtaining accurate and reliable information about the offence have been put to the suspect, this includes allowing the suspect an opportunity to give an innocent explanation and asking questions to test if the explanation is accurate and reliable, e.g. to clear up ambiguities or clarify what the suspect said;. However, recently the courts have recognized that an abuse can arise where the police/investigators failed to interview the defendant at all or failed to interview him fairly. In R v Trustham the accused stood trial for drug-money laundering. Following his arrest he was never interviewed but simply charged. The trial judge held that this had prejudiced the defendant in the following way: 'A defendant who does not give evidence having answered questions in interview is nevertheless entitled to have that explanation considered by the jury'. The trial judge also found that the defendant was further prejudiced as follows: 'Το deprive a suspect of the right to give an explanation at the earliest opportunity, despite him having been cautioned, that anything he did say would be written down and may be given in evidence, must be a breach of a person΄s human rights and is clearly an abuse'. In the circumstances of Trustham, the trial judge held that the defendant had a right to be interviewed and had a right during such interview to provide an explanation as to his state of mind. Depriving the defendant of an interview deprived him form setting out at the earliest opportunity his defence/innocence which the judge held was unfair because this meant that at his subsequent trial, the defendant could not point to what he said immediately after his arrest.». Είναι λοιπόν δεδομένο, πως στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών, δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις αυτές πρέπει πράγματι να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy
(2004)Crim. L.R. 846) ενώ το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση, βάρος όμως που αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP
(2001)2 Cr. App.R.23 και Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22.05.2014). Επανερχόμενοι στην υπόθεση που εδώ απασχολεί, με δεδομένη την πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους της ανακριτικής αρχής, ως τούτο πιο πάνω έχει αποτυπωθεί, απασχολεί σοβαρά το ζήτημα, κατά πόσο, στη βάση πάντα των ιδιαίτερων περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, έχει καταδειχθεί, στο βαθμό έστω που απαιτείται τούτο να αποδειχθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου, επηρεασμός του δικαιώματος του τελευταίου για δίκαιη δίκη, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την παρέμβαση του δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του νόμου και των νόμιμων δικαιωμάτων κάθε πολίτη. Παρά τους πιο πάνω ανακριτικούς χειρισμούς, οι οποίοι ούτως ή άλλως, εγείρουν καταρχήν ζητήματα σε σχέση με την διασφάλιση ή μη της δίκαιης δίκης, εξετάζοντας προσεκτικά τις θέσεις της υπεράσπισης στην συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, σημειώνουμε πως δεν έχει τεθεί από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε μαρτυρία ή προωθηθεί έστω συγκεκριμένη θέση, που να καταδεικνύει, στο βαθμό που απαιτεί τούτο η σχετική νομολογία, ότι πράγματι, στην συγκεκριμένη πάντα περίπτωση, ως αποτέλεσμα των ως άνω ανακριτικών χειρισμών η πλευρά του κατηγορούμενου τέθηκε σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής και έχει πληγεί το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, εξέλιξη ασφαλώς που όχι μόνο θα επέτρεπε αλλά και θα επέβαλλε στο Δικαστήριο, σοβαρά να ασχοληθεί με το ενδεχόμενο παρέμβασης του, ενόψει επηρεασμού του θεμελιώδους κανόνα της δίκαιης δίκης. Δεν προκρίθηκε ουσιαστικά στην συγκεκριμένη περίπτωση από την πλευρά του κατηγορούμενου, η οποία αρκέστηκε στην διαπίστωση ότι η ανακριτική διερεύνηση ήταν ελλιπής, (κατά τρόπο που ως εισηγήθηκε απλώς ο συνήγορός του, «θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σπέρνοντας την αμφιβολία στο σύνολο της ως προς το κατά πόσο επηρεάζονται ή όχι το δικαιώματα του κατηγρούμενου ..») ο τρόπος που η πραγματικότητα αυτή επέδρασε, και στη δική του περίπτωση, κατά τρόπο που να πληγεί το αναφαίρετο δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης, θα πρέπει να σημειώσουμε την καλά θεμελιωμένη αρχή του κοινοδικαίου, πως στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, (όπως είναι η παρούσα περίπτωση) ως θέμα πρακτικής, είναι επιθυμητό να αναζητείται, ενισχυτική μαρτυρία. Όπως κατ΄ επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας (βλ. Theodorou v. Police
(1971)2 C.L.R. 245) η ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας εδράζεται στα εγγενή ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες που πιθανόν να οδηγήσουν γυναίκες (όταν το αδίκημα αφορά γυναίκες) στην επινόηση ψευδών καταγγελιών για δικούς τους σκοπούς. Ωστόσο, ως επίσης έχει διακηρυχτεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, δεν είναι απόλυτη. Το δικαστήριο δεν εμποδίζεται στην κατάλληλη περίπτωση, (εκτός αν τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται δυνάμει ρητής νομοθετικής επιταγής) να καταδικάσει χωρίς ενίσχυση, αφού βεβαίως προηγούμενα προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, Aouad ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 90 και R.N.Herny and Manning
(1969)Cr. Appeal R. (A) 150). Η προειδοποίηση αυτή δε, είναι αρκετό να διατυπώνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται να καθιερωθεί προς τούτο, σταθερός τύπος φρασεολογίας. Το Δικαστήριο, συνακόλουθα, έχοντας πλήρη επίγνωση των κινδύνων που θα μπορούσε να συνεπάγεται και στην υπό συζήτηση περίπτωση η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης χωρίς ενίσχυση, σταθμίζοντας τους με προσοχή, ανάλογα αυτοπροειδοποιείται. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την παραπονούμενη καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος. Να ακούσουμε το λόγο της, να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά της, να δούμε τις αντιδράσεις της. Έχουμε τη δυνατότητα να αντιπαραβάλουμε, νοητικά, τη μαρτυρία της με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων, τα έγγραφα και τεκμήρια που έχουν τεθεί ενώπιον μας, αλλά και τις θέσεις της υπεράσπισης. Καταθέτοντας η παραπονούμενη από το εδώλιο του μάρτυρα και παραθέτοντας την εξέλιξη των γεγονότων κατά την εκδοχή της, είναι γεγονός ότι δεν περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις, ικανές από μόνες τους να κλονίσουν συθέμελα την αξιοπιστία της και συνακόλουθα την εκδοχή της. Ωστόσο, προσεγγίζοντας την μαρτυρία της με την απαιτούμενη διερευνητική διάθεση, προσοχή και επιφυλακτικότητα, έχοντας πάντα κατά νου, ως κατ' επανάληψη έχει σημειωθεί, ότι στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων η προσοχή και η εγρήγορση του Δικαστηρίου στην προσέγγιση της μαρτυρίας, οφείλει και πρέπει να βρίσκεται στην πλήρη της δυναμική, εντοπίσαμε πληθώρα στοιχείων που καθιστούν την μαρτυρία της ακροσφαλή, δημιουργώντας ερωτηματικά και αμφιβολίες, κατά πόσο τα γεγονότα έχουν εξελιχθεί όπως η ίδια τα προέβαλε με την εκδοχή της. Η παραπονούμενη στην πρώτη της χρονολογικά κατάθεση, ημερ. 29.10.2016, (Έγγραφο Γ) προσδιόρισε κατά θετικό και απόλυτο τρόπο, την 22.10.2016 ως ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, αναφέροντας περαιτέρω, ότι ήταν ημέρα Σάββατο και ότι το αδίκημα διαπράχθηκε γύρω στις 17:00 το απόγευμα. Παρά ταύτα, στις 31.10.2016, δηλαδή δυο ημέρες αργότερα, προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση, (Έγγραφο Γ1) στην οποία, κατά τον ίδιο θετικό και απόλυτο τρόπο, ισχυρίσθηκε, ότι το αδίκημα δεν διαπράχθηκε στις 17:00 του Σαββάτου, 22.10.2016, αλλά την ίδια ώρα, είτε της Πέμπτης 20.10.2016, είτε της Παρασκευής 21.10.
  1. Η δικαιολογία που προέβαλε, τόσο στη συμπληρωματική της κατάθεση, (Έγγραφο Γ1) όσο και στην ένορκη μαρτυρία της για αυτή τη διαφοροποίηση, ήταν πως μετά από συζήτηση που είχε με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου το βράδυ της 29.10.2016, αφού στο μεταξύ είχε ήδη προβεί στην πρώτη της κατάθεση, «ξεκαθάρισε» ότι το συμβάν έγινε στις 20 ή 21.10.2016, και όχι στις 22.10.2016, αποδίδοντας την αρχική ημερομηνία στην οποία αναφέρθηκε σε λάθος και σύγχυση. Στην προσπάθειά μας να εξετάσουμε κατά πόσο η συγκεκριμένη δικαιολογία της παραπονούμενης είναι γνήσια, δυνάμενη να γίνει αποδεκτή, καθώς οποιοδήποτε καλόπιστο λάθος είναι αποδεκτό ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και λειτουργίας και άρα ενδεχόμενο να συμβεί, μελετήσαμε σχολαστικά την πρώτη κατάθεσή της, (Έγγραφο Γ) προκειμένου να διαπιστώσουμε, εάν προκύπτει από το περιεχόμενό της, ως αντικειμενικό συμπέρασμα, ότι η παραπονούμενη είχε συνδέσει την ημερομηνία 22.10.2016 στην οποία αναφέρθηκε, με τις εργασίες που διεξάγονταν στους εξωτερικούς χώρους του εστιατορίου. Από την ως άνω κατάθεση της δεν προκύπτει οποιοσδήποτε ενδοιασμός, αμφιβολία ή δισταγμός εκ μέρους της ότι η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος είναι η 22.10.
  2. Αυτή την ημερομηνία, άλλωστε, προσδιόρισε ως ημέρα διάπραξης του βιασμού εις βάρος της, όταν ανάφερε για πρώτη φορά το ζήτημα στο συμβίο της, (Μ.Κ.4) στις 28.10.
  3. Η βεβαιότητα της για την εν λόγω ημερομηνία, διαφαίνεται περαιτέρω και από άλλες αναφορές της παραπονούμενης στην ως άνω κατάθεση της, όπως κατά το στάδιο που προβάλλει ότι τελευταία φορά που έκανε σεξ με κάποιον (με το συμβίο της ως καθόρισε) ήταν στις 21.10.2016, και ότι στις 22.10.2016 δεν είχε περίοδο, η οποία της ήρθε δυο μέρες μετά, δηλαδή στις 24.10.
  4. Είναι προφανές, στη δική μας αντίληψη, ότι στην πρώτη της κατάθεση η παραπονούμενη όχι μόνο δεν είχε ή εξέφρασε ή εξωτερίκευσε οποιαδήποτε αμφιβολία για την ημερομηνία του βιασμού της από τον κατηγορούμενο, αλλά αντίθετα αναφέρθηκε και σε γεγονότα και ημερομηνίες που έτειναν να επιβεβαιώσουν αυτή την ημερομηνία. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι στην κατάθεσή της, ημερ 29.10.2017 (Έγγραφο Γ) γίνεται αναφορά στην εκτέλεση εργασιών στο εστιατόριο, τούτο όμως, όχι για σκοπούς προσδιορισμού της ημερομηνίας διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος, για την οποία παρουσιάζεται κατ' επανάληψη να είναι βέβαιη, (κάτι τέτοιο άλλωστε ήταν και αναμενόμενο, αφού η καταγγελία έγινε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα - μόλις επτά ημέρες - από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος) αλλά μόνο για να δικαιολογηθεί η απουσία του Ανδρέα Κουρίδη (Μ.Υ.1) από την κουζίνα, κατά το χρόνο που κατά τους ισχυρισμούς της επεσυνέβη ο βιασμός. Ούτε διαλανθάνει της προσοχής μας, ότι η παραπονούμενη με τη συμπληρωματική της κατάθεση, παρά το σύντομο χρονικό διάστημα που φέρεται να διέρρευσε από το τρομακτικό και επώδυνο βιωματικά για την ίδια περιστατικό, δεν τοποθετείται πλέον με σιγουριά για την ακριβή ημερομηνία διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος, όπως δηλαδή έπραξε την πρώτη φορά, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να διαπράχθηκε τούτο, είτε στις 20 είτε στις 21.10.
  5. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, οι ως άνω παλινδρομήσεις της σε σχέση με το θεμελιώδες αυτό ζήτημα, δεν φαίνεται πραγματικά να δικαιολογούνται από τη θέση που προέβαλε, ότι δηλαδή, ενόψει του γεγονότος ότι εργαζόταν όλες τις ημέρες, για την ίδια, όλες οι ημέρες ήταν οι ίδιες. Ο ισχυριζόμενος βιασμός της, σε σύντομο χρονικό διάστημα πριν να προβεί σε σχετική καταγγελία, ήταν, όπως η ίδια δήλωσε, ένα τρομακτικό για την ίδια γεγονός και μια επώδυνη για την ίδια εμπειρία, η οποία, από τη στιγμή που επισυνέβη, επέδρασε κατά τρόπο δραματικό στην ίδια. Δεν παραγνωρίζουμε ασφαλώς την πιθανότητα σύγχυσης κάποιου προσώπου ως προς την ημερομηνία που επισυνέβη ένα περιστατικό, ούτε την πιθανότητα να μην μπορεί με ακρίβεια να προσδιορίσει τον χρόνο που τούτο έλαβε χώραν, για παράδειγμα ενόψει της παρέλευσης μακρού χρόνου ή της συχνής επανάληψης ενός περιστατικού. Στην υπό εξέταση περίπτωση όμως, με δεδομένο το εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος σε βάρος της, μέχρι να το αναφέρει αρχικά στο συμβίο της, να το συζητήσει μαζί του και να πειστεί τελικά να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία αλλά και τον κατ' επανάληψη και με διάφορους τρόπους ακριβή προσδιορισμό της ημερομηνίας που αρχικά ισχυρίστηκε ότι υπέστη τον βιασμό, από μόνη της η ως άνω προβαλλόμενη δικαιολογία, δεν πείθει. Εντύπωση επίσης προκαλεί η εξέλιξη του συμβάντος του ισχυριζόμενου βιασμού της, όπως η ίδια την καθόρισε, τόσο στη γραπτή της κατάθεση, (Έγγραφο Γ) όσο και από το εδώλιο του μάρτυρος, κατά τρόπο που πλήττει την εκδοχή της τελευταίας. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, πέραν της ανεπιτυχούς προσπάθειας της να ανοίξει το παράθυρο της τουαλέτας, (δεν απασχολεί εδώ το ζήτημα κατά πόσο τούτο ήταν κλειστό ή όπως συνηθίζετο - σύμφωνα με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα - τούτο παρέμενε ανοικτό κατά τη διάρκεια που λειτουργούσε το εστιατόριο) με πρόθεση να τρομάξει τον κατηγορούμενο, φώναξε μόνο μία φορά για βοήθεια, όχι μεγαλοφώνως, διευκρινίζοντας ότι ο σκοπός της δεν ήταν να την ακούσει κάποιος, υποδεικνύοντας ότι ντρεπόταν να τη δουν μέσα στην τουαλέτα με κατεβασμένα τα παντελόνια «ξένα πλάσματα». Στη βάση πάντα των δικών της αναφορών, η ίδια, όταν αντιλαμβάνεται την πορεία που παίρνουν τα πράγματα, παρουσιάζεται να αντιδρά στις ενέργειες του κατηγορούμενου σε βάρος της. Δεν παραμένει δηλαδή, είτε λόγω φόβου είτε πανικού, απαθής και σιωπηλή. Το γεγονός ότι προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο, από μόνο του, δεν φαίνεται να συνάδει με τη θέση ότι δεν ήθελε να την δουν «ξένα πλάσματα». Προφανώς, ο σκοπός που αποπειράθηκε να ανοίξει το παράθυρο ήταν για να γίνει αντιληπτή από τρίτους η εξέλιξη των πραγμάτων και η ίδια να «γλιτώσει» από τα χέρια του επίδοξου μέχρι τότε βιαστή της. Περαιτέρω, ο σκοπός που φώναξε βοήθεια, όπως η ίδια δήλωσε, ήταν να τρομάξει τον κατηγορούμενο. Διερωτάται κανείς πως θα εξυπηρετούσε αυτό το στόχο, φωνάζοντας, όπως η ίδια δήλωσε, μόνο μία φορά και μάλιστα χαμηλόφωνα. Σύμφωνα με την τελική εκδοχή της άλλωστε, όσον αφορά τον χρόνο που επισυνέβη ο βιασμός της, γνώριζε ότι στο εστιατόριο, εκτός από το συνάδελφο της Ανδρέα Κουρίδη βρίσκονταν και μέλη συνεργείου (5-6 άτομα ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί) που εργάζονταν για την τοποθέτηση νάιλον στις βεράντες του εστιατορίου, σε απόσταση μερικών μόλις μέτρων από τις τουαλέτες της κουζίνας. Η ως άνω συμπεριφορά της, όπως η ίδια την καθόρισε, δεν φαίνεται πραγματικά να παρουσιάζει λογική συνέχεια και συνέπεια. Αν πράγματι ο σκοπός της ήταν έστω να τρομάξει τον κατηγορούμενο, θα έπραττε τούτο φωνάζοντας μεγαλόφωνα και κατ' επανάληψη. Η θέση της πως ναι μεν αποπειράθηκε να ανοίξει το παράθυρο, χωρίς όμως να επιθυμεί να τη δει οποιοσδήποτε, ως επίσης ότι φώναξε με σκοπό να τρομάξει και συνακόλουθα να αποτρέψει τον κατηγορούμενο, χαμηλόφωνα όμως, αποτελούν κατά την αντίληψή μας στοχευμένες από μέρους της τοποθετήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν, αφενός να εξυπηρετήσουν τη θέση πως για ότι έγινε δεν υπήρχε η συναίνεσή της και αφετέρου, να εξηγήσουν το γεγονός ότι κανένας από τους παρευρισκόμενους στο χώρο του εστιατορίου, στο βαθμό και στην έκταση τουλάχιστον που αυτοί απασχόλησαν το ανακριτικό έργο, δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε. Στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης προσέγγισης της μαρτυρίας της παραπονούμενης και της αξιολογικής διύλισης της τελευταίας όπως και γενικότερα της εκδοχής της παραπονούμενης για την εξέλιξη των γεγονότων, απασχόλησε και η επιλογή της τελευταίας να μην προσέλθει στην Αστυνομία για «διόρθωση» της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος του βιασμού σε βάρος της, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τούτο ως αποτέλεσμα της συνάντησής της με τον εργοδότη της το βράδυ της 29.10.2016 ή έστω να τηλεφωνήσει, είτε στον εξεταστή της υπόθεσης ή και σε οποιονδήποτε άλλο, επί καθήκοντι αστυνομικό του ΤΑΕ Πάφου και να τον πληροφορήσει σχετικά. Για το ζήτημα αναφέρθηκε μόλις το απόγευμα της 31.10.2016, ημερομηνία που προέβη σε σχετική συμπληρωματική κατάθεση. Αντίδραση που ομολογουμένως δεν είναι η αναμενόμενη από ένα πρόσωπο που καλόπιστα καταγγέλλει ένα αδίκημα τέτοιας σοβαρότητας στην αστυνομία και το οποίο αισθάνεται τόσο έντονα για αυτό που εξελίχτηκε σε βάρος της. Οι αιτιάσεις που προέβαλε για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην αντίδρασή της, ότι δηλαδή αυτό δεν ήταν το μόνο θέμα που την απασχολούσε τότε, καθότι είχε να δει τι θα έκανε με την επιβίωση τη δική της και των παιδιών της, δεν κρίνεται πειστική. Όσο και εάν είμαστε διατεθειμένοι να συμμεριστούμε τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της παραπονούμενης, όπως τουλάχιστον αυτή παρουσιάστηκε από την ίδια στο δικαστήριο, αισθανόμαστε ότι η επίκληση αυτής της δικαιολογίας, υπό τις περιστάσεις, δεν συνάδει, όχι μόνο με τη σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο η ίδια είχε καταγγείλει αλλά κυρίως με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Αντίθετα, αποτελεί μία ακόμα παράμετρο που τείνει να δημιουργήσει ερωτηματικά και αμφιβολίες για την πειστικότητα της εκδοχής της και την γνησιότητα του παραπόνου της. Προβλημάτισε περαιτέρω η συμπεριφορά της παραπονούμενης στο χώρο εργασίας της. Όπως η παραπονούμενη προέβαλε, λεπτά μόλις μετά την εξέλιξη του συμβάντος σε βάρος της, συνέχισαν, τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος την εργασία τους, με την ίδια να συμπεριφέρεται καθόλα φυσιολογικά, χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση ή αναφορά που θα επέτρεπε στους συναδέλφους της να αντιληφθούν οτιδήποτε. Αποτέλεσε επίσης θέση της, ως είναι άλλωστε παραδεκτό από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι η ίδια δεν άλλαξε τη συμπεριφορά της απέναντι στον κατηγορούμενο ή στους άλλους συναδέλφους της και δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε κανένα, είτε στους συναδέλφους της, είτε στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Όλα συνέχισαν φυσιολογικά χωρίς κανένας να αντιληφθεί οτιδήποτε. Περιγράφοντας την ψυχολογική της κατάσταση, αμέσως μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος αλλά και τις ημέρες που μεσολάβησαν μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, υπέδειξε πως παρά το γεγονός ότι αισθανόταν μίσος και οργή για τον κατηγορούμενο, έχοντας μάλιστα τάσεις να τον δολοφονήσει, εντούτοις σκεφτόταν ότι είχε παιδιά και ότι έπρεπε να το ξεχάσει, να συνεχίσει τη ζωή της και να μην δημιουργήσει θέμα, αφού φοβόταν ότι σε περίπτωση που αποκάλυπτε τι είχε συμβεί, θα έχανε τη δουλειά της. Δικαιολογώντας τη συμπεριφορά της, ειδικότερα στα γενέθλια του κατηγορούμενου, στις 26.10.2016, όπου φαινόταν ιδιαίτερα χαρούμενη και ευδιάθετη, ισχυρίσθηκε ότι: «σας είπα εγώ προσπαθούσα να ξεχάσω το συμβάν, προσπαθούσα να μην καταλάβει κάποιος κάτι, προσπαθούσα να μην φανερωθώ ότι έχει συμβεί το οτιδήποτε γι' αυτό προσπαθούσα να μην αλλάξω τη συμπεριφορά μου απέναντι στον κατηγορούμενο, του φερόμουν φυσιολογικά και ίσως παραπάνω...προσπαθούσα να προσποιηθώ λίγο παραπάνω για να γίνω πειστική. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που φαινόμουν τόσο χαρούμενη. Τα φαινόμενα απατούν όμως» Δεν αποκλείουμε ασφαλώς, την πιθανότητα κάποιος να μπορεί να κυριαρχήσει επί των συναισθημάτων του, όσο έντονα και να είναι αυτά, προς εξυπηρέτηση ενός σκοπού. Το ερώτημα όμως που προκύπτει, είναι αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτή ήταν η κατάσταση πραγμάτων, η οποία την οδήγησε, όχι μόνο να μην αναφέρει οτιδήποτε είτε στον εργοδότη της, ο οποίος όπως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, κατ' επανάληψη ρωτούσε το προσωπικό του για οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν αντιμετώπιζαν, είτε σε άλλο συνάδελφό της, αλλά και να παρουσιάζεται εύχαρις και διαχυτική, ακόμα και προς τον κατηγορούμενο τον οποίο όπως η ίδια δήλωσε είχε τάσεις να δολοφονήσει. Έχοντας κατά νου την ζωντανή παρουσία της παραπονούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα, με όση καλή διάθεση και εάν προσεγγίσει κάποιος τους ανωτέρω ισχυρισμούς της τελευταίας, δεν έχουμε πειστεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η κατάσταση πραγμάτων ήταν όπως η ίδια θέλησε να την εξηγήσει και να την δικαιολογήσει. Σημειώνουμε περαιτέρω και τούτο. Αν η παραπονούμενη είναι ικανή να προσποιείται, τόσο πειστικά, να υποκρίνεται επί της ουσίας και να είναι σε θέση, με ευκολία να αποκρύπτει τα πραγματικά συναισθήματά της και μάλιστα συναισθήματα μίσους και οργής και να εμφανίζεται χαρούμενη, και ευδιάθετη απέναντι όχι μόνο στους υπόλοιπους συναδέλφους της αλλά και στο ίδιο τον βιαστή της, διερωτόμαστε αν μπορεί με ασφάλεια να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ότι η δεδομένη, σύμφωνα πάντα με την ίδια, υποκριτική της ικανότητα, επιδείχθηκε μόνο, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και χρόνο και όχι, είτε όταν κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, είτε κατά την ένορκη μαρτυρία της στο δικαστήριο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Κώστα Γιατρού, (Μ.Κ.4) συμβίου της παραπονούμενης, καταγράφουμε ότι ο τελευταίος μετέφερε στο Δικαστήριο, κατά κύριο λόγο, όσα η ίδια η παραπονούμενη του αποκάλυψε τα μεσάνυχτα της 28.10.2016, σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό βιασμό της από τον κατηγορούμενο. Σημειώνοντας το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν αυτός που απαίτησε επιτακτικά από την παραπονούμενη να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, (εξέλιξη που ήταν αντίθετη με τις προθέσεις της παραπονούμενης) απειλώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τη χώριζε, ήταν φανερό, καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι λόγω της ιδιαίτερης και στενής σχέσης του με την παραπονούμενη, ήταν διατεθειμένος να υιοθετήσει, άκριτα, όσα η ίδια του ανέφερε, τόσο για την προηγούμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι της όσο και για τον ισχυριζόμενο βιασμό της, επαναλαμβάνοντας τα στο δικαστήριο. Σημειώνουμε παράλληλα ότι η μαρτυρία του, τείνει να δημιουργήσει περαιτέρω αμφιβολίες και ερωτηματικά για την αξιοπιστία της παραπονούμενης, αφού ενισχύει την αντίληψη ότι η υπόδειξη εκ μέρους της, στην πρώτη της κατάθεση, (Έγγραφο Γ) της ημερομηνίας 22.10.2016 ως ημερομηνίας του υποτιθέμενου βιασμού της, δεν ήταν αποτέλεσμα, όπως η ίδια προέβαλε, σύγχυσης ή καλόπιστου λάθους όταν έδινε την ως άνω κατάθεση της, (Έγγραφο Γ) αλλά ότι ήταν βέβαιη για αυτή την ημερομηνία, αρκετές ώρες τουλάχιστον πριν καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, ήδη κατά τον χρόνο που συζήτησε το ζήτημα με τον συμβίο της (Μ.Κ.4). Έχοντας κατά νου την ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχουμε αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής καθ' ον χρόνο αναφερόταν γενικότερα στο γεγονός ότι η συμβία του, λόγω απειρίας, δυσκολευόταν στα νέα της καθήκοντα στην κουζίνα του εστιατορίου «Acropolis» όσο και για τη συμπεριφορά της, μία εβδομάδα περίπου πριν της 28.10.2016, ημερομηνία που για πρώτη φορά του ανάφερε για τον υποτιθέμενο βιασμό της. Ομοίως γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι δεν αξιώθηκε από την πλευρά του ιδίου ή της παραπονούμενης συμβίας του, οποιοδήποτε αντίτιμο για να μην καταγγείλουν την υπόθεση, θέση που επιβεβαιώθηκε στο τέλος της ημέρας από τον κατηγορούμενο αλλά και τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο, αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός, εμπειρογνώμονας μάρτυρας, με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του, ουσιαστικά βοηθά το δικαστήριο, να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, (ανωτέρω), Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351). Όπως έχει σημειωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση G. V. D.P.P.
(1997)2 All E.R. 755 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, η μαρτυρία ψυχιάτρου ή κλινικού ψυχολόγου είναι μη αποδεκτή όταν η επίδραση της θα είναι στην ουσία να πληροφορήσει το Δικαστήριο κατά πόσο ένα άτομο έλεγε την αλήθεια. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου
(1992)1(B) ΑΑΔ 746). Σε σχέση με το μάρτυρα Χρίστο Σταύρου, (Μ.Κ.5) κλινικό ψυχολόγο, δεχόμαστε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας, ότι αποτελεί ειδικό-πραγματογνώμονα μάρτυρα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε. Άλλωστε, τα προσόντα του και η εμπειρογνωμοσύνη του στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, δεν αμφισβητήθηκαν. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ετοίμασε έκθεση για την ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης (Έγγραφο Γ) στην οποία προέβη σύμφωνα και με το εν λόγω έγγραφο μετά από αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας και αφού είχε καταχωρηθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου η παρούσα υπόθεση με το ανακριτικό έργο εκ μέρους των αστυνομικών αρχών, ως υπεδείχθη από τον ανακριτή της υπόθεσης, να είχε ήδη συμπληρωθεί. Στρέφοντας την προσοχή μας στο ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του, σπεύδουμε εξ αρχής να σημειώσουμε το αυτονόητο. Ότι δηλαδή, οι όποιες τυχόν, άμεσες ή έμμεσες τοποθετήσεις και συμπεράσματα του σε σχέση με το εάν η παραπονούμενη υπήρξε θύμα βιασμού από τον κατηγορούμενο, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και εκ των πραγμάτων αποκλείονται ως μαρτυρικό υλικό δυνάμενο να αξιοποιηθεί από το τελευταίο. Έχει κατ' επανάληψη διακηρυχθεί ότι ζητήματα που αφορούν το έσχατο συμπέρασμα, (ultimate issue) επαφίενται αποκλειστικά και μόνο στο δικαστήριο και στην τελική του κρίση. Ουδείς δύναται να το υποκαταστήσει. Σημειώνουμε περαιτέρω, πως καθ' ην έκταση ο μάρτυρας, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, μετέφερε απλώς αναφορές της παραπονούμενης προς τον ίδιο, χωρίς να τις διυλίζει επιστημονικά, πείθοντας ότι έπραξε τούτο στη βάση σχετικών επιστημονικών κριτηρίων, δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να αξιοποιηθούν στα πλαίσια της μαρτυρίας του ως ειδικού - πραγματογνώμονα μάρτυρα. Επισημαίνουμε, εξ' αρχής, ότι τις γενικότερες επιστημονικές προσεγγίσεις του μάρτυρα σε σχέση με τις πιθανές αντιδράσεις και συμπεριφορές, σε θεωρητικό πάντα επίπεδο, των θυμάτων βιασμού, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά από αυτόν, δεν έχουμε κανένα λόγο να μην τις αποδεχθούμε, με δεδομένο ότι αυτές, όχι μόνο έχουν επαρκώς εξηγηθεί από τον μάρτυρα αλλά παράλληλα γιατί κρίνουμε ότι παρουσιάζουν λογική συνέχεια και συνέπεια. Ομοίως οι διαπιστώσεις του, αποτέλεσμα της κλινικής διερεύνησης στην οποία προέβη σε σχέση με τη νοημοσύνη της παραπονούμενης, την αφαιρετική και κριτική της ικανότητα όπως και άλλες ψυχικές λειτουργίες της, με δεδομένες τις επεξηγήσεις του για την κατάληξη του σε σχέση με αυτές, γίνονται αποδεκτές. Τίποτε δεν έχει τεθεί εξάλλου υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να μην οδηγήσει στην υιοθέτηση των τοποθετήσεων του ως άνω μάρτυρα για τα πιο πάνω ζητήματα. Των ως άνω λεχθέντων, δεν μπορούμε ωστόσο παρά να σημειώσουμε ότι ο ως άνω μάρτυρας, άφηνε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι θεωρούσε υποχρέωση του να ερμηνεύσει επιστημονικά και να δικαιολογήσει, συμπεριφορές της παραπονούμενης όπως αυτές τέθηκαν υπόψη του, διασυνδέοντας τις αποκλειστικά με το συμβάν του φερόμενου βιασμού της από τον κατηγορούμενο, όπως το περιστατικό μεταφέρθηκε στον ίδιο από την παραπονούμενη. Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι οι ψυχικές αντιδράσεις της, όπως τις παρατήρησε καταγράφοντας τις στην έκθεσή του και τις σχολίασε περαιτέρω στο δικαστήριο, όπως αναδίπλωση εαυτού, συμπεριφορές θυμού και ευερεθιστότητας, ως επίσης αισθήματα ενοχής, ως συμφώνησε τελικά με υποβληθείσα προς αυτόν θέση, μπορούσαν να είναι το αποτέλεσμα άλλων δυσάρεστων καταστάσεων τις οποίες η παραπονούμενη, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, πρωτίστως από την ίδια, είχε βιώσει. Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα των πρακτικών της διαδικασίας, ημερ. 26.05.2017, ειδικότερα στη σελίδα 29: «E. Κύριε μάρτυρα στην τελευταία παράγραφο της έκθεσης σας στο έγγραφο Ε, λέτε αυτολεξεί ότι «ωστόσο παρατηρούνται ψυχικές αντιδράσεις... ενοχής». Μπορεί κύριε μάρτυρα ένα άτομο το οποίο φέρει τα οποιαδήποτε άλλα ψυχικά τραύματα, δηλαδή κακή ζωή και όταν λέω κακή ζωή εννοώ υπερβολική χρήση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών ουσιών, κτυπήματα της ζωής, δηλαδή να έχει ένα μωρό με νευρολογικά προβλήματα, μίαν εγκατάλειψη που σύζυγο, γενικά τούτα που λέμε κτυπημένη που τη ζωή, να φέρει τούτα τα συμπτώματα το άτομο που περιγράφετε στην τελευταία παράγραφο; A. Ασφαλέστατα. Μπορεί να έχει και αυτό, μπορεί δηλαδή ναι. Το άγχος, η λύπη, αυτά ναι. E. Δηλαδή τα συμπτώματα που περιγράφετε στην τελευταία παράγραφο δεν είναι κατ' ανάγκη να προέρχονται από έναν κατ' ισχυρισμό βιασμό και μόνο; A. Αυτά που αναγράφω εδώ στην τελευταία παράγραφο σχετίζονται με το ίδιο το συμβάν, ανεξαρτήτως το οτιδήποτε άλλο μπορεί να έχει το άτομο. Εγώ εστιάστηκα πάνω στο ίδιο το συμβάν όσον αφορά τη ψυχική της κατάσταση, εξαιτίας αυτού του συμβάντος του βιασμού. E. Του συμβάντος το οποίο εκείνη ανάφερε, η κυρία Χουλιάρα; A. Μάλιστα.» Δεν διαλανθάνει εξάλλου της προσοχής μας ότι κάποιες ειδικότερες τοποθετήσεις και τελικές εκτιμήσεις του εν λόγω μάρτυρα για την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται να συνάδουν με αναφορές κυρίως της παραπονούμενης, αλλά και του συμβίου της. Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στην εκτίμησή του, ότι η παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια του κατ' ισχυρισμό βιασμού της, δεν φώναξε δυνατά διότι αισθάνθηκε τρόμο και ότι: «Ο τρόμος αυτός την εμπόδισε από το να φωνάξει τόσο δυνατά ούτως ώστε και άλλοι, οποιοιδήποτε ενδεχομένως τρίτοι εκτός του χώρου εκεί να ακούσουν και να προσέλθουν για να δουν τι συμβαίνει». Με κάθε σεβασμό, η θέση της παραπονούμενης ήταν ότι δεν φώναξε μεγαλοφώνως βοήθεια, όχι γιατί τρομοκρατήθηκε, άλλωστε τούτο καταμαρτυρεί και το γεγονός ότι αντέδρασε, προσπαθώντας να ανοίξει το παράθυρο της τουαλέτας και φωνάζοντας βοήθεια, αλλά γιατί ντρεπόταν μήπως τη δουν «ξένα πλάσματα» με κατεβασμένα τα παντελόνια. Η εκτίμησή του άλλωστε, ότι η παραπονούμενη, μετά τον κατ' ισχυρισμό βιασμό της και μέχρι την καταγγελία, «έβγαζε θυμό για τους άλλους, ο θυμός παρουσιαζόταν κυρίως στον χώρο στο σπίτι της απέναντι στην οικογένεια, στα παιδιά της, στον συμβίο της, ένας θυμός αδικαιολόγητος για τους άλλους, δηλαδή ο θυμός αυτός δεν εξηγείτο με το ότι μπορεί εκείνην τη στιγμή να συνέβηκε κάτι το οποίο να τη θύμωσε. Απροσδιόριστος για τους υπόλοιπους άλλους και ακατανόητος για τους υπόλοιπους άλλους θυμός», δεν φαίνεται επίσης να συνάδει με τη μαρτυρία της παραπονούμενης και του συμβίου της. Σύμφωνα με τους τελευταίους, η παραπονούμενη, το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα όταν επέστρεφε στο σπίτι της δεν παρουσιαζόταν θυμωμένη με τα παιδιά και τον συμβίο της, αλλά απόμακρη από τον τελευταίο, θέλοντας να κοιμάται με τα παιδιά της και να κρύβεται κάτω από τις κουβέρτες. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, σημειώνουμε τη σταθερή του θέση, όπως είχε υποστηρίξει εξαρχής στην ανακριτική του κατάθεση, (τεκμήριο 11) ότι ο ίδιος δεν βίασε την παραπονούμενη, είτε στις 22.10.2016, (αδίκημα για το οποίο συνελήφθη και παρέμεινε υπό κράτηση) - θέση που στο τέλος επιβεβαίωσε και η παραπονούμενη - είτε στις ημερομηνίες που η τελευταία υπέδειξε στη συνέχεια, δηλαδή στις 20 ή 21.10.2016. Έχοντας κατά νου τη συνολική εικόνα του καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν έχουμε οποιοδήποτε ενδοιασμό να αποδεχθούμε τον ως άνω βασικό υπερασπιστικό του ισχυρισμό. Σταθερός και αταλάντευτος από την πρώτη στιγμή που αυτοβούλως μετέβη στην αστυνομία, στις 29.10.2016, για να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για το ζήτημα και να διαψεύσει την κατηγορία που είχε διατυπώσει η παραπονούμενη εναντίον του, μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, ομολογουμένως κατά τρόπο έντονο και παραστατικό ορισμένες φορές, αποτέλεσμα ως κρίνουμε της έντασης και της αγωνίας που τον διακατείχε για την εξέλιξη της διαδικασίας, αναφέρθηκε σε πλείστες όσες λεπτομέρειες σχετικές με την εξέλιξη των γεγονότων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, πείθοντας το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και τα οποία κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που ο ίδιος εξιστόρησε στο Δικαστήριο. Παρά την πιεστική σε κάποιες περιπτώσεις αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του όσον αφορά την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι κάποιες από τις θέσεις του, όπως για παράδειγμα ότι την 26.10.2016, ημέρα που γιόρταζε τα γενέθλια του, η παραπονούμενη τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα, στην παρουσία τρίτων προσώπων, δεν επιβεβαιώθηκε από κάποια από αυτά τα πρόσωπα τα οποία κλήθηκαν και προσέφεραν τη μαρτυρία τους. Σημειώνουμε ωστόσο το γεγονός ότι το κατά πόσο η παραπονούμενη τον φίλησε ή όχι στο στόμα, δεν τέθηκε απευθείας σε αυτούς τους μάρτυρες. Με δεδομένη άλλωστε την κατάσταση πραγμάτων, όπως εξηγήθηκε στο δικαστήριο χωρίς να αμφισβητηθεί, σε σχέση με τις διευθετήσεις που υπήρχαν για την προσέλευση και αποχώρηση διαφόρων εργαζομένων στο εστιατόριο, σε διαφορετικές ώρες, δεν προκαλεί εντύπωση η αρχική επιμονή του κατηγορούμενου ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο που σύμφωνα με την παραπονούμενη εξελίχθηκε το συμβάν σε βάρος της, υπήρχαν και άλλοι συνάδελφοι τους στο χώρο, πέραν του Ανδρέα Κουρίδη, που ως διαφάνηκε τελικά ήταν ο μόνος συνάδελφος τους που περί τις 17:00 μ.μ. της 20 ή 21.10.2016 βρισκόταν στο εστιατόριο. Με δεδομένο άλλωστε ότι οι ισχυρισμοί του στην κατάθεσή του στην αστυνομία για οικονομικά κίνητρα εκ μέρους της παραπονούμενης, τα οποία την ώθησαν να προβεί στην καταγγελία σε βάρος του, παρέμειναν σε επίπεδο εικασιών, δεν αποδίδουμε σε αυτούς οποιαδήποτε βαρύτητα, δυνάμενη μάλιστα να κλονίσει την αντίληψή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του, εντάσσοντας τους στην προσπάθεια του να αντιληφθεί τους λόγους που την οδήγησαν στη σχετική καταγγελία σε βάρος του, ως ειδικότερα καταγράφεται στην απάντηση 13 της κατάθεσης του ημερ. 29.10.2016 (Τεκμήριο 11). Καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας των Ανδρέα Κουρίδη (Μ.Υ.1), Ανδρέα Κόκκινου (Μ.Υ.2) και Σπύρου Γεωργίου (Μ.Υ.3). Παρά τις υποβολές που τέθηκαν σε αυτούς από την πλευρά της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με διάθεση να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο, αντικειμενικά ιδωμένων των πραγμάτων, δεν διαπιστώνεται τέτοια πρόθεση εκ μέρους τους. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν και όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους για τα ζητήματα τα οποία τους ετέθησαν. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι Μ.Υ.1 και 2 επέμεναν ότι το παράθυρο της τουαλέτας του προσωπικού, για τους λόγους που εξήγησαν συνήθως παρέμενε ανοιχτό, θέση που φαίνεται να συμπίπτει με τη θέση του κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την ως άνω, αφοριστική για τους μάρτυρες, θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Ούτε η θέση του Μ.Υ.1 πως παρά το γεγονός ότι και κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο, καθόταν, ως συνήθιζε, στην είσοδο ουσιαστικά της κουζίνας, (σε τραπέζι 1-2 μέτρα από την ανοιχτή δίφυλλη πόρτα της κουζίνας) χωρίς να αντιληφθεί οτιδήποτε από αυτά που εξιστόρησε η παραπονούμενη, επιτρέπουν υπό τις περιστάσεις την κατάταξή του στους μάρτυρες που σκοπό είχαν να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Άλλωστε, ούτε η ίδια η παραπονούμενη προέβαλε τη θέση ότι το περιστατικό έγινε αντιληπτό από οποιοδήποτε. Αντίθετα, η τελευταία επιχείρησε να εξηγήσει γιατί κανένας από τους παρευρισκόμενους στο χώρο, δεν αντιλήφτηκε οτιδήποτε. Η θέση άλλωστε όλων, ότι η παραπονούμενη δεν τα «κατάφερνε» στα καθήκοντα που ανέλαβε, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην διεκπεραίωση της εργασίας της, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, όχι μόνο από την ίδια την παραπονούμενη αλλά και από τον συμβίο της, στη βάση πάντα όσων η ίδια του μετέφερε και αυτός αντιλαμβανόταν από τη στάση και συμπεριφορά της τελευταίας. Σε κάθε περίπτωση, παρά τη βεβαιότητα με την οποία κατέθεσε στο δικαστήριο ο Σπύρος Γεωργίου, (Μ.Υ.3) σε σχέση με το γεγονός ότι η παραπονούμενη είναι «αλκοολική», θέση την οποία στήριξε τόσο στην ενημέρωση που είχε από προηγούμενο εργοδότη της, συγγενικό του πρόσωπο, αλλά και από το γεγονός ότι έτρεμαν τα χέρια της, γεγονός που παρατήρησε και ο Μ.Υ.2, το Δικαστήριο δεν αισθάνεται ότι θα μπορούσε με την ίδια άνεση να υιοθετήσει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Πέραν της αναφοράς του κατηγορούμενου για το ζήτημα, ως γενική μεταφορά παραδοχής τούτου προς τον ίδιο από την παραπονούμενη και της μεταφοράς εκ μέρους του Σπύρου Γεωργίου όσων πληροφορήθηκε από τρίτο άτομο επί τούτου, δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου θετική μαρτυρία, στο βαθμό που απαιτείται σε δικαστικές διαδικασίες, επιτρέποντας στο δικαστήριο να προβεί με ασφάλεια σε σχετικό εύρημα. Τέτοια μαρτυρία, άλλωστε, ως υπέδειξε ο μάρτυρας Σπύρος Γεωργίου, (Μ.Υ.3) ήταν διαθέσιμη, προκαλώντας μάλιστα τα μέρη να την παρουσιάσουν. Έχοντας ήδη σημειώσει τις αδυναμίες που εντοπίσαμε στη ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης και τους λόγους για τους οποίους κρίναμε ακροσφαλή τη μαρτυρία της τελευταίας αλλά και την εκδοχή της για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων, παρέλκει η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, αφού κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο ή επιθυμητό στην περίπτωση που ο μάρτυρας του οποίου η μαρτυρία δυνατόν να πρέπει να ενισχυθεί, θα πρέπει ήδη να κριθεί ως αξιόπιστος μάρτυρας (βλ. Boardman v. D.P.P.
(1974)3 All E.R. 887, Παρμαξής v. Δημοκρατίας,
(1997)2 Α.Α.Δ 224 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη, σελ 496 κ.ε.). Δεν μπορεί να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία προς ενίσχυση αναξιόπιστης μαρτυρίας, αλλά αξιόπιστη ενισχυτική μαρτυρία προς ενίσχυση αξιόπιστης μαρτυρίας. Εκτός βέβαια, όπου η ενισχυτική μαρτυρία είναι τόσο ισχυρή, ώστε η υπόθεση να αποδεικνύεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία, ανεξάρτητα από τον αναξιόπιστο μάρτυρα και όχι επειδή ο αναξιόπιστος μάρτυρας έχει ενισχυθεί. Όπως τονίστηκε στην Παρμαξής (ανωτέρω): «Η ουσία της ενισχυτικής μαρτυρίας έγκειται στο ότι ένας αξιόπιστος μάρτυρας επιβεβαιώνει αυτά που είπε ένας άλλος αξιόπιστος μάρτυρας. Σκοπός της ενίσχυσης της μαρτυρίας δεν είναι να δίνει αξία ή αξιοπιστία σε μαρτυρία η οποία είναι ελλειπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη αλλά μόνο να επιβεβαιώνει και να στηρίζει εκείνο που κρινόμενο σαν μαρτυρία είναι αρκετό, ικανοποιητικό και αξιόπιστο. Η ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο θα παίξει τον ρόλο της όταν η ίδια είναι απόλυτα αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. D.P.P. v. Hester
(1973)A.C. (H.L.) 296, 315, Zacharias v. Republic
(1962)2 CLR 52 και Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34).» Σε κάθε περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζεται ενισχυτική μαρτυρία με την νομική έννοια που αποδίδεται στον όρο, (βλ. μεταξύ άλλων Παρμαξής (ανωτέρω) και Τοουλιάς v Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 258) δυνάμενη να ενισχύσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Τα όποια στοιχεία μαρτυρίας μπορούν να ανιχνευθούν, δυνάμενα να αξιοποιηθούν για τον πιο πάνω σκοπό, με δεδομένη την μη ύπαρξη πρώτου παραπόνου ή άλλης μαρτυρίας που κατ' εξαίρεση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τέτοια, είναι φανερό ότι προέρχονται από την παραπονούμενη, εκείνον δηλαδή που σκοπούν να ενισχύσουν (βλ. Ν.Χ. v Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 503). Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, είναι σημαντικό αισθανόμαστε να σημειώσουμε, ότι στην περίπτωση που η ως άνω προσέγγισή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη, έχοντας κατά νου τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως η ίδια η παραπονούμενη υποστήριξε ενώπιον μας ότι εξελίχθηκαν, δεν θα ήμασταν διατεθειμένοι να αποστούμε από τον ως άνω κανόνα πρακτικής για την αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, σε υποθέσεις του είδους ως η υπό συζήτηση, τέτοιας που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο σε ουσιώδες σημείο της υπόθεσης, αφού κρίνουμε ότι η παρούσα υπόθεση στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας, δεν είναι η κατάλληλη προς τούτο. Έχοντας κατά νου την σχετική προειδοποίηση που οφείλουμε να απευθύνουμε στους εαυτούς μας, οι κίνδυνοι που ενέχει η καταδίκη του κατηγορούμενου με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν μπορούν να διασκεδαστούν. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, με δεδομένες τις αδυναμίες στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ειδικότερα της ίδιας της παραπονούμενης, το δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει, με την ασφάλεια που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, πέραν δηλαδή από κάθε λογική αμφιβολία, σε εύρημα ενοχής του κατηγορημένου στην κατηγορία που του αποδίδεται. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.