Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΓΙΑΖΙΤ ΧΑΛΑΣΑ, Αρ. Υπόθεσης: 5714/17, 25/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5714/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον ΓΙΑΖΙΤ ΧΑΛΑΣΑ Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Κατηγορούμενος - παρών ------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή έχει κριθεί ένοχος σε 15 συνολικά αδικήματα. Συγκεκριμένα έχει παραδεχθεί ενοχή σε 4 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες υπ' αριθμό 1, 6, 8 και 10), σε 4 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνων τηρήσεως της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος τους (κατηγορίες 2, 7, 9 και 11), σε 2 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (κατηγορίες 4 και 5), επίσης έχει κριθεί ένοχος στα αδικήματα της απειλής (κατηγορία υπ' αριθμό 3), της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης (κατηγορία υπ' αριθμό 12), της μέθης (κατηγορία υπ' αριθμό 13), της ανησυχίας (κατηγορία υπ' αριθμό 14) και της εισόδου σε ξένη περιουσία (κατηγορία υπ' αριθμό 15). Τα γεγονότα όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής δεν αμφισβητήθηκαν από μέρους του κατηγορούμενου, έχουν δε καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι η κυρία Μανώλη δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κατηγορούμενος κατά τον μετριασμό της ποινής του, μετέφερε στο Δικαστήριο την μεταμέλεια και την απολογία του. Ανέφερε συγκεκριμένα, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικαιολογία για την παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε, τονίζοντας παράλληλα ότι είχε προηγουμένως καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ. Μετά από ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ενόψει και της απουσίας σχετικής έκθεσης του τμήματος κοινωνικής ευημερίας, ο τελευταίος αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν είναι νυμφευμένος, ότι κατοικεί στην Ιορδανία αλλά επισκέπτεται συχνά την Κύπρο τα τελευταία οκτώ χρόνια. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι επισκέπτεται την Κύπρο γύρω στις 2 - 3 φορές το χρόνο και διαμένει σε οικία η οποία ανήκει στον πατέρα του. Η οικογένεια του, δηλαδή οι γονείς και ο αδελφός του, διαμένουν στην Ιορδανία. Ο ίδιος είναι υπάλληλος, ασχολείται με το marketing και το μηνιαίο του εισόδημα ανέρχεται περίπου στα €700. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό και τον λόγο για τον οποίο στις 22 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους βρισκόταν στον Αερολιμένα Πάφου, ανέφερε ότι είχε μεταβεί εκεί για να παραλάβει τη φιλενάδα του. Τέλος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι προ δύο ετών αντιμετώπιζε πρόβλημα με την υγεία του. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά, γεγονός το οποίο διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Το αδίκημα της επίθεσης με την οποία προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, ως επίσης και το αδίκημα της απειλής τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Τα αδικήματα δε της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης και της επίθεσης κατά οργάνων τηρήσεως της τάξεως, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 ετών. Εξίσου σοβαρό είναι και το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία το οποίο επίσης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών, καθώς και τα αδικήματα της μέθης και ανησυχίας τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ενώ το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 1 μηνός ή με πρόστιμο £75.- ή και με τις δύο προαναφερόμενες ποινές. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 632, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Υπό το φως επομένως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκούντος σοβαρά. Αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης θεωρώ πως η αυστηρή ποινή που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας για το αδίκημα αυτό αντανακλά την ευαισθησία του Νομοθέτη και, κατ' επέκταση, της ίδιας της κοινωνίας σε σχέση με την διάπραξη του. Εκτός από την έκταση της βλάβης που προκαλεί η διάπραξή του, το εν λόγω αδίκημα πλήττει την ίδια τη σωματική ακεραιότητα του θύματος αλλά και την αξιοπρέπειά του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ 95 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιτότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέσει στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς» Επιθέσεις εναντίον αστυνομικών οργάνων και παρεμπόδιση του έργου τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθότι είναι φορείς εξουσίας του δικαίου και αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245, Sentencing in Cyprus του Γ. Πική, 1η έκδοση, σελ. 55 και James Patric Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 251). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη ( Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ( Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ 285). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Προς όφελος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα στοιχεία: Την άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του, την απολογία και μεταμέλεια του όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον μου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία έχει κριθεί ένοχος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Όπως έχει νομολογηθεί η μέθη είναι ένα στοιχείο το οποίο προσμετράται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ 194 αναγνωρίστηκε ότι η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με αυτά τα δεδομένα φρονούμε πως η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης ....................» Τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω δεν είναι κατά την κρίση μου τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος. Η ανάγκη για αποτροπή τέτοιου είδους αδικημάτων και οι ευρύτερες συνέπειες που προκύπτουν στην κοινωνία από τη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης υπερισχύουν των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Συνεπώς τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν ήδη παρατεθεί πιο πάνω θα ληφθούν υπόψη όσον αφορά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, όχι όμως και το είδος της. Υπό τις περιστάσεις έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Συνεπώς επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 1, 6, 8 και 10, επιβάλλεται σε κάθε κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στις κατηγορίες 2, 7, 9 και 11, επιβάλλεται επίσης σε κάθε κατηγορία ποινή φυλάκισης, 1 μηνός. Στην κατηγορία 3, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Στην κατηγορία 12, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός Στην κατηγορία 13, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στις κατηγορίες 4 και 14, δεν θα επιβάλλω ποινή αφού τα γεγονότα τους απορρέουν από αυτά των κατηγοριών 3 και 13. Στις κατηγορίες 5 και 15, επίσης δε θα επιβάλλω ποινή, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, ως αυτή τέθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 443, επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινή του κατηγορούμενου προσώπου. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των εν λόγω ποινών, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν έχει εγερθεί από τον κατηγορούμενο. Ενόψει του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εξετάσει αυτεπαγγέλτως το εν λόγω ζήτημα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης λαμβάνω υπόψη μου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης τη φύση και την έκταση των τραυμάτων που έχουν υποστεί οι αστυφύλακες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από τα Τεκμήρια 1 και 4. Σημειώνω ότι τα υπό αναφορά τραύματα δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρής μορφής. Όσον δε αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου προσμετρώ ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο τελευταίος είναι λευκού ποινικού μητρώου καθώς επίσης και το νεαρό της ηλικίας του. Ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερομένων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η παραχώρηση μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο. Συνεπώς, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο