Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χάρης Τσαγγαράς κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7022/13, 15/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7022/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Χάρης Τσαγγαράς
- Ευγένιος Παναγιώτου
- Ηρόδοτος Ηλία Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: παρόντες ------------- (Στενογραφημένα πρακτικά τηρούνται από τη στενογράφο Χαρούλα Κυριάκου) ------------- ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 μετά από δική τους παραδοχή κρίθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της κατηγορίας υπ' αριθμό 2 ο πρώτος κατηγορούμενος, δηλαδή της πλαστογραφίας, και στο αδίκημα της 3ης κατηγορίας ο τρίτος κατηγορούμενος, δηλαδή στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 3 μεταφέροντας την απολογία των πελατών του στο Δικαστήριο σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία έχουν διαπράξει εστίασε την επιχειρηματολογία του στις συνθήκες υπό τις οποίες οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα υπό αναφορά αδικήματα. Συγκεκριμένα ο κ. Αλεξάνδρου τόνισε ότι ο μάρτυρας 4 επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που τραυματίστηκε και μάλιστα σοβαρά από την ανατροπή της τετράτροχης μοτοσικλέτας με αριθμό πλαισίου JY4AJ20YX6C006834, είναι ανιψιός του τρίτου κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας 4 επί του κατηγορητηρίου βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση μετά τον τραυματισμό του και ενδεικτικά ανέφερε ότι διακομίστηκε διασωληνωμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος για περίοδο 45 περίπου ημερών. Η προαναφερόμενη μοτοσικλέτα με την οποία συνέβη το δυστύχημα δεν έφερε αριθμούς εγγραφής και κάτω από την αγωνία και τη σύγχυση που επικρατούσε στην οικογένεια του τρίτου κατηγορούμενου, ενόψει της κρισιμότητας της κατάστασης της υγείας του μάρτυρα 4 επί του κατηγορητηρίου, ο τρίτος κατηγορούμενος, βλακωδώς, όπως ανέφερε ο κ. Αλεξάνδρου ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να καταρτίσει το πλαστό ενοικιαστήριο έγγραφο με αριθμό 7519 ημερομηνίας 3.9.
- Οι προαναφερόμενες περιστάσεις, επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, διαφοροποιούν την παρούσα υπόθεση από τις συνήθεις περιπτώσεις πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Επιπρόσθετα ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρθηκε στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αλλά και στο γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή έξι χρόνια μετά τη διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων. Σημείωσε μάλιστα ότι οι συνθήκες των κατηγορουμένων στο διάστημα που μεσολάβησε έχουν αλλάξει, αφού ο μεν πρώτος κατηγορούμενος απέκτησε δεύτερο παιδί, ο δε τρίτος κατηγορούμενος απέκτησε και τρίτο παιδί. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεών του επισημαίνει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο στοιχείο της απάτης και της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη, η οποία είναι απαραίτητη για την λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Θεώρηση της Νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 482). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη ( Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ( Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα στοιχεία. Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων και την παραδοχή τους έστω και αν αυτή έγινε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Σημειώνω ωστόσο ότι σε κάθε περίπτωση η παραδοχή έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη μεταμέλεια των κατηγορουμένων, όπως αυτή εκφράστηκε με την απολογία που μετέφερε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, αλλά και εκδηλώθηκε μέσω της παραδοχής τους. Προσμετρώ επίσης τις οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις όπως εκτέθηκαν από τον κ. Αλεξάνδρου, αλλά και την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2011 και η διερεύνηση ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, εντούτοις η υπόθεση καταχωρήθηκε 19 μήνες περίπου μετά και συγκεκριμένα στις 31.5.2013. Η προαναφερόμενη καθυστέρηση για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία βαραίνει αποκλειστικά τις διωκτικές αρχές. Η νομολογία μας έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα το χρονικό διάστημα των έξι ετών που παρήλθαν από τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267 τονίστηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα υπό τιμωρία αδικήματα. Έχουν συνοπτικά εκτεθεί πιο πάνω, καταγράφονται δε με λεπτομέρεια στα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη μου τις περιστάσεις αυτές θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι διαφοροποιούν την παρούσα υπόθεση από τις συνήθεις περιπτώσεις πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους έγκειται στο στοιχείο της υπονόμευσης των συναλλαγών και δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών οι οποίες τείνουν να διασαλεύσουν την εμπορική πίστη. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι οι κατηγορούμενοι δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος, αλλά ενήργησαν αφελώς, όπως ανέφερε και ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, νομιζόμενοι ότι με την ενέργεια τους αυτή θα βοηθούσαν των μάρτυρα 4 επί του κατηγορητηρίου η υγεία του οποίου διέρχετο κρίσιμες ώρες. Υπό το φως των πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και η οποία έχει τονιστεί πιο πάνω, θεωρώ ότι οι όλες περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τείνουν να μετριάσουν τη σοβαρότητα σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής προστίμου. Συνεπώς στον 1ο κατηγορούμενο, στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €450 και στον 3ο κατηγορούμενο στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου επίσης €450. Επιπρόσθετα επιδικάζονται έξοδα υπέρ της κατηγορούσας αρχής ύψους €315. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα έξοδα να καταβληθούν εξ ημισείας από τους κατηγορούμενους 1 και 3. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο