← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Roman Koshelev, Αρ. Υπόθεσης: 14625/13, 13/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Roman Koshelev, Αρ. Υπόθεσης: 14625/13, 13/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14625/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Roman Koshelev, από την Πάφο Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 13/9/2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ζαμπάς) Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Παπακλεοβούλου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) καθώς και την κατηγορία της επίθεσης, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 11 Απριλίου του 2013, στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά στην Πάφο, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Igor Milijic από τη Σερβία και τώρα στην Πάφο. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκε εναντίον του Igor Milijic από τη Σερβία και τώρα στην Πάφο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1105 Νίκο Ιωάννου, το Διογένη Ζίγκα, τον παραπονούμενο Igor Milijic, τον Κυριάκου Νεοφύτου, τον Τάσο Αλεξάνδρου, τον αστυφύλακα 711 Θεόφιλο Παπαδόπουλο και τέλος, τη διερμηνέα Αλίσα Ποζίδου (Μ.Κ.1 μέχρι 7, αντίστοιχα). O κατηγορούμενος Roman Koshelev, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, το Νίκο Ματθαίου. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τις υπό κρίση κατηγορίες απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου στην Αστυνομία (τεκμήριο 6, στα αγγλικά και τεκμήριο 6Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), το οποίο υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Σύμφωνα με αυτή: Ο παραπονούμενος είναι από τη Σερβία, ζει στην Κύπρο για 12 χρόνια και είναι παντρεμένος με βρετανίδα, με τη οποία απόκτησαν ένα παιδί (αγόρι), ηλικίας 7 χρόνων. Οι τρεις τους διαμένουν σε διαμέρισμα. Στις 11/4/2013 και ώρα 17:00, ο παραπονούμενος τέλειωσε από τη δουλεία του και, όταν γύρω στις 17:45 επέστρεψε στο διαμέρισμά του διαπίστωσε πως δεν είχαν νερό για να κάνει μπάνιο. Συνεπεία αυτού ανέβηκε στην ταράτσα, μαζί με το γιο του, για να δει αν συνέβηκε κάτι. Στην οροφή είδε ένα άντρα - τον κατηγορούμενο - και το ρώτησε αν γνωρίζει οτιδήποτε για το νερό και αυτός του απάντησε ότι είναι υδραυλικός, αλλά δε γνωρίζει γιατί δεν είχε νερό. Τότε, ο ίδιος άρχισε να ψάχνει τριγύρω και πήγε στον 1ο όροφο για να ελέγξει εάν οι σωλήνες ήταν ανοικτές. Όταν είδε πως ήταν ανοικτές ανέβηκε ξανά στην οροφή και εκεί είδε τον κατηγορούμενο και δυο ακόμη άντρες να εργάζονται πάνω στις σωλήνες. Τους ρώτησε τι έγινε με το νερό και ο κατηγορούμενος, του είπε: «Δε γνωρίζω τι συμβαίνει με το νερό σου, αυτή είναι η τρίτη φορά που με ρωτάς.» Το ρώτησε γιατί μιλά έτσι και αυτός σηκώθηκε πάνω και πήγε κοντά του, σε απόσταση 5 μέτρων. Τότε, ο ίδιος πήγε ένα βήμα προς τα πίσω και κοίταξε για το γιο του, ο οποίος ήταν στα σκαλιά φοβισμένος. Ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του και όταν το ρώτησε γιατί φωνάζει μπροστά από το παιδί του, το χτύπησε στο αριστερό του χέρι και μετά τον έσπρωξε και με τα δυο του χέρια στο στήθος, όχι δυνατά και πήγε ένα βήμα πίσω. Μετά, το χτύπησε με γροθιά στη μύτη οπότε έπεσε κάτω κοντά στον τοίχο που ήταν ένα μέτρο. Ακολούθως - απ' ό,τι θυμάται - προσπάθησε να το ρίξει κάτω από την οροφή, πιάνοντάς τον από τα πόδια. Μετά σταμάτησε και έφυγε από την οροφή, μαζί με τους άλλους δυο άνδρες. Αυτοί δεν το χτύπησαν και δεν εμπλάκηκαν στο επεισόδιο. Νομίζει σταμάτησαν τον κατηγορούμενο. Η μύτη του αιμορραγούσε και πήγε στο ZEGKAS TRAVELS SHOP που είναι δίπλα από το διαμέρισμά του και ο ιδιοκτήτης κάλεσε την Αστυνομία. Μετά πήγε στο νοσοκομείο και εξετάστηκε από γιατρό. Εκεί είδε τον κατηγορούμενο, μαζί με ένα από τους δυο άντρες που ήταν στην οροφή. Ο κατηγορούμενος, του χαμογέλασε και του είπε ότι θα πάει στην Αστυνομία. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταλογίζεται αναφορικά με το ίδιο περιστατικό, σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει στην κυρίως εξέτασή του είναι η εξής: Παραδέχεται ότι υπήρξε το επίδικο περιστατικό ανάμεσα στον ίδιο και τον παραπονούμενο. Ωστόσο, του δίδει διαφορετική διάσταση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, καθ' όν χρόνο ο ίδιος βρισκόταν κοντά στην άκρια της ταράτσας και κοιτούσε προς τα κάτω, ο παραπονούμενος, επειδή θεωρούσε τον ίδιο καθώς και τους άλλους δυο που ήταν μαζί του πάνω στην ταράτσα, υπαίτιους, για το γεγονός ότι δεν είχε νερό στο διαμέρισμά του, αποδίδοντάς τους ότι του το είχαν κλείσει, του επιτέθηκε, χτυπώντας τον στο πρόσωπο και συγκεκριμένα, στο αριστερό ζυγωματικό, κάτω από το μάτι. Επειδή ο ίδιος, τη στιγμή αυτή βρισκόταν στην άκρη της ταράτσας, τρόμαξε και το πρώτο που σκέφτηκε είναι ότι θέλει να το ρίξει κάτω από την ταράτσα. Έτσι, καθώς ήταν σκυφτός, προσπάθησε να σηκωθεί, δεξιά και αριστερά του υπήρχαν ηλιακές μπαταρίες, με αποτέλεσμα να το σπρώξει πίσω μακριά του και να το χτυπήσει στο πρόσωπο. Και τούτο, επειδή ήθελε απλά την ασφάλειά του, τρόμαξε, προστάτευσε τη ζωή του, διότι μια πτώση του από τόσο ψηλά, θα ήταν ακαριαία. Τη στιγμή που τον έσπρωξε, αυτός έπεσε πίσω, έβαλε στήριγμα τα χέρια του και άρχισε να αιμορραγεί η μύτη του. Οι άνθρωποι που ήταν μαζί τους, δηλαδή ο Νίκος (Μ.Υ.1) και ο Ηλίας άρχισαν να ηρεμούν τα πράγματα και του είπαν να φύγει από την ταράτσα, όπως και έγινε. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326, 366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 10, στα ρωσικά και τεκμήριο 10Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά) λαμβάνω υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο αστυφύλακας 1105 Νίκος Ιωάννου (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, απάντησε σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου του κατηγορούμενου, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί καθόλου για οτιδήποτε ανάφερε. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Συγκρατώ από αυτή τα εξής: Ο μάρτυρας, στις 12/4/2013 και ώρα 01:30, στο χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου συνέλαβε τον κατηγορούμενο, δυνάμει του δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτό, το συνέλαβε για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 11/4/2013 και ώρα 17:45, στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά,Tennis Court 3, Μπλοκ Β. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Ήταν αυτοάμυνα.» Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του Διογένη Ζίγκα (Μ.Κ.2). Και αυτός, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σταθερός και συνεπής και απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, απολύτως, αντίφαση. Από τη μαρτυρία του, η οποία απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 5), που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης σε συνδυασμό με διάφορα άλλα, τα οποία ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο συγκρατώ - ιδιαίτερα - τα εξής: Ο ίδιος είναι διαχειριστής του συγκροτήματος πολυκατοικιών με την ονομασία Themis Court 3, που βρίσκεται στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά στην Πάφο, το οποίο αποτελείται από δυο πολυκατοικίες. Τα Block A και Β. Στο δεύτερο, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε και ο παραπονούμενος στο διαμέρισμα 207. Παρενθετικά να πω, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στη οροφή της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται και το διαμέρισμά του παραπονούμενου. Για να συνεχίσω, στις 11/4/2013 γύρω στις 17:50, ενώ ο μάρτυρας ήταν στο γραφείο του το οποίο βρίσκεται στην παραπάνω οδό, πήγε εκεί ο παραπονούμενος, κρατώντας το πρόσωπό του που ήταν ματωμένο και είχε κάποιους μώλωπες, ο οποίος του είπε: «Please call the Police.» Καθώς προσπαθούσε να βρει το τηλέφωνο της Αστυνομίας, το ρώτησε τι συνέβηκε και αυτός του είπε ότι βγήκε στην οροφή για δει γιατί δεν τρέχει το νερό και υπήρχαν τρία πρόσωπα, τα οποία κάτι έκαναν στα ντεπόζιτα. Όταν τους ρώτησε τι κάνουν εκεί, τον έδειραν. Συγκεκριμένα, του είπε: «Εδέρα με τρεις Πόντιοι.» Όταν η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου υπόδειξε στο μάρτυρα δυο φωτογραφίες, οι οποίες, όπως του είπε, είναι τραβηγμένες από δυο οπτικές γωνίες στην οροφή του Block B, που είναι διαχειριστής και απεικονίζουν την ταράτσα και δείχνουν την περίμετρό της, το στηθαίο και το ρώτησε εάν μπορεί να αναγνωρίσει ότι είναι η ταράτσα, η ερώτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε πως δεν είχε τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο για να επιτραπεί η ερώτηση. Ακολούθησε δική μου παρέμβαση - και μικρός διάλογος μεταξύ της κυρίας Παπακλεοβούλου και της κυρίας Περγαντή -, η οποία οδήγησε στην απόσυρση της παραπάνω ερώτησης και ακολούθως, στην υποβολή της εξής ερώτησης: «Οι φωτογραφίες αυτές κύριε μάρτυρα, σας λέω ότι έχουν ληφθεί από τον κατηγορούμενο, έχουν εκτυπωθεί από τον κατηγορούμενο και τις έχει πάρει αυτός, έχει φωτογραφίσει την ταράτσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος, λίγες μέρες μετά το περιστατικό.» Ερωτηθείς ακολούθως εάν αναγνωρίζει τις εν λόγω φωτογραφίες και συγκεκριμένα, εάν αναγνωρίζει τι απεικονίζουν και αν είναι από την ταράτσα που του αναφέρθηκε - παρά την νέα ένσταση της κυρίας Περγαντή στην ερώτηση, για τον ίδιο λόγο που υπόβαλε και την προηγούμενη, την οποία αυτή τη φορά απέρριψα - ο μάρτυρας απάντησε ως εξής, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την κυρία Παπακλεοβούλου: «Μπορώ να κάνω μια ερώτηση κύριε Πρόεδρε; Μου έφερε μια ταράτσα. Αυτή η ταράτσα δεν είναι δική μας. Δεν τις αναγνωρίζω, δεν είναι δική μας. Είναι της άλλης πολυκατοικίας.» Ο Κυριάκος Νεοφύτου (Μ.Κ.4) από τις 17/12/2013 μέχρι σήμερα είναι τεχνολόγος/ακτινολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 11/4/2013, δυνάμει του παραπεμπτικού της γιατρού Φυσεντζίδου τού ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (βλ. το τεκμήριο 2 - το πρωτότυπο του παραπεμπτικού - και το τεκμήριο 8 - το φωτοαντίγραφό του - ) έβγαλε τις ακτινογραφίες (τεκμήρια 3Α μέχρι 3Δ, αντίστοιχα). Όπως είπε ο μάρτυρας, με αναφορά στο σχετικό παραπεμπτικό, με αυτό ζητήθηκαν ακτινογραφίες κεφαλής, οστών μύτης και αριστερού αντίχειρα. Σε συνδυασμό και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω ακτινογραφίες αφορούν τον παραπονούμενο. Κατά την, πολύ σύντομη, αντεξέτασή του, ο μάρτυρας απάντησε σε δυο μόνο ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, καθαρά διευκρινιστικής φύσεως, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί για οτιδήποτε ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Επομένως, η μαρτυρία και αυτού, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Ο Τάσος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.5) είναι γιατρός ακτινοδιαγνώστης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η ουσία της μαρτυρίας του, την οποία, επίσης αποδέχομαι και ως αναντίλεκτη εκτός από αξιόπιστη έγκειται στα εξής: Η ακτινογραφία (τεκμήριο 3Α) είναι του αριστερού αντίχειρα όπου παρατηρείται κάταγμα βάσεως ονυχοφόρου φάλαγγας. Η ακτινογραφία (τεκμήριο 3Β) είναι του ρινικού οστού, στο οποίο ο ίδιος διαπιστώνει ρωγμώδες κάταγμα, που σημαίνει ράγισμα χωρίς μετατόπιση. Η ακτινογραφία (τεκμήριο 3Γ) είναι πλάγιου κρανίου όπου δεν παρατηρείται οστική κάκωση. Το ίδιο ισχύει και για την ακτινογραφία (τεκμήριο 3Δ) που επίσης είναι ακτινογραφία κρανίου σε άλλη προβολή, χωρίς οστική κάκωση. Ένα ρωγμώδες κάταγμα δεν είναι σοβαρό κάταγμα. Στις παραπάνω ακτινογραφίες και ειδικά του προσώπου δεν είδε κάποιο πρήξιμο και τούτο, επειδή με τις ακτινογραφίες μπορούμε να δούμε μόνο οστά και όχι τα μαλακά μόρια. Το ρωγμώδες κάταγμα που είδε στη σχετική ακτινογραφία είναι δυνατό να προκληθεί σε περίπτωση πτώσης του ασθενή με τη μύτη πάνω σε μια σκληρή επιφάνεια. Οποιοδήποτε χτύπημα, κάκωση ρινικού οστού μπορεί να επιφέρει κάταγμα, είτε ρωγμώδες είτε αποσπαστικό είτε μετατοπισμένο. Το άλλο κάταγμα που είδε, το βάσεως ονυχοφόρου φάλαγγας, θα μπορούσε να το πάθει οποιοσδήποτε με τον ίδιο τρόπο, όταν χτυπήσει κάπου είτε όταν δεχθεί στο σημείο χτύπημα. Πιθανόν, ακόμη και επειδή επιτίθεται και χτυπά με το χέρι του, π.χ., στα ζυγωματικά του προσώπου κάποιου άλλου. Η ουσία της μαρτυρίας του αστυφύλακα 711 Θεόφιλου Παπαδόπουλου (Μ.Κ.6), την οποία και αποδέχομαι έγκειται στο γεγονός, ότι, στον ουσιώδη χρόνο, όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 9), στις 12/4/2013 και μεταξύ των ωρών 10:40 - 11:55, με τη βοήθεια της διερμηνέα (Μ.Κ.7), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 10, στα ρωσικά και τεκμήριο 10Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Ακολούθως, την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 18:05 - 18:10, με τη βοήθεια και πάλι της Μ.Κ.7, τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 11, η γραπτή κατηγορία στα ρωσικά και το τεκμήριο 11Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά). Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Τα είπα όλα στην κατάθεσή μου.» Δεκτή στο σύνολό της, ουσιαστικά, κι αυτή ως αναντίλεκτη είναι και η μαρτυρία της διερμηνέα Αλίσας Ποζίδου (Μ.Κ.7), η οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί στον ουσιώδη χρόνο βοήθησε τον προηγούμενο μάρτυρα κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου καθώς και όταν στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς. Από τη μαρτυρία της συγκρατώ τα εξής, τα οποίο ανάφερε αντεξεταζόμενη: Η ορθή μετάφραση συγκεκριμένης φράσης - η οποία της υποδείχθηκε - από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, που στο κείμενο στα ελληνικά, όπως καταγράφεται στη σελίδα 3 (17η και 18η γραμμή) αποδίδεται με τη φράση «Εγώ του απάντησα γιατί εσύ με χτύπησες πρώτος για να έρθω εγώ μετά να σε χτυπήσω» είναι «γιατί εσύ με προκάλεσες εμένα να σε χτυπήσω.» Αναμφίβολα, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3), ο κατηγορούμενος καθώς και ο Νίκος Ματθαίου (Μ.Υ.1) είναι οι ουσιώδεις μάρτυρες της υπόθεσης, αφού αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι και οι τρεις ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό, που επίσης αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι έλαβε χώρα στον ουσιώδη χρόνο. Δηλώνω ευθέως ότι θεωρώ και τους τρεις, τόσο αναξιόπιστους μάρτυρες, σε βαθμό που μου είναι αδύνατο να βασιστώ στη μαρτυρία τους για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που ασφαλώς είναι διακρίβωση των συνθηκών που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό, το οποίο αναμφίβολα έλαβε χώρα και αποδεδειγμένα, στο πλαίσιό του τραυματίστηκαν οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές του. Δηλαδή, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος. Αρχίζοντας από τον παραπονούμενο, έχοντας κατά νου και τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η διαπίστωση ότι ένας μάρτυρας εσκεμμένα ψεύδεται και αποκρύπτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον ίδιο, σε μια αλυσίδα γεγονότων, πλήττει καίρια τη γενικότερη αξιοπιστία του (βλ. τη Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266) παρατηρώ τα εξής: Αυτός, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, για ένα κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, καταλυτικής σημασίας για την κρίση μου επί της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα, άλλα έλεγε ο ίδιος και άλλα υπόβαλε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στον κατηγορούμενο καθώς και στο Μ.Υ.1, ενώ, η μαρτυρία του πλήττεται καίρια και από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αποδεικτική της αξία, αλλά και για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γιωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Στη γραπτή του κατάθεση - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης - τοποθετεί το επίδικο περιστατικό, γύρω στις 17:
  1. Με αυτή ισχυρίζεται ότι του επιτέθηκε μόνο ο κατηγορούμενος. Αναφορικά με τους άλλους δυο άντρες που ήταν μαζί του, ισχυρίζεται πως δεν το χτύπησαν και δεν εμπλάκηκαν στο επεισόδιο. Όπως αναφέρει γι αυτούς, νομίζει σταμάτησαν τον κατηγορούμενο. Αν υποτεθεί ότι τα όσα ανάφερε πέντε λεπτά αργότερα, στο Μ.Κ.2, τον οποίο θεωρώ απολύτως αξιόπιστο μάρτυρα υπέχουν θέση άμεσου παραπόνου, τη εννοία του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα, αλλά και πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο καταφαίνεται από τα εξής: πέντε λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό, όπως αναφέρει ο Μ.Κ.2 στη δική του γραπτή κατάθεση, ο παραπονούμενος πήγε στο γραφείο του, κρατώντας το πρόσωπό του που ήταν ματωμένο και είχε κάποιους μώλωπες. Με το που τον είδε ο παραπονούμενος, τον παρακάλεσε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Καθώς προσπαθούσε να βρει το τηλέφωνο για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία, ρώτησε τον παραπονούμενο τι συνέβηκε και αυτός, του είπε ότι βγήκε στην οροφή για να δει γιατί δεν τρέχει το νερό και υπήρχαν τρία πρόσωπα, τα οποία έκαναν κάτι στα ντεπόζιτα. Όταν τους ρώτησε τι κάνουν εκεί, τον έδειραν. Όπως είπε κατά λέξη στο μάρτυρα «Εδέραν με τρεις Πόντιοι.» Αυτό λοιπόν είναι το άμεσο παράπονό του προς το μάρτυρα, το οποίο, ουσιαστικά, τον παρακάλεσε να μεταφέρει στην Αστυνομία. Και βέβαια, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: εάν ο παραπονούμενος, πέντε λεπτά μετά το επίδικο περιστατικό παρακάλεσε το μάρτυρα να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και ενώ γνώριζε πολύ καλά, ότι χτυπήθηκε μόνο από τον κατηγορούμενο, ανάφερε ψευδώς στο μάρτυρα πως είχε χτυπηθεί και από τους άλλους δυο που ήταν μαζί του, δηλαδή και από το Μ.Υ.1, με τι εχέγγυο αξιοπιστίας μπορώ να τον περιβάλω και να δεχθώ ως γεγονός, οτιδήποτε άλλο ανάφερε, είτε στην Αστυνομία είτε στο Δικαστήριο; Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος - και επέμενε - ότι ο ίδιος δεν επιτέθηκε και δε χτύπησε τον κατηγορούμενο. Κι όμως η αλήθεια είναι διαφορετική. Όχι μόνο χτύπησε κι αυτός τον κατηγορούμενο, αλλά, ενδεχομένως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, το χτύπησε και πρώτος. Κίνητρό του να το χτυπήσει αποτέλεσε το γεγονός, ότι θεωρούσε ότι αυτός καθώς και τα άλλα δυο πρόσωπα που βρήκε μαζί του στην οροφή είχαν κλείσει το νερό του διαμερίσματός του. Εν πάση περιπτώσει, ότι επιτέθηκε κι αυτός, χτυπώντας τον κατηγορούμενο, αποδεικνύεται από τα εξής: καταρχήν, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ιατρικού εντύπου (τεκμήριο 13), ο κατηγορούμενος, στις 11/4/2013 και ώρα 18:50, εξετάστηκε από τη γιατρό Μαρία Λιασίδου στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό (γροθιά στο πρόσωπο). Σύμφωνα με τη γιατρό Λιασίδου, ο κατηγορούμενος αναφέρει άλγος στην περιοχή του αριστερού ζυγωματικού και πονοκέφαλο. Έφερε ήπια ερυθρότητα, χωρίς άλλη εμφανή εξωτερική κάκωση. Του έγινε ακτινολογικός έλεγχος και εισαγωγή στο νοσοκομείο για περαιτέρω παρακολούθηση. Μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του παραπεμπτικού της γιατρού Φυσεντζίδου (τεκμήρια 2 και 8), για ακτινολογική εξέταση του παραπονούμενου, αυτός γράφτηκε στο Τμήμα Ά Βοηθειών του ίδιου νοσοκομείου, η ώρα 19:03, αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος μετέβη πρώτος στο νοσοκομείο. Απ' εκεί και πέρα, ότι επιτέθηκε κι αυτός στον κατηγορούμενο προκύπτει και από τις ακόλουθες υποβολές της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής: Σύμφωνα με την πρώτη, η οποία έγινε στον κατηγορούμενο, αυτός, όταν πήγε στο νοσοκομείο, η γιατρός που τον εξέτασε το μόνο πράγμα που διαπίστωσε ήταν ότι στο ζυγωματικό έφερε ήπια ερυθρότητα, ούτε οίδημα ούτε πρήξιμο. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η οποία έγινε στο Μ.Υ.1, είναι ο κατηγορούμενος που χτύπησε πρώτος τον παραπονούμενο και μάλιστα με γροθιά. Έκανε τα δυο χέρια του γροθιά και το χτύπησε πάνω στο πρόσωπο. Γι αυτό και υπέστη κάταγμα της μύτης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι στον ουσιώδη χρόνο, επιτέθηκε και ο παραπονούμενος του κατηγορούμενου, ο οποίος, τουλάχιστον παραδέχθηκε από την πρώτη στιγμή ότι χτύπησε τον παραπονούμενο. Για να συνεχίσω, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, της ευκολίας με την οποία ο παραπονούμενος υπέπιπτε σε αντιφάσεις και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι το εξής: για την υπόθεση προέβη σε δυο καταθέσεις στην Αστυνομία. Η πρώτη (τεκμήριο 6Α, η πιστή μετάφρασή της από τα ρωσικά στα ελληνικά) είναι ημερομηνίας 11/4/2013 και η δεύτερη (τεκμήριο 7Α, η πιστή μετάφρασή της από τα ρωσικά στα ελληνικά) είναι ημερομηνίας 14/4/
  2. Όπως αναφέρει στην πρώτη, όταν ανέβηκε στην ταράτσα για να δει τι συνέβηκε και δεν είχε νερό στο διαμέρισμά του, μαζί του ήταν και το επτάχρονο παιδί του. Όταν ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του, σε απόσταση πέντε μέτρων, ο ίδιος πήγε ένα βήμα προς τα πίσω και κοίταξε το γιο του και ήταν στα σκαλιά φοβισμένος. Όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί φωνάζει μπροστά στο παιδί του, αυτός, τότε, του επιτέθηκε χτυπώντας τον κ.λ.π. Παρόλα αυτά, στη δεύτερη του κατάθεση ισχυρίζεται πως, όταν ο κατηγορούμενος το χτύπησε, ο γιος του δεν ήταν εκεί γιατί φοβήθηκε και πήγε στο διαμέρισμά τους. Δεν είδε το περιστατικό. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε πού είχε αφήσει το παιδί του, όταν μετά το επίδικο περιστατικό πήγε στο γραφείο του Μ.Κ.2, ακολούθως στην Αστυνομία και μετά στο νοσοκομείο ισχυρίστηκε ότι το άφησε στο έδαφος πάνω που έγινε το περιστατικό. Το πόσο παράλογος εκτός από αντιφατικός είναι ο ισχυρισμός του, ότι, ενώ ο ίδιος έφυγε από την οροφή της πολυκατοικίας είχε αφήσει εκεί μόνο του ένα παιδί ηλικίας, μόλις 7 χρόνων είναι ολοφάνερο. Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος και προέβαλλε αντιφατικούς ισχυρισμούς, για το ίδιο θέμα, καταφαίνεται και από τα εξής: Όταν του υποβλήθηκε ότι, επειδή ήταν προκατειλημμένος και εχθρικός επειδή δεν είχε νερό, όταν είδε τον κατηγορούμενο σκυφτό στην άκρια της ταράτσας να εξετάζει τις σωλήνες, του επιτέθηκε και το χτύπησε και αυτός αμύνθηκε, απάντησε ως εξής: «Σε εκείνο το σημείο υπήρχαν τρία πρόσωπα πάνω στην οροφή. Εγώ έκανα μια ερώτηση λογική είναι λογικό να επιτεθώ, να κάνω επίθεση σε τρία πρόσωπα με ένα μικρό παιδί μαζί μου;» Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε εάν το παιδί είδε καθόλου οποιαδήποτε από τα περιστατικά, απάντησε ως εξής: «Δεν το είδε, όμως το άκουσε.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, το παιδί, όταν κατέβαινε τις σκάλες προς το διαμέρισμα, άκουσε πως κάτι του είχε τύχει, κάτι του συνέβηκε και ξέρει αυτά τα πράγματα μέχρι σήμερα. «Όμως δεν ήταν μπροστά;» ρωτήθηκε στη συνέχεια και απάντησε αρνητικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήρθε με εχθρική διάθεση, γιατί ήταν θυμωμένος, επειδή δεν είχε νερό και επειδή, βλέποντας τον κατηγορούμενο σκυφτό, θεώρησε ότι αυτός ευθύνεται οπότε και του επιτέθηκε και τον τραυμάτισε, γι αυτό και είναι κατηγορούμενος, στην υπόθεση 13716/13 του Δικαστηρίου Πάφου απάντησε ως εξής: «Εσύ λες πως ήρθα και τον έδερα που ήμουν μαζί με το μικρό μου το παιδί. Έσπασα τον αντίχειρα, χτύπησα ένα πρόσωπο και μόνο πριν λίγα λεπτά εσείς είπετε πως δεν είναι δυνατό ένας μεγάλος άνθρωπος . » Ο ισχυρισμός του ότι τραυματίστηκε παντού στο κορμί του, εξαιτίας της επίθεσης του κατηγορούμενου δεν επιβεβαιώνεται από την ιατρική μαρτυρία. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος το χτύπησε και ήταν κάτω στο έδαφος και συνέχισε να το χτυπά και εκείνη τη στιγμή πάτησε πάνω στον αντίχειρά του δε συνάδει με τον τρόπο που, όπως αναφέρει στην πρώτη του γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, του είχε επιτεθεί ο κατηγορούμενος. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος το χτυπούσε επανειλημμένα. Για να επαναλάβω στην πρώτη του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 6Α) αναφέρει τα εξής: όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί φωνάζει μπροστά στο παιδί, τότε, αυτός, το χτύπησε στο αριστερό του χέρι και μετά τον έσπρωξε, όχι δυνατά και με τα δυο του χέρια στο στήθος. Πήγε ένα βήμα πίσω και το χτύπησε με γροθιά στη μύτη. Έπεσε κάτω κοντά στον τοίχο που ήταν ένα μέτρο - απ' ό,τι θυμάται - και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να το ρίξει κάτω από την οροφή, πιάνοντας τον από τα πόδια. Μετά σταμάτησε και έφυγε. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι δεν άγγιξε τον κατηγορούμενο καταρρίπτεται από την υποβολή της κυρίας Περγαντή προς το Μ.Υ.1, ότι είναι ο κατηγορούμενος που χτύπησε πρώτος τον παραπονούμενο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι αποτελεί και θέση της κατηγορούσας αρχής ότι επιτέθηκε και ο ίδιος στον κατηγορούμενο, με μόνη διαφορά, ότι, κατά την κατηγορούσα αρχή, αυτός που επιτέθηκε πρώτος είναι ο κατηγορούμενος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του παραπονούμενου ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του κατηγορούμενου καθώς και του Μ.Υ.
  3. Στην περίπτωσή τους θα είμαι πολύ σύντομος. Με μόνο λόγο, ότι ο κατηγορούμενος, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του επιχείρησε να την οικοδομήσει με βάση το περιεχόμενο πραγματικής μαρτυρίας, η οποία, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, ουδεμία σχέση έχει, είτε με τον τόπο είτε με το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν θεωρώ περιττή ενασχόληση την ανάδειξη και άλλων λόγων για τους οποίους θεωρώ κι αυτόν, γενικά αναξιόπιστο, ως μάρτυρα. Αυτό δε ισχύει και για το Μ.Υ.1, ο οποίος, με βάθρο την ίδια μαρτυρία επιχείρησε κάτι ανάλογο. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς εάν έχει εξασφαλίσει φωτογραφικό υλικό που δείχνει το χώρο του επίδικου περιστατικού και το ύψος της οροφής από το δρόμο, απάντησε καταφατικά. Πρόκειται για τις φωτογραφίες (τεκμήρια 14, 15 και 16), το εν λόγω φωτογραφικό υλικό, τις οποίες έβγαλε ο ίδιος και τύπωσε στο σπίτι του, στον εκτυπωτή του. Αντεξεταζόμενος δε ισχυρίστηκε ότι τις εν λόγω φωτογραφίες, τις έβγαλε ένα περίπου χρόνο πριν, δηλαδή, ένα περίπου χρόνο από τις 2/5/2017 που είναι η μέρα αντεξέτασής του. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι αποτελεί θέση του, ότι αυτές τις τρεις φωτογραφίες, τις έβγαλε περί τις αρχές του Μάη του
  4. Παρόλα αυτά, όταν η ευπαίδευτη δικηγόρος του, στις 11/1/2017 αντεξέταζε το Μ.Κ.2 και προσπαθούσε να θέσει το υπόβαθρο έτσι ώστε να επιτραπεί από τότε η κατάθεση των παραπάνω φωτογραφιών, του ανάφερε τα εξής: «Οι φωτογραφίες αυτές κύριε μάρτυρα, σας λέω ότι έχουν ληφθεί από τον κατηγορούμενο, έχουν εκτυπωθεί από τον κατηγορούμενο και τις έχει πάρει αυτός, έχει φωτογραφίσει την ταράτσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος, λίγες μέρες μετά το επίδικο περιστατικό.» Ακολούθως, το ρώτησε εάν αναγνωρίζει τις φωτογραφίες, εάν αναγνωρίζει τι απεικονίζουν και εάν είναι η ταράτσα στην οποία έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 11/4/2013, επομένως, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: τελικά, πότε έλαβε τις εν λόγω φωτογραφίες ο κατηγορούμενος; Λίγες μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, δηλαδή, τον Απρίλη του 2013, όπως υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2 ή ένα χρόνο πριν από την ημέρα που αντεξεταζόταν ο κατηγορούμενος, δηλαδή, το Μάη του 2016, όπως είπε ο ίδιος; Ακολούθως - και αυτό είναι το πλέον σημαντικό -, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2, τον οποίο - για να επαναλάβω - θεωρώ απολύτως αξιόπιστο μάρτυρα, ότι η ταράτσα που απεικονίζουν οι φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν δεν είναι της πολυκατοικίας στην οποία έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, αλλά της άλλης πολυκατοικίας, παρέμεινε αναντίλεκτος, επομένως δέχομαι ότι αυτό αποτελεί γεγονός, συνειδητοποιεί ο κατηγορούμενος καθώς και ο Μ.Υ.1, πόσο εκτίθενται ως μάρτυρες, έχοντας υπόψη ότι επιχείρησαν να με πείσουν, ορθότερα να με παρασύρουν να δεχθώ την εκδοχή τους, ουσιαστικά εξαπατώντας με, επικαλούμενοι το περιεχόμενο πραγματικής μαρτυρίας, η οποία, ουδεμία σχέση έχει, είτε με το χρόνο είτε με τον τόπο του επίδικου συμβάντος; Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω και να αναδείξω - και πάλι με παραδείγματα - και διάφορους άλλους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες τον κατηγορούμενο καθώς και το Μ.Υ.1, όπως είναι για παράδειγμα, το γεγονός ότι σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξαν αντιφατικοί μεταξύ τους, ενώ ο κατηγορούμενος και αυτοτελώς, θεωρώ πως δε χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: Αναμφίβολα, στον ουσιώδη χρόνο, όταν ο παραπονούμενος επέστρεψε στο διαμέρισμά του και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε σ' αυτό νερό για να κάνει μπάνιο, όταν ανέβηκε στην οροφή της πολυκατοικίας για να δει τι συνέβηκε και εκεί συνάντησε τον κατηγορούμενο, το Μ.Υ.1 και ακόμη ένα πρόσωπο, θεωρώντας ότι αυτοί ευθύνονταν για το γεγονός ότι δεν είχε νερό στο διαμέρισμά του, υπήρξε κάποιο επεισόδιο χειροδικίας, ανάμεσα στον ίδιο και τον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν και οι δυο. Ωστόσο, δεδομένης της αναξιοπιστίας τους καθώς και του Μ.Υ.1, ως μαρτύρων, αδυνατώ να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για ουσιώδη γεγονότα/λεπτομέρειες που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό, τα οποία θεωρώ απολύτως αναγκαία για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη και τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Τα ευρήματά μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, προφανώς, θα πρέπει να έχουν ως υπόβαθρο αξιόπιστη μαρτυρία - που δεν υπάρχει - και δεν μπορεί να εδράζονται σε υποθέσεις, όσο εύλογες κι αν είναι. Η δίκη είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363), υποθέσεις, ως προς την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται. Και, στην προκειμένη περίπτωση, ως τέτοια, πρωτογενή γεγονότα, τα οποία θεωρώ απολύτως αναγκαία προκειμένου να αποφανθώ κατά πόσο στοιχειοθετείται είτε η 1η είτε η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, για τα οποία (γεγονότα) υπάρχει κενό είναι τα εξής: μολονότι δέχομαι ότι στον ουσιώδη χρόνο δεν είναι μόνο ο κατηγορούμενος που επιτέθηκε στον παραπονούμενο και τον τραυμάτισε, αλλά έγινε και το αντίθετο, δεδομένου ότι δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, ποιος επιτέθηκε πρώτος, με ποιο τρόπο συνέβη αυτό, πώς ακριβώς αντέδρασε ο άλλος, σε ποιο σημείο ακριβώς στην οροφή της πολυκατοικίας συνέβησαν όλα αυτά και τέλος, πώς ήταν διαμορφωμένος εκεί ο χώρος, διερωτώμαι: πώς μπορώ να κρίνω κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορούμενου να χτυπήσει τον παραπονούμενο, προκαλώντας του τα δυο κατάγματα, που ασφαλώς αποτελούν βαριά σωματική βλάβη, στοιχειοθετεί, είτε το ομώνυμο αδίκημα, κατά το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα είτε το αδίκημα της επίθεσης, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, δοθέντος ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης και των δυο αυτών αδικημάτων αποτελεί συστατικό τους στοιχείο, το παράνομο, της πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, στην πρώτη περίπτωση και της επίθεσης, στη δεύτερη, κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της επίθεσης, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243; Τα παραπάνω, δεδομένης και της θέσης του κατηγορούμενου, ότι η ενέργειά του να επιτεθεί, όπως επιτέθηκε του παραπονούμενου σύμφωνα με την εκδοχή του, υπό τις δοσμένες συνθήκες που συνέβη αυτό συνιστά πράξη αυτοάμυνας για να προστατεύσει τη ζωή του. Και τούτο, θεωρώντας ότι πρόθεση του παραπονούμενου ήταν να το ρίξει κάτω από την ταράτσα και σε τέτοια περίπτωση, η πτώση του, δεδομένου και του ύψους από το οποίο θα τον έριχνε, θα ήταν ακαριαία. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, σελ. 421): «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την υπεράσπιση της αυτοάμυνας με αναφορά στο Άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και τις υποθέσεις Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. 2 και Lekishvill άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 351, όπου λέχθηκε ότι η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη, θα πρέπει όμως να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Επίσης ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου που προβάλλει την υπεράσπιση αυτή, από την άποψη ότι οι πράξεις αυτοάμυνας ήταν αναγκαίες, αν στις συνθήκες που επικρατούσαν το άτομο πίστευε ότι χρειαζόταν να προστατεύσει τον εαυτό του ή την περιουσία του.» Είναι φανερό, ότι σε περίπτωση που αποδεχόμουν τη θέση του κατηγορούμενου ότι επιτέθηκε του παραπονούμενου υπό τις συνθήκες που ο ίδιος έχει αναφέρει και για το λόγο που το έκανε, η υπεράσπιση της αυτοάμυνας που επικαλείται, θα επιτύγχανε. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατηγορούσα αρχή που έχει και το βάρος απόδειξης και των δυο κατηγοριών που προσάπτει του κατηγορούμενου και κάθε στοιχείου που τις συνιστά, απότυχε να αποσείσει αυτό το βάρος και οι δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και στις δυο κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα και επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.