← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αναστάσιος Σιακαλλής κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 11978/13, 18/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αναστάσιος Σιακαλλής κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 11978/13, 18/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 11978/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. Αναστάσιος Σιακαλλής
  2. Χριστάκης Λοϊζίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18.9.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Θ. Καραμανής Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 3 κατηγορίες οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της διάρρηξης εκκλησίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορίες 2, 10 και 14 - 3 κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής από τις τρεις πιο πάνω αναφερόμενες εκκλησίες κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορίες 3, 11 και 15 - και 3 κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής από κλειδωμένο κιβώτιο κατά παράβαση του άρθρου 266(ζ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - κατηγορίες 4, 12 και
  3. Συγκεκριμένα κατηγορούνται επί το ότι κατά τον μήνα Ιούλιο του 2013 διέρρηξαν και εισήλθαν στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας που βρίσκεται στο χωριό Αργάκα της επαρχίας Πάφου και έκλεψαν από κλειδωμένο κιβώτιο το οποίο βρισκόταν εντός της εν λόγω εκκλησίας, ήτοι από το παγκάρι της εκκλησίας, το χρηματικό ποσό των Ευρώ 400,00 σεντ σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα, περιουσία της πιο πάνω εκκλησίας καθώς και ένα ανεμιστήρα αξίας Ευρώ 70,00 σεντ, περιουσία και πάλι της εν λόγω εκκλησίας - κατηγορίες 2-4 - ότι κατά τον μήνα Ιούλιο του 2013 διέρρηξαν και εισήλθαν στην εκκλησία της Αγίας Βρυαίνης που βρίσκεται στο χωριό Μανδριά της επαρχίας Πάφου και έκλεψαν από κλειδωμένο κιβώτιο το οποίο βρισκόταν εντός της εν λόγω εκκλησίας, ήτοι από το παγκάρι της εκκλησίας, το χρηματικό ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα, περιουσία της πιο πάνω εκκλησίας - κατηγορίες 10-12 - και ότι μεταξύ των μηνών Αυγούστου και Σεπτέμβρη του 2013 διέρρηξαν και εισήλθαν στην εκκλησία της Παναγίας του Σίντη που βρίσκεται στο χωριό Πενταλειά της επαρχίας Πάφου και έκλεψαν από κλειδωμένο κιβώτιο το οποίο βρισκόταν εντός της εν λόγω εκκλησίας, ήτοι από το παγκάρι της εκκλησίας, το χρηματικό ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα, περιουσία της πιο πάνω εκκλησίας - κατηγορίες 14-
  4. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν, επίσης, άλλες 7 κατηγορίες - κατηγορίες 1, 5-9 και 13 - οι οποίες διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενοι απαλλάγηκαν σε αυτές. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε γραπτή μορφή και συγκεκριμένα με την παρουσίαση Εκθέσεων Γεγονότων της Αστυνομίας οι οποίες βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 επικαλέσθηκε ως ελαφρυντικό, μεταξύ άλλων, τις δύσκολες, όπως τις χαρακτήρισε, προσωπικές και οικογειακές του συνθήκες. Υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι ένα πρόσωπο που μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του. Λόγω, κυρίως, των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του έζησε μια ζωή ταλαιπωρημένη. Ένεκα δε τούτου αναγκάσθηκε να βγει στην βιοπάλη από μικρή ηλικία. Είναι πατέρας 4 παιδιών, ενός κοριτσιού ηλικίας 9 ετών και 3 αγοριών ηλικίας 10, 5 και 4 ετών. Ζει χωρισμένος από την σύζυγό του, παρά ταύτα ελπίζει ότι κάποια μέρα θα ξαναενωθούν. Επισκέπτεται, όμως, τα παιδιά του καθημερινά και βοηθάει έμπρακτα στην φροντίδα τους. Αιτία του χωρισμού του από την σύζυγό του ήταν η δυσκολία του να ανταπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις της οικογένειάς του. Τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του εξαρτούνταν οικονομικά από τα πεθερικά του. Τα πιο πάνω δημιουργούσαν προβλήματα στις σχέσεις του με την σύζυγό του καθώς και με τα πεθερικά του στο σπίτι των οποίων ζούσε μαζί με την οικογένειά του. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το ζεύγος είχε αναγκασθεί να κάνει δάνειο στην ΣΠΕ Αραδίππου για έκτακτα έξοδα. Η δόση ανέρχεται σε Ευρώ 50,00 σεντ μηνιαίως και εδώ και 5 μήνες δεν καταβάλλεται. Το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται σε Ευρώ 6.000,00 σεντ. Οι οικονομικές δυσκολίες ήταν και ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα υπό τιμωρία αδικήματα. Σήμερα ζει στην πατρική κατοικία στην Αραδίππου μαζί με την μητέρα του, ηλικίας 73 ετών, η κατάσταση της υγείας της οποίας δεν είναι σταθερή αφού αυτή πριν από κάποια χρόνια υπεβλήθη σε εγχείρηση καρδίας. Ο Κατηγορούμενος 1 εργαζόταν στις οικοδομές αλλά λόγω ατυχήματος που έλαβε χώρα πέρσι και συνεπακόλουθου τραυματισμού του στο γόνατο στο οποίο είχε τραυματισθεί και πιο παλιά αδυνατεί να μεταφέρει βάρος και έτσι έμεινε άνεργος. Λόγω του ατυχήματος πρέπει να υποβληθεί σε εγχείρηση. Σχετικό είναι ιατρικό σημείωμα που φέρεται να υπογράφεται από τον Π. Γ. Κωνσταντινίδη, χειρούργο ορθοπεδικό και τραυματιολόγο, ημερομηνίας 25.7.17 και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 το οποίο είναι δέσμη αποτελούμενη από δύο έγγραφα. Αυτό αναφέρει παλαιά κάκωση δεξιού γόνατος και πιθανή ρήξη έσω μηνίσκων-ευαισθησία. Συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή και MRI γόνατος. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να υποβληθεί σε εγχείρηση. Λέχθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 1 με την κατάταξή του στην Εθνική Φρουρά πήρε αναστολή για περίοδο ενός έτους στην βάση ιατρικής γνωμάτευσης ότι πάσχει «από δυσπροσαρμοστία επί ατόμου ανωρίμου συναισθηματικά και εξαρτώμενος προσωπικότητος». Σχετικό είναι το δεύτερο έγγραφο του Τεκμηρίου
  5. Ο κύριος Καραμανής υπέδειξε, επίσης, ότι για την πιο πάνω περίοδο συνέτρεχαν και οικονομικοί λόγοι για προσωρινή απαλλαγή από την στρατιωτική θητεία ένεκα του θανάτου του πατέρα του Κατηγορούμενου
  6. Ακολούθως τον Ιανουάριο του 1992 ο Κατηγορούμενος 1 κατατάγηκε εκ νέου και συμπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία. Ο κύριος Καραμανής επικαλέσθηκε, επίσης, ως μετριαστικό παράγοντα τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων καθώς και την παραδοχή του Κατηγορούμενου 1 στο Δικαστήριο. Μετέφερε, επίσης, στο Δικαστήριο την ειλικρινή απολογία του πελάτη του. Εισηγήθηκε δε ότι η επιβληθεισόμενη από το Δικαστήριο ποινή φυλάκισης είναι δίκαιο να ανασταλεί ώστε ο Κατηγορούμενος 1 να μπορέσει να συνεχίσει την προσπάθειά του να σώσει τον γάμο του, κυρίως, για χάρη των τεσσάρων παιδιών του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 υιοθέτησε, επίσης, το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάσθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 43 ετών και κατάγεται από το Δάλι. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια της οποίας είναι το δεύτερο παιδί. Είναι απόφοιτος μόνο Δημοτικού. Αφότου εγκατέλειψε το σχολείο άρχισε να εργάζεται, αρχικά, και για περίοδο 5 χρόνων σε κατασκευές αλουμινίου. Στην συνέχεια εργάσθηκε για 2 χρόνια σε ιδιωτική εταιρεία Οδικών Έργων. Αργότερα και για περίοδο 8 χρόνων ασχολήθηκε επαγγελματικά με τις οικοδομές. Τα τελευταία 4 χρόνια είναι άνεργος και λαμβάνει από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ποσό ύψους Ευρώ 132,78 σεντ ενώ βοηθείται και οικονομικά από την μητέρα του η οποία είναι συνταξιούχος. Ενόψει του ότι δεν εκδόθηκε διάταγμα διαζυγίου δεν μπορεί ο ίδιος να αιτηθεί ξεχωριστά για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Το πιο πάνω ποσό είναι μέρος του εισοδήματος που δικαιούται η οικογένειά του και το υπόλοιπο το λαμβάνει η εν διαστάσει σύζυγός του προς όφελος της ίδιας και των παιδιών τους. Η εν διαστάσει σύζυγός του είναι, επίσης, άνεργη. Η μητέρα του είναι λήπτης σύνταξης γήρατος ύψους Ευρώ 350,00 σεντ μηνιαίως καθώς και λήπτης από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους Ευρώ 170,00 σεντ μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν έχει ακίνητη περιουσία, ούτε και αποταμιεύσεις. Έχει ένα αυτοκίνητο η αξία του οποίου ανέρχεται σε Ευρώ 1.800,00 σεντ. Τέλεσε τον γάμο του το
  7. Βρίσκεται σε διάσταση από τον Ιανουάριο του
  8. Οι σχέσεις του με τα παιδιά του είναι αρμονικές. Εδώ και ένα χρόνο αντιμετωπίζει πρόβλημα με το γόνατό του εξαιτίας του ατυχήματος που υπέστη. Επιβάλλεται άμεση χειρουργική επέμβαση. Εξαιτίας, όμως, των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει αδυνατεί να καλύψει το κόστος της μαγνητικής τομογραφίας η οποία πρέπει να προηγηθεί της εγχείρησης. Συνεπεία τούτου η επέμβαση δεν μπορεί να προγραμματισθεί. Κατά την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάσθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 41 ετών και άγαμος. Διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Λάρνακα. Προέρχεται από φτωχή, πολύτεκνη οικογένεια εργατών. Ο πατέρας του απεβίωσε το 1988 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μητέρα του σήμερα είναι ηλικίας 78 ετών και συνταξιούχα. Πριν εργαζόταν σε ξενοδοχεία ως εργάτρια κουζίνας. Ο Κατηγορούμενος 2 έχει 4 αδέλφια με τα οποία οι σχέσεις του είναι καλές. Είναι απόφοιτος Δημοτικού. Υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά μόνο για περίοδο 8 μηνών αντί
  9. Κρίθηκε ανίκανος να συνεχίσει την θητεία του και πήρε απαλλαγή λόγω μη προσαρμογής στο στρατιωτικό περιβάλλον και ένεκα προβλημάτων ψυχικής υγείας. Κατά περιόδους εργάσθηκε για μικρά χρονικά διαστήματα σε μπυραρία και πρακτορεία στοιχημάτων. Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Είναι άτομο μοναχικό και δεν έχει φίλους. Συναναστρέφεται μόνο με τα αδέλφια του. Δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο και δεν κατέχει άδεια οδήγησης. Στην εν λόγω έκθεση επισυνάπτεται φωτοαντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού της Λουίζα Βερεσιέ ημερομηνίας 24.7.
  10. Σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό ο Κατηγορούμενος 2 παρακολουθείται σποραδικά από το 2003 από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας Κύπρου και από το 2014 τακτικά - ανά δίμηνο - και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Είναι άτομο με οριακού τύπου νοητική υστέρηση και καταθλιπτικού τύπου διαταραχή. Παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία της διαταραχής προσωπικότητας που πιθανόν να εμπίπτουν στην ομάδα του Δυσκοινωνικού τύπου προσωπικότητας. Έχει φτωχό λόγο και περιορισμένο λεξιλόγιο. Από την παιδική του ηλικία ήταν μοναχικός και δεν μπόρεσε ποτέ να κρατήσει φιλίες. Δεν έχει εργασθεί ποτέ σταθερά. Ως ασθενής είναι λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Σύμφωνα δε με το ιατρικό πιστοποιητικό της Λουίζας Βερεσιέ είναι λήπτης δημόσιου βοηθήματος από 15ετίας. Δεν διαθέτει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, και δεν έχει αποταμιεύσεις. Δεν έχει χρέη. Το μοναδικό του εισόδημα είναι Ευρώ 480,00 σεντ από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και Ευρώ 135,00 επίδομα ενοικίου, επίσης, από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Το μηνιαίο ενοίκιο ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 300,00 σεντ μηνιαίως. Πρωτότυπο του ιατρικού πιστοποιητικού της Λουίζας Βερεσιέ ημερομηνίας 24.7.17 παρουσιάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 μαζί με Ιατρική Βεβαίωση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας ημερομηνίας 11.7.17 η οποία φέρεται να υπογράφεται από την ψυχίατρο Έλενα Χατζηιωάννου. Τα δύο έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με την Ιατρική Βεβαίωση της Έλενας Χατζηιωάννου ημερομηνίας 11.7.17 ο Κατηγορούμενος 2 παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας πάσχων από «Μείζωνα Κατάθλιψη σε έδαφος Διαταραχής Προσωπικότητος». Βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή. Η κυρία Σαββίδου υπερθεμάτισε τα προβλήματα ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου 2 αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι γι' αυτά ο Κατηγορούμενος 2 παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας από τα 18 του. Τόνισε, επίσης, ότι τα προβλήματα αυτά συνέτρεχαν και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και ότι ο εγκλεισμός του Κατηγορούμενου 2 στις Κεντρικές Φυλακές δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε ωφέλιμο σκοπό. Ο Κατηγορούμενος 2 διέπραξε τα υπό τιμωρία αδικήματα παρασυρόμενος όπως και ο ίδιος ανέφερε στην γραπτή κατάθεση που του λήφθηκε από την Αστυνομία. Ο ρόλος του δε στην διάπραξη ήταν να παραμένει εκτός των εκκλησιών και να αναμένει τον Κατηγορούμενο 1 να εξέλθει από αυτές. Ο Κατηγορούμενος 1 αποκόμιζε την κλαπείσα περιουσία και στον Κατηγορούμενο 2 έδινε μόνο κέρματα των 1, 2 και 5 σεντ. Ο Κατηγορούμενος 2 αρκείτο σε αυτά για να αγοράζει τσιγάρα. Η κυρία Σαββίδου επικαλέσθηκε, επίσης, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 καθώς και την συνεργασία του με την Αστυνομία. Αναφορικά με το τελευταίο υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων δίνοντας και λεπτομέρειες για τις ενέργειές του. Επικαλέσθηκε, επίσης, τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης και εισηγήθηκε ότι αν το Δικαστήριο προασανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν την αναστολή της εκτισής της. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αρκετά σοβαρές κατηγορίες αφού το αδίκημα της διάρρηξης εκκλησίας τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών, το αδίκημα της κλοπής από κλειδωμένο κιβώτιο με μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών και το αδίκημα της κλοπής με μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα, γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Οι πράξεις των Κατηγορούμενων καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Το κοινό πρέπει να διακατέχεται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία του και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο. Οι Κατηγορούμενοι εντός του ίδιου μήνα διέπραξαν 2 συνολικά διαρρήξεις εκκλησιών συνοδευόμενες από κλοπές, ενώ εντός των δύο επόμενων μηνών διέπραξαν τρίτη διάρρηξη εκκλησίας. Διαφωνώ με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός από μέρους του πελάτη του. Κρίνω δε ότι ο προσχεδιασμός αναδύεται με ενάργεια από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιόν μου, στοιχείο το οποίο, επίσης, κρίνεται ως επιβαρυντικό και για τους δύο Κατηγορούμενους. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα. Οι Κατηγορούμενοι προέβαιναν στις επίδικες διαρρήξεις και κλοπές αφού προηγουμένως και κάθε φορά έρχονταν σε συνεννόηση. Μετέβαιναν δε από την Λάρνακα στην Πάφο με σκοπό να διαρρήξουν υποστατικά και εξοπλισμένοι προς την επίτευξη του σκοπού τους αυτού. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν εφοδιασμένος με κολλητική ουσία που χρησιμοποιείται για την σύλληψη άγριων πτηνών την οποία χρησιμοποιούσε για να ανοίγει τις πόρτες των εκκλησιών τις οποίες διερρήγνυε. Υποδείχθηκε, επίσης, από τον κύριο Καραμανή ότι ο τρόπος διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν ερασιτεχνικός καθότι δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν οι Κατηγορούμενοι «τι ποσά θα υπήρχαν ως επίσης το είδος των αντικειμένων που κλάπηκαν όπως τον αεριστήρα που είναι ασήμαντης αξίας». Απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση θα πρέπει να πω με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 ότι τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλέσθηκε προς επίρρωση της θέσης του δεν καθιστούν τον τρόπο δράσης από μέρους του πελάτη του ερασιτεχνικό. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Μιχάλης Πάλλης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 109/16, ημερομηνίας 20.9.16 ο εφεσείων/κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία - και στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε - δεύτερη κατηγορία. Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο εφεσείων μεταξύ των ημερομηνιών 13.4.12 και 16.4.12 στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε σε κατοικία από την οποία έκλεψε 2 τηλεοράσεις αξίας Ευρώ 900,00 σεντ, 1 ηλεκτρονικό υπολογιστή αξίας Ευρώ 500,00 σεντ, κλειδιά αυτοκινήτου, καθώς και χρυσαφικά. Η αξία των κοσμημάτων ενώ παρουσιάζονταν στο κατηγορητήριο να είναι Ευρώ 30.000,00 σεντ στην πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι ήταν πολύ μικρότερη. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν πρωτοδίκως άμεσες ποινές φυλάκισης 6 και 4 μηνών οι οποίες συνέτρεχαν και εισήγηση για αναστολή των ποινών απορρίφθηκε. Η κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε σχεδόν στην ολότητα της και παραδόθηκε στον παραπονούμενο. Ο εφεσείων με τον πρώτο λόγο έφεσής του ισχυρίσθηκε ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε την βαρύτητα που άρμοζε στο σύνολο των ελαφρυντικών του εφεσείοντα και, ειδικά, τις προσωπικές του παραστάσεις - τα δύο ανήλικα παιδιά του που διέμεναν μαζί του κάτω από την δική του φροντίδα - το χρόνο που είχε διαρρεύσει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής - 4 και πλέον χρόνια - το λευκό του ποινικό μητρώο και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του εξουσία και παρέλειψε να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που επέβαλε σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες και τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι την επιβολή ποινής. Το Εφετείο απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης αναφέροντας στην απόφαση του τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα των πιο πάνω λόγων έφεσης και την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των δύο πλευρών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. ΄Εχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας τιμωρείται κατά το ανώτατο όριο 7 ετών φυλάκισης (αρ.292 του Ποινικού Κώδικα), κρίνουμε ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 6 μηνών δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έκδηλα υπερβολική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο βαθμό που ήταν θεμιτό έλαβε υπόψη ένα προς ένα τα ελαφρυντικά που αφορούσαν τον τριανταενιάχρονο εφεσείοντα και ιδιαίτερα την παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Επίσης σημειώνοντας την πορεία της υπόθεσης από την καταχώρηση της μέχρι τέλους αφού ανέφερε ότι το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στον εφεσείοντα, εξήγησε γιατί ο παράγοντας της καθυστέρησης δεν μπορούσε να λειτουργήσει εξ ολοκλήρου υπέρ του εφεσείοντα. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από την ευπαίδευτη συνήγορο στην ανάγκη παρουσίας του εφεσείοντα στην οικογενειακή εστία σε συνάρτηση με τα δυο του παιδιά. Ωστόσο το γεγονός αυτό έχει τεθεί και έχει ληφθεί υπόψη στο βαθμό που ήταν θεμιτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι δε λοιπές του περιστάσεις σταθμίστηκαν σε ορθό πλαίσιο και η ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έκδηλα υπερβολική. Διαφωνούμε ακόμη με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στο κίνητρο της διάπραξης των αδικημάτων. .................................. Ως προς το 2ο λόγο που αφορά την ορθότητα ή μη της μη αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στάθμισε ορθά τους παράγοντες σε συνάρτηση με τη νομολογία και ορθά έκρινε ότι δεν παρήχετο περιθώριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης, σημειώνοντας ότι οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες περιστάσεις του εφεσείοντα όπως και όλοι οι λοιποί μετριαστικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα τον περιορισμό του χρόνου της ποινής φυλάκισης. Όμως, δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούσαν την αναστολή, αφού το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του δράστη, συνολικά ορώμενα, δεν είχαν τέτοια χαρακτηριστικά ώστε να προσμετρήσουν υπέρ της αναστολής (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας κ.ά. Ποιν. έφ. 27/16 κ.ά. ημερ. 19.7.2016)». Σημειώνεται ότι ως και πιο πάνω υποδείχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση η κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε σχεδόν στην ολότητα της και παραδόθηκε στον παραπονούμενο. Σε αντίθεση με την κρινόμενη περίπτωση στην οποία το μόνο από την κλαπείσα περιουσία που ανευρέθηκε ήταν ο ανεμιστήρας αξίας Ευρώ 70,00 σεντ. Το κλαπέν χρηματικό ποσό το οποίο στο σύνολό του ανέρχεται σε Ευρώ 2.900,00 σεντ δεν ανευρέθηκε. Επίσης, η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε σε μια διάρρηξη σε αντίθεση με την κρινόμενη περίπτωση η οποία αφορά σε τρεις. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων την παραδοχή των Κατηγορούμενων στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή δεν ήταν έγκαιρη. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη την συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 με την Αστυνομία. Ανακρινόμενος γραπτώς ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε την διάπραξη όλων των υπό τιμωρία αδικημάτων κατονομάζοντας, μάλιστα, και ως συνεργό του τον Κατηγορούμενο
  1. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 ερχόταν στην Πάφο από την Λάρνακα με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και μετέβαιναν σε διάφορες εκκλησίες της επαρχίας Πάφου. Ο ίδιος έμενε έξω από αυτές και τις φρουρούσε ενώ ο Κατηγορούμενος 1 έμπαινε από τις πόρτες που ήταν μεν κλειστές αλλά όχι κλειδωμένες και με την χρήση κολλητικής ουσίας που χρησιμοποιείται για την σύλληψη άγριων πτηνών έκλεβε όλα τα χρήματα από τα παγκάρια των εκκλησιών δίνοντας στον Κατηγορούμενο 2 μόνο τα μικρά κέρματα. Ανέφερε, επίσης, ότι από την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας - σχετικές είναι οι κατηγορίες 2-4 - ο Κατηγορούμενος έκλεψε και ένα ανεμιστήρα με «πόδι» τον οποίο μετέφερε στο σπίτι του. Ο εν λόγω ανεμιστήρας εν τέλει ανευρέθηκε στην οικία του Κατηγορούμενου
  2. Προέβη, επίσης, σε υποδείξεις σκηνών που αφορούν σε όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα. Από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου συνάγεται ότι χωρίς την συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 τα υπό τιμωρία αδικήματα θα παρέμειναν ανεξιχνίαστα. Η συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 με την Αστυνομία ήταν, λοιπόν, καταλυτική, σε συνδυασμό δε με την παραδοχή του στο Δικαστήριο αναδεικνύουν μεταμέλεια από μέρους του το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των Κατηγορούμενων. Οι Κατηγορούμενοι είναι και οι δύο απόφοιτοι Δημοτικού τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου 1 όπως αυτές περιγράφηκαν διεξοδικά ανωτέρω. Ιδιαίτερα έλαβα υπόψη μου τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος 1 μεγάλωσε. Ο Κατηγορούμενος 1 μεγάλωσε χωρίς πατέρα και με στερήσεις αφού η οικογένειά του αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω αναγκάσθηκε να βγει στην βιοπάλη από μικρή ηλικία. Λόγος δε για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν και πάλι οικονομικά προβλήματα που υπήρχαν εντός της δικής του πλέον οικογένειας τα οποία προκαλούσαν και προβλήματα στην σχέση του με την σύζυγό του και τα οποία οδήγησαν στην διάστασή τους. Η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου 1 είναι δε τόσο άσχημη που ο Κατηγορούμενος 1 αδυνατεί οικονομικά όχι μόνο να υποβληθεί στην συστηθείσα επέμβαση αλλά και να υποβληθεί σε εξέταση μαγνητικής τομογραφίας για να κριθεί κατά πόσο τέτοια επέμβαση είναι αναγκαία. Συναφώς έλαβα υπόψη μου τον τραυματισμό του ο οποίος στάθηκε η αιτία ο Κατηγορούμενος 1 να παραμείνει εκτός εργασίας και να εξαρτάται οικονομικά από το πολύ μικρό ποσό που λαμβάνει από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα αλλά και από τα εισοδήματα της συνταξιούχου μητέρας του καθώς και την ενδεχόμενη ανάγκη για υποβολή σε χειρουργική επέμβαση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι πατέρας 4 ανήλικων τέκνων. Το στοιχείο, όμως, αυτό δεν θα πρέπει να διαδραματίσει ιδιαίτερα ελαφρυντικό ρόλο στην περίπτωση του Κατηγορούμενου
  3. Σημειώνεται ως γενική αρχή ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην ζωή ή την οικογένεια ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας αν και δεν είναι καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 και Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223). Δεν μου διαφεύγει, ωστόσο, ότι τα παιδιά του Κατηγορούμενου 1 δεν εξαρτώνται οικονομικά από τον πατέρα τους αφού και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 ως ανωτέρω υποδείχθηκε ένεκα της δικής του άσχημης οικονομικής κατάστασης είναι και αυτός οικονομικά εξαρτώμενος από κρατικό επίδομα και την ίδια την μητέρα του στο σπίτι της οποίας και διαμένει αφού, προδήλως, δεν μπορεί να συντηρήσει δικό του σπίτι. Το ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης θα στερήσει από τα παιδιά του Κατηγορούμενου 1 την φροντίδα και την αγάπη του πατέρα, αυτό, δεν θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223 λέχθηκε ότι το γεγονός ότι τα παιδιά κάποιου κατηγορούμενου θα στερηθούν την φροντίδα του γονέως δεν αποτελεί λόγο για μείωση της ποινής. Και αυτό γιατί όσο και αν τα παιδιά αυτά θα υποφέρουν από την ποινή που θα επιβληθεί στον γονέα τους το κακό που θα πάθουν τα παιδιά όλου του κόσμου αλλά και οι πιο μεγάλοι θα είναι μεγαλύτερο αν η επιβληθεισόμενη από το Δικαστήριο ποινή δεν είναι αποτρεπτική τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 όπως αυτές περιγράφηκαν διεξοδικά ανωτέρω. Έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου τα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει από μικρής ηλικίας. Όπως υποδείχθηκε ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την Ιατρική Βεβαίωση της Έλενας Χατζηιωάννου ημερομηνίας 11.7.17 - Τεκμήριο 2 - πάσχει από «Μείζωνα Κατάθλιψη σε έδαφος Διαταραχής Προσωπικότητος» και παρακολουθείται εδώ και πολλά χρόνια από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Βρίσκεται δε υπό φαρμακευτική αγωγή. Είναι, επίσης, άτομο με οριακού τύπου νοητική υστέρηση. Τα πιο πάνω τον εμποδίζουν να συναναστρέφεται με ανθρώπους και οι σχέσεις του περιορίζονται μόνο σε άτομα του στενού οικογενειακού του κύκλου. Δεν έχει παρέες και δεν οδηγεί. Ένεκα των πιο πάνω προβλημάτων δεν μπορούσε να προσαρμοσθεί στο στρατιωτικό περιβάλλον και υπηρέτησε μειωμένη στρατιωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά. Είναι άγαμος και διαμένει μόνος του σε διαμέρισμα που ενοικιάζει στην Λάρνακα. Αδυνατεί να εργασθεί και η οικονομική του κατάσταση είναι πενιχρή. Συντηρείται από δημόσιο βοήθημα και από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου όπως αυτή αξιολογείται μέσα από τα περιστατικά που συνθέτουν την διάπραξη ενός αδικήματος είναι ενδεικτική του μεγέθους της υπαιτιότητας του και, κατ' επέκταση, σχετική με την επιμέτρηση της ποινής. Γενικά, άτομα που πάσχουν από διανοητικά προβλήματα ή προβλήματα ψυχικής υγείας δικαιούνται στην επιείκεια του Δικαστηρίου. Η μειωμένη αίσθηση της ευθύνης δεν συνιστά υπεράσπιση. Αποτελεί, όμως, μετριαστικό παράγοντα ένεκα της μειωμένης αντίληψης που έχει ένας κατηγορούμενος να αναλογισθεί τις συνέπειες των πράξεών του (Βλ. Sentencing in Cyprus του Γεώργιου Πική, 2η έκδοση, σελίδες 66-67 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Στην υπόθεση Soteris Antoni Demetriou v. The Republic
(1984)2 CLR 323 λέχθηκε ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου αποτελεί σχετικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο κατηγορούμενος έχει μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης για λόγους πέραν του ελέγχου του, τότε, αυτό αποτελεί παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός της σοβαρότητας του αδικήματος. Στην υπόθεση Andreas Foka Costa v. The Republic
(1966)2 CLR 87 ο εφεσείων καταδικάσθηκε από το Στρατιωτικό Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 και 6 μηνών για αδικήματα που αφορούσαν παραβίαση του Στρατιωτικού Κώδικα. Κατ' έφεση έγινε επίκληση της ψυχικής υγείας του εφεσείοντα και ζητήθηκε η μείωση της ποινής στην βάση του ότι ο εφεσείων είχε μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης. Ενώπιον του Εφετείου παρουσιάσθηκε ιατρικό πιστοποιητικό ειδικού ψυχιάτρου σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων ήταν πρόσωπο ψυχοπαθητικής προσωπικότητας σοβαρού βαθμού. Τέτοια ιατρική μαρτυρία δεν είχε παρουσιασθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που επέβαλε την ποινή. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι εξέλειπε από την επιβληθείσα ποινή το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής σε βαθμό και κατά τρόπο ώστε η ποινή να αρμόζει στις ιδιάζουσες συνθήκες του εφεσείοντα. Το Εφετείο μείωσε την ποινή στην πρώτη κατηγορία σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών. αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 το ότι αυτός από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων αποκόμισε μηδαμινό οικονομικό όφελος. Συναφώς υποδείχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορό του ότι από τις επίδικες διαρρήξεις ο Κατηγορούμενος 2 δεν έλαβε ποσό μεγαλύτερο των Ευρώ 5,00 σεντ κάθε φορά. Ο Κατηγορούμενος 2 ικανοποιείτο γιατί με το ποσό αυτό μπορούσε να αγοράζει τα τσιγάρα του. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων είναι μεγάλο, της τάξης των 4 ετών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι. Επί τούτου αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27.9.13 και, επομένως, χωρίς καθυστέρηση. Οι Κατηγορούμενοι αρχικά και συγκεκριμένα στις 25.10.13 απάντησαν με μη παραδοχή σε όλες τις εναντίον τους κατηγορίες. Εν τέλει άλλαξαν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 2-4, 10-12 και 14-16 τέσσερα σχεδόν χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 12.7.17. Το ότι οι Κατηγορούμενοι καθόλο το πιο πάνω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν παραδέχονταν τις κατηγορίες που εν τέλει η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε δεν τους εμπόδιζε να παραδεχθούν εξ' αρχής τις κατηγορίες που αφορούν στα υπό τιμωρία αδικήματα. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι οι Κατηγορούμενοι ευθύνονται για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 4 ετών στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος έως πολύ μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Τέτοια ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την αποκλειστική υπαιτιότητα των Κατηγορούμενων στην μεγάλη καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης - 4 έτη - καθώς και την σοβαρότητα των αδικημάτων, κυρίως του αδικήματος που αφορά στην διάρρηξη εκκλησίας, κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού συν τοις άλλοις έλαβα υπόψη μου ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορούμενων. Σημειώνεται ότι η γέννηση του τέταρτου παιδιού του Κατηγορούμενου 1 δεν καθορίσθηκε χρονικά με ακρίβεια από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Και δεν αναφέρθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Ό,τι επί του προκειμένου αναφέρθηκε είναι ότι το τέταρτο παιδί του Κατηγορούμενου 1 γεννήθηκε μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Αλλά και αν ακόμα το τέταρτο παιδί του Κατηγορούμενου 1 γεννήθηκε μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου το γεγονός αυτό δεν θα ήταν ικανό να δικαιολογήσει υιοθέτηση της νομολογιακής αρχής που καθιέρωσε η Νομολογία που υποδείχθηκε στην σελίδα 19 ανωτέρω ενόψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων αλλά και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου 1 στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει, λοιπόν, αντίκρισμα στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά των Κατηγορούμενων και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από τη μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά των Κατηγορούμενων και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα γι' αυτούς ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στους Κατηγορούμενους θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται διαφοροποίηση στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593: «η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται. Όπως και σε κάθε άλλο τομέα η αρχή της ισότητας συναρτάται με την ουσιαστική ομοιογένεια των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου και συνεπώς επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση όλων των ουσιαστικών στοιχείων που τείνουν να προσδιορίσουν την ομοιογένεια». Η αρχή της ισότητας βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Έχει νομολογηθεί ότι η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις επιμέτρησης της ποινής (Βλ. Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνο εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Βλ. Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 354). Στην υπόθεση Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος αποκλείει διακρίσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Εάν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης είναι ομοιογενή, δεν χωρεί διάκριση. Εάν είναι ανομοιογενή χωρεί και παρέχεται ευχέρεια για την θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα ή την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης ......................................................................... Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (βλ. Republic v. Arakian and Others
(1972)3 CLR 294) .................................... Όταν δύο περιπτώσεις δεν τελούν "υπό τας αυτάς συνθήκας" ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή επιτρέπεται η διαφοροποίηση στην αντιμετώπισή τους και δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ειδικά και σε σχέση με την μεταχείριση των παραβατών στο "Sentencing References 1998" του David Thomas, σελ. 45, το θέμα τίθεται ως εξής: ....................................... Σε μετάφραση: "Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού"». Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 λέχθηκε ότι η πιο πάνω αρχή σκοπό έχει την μη πρόκληση αισθήματος αδικίας που αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Με βάση τα όσα λέχθηκαν στις αποφάσεις που πιο πάνω μνημονεύονται λέχθηκε ότι ένα Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και διαφορετικές ποινές σε κατηγορούμενους σε μια υπόθεση χωρίς να παραβιασθεί η αρχή. Το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση είναι επιφορτισμένο με το δύσκολο έργο της στάθμισης και εξισορρόπησης όλων των σχετικών με το θέμα αυτό παραγόντων. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διαφοροποιήσω την ποινή ανάμεσα στους Κατηγορούμενους. Κατ' αρχή, θεωρώ ότι συντρέχει τέτοια διαφορά στις προσωπικές τους συνθήκες ώστε δικαίως να μπορεί να λεχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι δεν τελούν «υπό τας αυτάς συνθήκας». Και αυτό γιατί ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρόσωπο που έπασχε και εξακολουθεί και μέχρι σήμερα να πάσχει από σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας καθώς και με οριακού τύπου νοητική στέρηση, στοιχεία σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα και με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε. Κάτι το οποίο δεν συντρέχει αναφορικά με τον Κατηγορούμενο
  1. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα εξαιτίας των οποίων πήρε ετήσια αναστολή της έκτισης της θητείας του από το Στράτευμα. Τα προβλήματα, όμως, αυτά ήταν πολύ ελαφρότερης σοβαρότητας από αυτά που κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του στην αγόρευσή του τα χαρακτήρισε ως «προβλήματα χαρακτήρα και προσαρμογής στην κοινωνία». Αιτία δε των προβλημάτων αυτών ήταν ως και πάλι υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 η πρόωρη απώλεια του πατέρα του τελευταίου. Επίσης, τα προβλήματα αυτά υφίσταντο 26 χρόνια πριν όταν ο Κατηγορούμενος 1 κατατάγηκε για πρώτη φορά στην Εθνική Φρουρά. Ως υποδείχθηκε πήρε προσωρινή απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά για περίοδο ενός έτους. Τον επόμενο, όμως, χρόνο επανακατατάγηκε και ολοκλήρωσε την θητεία του. Αναφορικά με τον ουσιώδη χρόνο αλλά και με το παρόν δεν αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος 1 πάσχει από οποιαδήποτε ψυχολογικά προβλήματα ή προβλήματα ψυχικής υγείας. Συναφώς ουδέν ιατρικό πιστοποιητικό παρουσιάσθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Ο ρόλος των Κατηγορούμενων στην διάπραξη δεν θεωρώ πως διαφέρει. Κρίνω πως δεν καθίσταται υποδεέστερος ο ρόλος του Κατηγορούμενου 2 επειδή ο Κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που διερρήγνυε τις εκκλησίες και έκλεβε από αυτές. Το να φρουρεί ο Κατηγορούμενος 2 το μέρος ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορεί να προειδοποιεί τον Κατηγορούμενο 1 για αιφνίδιο κίνδυνο εντοπισμού του από τρίτους κρίνω πως δεν μειώνει την έκταση της ποινικής του ευθύνης και δεν την καθιστά υποδεέστερη από αυτή του Κατηγορούμενου
  3. Αυτό, όμως, που διαφοροποιεί τους δύο Κατηγορούμενους αναφορικά με το θέμα της διάπραξης είναι το ότι ο Κατηγορούμενος 1, προδήλως, εκμεταλλεύθηκε το επίπεδο της νοητικής υστέρησης και την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου 2 παρασύροντάς τον ουσιαστικά ως ορθά θεωρώ υποδείχθηκε από την κυρία Σαββίδου στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 συνεργάσθηκε με την Αστυνομία σε σημαντικό βαθμό. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα όσα έπραξε προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτά υποδείχθηκαν ανωτέρω. Αρκεί να αναφέρω ότι η συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 με την Αστυνομία ήταν τέτοια που συνέβαλε στην εξιχνίαση των υποθέσεων. Σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος αρνήθηκε την οποιαδήποτε ανάμειξη με τις επίδικες διαρρήξεις και δεν συνεργάσθηκε καθόλου με την Αστυνομία. Άλλο ένα σημείο που συνηγορεί με διαφοροποίηση στις ποινές που θα επιβληθούν στους Κατηγορούμενους είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 από τα κλοπιμαία λάμβανε «την μερίδα του λέοντος» και στον Κατηγορούμενο 2 έδινε μόνο κέρματα των 1, 2 και 5 Ευρώ στα οποία ο Κατηγορούμενος 2 αρκούνταν για να αγοράζει τα τσιγάρα του. Όπως ανωτέρω υποδείχθηκε από τις επίδικες διαρρήξεις ο Κατηγορούμενος 2 δεν έλαβε ποσό μεγαλύτερο των Ευρώ 5,00 σεντ κάθε φορά. Σημείο το οποίο επιβεβαιώνει το ανωτέρω διατυπωθέν συμπέρασμα περί εκμετάλλευσης από μέρους του Κατηγορούμενου 1 της νοητικής κατάστασης και γενικότερα της ψυχοπνευματικής κατάστασης του Κατηγορούμενου
  4. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι πατέρας 4 ανήλικων τέκνων. Αυτό, όμως, δεν εξισορροπεί τα πράγματα και δεν θεωρώ ότι είναι ικανό να καταστήσει τους Κατηγορούμενους ως να τελούν «υπό τας αυτάς συνθήκας». Αρκεί να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία που ανωτέρω υποδείχθηκε το γεγονός ότι τα παιδιά κάποιου κατηγορούμενου θα στερηθούν την φροντίδα του γονέως δεν αποτελεί καν λόγο για μείωση της ποινής. Τα όσα εντόπισα για τον Κατηγορούμενο 2 και που πιο πάνω αναφέρθηκαν κατατάσσουν τον Κατηγορούμενο 2 σε διαφορετική περίπτωση από ότι τον Κατηγορούμενο
  5. Δικαιολογείται, λοιπόν, η επιβολή μικρότερης σε έκταση ποινής φυλάκισης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο
  6. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα των κλοπών - κατηγορίες 3, 11 και 15 - δεν θα επιβάλω οποιαδήποτε ποινή καθότι τα γεγονότα των κατηγοριών αυτών προκύπτουν από τα γεγονότα των κατηγοριών που αφορούν στα αδικήματα των κλοπών από κλειδωμένο κιβώτιο - κατηγορίες 4, 12 και 16 αντίστοιχα. Συνακόλουθα επιβάλλω στους Κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 4η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 4 μηνών Στην 10η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 12η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 4 μηνών Στην 14η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 9 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 16η κατηγορία: Στον Κατηγορούμενο 1: ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στους Κατηγορούμενους 1 και 2 αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον πρώτο Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του πρώτου Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Σε αντίθεση με τον δεύτερο Κατηγορούμενο αναφορικά με τον οποίο κρίνω ότι συντρέχουν περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα σε αυτόν. Αυτά είναι η σημαντική συνεργασία του με την Αστυνομία, η ψυχοπνευματική του κατάσταση και τα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας από τα οποία έπασχε κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και από τα οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να πάσχει, η νοητική του υστέρηση καθώς και το γεγονός ότι συνεπεία των πιο πάνω έπεσε θύμα και ουσιαστικά παρασύρθηκε από τον πρώτο Κατηγορούμενο ο οποίος στην πραγματικότητα εκμεταλλεύθηκε τις υπό των πιο πάνω αδυναμίες προκληθείσες μειωμένες αντιστάσεις του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο 2 μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας ή άλλης φύσης. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 θα αρχίζουν από σήμερα. Το όνομα των Κατηγορούμενων 1 και 2 να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Η Αστυνομία να παραδώσει στους Κατηγορούμενους τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα. Οι επιπρόσθετοι όροι που επιβλήθηκαν για εξασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορούμενου 1 στο Δικαστήριο, ήτοι να μην εξέρχεται εκτός των διοικητικών ορίων της επαρχίας Λάρνακας παρά μόνο με την γραπτή άδεια του Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας και να μην διέλθει από τα οδοφράγματα που οδηγούν σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία, ακυρώνονται με άμεση ισχύ από σήμερα. Τα τεκμήρια που αφορούν στις κατηγορίες 2-4 (Σ. 32/13 - Πόλης Χρυσοχούς) υπό τον τίτλο «ΤΕΚΜΗΡΙΑ», με αριθμούς 2 και 3 στην συνοπτική έκθεση να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Ο ανεμιστήρας μάρκας CoolStar με πόδι χρώματος μαύρου με γκρίζο, μάρκας FAS-18 και αριθμό παρτίδας 1/2013 με αριθμό 1 στην συνοπτική έκθεση να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο. Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο 2 το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διαρρήξεις και Κλοπές Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.