Αναφορικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Tristan Amias Bennett, Θανατική Ανάκριση: 79/14, 12/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Θ.Α. Θανατική Ανάκριση: 79/14 Αναφορικά με τον αιφνίδιο θάνατο του Tristan Amias Bennett, Αγγλική Άδεια Οδηγού ΒΕΝΝΕ708117ΤΑ9ΑΒ, από την Αγγλία και τέως από το Νέο Χωριό Αποβιώσαντα .................. Ημερομηνία: 12.10.17 Για την Αστυνομία: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον πλησιέστερο συγγενή του αποβιώσαντα: ουδείς Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας κατέθεσε ως μάρτυρας εκ μέρους της Αστυνομίας ο Λοχ. 1289, Πάμπος Αναστάση, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Για τον πλησιέστερο συγγενή του αποβιώσαντα, ο οποίος και ειδοποιήθηκε δεόντως, ουδείς εμφανίσθηκε. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, αριθμό καταθέσεων που λήφθηκαν από την Αστυνομία στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ανάμεσα στα έγγραφα του Τεκμηρίου 1 είναι και σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοιμάσθηκε από τον Αστ. 1142, Κ. Κωνσταντίνου, της Τροχαίας Πάφου, επί κλίμακος 1:
- Ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, τρία βιβλιάρια φωτογραφιών - Τεκμήρια 2-
- Από το υπό του πιο πάνω μάρτυρα κατατεθέν μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αποβιώσας γεννήθηκε στις 11.8.77, καταγόταν από την Αγγλία και δεν ήταν παντρεμένος. Επισκεπτόταν την Κύπρο συχνά, όποτε δε ερχόταν στην Κύπρο έμενε για δύο με τρεις μήνες στην Κύπρο και διέμενε στο σπίτι της μητέρας του στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου. Η μητέρα του αποβιώσαντα διέμενε μόνιμα στην Κύπρο μαζί με τον σύζυγό της. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσας εργαζόταν στο λιμάνι στο Λατσί ως βοηθός ναυτικού μηχανικού. Στην Κύπρο τελευταία φορά ήρθε τον Οκτώβρη του 2014 και σκόπευε να αναχωρήσει τον Ιανουάριο του
- Στις 24.12.14 ο αποβιώσας ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με εμπλεκόμενο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KUA 801, από τώρα και στο εξής «το αυτοκίνητο», το οποίο οδηγείτο από τον Πανίκο Λοΐζου, Α.Δ.Τ. 941607, από τώρα και στο εξής «ο Λοΐζου». Συνεπεία του εν λόγω δυστυχήματος ο Tristan Amias Bennett απεβίωσε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Λοΐζου ήταν φοιτητής στην Ελλάδα και βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Διέμενε δε μαζί με τους γονείς του στην Πόλη της Χρυσοχούς. Ήταν κάτοχος κανονικής άδειας οδηγού των κατηγοριών Β και Β
- Το αυτοκίνητο ήταν τύπου μικρό επιβατικό και άνηκε στην μητέρα του Λοΐζου, Κυριακή Δράκου Λοΐζου. Την νύκτα της 23.12.14 ο Λοΐζου μετέβη με το αυτοκίνητο στην μπυραρία με την ονομασία «ΖΟΥΚ» όπου συνάντησε κάποιους φίλους του, μεταξύ αυτών και τους Αντρέα Εφραίμ και Φαίδωνα Φιλίππου. Εκεί παρέμεινε μέχρι η ώρα 01:00 της 24.12.
- Την ώρα εκείνη αναχώρησε με τους προαναφερόμενους Αντρέα Εφραίμ και Φαίδωνα Φιλίππου με σκοπό οι τρεις τους να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο στα Λουτρά της Αφροδίτης. Στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού καθόταν ο Φαίδωνας Φιλίππου και στο πίσω κάθισμα ο Αντρέας Εφραίμ. Ενώ ο Λοΐζου οδηγούσε στην οδό Ρήγαινας, περιοχή Νέου Χωριού, με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι προς τα Λουτρά της Αφροδίτης, ο αποβιώσας βρισκόταν ξαπλωμένος στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Λοΐζου με αποτέλεσμα ο Λοΐζου να περάσει πάνω από το σώμα του αποβιώσαντα και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Επίσης, συνεπεία της σύγκρουσης από το αυτοκίνητο αποκόπηκαν δύο πλαστικά τα οποία βρίσκονταν στο κάτω μέρος του μπροστινού και πισινού δεξιού φτερού. Το δυστύχημα επισυνέβη γύρω στις 01:10 η ώρα. Ο δρόμος στον οποίο επισυνέβη το δυστύχημα ήταν ευθύς και εκτός κατοικημένης περιοχής με μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 65 χιλιόμετρα ανά ώρα. Το κέντρο του δρόμου διαχωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Αμέσως μετά την σύγκρουση ο Λοΐζου ακινητοποίησε το αυτοκίνητο και βγήκε έξω από αυτό. Τότε αντιλήφθηκε ότι είχε περάσει πάνω από το σώμα του αποβιώσαντα. Στην σκηνή έφθασαν γύρω στις 01:15 η ώρα περίπου αστυνομικοί του Αστυνομικού Σταθμού Πόλεως Χρυσοχούς οι οποίοι βρήκαν το αυτοκίνητο στην τελική του θέση και το σώμα του αποβιώσαντα όπως αυτό κατέληξε στην άσφαλτο μετά την σύγκρουση. Στην σκηνή έγινε έλεγχος αλκοόλ στον Λοΐζου με ένδειξη μηδέν. Κατά η ώρα 01:18 έφθασε στην σκηνή ασθενοφόρο του Νοσοκομείου Πόλης Χρυσοχούς. Με το ασθενοφόρο έφθασαν στην σκηνή η Μαρία Φωτίου, η οποία εργαζόταν στο Τμήμα Α΄ Βοηθείων του Νοσοκομείου Πόλης Χρυσοχούς, και η Νοσηλευτική Λειτουργός Μαρία Μίτα. Διαπιστώθηκε ότι ο αποβιώσας βρισκόταν ξαπλωμένος μέσα στον δρόμο σε ύπτια θέση με το κεφάλι σε πλήρη έκταση αριστερά. Είχε ανοικτό κάταγμα κρανίου με οπτική εικόνα εγκεφάλου χωρίς παλμό και δεν ανταποκρίνοναν. Στην συνέχεια ο αποβιώσας μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Πόλεως Χρυσοχούς όπου η ώρα 02:00 της 24.12.14 διαπιστώθηκε ο θάνατός του από την επί καθήκοντι ιατρό Μαρία Βασιλειάδου η οποία και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό θανάτου. Κατά η ώρα 04:10 της 24.12.14 έφθασαν στην σκηνή μέλη του Τμήματος Τροχαίας Πάφου οι οποίοι ανέλαβαν την εξέταση του δυστυχήματος. Επρόκειτο για τον μάρτυρα, Λοχ 1289, Πάμπο Αναστάση, τον Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, και τον Υπαστυνόμο Ζήνωνα Ψαθίτη. Στην σκηνή ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Αφού του εξηγήθηκε το σχέδιο ο Λοΐζου συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, με την βοήθεια του Λοχ. 1289, Πάμπου Αναστάση, πήρε μετρήσεις για σχεδιαγράφηση της σκηνής του δυστυχήματος σε κλίμακα. Επίσης, έλαβε φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος τόσο κατά την διάρκεια της νύκτας όσο και κατά την διάρκεια της ημέρας - Τεκμήριο
- Μετά το τέλος των εξετάσεων το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 06:25 ο Λοχ. 1289, Πάμπος Αναστάση, στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς συνέλαβε τον Λοΐζου δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο ο Λοΐζου δεν έδωσε καμία απάντηση. Αργότερα την ίδια ημέρα ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, στην Τροχαία Πάφου έλαβε από τον Λοΐζου ανακριτική κατάθεση. Μετά το τέλος της κατάθεσής του ο Λοΐζου αφέθηκε ελεύθερος. Στις 27.12.14 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η μητέρα του αποβιώσαντα ονόματι Pauline Janice Bennett αναγνώρισε την σωρό του αποβιώσαντα στην παρουσία της Ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου και του Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα μεταξύ των ωρών 09:00 και 10:00 η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου διενήργησε την νενομισμένη νεκροτομή επί της σωρού του αποβιώσαντα στην παρουσία του Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου. Από την νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η εν λόγω Ιατροδικαστής διαπίστωσε, επίσης, ότι σύμφωνα με τα τραύματα που έφερε ο αποβιώσας κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο ενώ ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο και ότι όταν κτυπήθηκε ήταν ζωντανός καθότι τα τραύματά του είχαν ζωϊκή αντίδραση. Κατά την διενέργεια της νεκροτομής η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου έλαβε από την σωρό του αποβιώσαντα δείγμα αίματος, οφθαλμικού υγρού και ούρων. Κατά την διάρκεια της νεκροτομής ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, έλαβε φωτογραφίες από την σωρό του θύματος κατόπιν υπόδειξης της Ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου - Τεκμήριο
- Στις 29.12.14 και ώρα 15:00 ο Λοχ 1289, Πάμπος Αναστάση, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος επιθεωρητής μηχανοκίνητων οχημάτων, επιθεώρησε το αυτοκίνητο στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Από την επιθεώρηση διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος εκτός από το ότι ο μπροστινός λαμπτήρας της χαμηλής στάσης των φώτων στα δεξιά δεν άναβε. Τα υπόλοιπα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Επίσης το σύστημα τροχοπέδησης βρέθηκε σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, το σύστημα διεύθυνσης ήταν πλήρως συνδεδεμένο, θετικό στην λειτουργία του και σε καλή κατάσταση και τα ελαστικά, επίσης, σε καλή κατάσταση και πλήρη αέρος. Στην συνέχεια το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε σε μηχανουργείο στην Πόλη της Χρυσοχούς όπου αφού τοποθετήθηκε σε ανυψωτικό μηχάνημα ελέγχθηκε το κάτω μέρος του. Ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, έλαβε φωτογραφίες του κάτω μέρους του αυτοκινήτου - φωτογραφίες 1-15 του Τεκμηρίου
- Την ίδια ημέρα κατά την διάρκεια της νύκτας και συγκεκριμένα μεταξύ των ωρών 19:12 και 19:23 ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, έλαβε αριθμό φωτογραφιών των φώτων πορείας του αυτοκινήτου - φωτογραφίες 16-23 του Τεκμηρίου
- Την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:30 ο Λοχ. 1289, Πάμπος Αναστάση, και ο Αστ 1142, Κ. Κωνσταντίνου, μετέβηκαν με το αυτοκίνητο στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα για έλεγχο της εμβέλειας των φώτων του. Αφού τοποθέτησαν ένα αντικείμενο στο σημείο που βρισκόταν το θύμα επί της ασφάλτου ο Λοχ. 1289, Πάμπος Αναστάση, οδήγησε το αυτοκίνητο προς την κατεύθυνση στην οποία αυτό οδηγείτο κατά την ώρα του δυστυχήματος οπότε και διαπιστώθηκε ότι η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου στην ψηλή στάση ήταν 34 μέτρα και στην χαμηλή 18 μέτρα. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του κράτους διαπιστώθηκε ότι το δείγμα αίματος και του οφθαλμικού υγρού που λήφθηκε από τον αποβιώσαντα περιείχαν αναλογία αλκοόλης 152 mg/dL και 199 mg/dL αντίστοιχα. Στην Πολιτική Αίτηση 71/14, ημερομηνίας 10.7.15 το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση ανέφερε ότι η διαδικασία που προβλέπει ο Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος, Κεφ. 153, όπως τροποποιήθηκε, δεν υπόκειται στους κανόνες της απόδειξης οι οποίοι διέπουν την διαδικασία που ακολουθείται σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις. Η θανατική ανάκριση υπέχει εξεταστικό/ανακριτικό χαρακτήρα σε αντιδιαστολή με το αντιπαραθετικό, διεξάγεται χωρίς διαδίκους και είναι ημιδικαστικής φύσης. Ο Θανατικός Ανακριτής έχει καθήκον να εξετάσει την μαρτυρία για να διαπιστώσει αν από αυτήν προκύπτουν γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αυστηρά εξετάζεται κατά πόσο ο θάνατος αποδίδεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν χωρίς, όμως, αυτό να υπονοεί ότι το θανατικό πόρισμα δεν πρέπει να έχει το βαθμό βεβαιότητας που πρέπει να το χαρακτηρίζει υπολειπόμενου, όμως, του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Καταληκτικά, η εξουσία του Θανατικού Ανακριτή και το πρώτιστο έργο του περιορίζεται στην απάντηση του πώς, πότε και πού επήλθε ο θάνατος (Βλ. άρθρο 14 του Κεφ. 153, Halsbury's Law of England, υπό τον τίτλο «Scope of inquest» και σύγγραμμα Coronership, Gavin Thurston, 1976, σελ. 116). Ο Θανατικός Ανακριτής δεν έχει εξουσία να επιλύσει ζητήματα αστικής ευθύνης, περιορισμός που απορρέει από την σοφία του ημεδαπού Νόμου αλλά και των σχετικών Αγγλικών αυθεντιών και Κανονισμών. Το πώς επήλθε ο θάνατος είναι ζήτημα ευρύτερο της εξακρίβωσης της ιατρικής αιτίας θανάτου και ο Θανατικός Ανακριτής οφείλει να διερευνήσει τις περιβάλλουσες τον θάνατο συνθήκες (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 9, παράγραφοι 11-10 και Jerry's on Coroners, 9η έκδοση, σελίδα 84). Έργο του Θανατικού Ανακριτή είναι να εξακριβώσει υπό ποιες συνθήκες επήλθε ο θάνατος και αν υπήρξε εμπλοκή τρίτου προσώπου σε αυτόν. Αναφορικά με το αν υπήρξε εμπλοκή στον θάνατο του αποβιώσαντα ή αν κατά πόσο ο θάνατος δύναται να αποδοθεί σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν σχετική κατά την κρίση μου είναι η γραπτή κατάθεση του Λοΐζου ημερομηνίας 24.12.
- Στην εν λόγω κατάθεση ο Λοΐζου ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και είχε έρθει στη Κύπρο για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Διέμενε στην Πόλη Χρυσοχούς με την οικογένεια του. Στις 23.12.14 και περί η ώρα 23:00 πήγε στο καφέ μπαρ με την ονομασία ΖΟΟΚ που βρίσκεται στο Λατσί απέναντι από το λιμανάκι. Έμεινε εκεί για δύο ώρες περίπου μέχρι η ώρα 01:00 περίπου της 24.12.
- Είχε καταναλώσει μία μπύρα από την στιγμή που έφθασε στο ΖΟΟΚ. Η ώρα 01:00 έφυγε μαζί με τους Φαίδωνα Φιλίππου και Ανδρέα Εφραίμ και ξεκίνησαν για να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο προς το ξενοδοχείο Anassa και στα Λουτρά της Αφροδίτης. Είχαν σκοπό να κάνουν μία βόλτα όπως συνήθιζαν να κάνουν. Ο Λοΐζου οδηγούσε το αυτοκίνητο, ο Φαίδωνας Φιλίππου καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ο Ανδρέας Εφραίμ καθόταν στο πίσω κάθισμα πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού. Τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου ήταν αναμμένα στην ψηλή στάση καθότι στην διαδρομή δεν προπορεύονταν άλλο αυτοκίνητο. Λίγο πριν το στρίψιμο προς τα Λουτρά της Αφροδίτης, που ήταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Λοΐζου, ο Λοΐζου είδε τα φώτα άλλου αυτοκινήτου, από τώρα και στο εξής «το τρίτο αυτοκίνητο», το οποίο ήταν σταματημένο εκτός δρόμου στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Λοΐζου με το μπροστινό του μέρος να βλέπει προς το δρόμο με κατεύθυνση τα Λουτρά της Αφροδίτης. Πριν ο Λοΐζου στρίψει δεξιά και ενώ το τρίτο αυτοκίνητο απείχε κάποια απόσταση από το δικό του αυτοκίνητο το τρίτο αυτοκίνητο εισήλθε εντός του δρόμου και μπήκε μπροστά από τον Λοΐζου οδηγώντας προς την ίδια κατεύθυνση με αυτή του Λοΐζου. Ο Λοΐζου χαμήλωσε τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου και οδηγούσε με τα φώτα πορείας στην χαμηλή στάση σε απόσταση 15 περίπου μέτρων πίσω από το τρίτο αυτοκίνητο. Ο Λοΐζου οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 20 χιλιόμετρα την ώρα. Αφού διένυσαν 100 με 150 μέτρα απόσταση το τρίτο αυτοκίνητο προχώρησε στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, εισήλθε στο παγκέτο του δρόμου και σταμάτησε ενώ ο Λοΐζου συνέχισε την ευθεία του πορεία με κάπως αυξημένη ταχύτητα, πάντως, χαμηλότερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα. Συνέχισε, ωστόσο, να οδηγεί με τα χαμηλά φώτα πορείας. Το τρίτο αυτοκίνητο φάνηκε στον Λοΐζου να είναι αυτοκίνητο ενοικιάσεως καθότι οι πινακίδες του ήταν κόκκινες και ήταν σκούρου χρώματος. Ήταν ένα μικρό χαμηλό saloon αυτοκίνητο. Όταν το τρίτο αυτοκίνητο σταμάτησε στο παγκέτο αυτό είχε αναμμένα τα ψηλά φώτα πορείας του τα οποία ενοχλούσαν τον Λοΐζου. Τα φώτα του τρίτου αυτοκινήτου αντανακλούσαν στους καθρέφτες του αυτοκινήτου σε βαθμό που ο Λοΐζου σκέφτηκε προς στιγμής να ανάψει τα φώτα κινδύνου για να αντιληφθεί ο οδηγός του τρίτου αυτοκινήτου ότι ενοχλούσαν τον Λοΐζου. Ξαφνικά ο Λοΐζου είδε ένα αντικείμενο μεγάλο μέσα στο δρόμο εντός της πορείας του. Όταν το είδε αυτό ήταν τόσο κοντά του που δεν πρόλαβε να αντιδράσει με αποτέλεσμα να περάσει από πάνω του. Αισθάνθηκε ένα τράνταγμα στο αυτοκίνητο και έκανε την σκέψη ότι μπορούσε να ήταν και άνθρωπος. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει καθότι τον αντιλήφθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ακολούθως ο Λοΐζου σταμάτησε φρενάροντας σιγά σιγά στην λωρίδα κυκλοφορίας του. Ακινητοποίησε το αυτοκίνητο, αλλά λόγω της ταραχής του ο Λοΐζου το άφησε ελεύθερο οπότε αυτό πρέπει να μετακινήθηκε ελάχιστα προς τα πίσω γιατί στο σημείο που σταμάτησε ο δρόμος ήταν λίγο ανηφορικός. Ακολούθως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και περπατώντας είδε ότι στο δρόμο βρισκόταν ξαπλωμένος ένας άντρας. Δεν τον πλησίασε, είδε, όμως, ότι δεν αντιδρούσε και έπαθε σοκ. Τον έπιασε υστερία και φώναζε. Ακολούθως μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. Τηλεφώνησε στον πατέρα του και στην Αστυνομία. Την ώρα που κατέβηκε από το αυτοκίνητο και συνειδητοποίησε ότι στο δρόμο βρισκόταν άνθρωπος πρόσεξε ότι το τρίτο αυτοκίνητο είχε φύγει από το μέρος που είχε προηγουμένως σταματήσει και το οποίο ήταν πιο πίσω. Ο Λοΐζου και οι δύο φίλοι του έμειναν στο μέρος μέχρι που ήρθαν ο πατέρας του Λοΐζου και ακολούθως η Αστυνομία και ένα ασθενοφόρο. Δεν πλησίασαν καθόλου τον άντρα που βρισκόταν μέσα στο δρόμο και δεν τον μετακίνησαν από την θέση του. Ο άντρας αυτός βρισκόταν κάτω στο δρόμο. Στην συνέχεια αυτός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο και ο Λοΐζου μαζί με τον Φιλίππου και τον Εφραίμ μεταφέρθηκαν στην Αστυνομία της Πόλης Χρυσοχούς με περιπολικό αφήνοντας το αυτοκίνητο στην σκηνή. Στην σκηνή η Αστυνομία έκανε στο Λοΐζου τεστ αλκοόλ, η ένδειξη του οποίου ήταν μηδέν ως ο Λοΐζου πληροφορήθηκε από την Αστυνομία. Στην συνέχεια ο Λοΐζου πήγε εκ νέου στην σκηνή με την Αστυνομία η οποία είχε ετοιμάσει πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Υπέδειξε στην Αστυνομία σε ποιο σημείο εντός του δρόμου ένιωσε το κτύπημα στο αυτοκίνητο και, επίσης, σε ποιο σημείο σταμάτησε πιο πίσω το τρίτο αυτοκίνητο. Η Αστυνομία του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο, ο Λοΐζου συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός και ο άντρας που βρισκόταν κάτω στον δρόμο φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Σημειώνεται ότι στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 24.12.14 ο Ανδρέας Εφραίμ ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης με τον αποβιώσαντα ο Λοΐζου οδηγούσε με «πολύ χαμηλή ταχύτητα». Στην υπόθεση Charilaos Telemachou v. Alexis Christodoulou Papakyriakou
(1986)1 CLR 705 ο εφεσίβλητος διασταύρωνε κύριο δρόμο με τα ζώα του και κτυπήθηκε από το όχημα του εφεσείοντα το οποίο οδηγείτο επί του κύριου δρόμου με τα φώτα του αναμμένα στην χαμηλή τους στάση. Στο μέρος που έλαβε χώρα η σύγκρουση επικρατούσε σκοτάδι, αφού δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός. Ο κύριος δρόμος είχε πλάτος 20 πόδια και ήταν ασφαλτοστρωμένος με παγκέτο πλάτους 3 ποδιών και στις δύο πλευρές. Η ορατότητα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ήταν ανεμπόδιστη για απόσταση τουλάχιστον 300 πόδια τόσο από την κατεύθυνση του εφεσείοντα όσο και από την κατεύθυνση του εφεσίβλητου. Το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 40 μίλια την ώρα. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης ο εφεσίβλητος είχε σχεδόν φθάσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο για αμέλεια για τον λόγο ότι δεν είχε τα φώτα του αναμμένα στην ψηλή τους στάση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε, επίσης, ότι δεν υπήρχε τίποτα που να εμπόδιζε τον εφεσείοντα να οδηγεί με αναμμένα τα ψηλά του φώτα. Η παράλειψη του εφεσείοντα να οδηγεί εντός του πεδίου οράσεως που του επέτρεπαν τα φώτα του κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αμέλεια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατένειμε την ευθύνη εξημισίας ανάμεσα στους δύο διαδίκους. Το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης και ο καταμερισμός της ευθύνης από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Ενδιαφέρον από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρουσιάζει το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο παρατίθεται σε μετάφραση: «παρόλο που ο εναγόμενος γνώριζε, όντας κάτοικος της περιοχής, ότι πλησίαζε διασταύρωση δεν άναψε τα φώτα του οχήματός του στην ψηλή τους στάση, ώστε να βεβαιωθεί, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και έτσι να είναι σε θέση να λάβει μέτρα έγκαιρα για να αποφύγει το δυστύχημα, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο ενάγων διασταύρωνε από τα δεξιά στα αριστερά με αργό βηματισμό. Ο κώδικας κυκλοφορίας που θεσμοθετήθηκε δυνάμει του Κανονισμού 70 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών επιβάλλει στους οδηγούς να ανάβουν τα ψηλά τους φώτα σε σκοτεινούς δρόμους. Το άγνωστο όχημα, που ο εναγόμενος ανέφερε, έφθασε στην σκηνή αφότου ο εναγόμενος σταμάτησε και με δεδομένο ότι υπήρχε παγκέτο δεν υπήρχε τίποτα που να εμποδίζει τον εναγόμενο να κάνει χρήση των ψηλών φώτων του κατά τον δέοντα χρόνο. Επομένως, η παράλειψη αυτή του οδηγού συνιστά αμέλεια. Όμως, υπάρχει και επιπρόσθετο στοιχείο αμέλειας. Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος επέλεξε να οδηγεί με τα φώτα του οχήματός του στην χαμηλή τους στάση, όφειλε να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να αντιμετωπίσει ξαφνικό κίνδυνο . Είναι καθαρό στην παρούσα περίπτωση, ότι ο εναγόμενος δεν οδηγούσε εντός του πεδίου των φώτων του οχήματός του και ως αποτέλεσμα δεν ήταν σε θέση να σταματήσει ή δεν κοίταζε προσεκτικά ώστε να αντιληφθεί τι γινόταν μπροστά του». Στην υπόθεση Οδυσσέας Θεοδούλου ν. Αντώνη Κοκκινόφτα και Χρυσούλας Α. Θεοδοσίου υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Θεοδοσίου
(1999)1 ΑΑΔ 759 ενώ ο εφεσείων οδηγούσε το αυτοκίνητό του στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Λατσί με κατεύθυνση το Λατσί χτύπησε τον αποθανόντα, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσείοντα. Ο φωτισμός του δρόμου ήταν πενιχρός και ο αποθανών φορούσε σκούρα ρούχα που καθιστούσαν την παρουσία του στον δρόμο δύσκολα αντιληπτή. Το Εφετείο έκρινε τον εφεσείοντα αμελή, μεταξύ άλλων, για την παράλειψή του να χρησιμοποιήσει τα φώτα του στην ψηλή στάση, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση καταλογίζοντας σε αυτόν ευθύνη κατά ποσοστό 60%. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου: «Ο αποθανών όταν αποφάσισε να διασταυρώσει το δρόμο είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί από απόσταση 150 μ. την παρουσία του αυτοκινήτου του εφεσείοντα που ερχόταν με αναμμένα φώτα προς το μέρος του. Παρά το γεγονός ότι ο φωτισμός του δρόμου ήταν πενιχρός και τα σκούρα ρούχα που φορούσε καθιστούσαν την παρουσία του στο δρόμο δύσκολα αντιληπτή, άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο προτού αρχίσει να τον καλύπτει η ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου του εφεσείοντα η οποία όπως έχει διαπιστωθεί ήταν 75 μ. Μέχρι να εισέλθει στην εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου του εφεσείοντα πρέπει να είχε καλύψει κάποια απόσταση. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε κάποιο σημείο του δρόμου, δεν έχει και τόση σημασία ποιο ακριβώς ήταν αυτό το σημείο, άρχισε να καλύπτεται από την ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου του εφεσείοντα, ο οποίος προφανώς, δεν αντελήφθηκε έγκαιρα την παρουσία του, ενώ εκ των πραγμάτων, είχε αυτή τη δυνατότητα. Το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του αυτοκινήτου συνυπολογιζομένης και της απόστασης σκέψης του οδηγού αφότου έγινε αισθητός ο κίνδυνος καταδείχνουν ότι ο εφεσείων αντελήφθη την παρουσία του αποθανόντα στο δρόμο από απόσταση οπωσδήποτε μικρότερη των 75 μ. που ήταν η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η αμέλεια του εφεσείοντα. Ως πρόσθετο στοιχείο αμέλειας του εφεσείοντα είναι και η παράλειψη του να χρησιμοποιήσει τα φώτα στη ψηλή στάση εφόσον σύμφωνα με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο εξ αντιθέτου κατευθύνσεως. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το πόρισμά μου είναι ότι ο θάνατος του Tristan Amias Bennett προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος και ότι γι' αυτόν πιθανόν να υπάρχει ποινική ευθύνη τρίτου προσώπου. (Υπ.) .................. Π. Μιχαηλίδης, Θ.Α. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο