Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέας Κυριάκου, Aρ. Υπόθεσης: 10361/13, 24/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 10361/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Ανδρέας Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24.10.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε παράνομη κατοχή κάνναβης - κατηγορίες 1 και 2 - και σε παράνομη χρήση - κάπνισμα - κάνναβης - 4η κατηγορία - κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Νόμου 29/1977 όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 5.8.13 στην Πάφο είχε στην κατοχή του 32,45 γραμμάρια κάνναβης χωρίς της άδεια του Υπουργού Υγείας καθώς και ίχνη κάνναβης τα οποία ανιχνεύθηκαν σε ζυγαριά ακριβείας την οποία ο Κατηγορούμενος, επίσης, είχε στην κατοχή του - κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα - και τέλος ότι στις 3.8.13 στην Αμμόχωστο κάπνισε κάνναβη - 4η κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, επίσης, κατηγορία για κατοχή της κάνναβης που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα - 3η κατηγορία - την οποία δεν παραδέχθηκε και στην οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.10.
- Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά παρουσιάσθηκαν υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέσθηκε ως ελαφρυντικά την από το 2013 απεξάρτηση του Κατηγορούμενου από απαγορευμένες ουσίες, τις διάφορες κατά διαστήματα και πριν από το 2013 προσπάθειες του Κατηγορούμενου για απεξάρτηση οι οποίες κατέληγαν σε αποχές από απαγορευμένες ουσίες για κάποια χρονικά διαστήματα, ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν αποκλειστικά και μόνο λόγω της τότε εξάρτησης του Κατηγορούμενου ο οποίος είχε αρχίσει την χρήση κάνναβης από την νεαρά ηλικία των 11, ότι η τέταρτη κατηγορία αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια θεληματικής του κατάθεσης, την όχι σθεναρή οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου, τον μεγάλο χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης μέχρι σήμερα, την παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο καθώς και τις οικογενειακές του συνθήκες. Αναφορικά με το τελευταίο υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος συμβιώνει τα τελευταία 2½ χρόνια με γυναίκα Βουλγάρικης καταγωγής και ότι από το εισόδημά του συντηρείται ο ίδιος, η εν λόγω συμβία του, το παιδί που η συμβία του απέκτησε από γάμο με άλλο άντρα ηλικίας μόλις 12 ετών καθώς και ο ηλικιωμένος συνταξιούχος πατέρας του ο οποίος εργάζεται περιστασιακά ως λαχειοπώλης. Η μητέρα του Κατηγορούμενου απεβίωσε το έτος
- Η συμβία του Κατηγορούμενου δεν έχει οικονομικούς πόρους ούτε και σταθερό εισόδημα. Εργάζεται μόνο περιστασιακά ως ξενοδοχοϋπάλληλος. Ήταν η εισήγηση της κυρίας Σαββίδου ότι αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας τα πιο πάνω ελαφρυντικά δικαιολογούν την έκδοση διαταγής για αναστολή της έκτισής της. Ενδεχόμενη επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της εργασίας του Κατηγορούμενου με όλες τις συνέπειες που κάτι τέτοιο θα έχει στην οικογένειά του και την διατάραξη της υγιούς ζωής που σήμερα ο Κατηγορούμενος απολαμβάνει. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες αφού το αδίκημα της παράνομης κατοχής κάνναβης τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 8 έτη ή πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές, ενώ το αδίκημα της παράνομης χρήσης κάνναβης με μέγιστη ποινή διά βίου φυλάκισης ή πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεων του με κατευθυντήρια την υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 σημείωσε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, κυρίως, λόγω της συχνότητας και της έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437 τονίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 επισημάνθηκε ότι και στην περίπτωση χρηστών συντρέχουν ισχυροί λόγοι για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να συνυπολογισθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την παραδοχή του στο Δικαστήριο καθώς και την συνεργασία του με την Αστυνομία. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι στα πλαίσια θεληματικής του κατάθεσης ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ευθύς εξ' αρχής ότι η ανευρεθείσα κάνναβη ήταν δική του και ότι την είχε για δική του χρήση. Αποκάλυψε, επίσης, πότε και από πού την προμηθεύτηκε καθώς και ότι είναι χρήστης κάνναβης από την ηλικία των 11. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι η 4η κατηγορία αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια της εν λόγω κατάθεσής του. Σημειώνεται ότι η ανακάλυψη και στοιχειοθέτηση της πιο πάνω κατηγορίας θα αποτελούσε έργο εξόχως δύσκολο αν όχι αδύνατο για τις διωκτικές αρχές. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ο Κατηγορούμενος να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών, ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα σχετίζονται αποκλειστικά με την χρήση ναρκωτικών ουσιών καθώς και το ότι ο Κατηγορούμενος προέβη στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων υποκινούμενος από την εξάρτηση του στις ναρκωτικές ουσίες. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ότι στην υπόθεση δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στις παραγράφους (α)(i)—(vi) του εδαφίου 4 του άρθρου 30 του Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Τα πιο πάνω καθιστούν σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) του Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, τα υπό τιμωρία αδικήματα λιγότερο σοβαρά. Έλαβα, ακόμα, υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος απεξαρτήθηκε από τις απαγορευμένες ουσίες και παραμένει μακριά από αυτές από το 2013. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά συνιστά σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα. Σύμφωνα με την Νομολογία ακόμα και η προσπάθεια για απεξάρτηση, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίζει (Βλ. Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148). Έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου καθώς και την γενική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι από το μηνιαίο εισόδημα του Κατηγορούμενου συντηρείται όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η συμβία του, το ανήλικο παιδί της και ο συνταξιούχος πατέρας του. Είναι γενική αρχή ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην ζωή ή την οικογένεια ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 και Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223). Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, της τάξης των 4 ετών. Με δεδομένα, όμως, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων όπως αυτή αναδύεται από όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού συν τοις άλλοις έλαβα υπόψη μου ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν επήλθε ουσιαστική διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Δεν θεωρώ ότι η εδώ και 2½ χρόνια συμβίωση του Κατηγορούμενου με την σημερινή του σύντροφο και το ανήλικο παιδί της σηματοδοτεί ουσιαστική διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ώστε να δικαιολογείται η υιοθέτηση της νομολογιακής αρχής που καθιέρωσε η ανωτέρω υποδειχθείσα Νομολογία. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει, επομένως, αντίκρισμα στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από τη μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα γι' αυτόν ποινή είναι ο συνδυασμός ποινής φυλάκισης και προστίμου. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Σημειώνεται ότι στην 2η κατηγορία δεν θα επιβάλω ποινή ένεκα της ευτελούς ποσότητας του απαγορευμένου φαρμάκου που σε αυτήν αναφέρεται. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 3 μηνών και πρόστιμο Ευρώ 1.500,00 σεντ Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός και πρόστιμο Ευρώ 300,00 σεντ. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορό του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Αυτοί είναι η πάροδος 4 ετών από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων καθώς και η απεξάρτηση του Κατηγορούμενου από τις απαγορευμένες ουσίες. Το τελευταίο σημείο αποκτά ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία αν αναλογισθεί κανείς ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εθισμένος χρήστης και χρήστης για μακρά σειρά ετών, πράγμα που σημαίνει ότι η προσπάθειά του για απεξάρτηση ήταν αρκετά σοβαρή και ταυτόχρονα επίπονη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κανάρη
(2005)2 ΑΑΔ 327 το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος κατέβαλε πολλές και έντονες προσπάθειες αποτοξίνωσης με επιτυχία λήφθηκε υπόψη ως ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν το Ανώτατο Δικαστήριο να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στον εφεσίβλητο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βασίλη Βασιλείου
(2003)2 ΑΑΔ 21 το Εφετείο έκρινε ότι το γεγονός της απεξάρτησης του εφεσείοντα σε συνδυασμό με άλλα περιστατικά του, περιλαμβανομένου του ότι ήταν πατέρας 4 ανήλικων τέκνων, δικαιολογούσαν την αναστολή των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις τρεις κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε. Στην υπόθεση Γιάννης Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου. Το Εφετείο ακύρωσε την επιβληθείσα ποινή μειώνοντάς την σε τέτοια έκταση ώστε ο εφεσείων να αποφυλακισθεί αμέσως. Κρίθηκε, πως το γεγονός, ότι ο εφεσείων με δική του θέληση ακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης με επιτυχία με αποτέλεσμα να αποβάλει πλήρως την κακή έξη χρήσης ναρκωτικών είχε καταλυτική σημασία για την επιμέτρηση της ποινής. Τέλος, στην υπόθεση Μάριος Π. Χαραλάμπους ν. Αστυνομία
(2005)2 ΑΑΔ 82 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 μηνών, 15 ημερών και 6 μηνών σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν, οι πρώτες δύο, σε κατοχή και, η τρίτη, σε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης σε τέτοια έκταση ώστε ο εφεσείων να αποφυλακισθεί αμέσως. Στην κρίση του Εφετείου βάρυναν, μεταξύ άλλων, η αυτόβουλη προσπάθεια του να επιτύχει την απεξάρτησή του με την βοήθεια ειδικών. Παρά το ότι μέχρι την έφεση δεν υπήρχε ενώπιον του Εφετείου στοιχείο επιτυχίας, εντούτοις, το Εφετείο έδωσε βαρύτητα στο ότι η προσπάθεια ήταν δύσκολη, αφού ο εφεσείων, ηλικίας 40 ετών, ήταν χρήστης από τα 18 του και η προσπάθεια για απεξάρτηση που είχε αρχίσει συνεχιζόταν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας ή άλλης φύσης. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 115,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Το υπόλοιπο ποσό των εξόδων της Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι το ποσό των Ευρώ 115,00 σεντ, θα καταβληθεί από την Δημοκρατία. Το συνολικό ποσό του προστίμου μαζί με το ποσό των Ευρώ 115,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.915,00 σεντ, θα πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο εντός 3 μηνών από σήμερα. Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Το όνομα του Κατηγορούμενου να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Η Αστυνομία να παραδώσει στον Κατηγορούμενο τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Η υποχρέωση του Κατηγορούμενου να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό παύει να έχει ισχύ από σήμερα. Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Κατοχή και Κάπνισμα Κάνναβης Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο