← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάσος Γιωργαλλής, Aρ. Υπόθεσης: 10010/13, 4/10/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάσος Γιωργαλλής, Aρ. Υπόθεσης: 10010/13, 4/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 10010/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Τάσος Γιωργαλλής Ημερομηνία: 4.10.17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Αντρέου) Για τον Κατηγορούμενο: κα Χ. Αργυρού και κα Ελ. Αντωνίου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - πρώτη κατηγορία - και της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε - δεύτερη κατηγορία. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 13.5.2011 και 1.6.2011 στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Αυγούλα Σταύρου και διέπραξε μέσα σε αυτή κακούργημα, δηλαδή, την κλοπή που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία - πρώτη κατηγορία - και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έκλεψε από την κατοικία της Αυγούλας Σταύρου 5 ξύλινες μεσόπορτες, ξύλινες πόρτες πάγκων κουζίνας και ερμαριών και πόμολα πόρτων όλα συνολικής αξίας Ευρώ 2.750,00 σεντ, περιουσία της πιο πάνω Αυγούλας Σταύρου - δεύτερη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ο Αστ 2926, Κλεόβουλος Κλεοβούλου, ΜΚ 1, ο Αστ 2760, Παναγιώτης Λιασίδης, ΜΚ 2, και η Αυγούλα Σταύρου, ΜΚ 3. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και στις δύο εναντίον του κατηγορίες και κατέθεσε ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Κάλεσε δε ως μάρτυρες Υπεράσπισης τον Ανδρέα Χαραλάμπους, ΜΥ 2, και τον Πανίκο Λεοντίου, ΜΥ 3. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 2926, Κλεόβουλος Κλεοβούλου. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς όπου και εξακολουθεί να υπηρετεί μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενο της την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε και την γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 8.6.
  2. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Από το εδώλιο του μάρτυρα ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την γραπτή κατάθεση - Τεκμήριο
  4. Στο Τεκμήριο 1 ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 8.6.11 και μεταξύ των ωρών 12:20-12:40 έκανε έρευνα στο ξυλουργείο του Κατηγορούμενου στο χωριό Κλαυδιά με την γραπτή του συγκατάθεση χωρίς, ωστόσο, να εντοπίσει οτιδήποτε το σχετικό με την παρούσα υπόθεση. Την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σαφής. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και περιορίσθηκε σε περιγραφή των ενεργειών στις οποίες ο μάρτυρας προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω τα όσα ο μάρτυρας υποστήριξε περιλαμβανομένου του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 είναι αποδεκτά και αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 1 είναι η γραπτή κατάθεση του μάρτυρα και το Τεκμήριο 2 η γραπτή κατάθεση που ο μάρτυρας έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 2760, Παναγιώτης Λιασίδης. Ο μάρτυρας είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενο της την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  5. Στο Τεκμήριο 3 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 3.6.11 και μεταξύ των ωρών 19:20-20:30 ο μάρτυρας έλαβε γραπτώς την καταγγελία της Αυγούλας Σταύρου σχετικά με την διάρρηξη της ανεγειρόμενης εξοχικής της κατοικίας στην Πενταλιά. Λίγη ώρα προηγουμένως έκανε επιτόπια εξέταση στην σκηνή χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε ίχνη παραβίασης. Τα πράγματα, όμως, που του είχε καταγγείλει η παραπονούμενη ως κλαπέντα απουσίαζαν από την προαναφερόμενη κατοικία. Στις 9.6.11 και ώρα 08:10 στην ΑΔΕ Πάφου ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, τα ακόλουθα έγγραφα: την γραπτή κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη, Αυγούλα Σταύρου, ΜΚ 3, στις 3.6.11 - Τεκμήριο 4 συμπληρωματική γραπτή κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη, Αυγούλα Σταύρου, ΜΚ 3, στις 19.6.11 - Τεκμήριο 5 φωτοαντίγραφο της γραπτής συμφωνίας για εκτέλεση εργασιών μεταξύ της ΜΚ 3 και του Κατηγορούμενου - Τεκμήριο 6 φωτοαντίγραφα 2 αποδείξεων είσπραξης με αριθμούς 00376 και 01868 αποτυπωμένα σε μια κόλλα χαρτιού για τα αντίστοιχα ποσά των 2.000,00 και 1.000,00 Ευρώ - Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το Τεκμήριο 6 παραδόθηκε στον ίδιο από την ΜΚ
  7. Αναφορικά με το Τεκμήριο 7, αυτό, εξ' όσων ο μάρτυρας θυμόταν το είχε αποστείλει η ΜΚ 3 στον μάρτυρα με φαξ. Είναι αποδείξεις που εκδόθηκαν για χρήματα που η ΜΚ 3 πλήρωσε στον Κατηγορούμενο. Δεν γνωρίζει πώς οι δύο αποδείξεις εκτυπώθηκαν στην ίδια κόλλα χαρτιού. Στο στάδιο αυτό σημειώνεται ότι σύμφωνα με την ΜΚ 3 στον Κατηγορούμενο πληρώθηκε επιπλέον ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σαφής. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και περιορίσθηκε σε περιγραφή των ενεργειών στις οποίες ο μάρτυρας προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Προδήλως η γραπτή καταγγελία, όπως ο μάρτυρας την χαρακτήρισε, που έλαβε από την ΜΚ 3 είναι η πρώτη γραπτή κατάθεση της ΜΚ 3 - Τεκμήριο
  8. Το εν λόγω τεκμήριο φέρει ημερομηνία 3.6.11 και αναφέρει ότι λήφθηκε μεταξύ των ωρών 19:20 και 20:
  9. Τα ίδια αυτά στοιχεία αναφέρονται και στην γραπτή κατάθεση του μάρτυρα - Τεκμήριο 3 - αναφορικά με την γραπτή ως χαρακτηρίσθηκε από τον μάρτυρα ως ανωτέρω υποδείχθηκε καταγγελία της ΜΚ
  10. Υπό το φως όλων των πιο πάνω τα όσα ο μάρτυρας υποστήριξε περιλαμβανομένου του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3 είναι αποδεκτά και αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Δέχομαι, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι τα Τεκμήρια 4 και 5 είναι η πρώτη γραπτή κατάθεση και η συμπληρωματική κατάθεση που λήφθηκε από τον μάρτυρα από την ΜΚ 3 αντίστοιχα. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 6 είναι φωτοαντίγραφο της γραπτής συμφωνίας μεταξύ της ΜΚ 3 και του Κατηγορούμενου για εκτέλεση εργασιών στην κατοικία της ΜΚ 3 στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου και ότι οι αποδείξεις με αριθμούς 00376 και 01868 - Τεκμήριο 7 - αφορούν σε πληρωμές που έγιναν από την παραπονούμενη προς τον Κατηγορούμενο για την εκτέλεση εργασιών από τον τελευταίο. Αναφορικά με τα δύο τελευταία τεκμήρια οι ισχυρισμοί του μάρτυρα επιβεβαιώθηκαν από την διά ζώσης μαρτυρία της παραπονούμενης. Τρίτη μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η Αυγούλα Σταύρου, από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη». Η παραπονούμενη κατάγεται από το χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου και διαμένει στην Λευκωσία. Αναγνώρισε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία - Τεκμήρια 4 και 5 - ως τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία σχετικά με την παρούσα υπόθεση καθώς και τις υπογραφές που φαίνονται σε αυτές ως δικές της υπογραφές. Σύμφωνα με την παραπονούμενη οι εν λόγω καταθέσεις αντανακλούν την πραγματικότητα και την αλήθεια και υιοθέτησε το περιεχόμενό τους. Η παραπονούμενη αναγνώρισε τον Τάσο Γιωργαλλή αναφορά στον οποίο κάνει στις γραπτές της καταθέσεις - Τεκμήρια 4 και 5 - ως τον Κατηγορούμενο υποδεικνύοντάς τον από το εδώλιο του μάρτυρα. Στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - η παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ανήγειρε κατοικία στο χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου. Τα «πελεκανιά» της κατοικίας τα ανέθεσε στον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι από το χωριό Κλαυδιά της επαρχίας Λάρνακας δυνάμει συμφωνίας. Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία ο Κατηγορούμενος θα κατασκεύαζε τους πάγκους της κουζίνας, τις μεσόπορτες, τα ερμάρια του υπνοδωματίου και του μπάνιου και 1 ξύλινη εξωτερική πόρτα. Το συμφωνηθέν ποσό ήταν Ευρώ 5.000,00 σεντ. Στις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της παραπονούμενης στην Πενταλιά για να τοποθετήσει όλες τις συμφωνηθείσες κατασκευές. Μαζί του ήταν και ένας υπάλληλός του αλλοδαπός. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη και τον εκλιπόντα σύζυγό της, Κυριάκο Κυριάκου, πληρωμή Ευρώ 1.000,00 σεντ προς πλήρη εξόφληση. Μέχρι τότε η παραπονούμενη και ο σύζυγός της είχαν πληρώσει στον Κατηγορούμενο το ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ. Η παραπονούμενη είπε στον Κατηγορούμενο ότι θα του πλήρωνε τα Ευρώ 1.000,00 σεντ αφού πρώτα ο Κατηγορούμενος έφτιαχνε μια πόρτα ερμαριού μεγάλη και δύο πόρτες πάγκου κουζίνας καθότι στις γωνιές οι εν λόγω πόρτες ήταν λίγο σπασμένες. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και είπε στην παραπονούμενη να αποταθεί σε άλλο πελεκάνο γιατί αυτός είχε ολοκληρώσει την εργασία του. Ταυτόχρονα πήρε μαζί του την πόρτα του ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας και έφυγε. Μετά από αυτό η παραπονούμενη και ο σύζυγός της κλείδωσαν τις πόρτες και τα παράθυρα και έφυγαν και αυτοί. Την 1.6.11 και περί ώρα 13:30 ο σύζυγος της παραπονούμενης μετέβη στην κατοικία της παραπονούμενης στην Πενταλιά. Όταν άνοιξε την πόρτα διαπίστωσε ότι απουσίαζαν οι 5 μεσόπορτες, όλες οι πόρτες των πάγκων της κουζίνας και όλες οι πόρτες των ερμαριών των υπνοδωματίων. Στα υπνοδωμάτια πάνω σε κάθε πόρτα ερμαριού υπήρχε και ένας καθρέφτης από μέσα. Η αξία των κλαπέντων ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 2.500,00 σεντ σύμφωνα με τις γνώσεις της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη διαπίστωσε και η ίδια όλα τα πιο πάνω στις 3.6.
  11. Την 1.6.11 και αμέσως μετά που ο σύζυγός της διαπίστωσε την κλοπή αυτός τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο ρωτώντας τον αν γνώριζε κάτι σχετικό με την κλοπή. Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι τα πιο πάνω αντικείμενα που απουσίαζαν από το σπίτι τα είχε πάρει ο ίδιος για τα χρήματα που του χρωστούσαν η παραπονούμενη και ο σύζυγός της. Ακολούθως του τηλεφώνησε και η παραπονούμενη στον αριθμό τηλεφώνου 99 531201 και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε και σε αυτήν ότι εκείνος ήταν που είχε κλέψει τα πιο πάνω αντικείμενα για τα χρήματα που του χρωστούσαν η παραπονούμενη και ο σύζυγός της και ότι ζητούσε Ευρώ 2.300,00 σεντ για να τα επανατοποθετήσει όπως ήταν σπασμένα-γερά. Μεταξύ των κλαπέντων ήταν και τα πόμολα των πόρτων τα οποία βρίσκονταν πάνω στις πόρτες που είχε κλέψει ο Κατηγορούμενος αξίας Ευρώ 250,00 σεντ τα οποία είχαν αγοράσει η παραπονούμενη και ο σύζυγός της. Στην συμπληρωματική της κατάθεση ημερομηνίας 19.6.11 - Τεκμήριο 5 - η παραπονούμενη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε κλειδί της κατοικίας. Στην αρχή δε που στην κατοικία δεν είχαν ακόμα τοποθετηθεί πόρτες ο Κατηγορούμενος μετέβαινε μόνος του στην κατοικία και εργαζόταν. Όταν, όμως, τοποθετήθηκαν πόρτες και το σπίτι κλειδωνόταν μετέβαιναν στην κατοικία η παραπονούμενη και ο σύζυγός της και άνοιγαν στον Κατηγορούμενο για να εργασθεί. Όταν τελείωνε ο Κατηγορούμενος από την εργασία του και έφευγε έφευγαν και η παραπονούμενη μαζί με τον σύζυγό της αφού πρώτα κλείδωναν την κατοικία. Όταν ο Κατηγορούμενος πήρε μαζί του την πόρτα του ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας οι οποίες ήταν ελαττωματικές τόνισε στην παραπονούμενη ότι είχε ολοκληρώσει την εργασία του και ότι δεν θα ερχόταν ξανά. Της είπε, επίσης, να αποταθεί σε άλλο ξυλουργό. Στον σύζυγό της είπε να τον πληρώσουν αλλά ο σύζυγος της παραπονούμενης αρνήθηκε. Κατά την κυρίως εξέτασή της η παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Πριν την επίδικη συνεργασία και συγκεκριμένα πριν από πολλά χρόνια η παραπονούμενη είχε συνεργασθεί ξανά με τον Κατηγορούμενο. Η εν λόγω συνεργασία αφορούσε στην εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών από τον Κατηγορούμενο για το σπίτι της στην Λευκωσία. Από την συνεργασία αυτή δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά εξ' ου και η παραπονούμενη μαζί με τον εκλιπόντα σύζυγό της, Κυριάκο Κυριάκου, ανέθεσαν στον Κατηγορούμενο την εργασία που αφορά στην παρούσα υπόθεση. Η παραπονούμενη αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το έγγραφο που αντανακλά την συμφωνία που αφορά στην παρούσα υπόθεση μεταξύ της ιδίας και του Κατηγορούμενου. Αναγνώρισε, επίσης, τις δύο αποδείξεις που φαίνονται στο Τεκμήριο
  12. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε το κλειδί της κατοικίας καθότι αυτό ουδέποτε είχε δοθεί στον Κατηγορούμενο είτε από την παραπονούμενη, είτε από τον εκλιπόντα σύζυγό της. Μάλιστα, φεύγοντας και κλειδώνοντας την κατοικία στις 13.5.11 είχαν αφήσει πάνω στην κλειδαριά της κύριας εισόδου το κλειδί σε οριζόντια θέση ώστε σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος είχε αντικλείδι να μην μπορούσε να εισέλθει εντός της κατοικίας. Την ημέρα δε εκείνη έφυγαν από το υπόγειο χρησιμοποιώντας την εσωτερική σκάλα. Είχαν, επίσης, κλειδώσει και τις υπόλοιπες πόρτες της κατοικίας. Επίσης, την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην παράκληση της παραπονούμενης να αντικαταστήσει τα ελαττωματικά αντικείμενα, ήτοι την μεγάλη πόρτα ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας, με άλλα μη ελαττωματικά προτού τον ξοφλήσει. Τα αφαίρεσε αφού τα είχε εφαρμόσει και φεύγοντας τα πήρε μαζί του. Είπε, επίσης, στην παραπονούμενη και τον σύζυγό της ότι είχε τελειώσει την εργασία του. Τους ζήτησε να τον ξοφλήσουν και τους είπε να αποταθούν σε άλλο πελεκάνο και έφυγε. Την ημέρα που ο σύζυγος της παραπονούμενης διαπίστωσε την κλοπή των κατασκευών αυτός είχε εισέλθει εντός της κατοικίας από την ίδια πόρτα, ήτοι από το υπόγειο χρησιμοποιώντας την προαναφερόμενη σκάλα. Εκτός από την κλοπή των κατασκευών την ημέρα εκείνη ο σύζυγος της παραπονούμενης διαπίστωσε, επίσης, ότι το κλειδί που είχαν αφήσει στις 13.5.11 στην εισδοχή της κλειδαριάς στην πόρτα της κύριας εισόδου σε οριζόντια θέση δεν υπήρχε στην εισδοχή. Η Αστυνομία δε εξ' όσων ο σύζυγος της παραπονούμενης την είχε πληροφορήσει κατά την επιτόπια έρευνά της διαπίστωσε αποτύπωμα ανοικτής παλάμης πάνω στο γυαλί της περσιανόπορτας η οποία ήταν κλειστή και κλειδωμένη/ασφαλισμένη. Σύμφωνα με την παραπονούμενη ο Κατηγορούμενος πρέπει να εισήλθε εντός της κατοικίας από την περσιανόπορτα αυτή ξεκλειδώνοντάς την. Αφού μπήκε μέσα στην κατοικία στην συνέχεια την έκλεισε και την ασφάλισε. Εξήλθε δε της κατοικίας από την πόρτα της κύριας εισόδου. Φεύγοντας πήρε μαζί του και το κλειδί αφού ο σύζυγός της δεν το είχε βρει. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η επίδικη κατοικία ήταν υπό ανέγερση. Ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε όλες τις πόρτες των ερμαριών των 3 υπνοδωματίων, όλες τις πόρτες των ερμαριών των πάγκων της κουζίνας και όλες τις μεσόπορτες που στο σύνολο ήταν πέντε. Οι πιο πάνω κατασκευές ενέπιπταν στην συμφωνία. Η αξία των πιο πάνω κατασκευών ανέρχονταν στο ποσό των Ευρώ 2.500,00 σεντ. Επίσης, πήρε και τα πόμολα που υπήρχαν πάνω στις πόρτες τα οποία είχε αγοράσει η παραπονούμενη μαζί με τον σύζυγό της στην συνολική τιμή των Ευρώ 250,00 σεντ και τα οποία είχαν δώσει στον Κατηγορούμενο για να τα τοποθετήσει πάνω στις πόρτες. Στην συμφωνία περιλαμβανόταν και ένα ερμάρι μπάνιου το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν αφαίρεσε. Επίσης, ο Κατηγορούμενος δεν αφαίρεσε την ξύλινη εξωτερική πόρτα, που στην πραγματικότητα δεν ήταν εξωτερική, ως η παραπονούμενη διασαφήνισε, αλλά εσωτερική πόρτα η οποία οδηγεί στο υπόγειο. Η εν λόγω πόρτα ήταν κλειδωμένη γι' αυτό και ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να την βγάλει. Επίσης, δεν έβγαλε τους σκελετούς των πόρτων των ερμαριών των υπνοδωματίων και των πάγκων της κουζίνας τους οποίους, επίσης, κατασκεύασε ο ίδιος. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της πριν τις 13.5.11 είχαν πληρώσει στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ από το συμφωνηθέν ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ. Ο Κατηγορούμενος εξ' όσων ο σύζυγός της την είχε πληροφορήσει ενοχλούσε τον σύζυγό της μέσω τηλεφώνου. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος εκστόμιζε στον σύζυγο της παραπονούμενης απειλές του τύπου ότι θα τον έκανε κομμάτια, ότι θα τον έριχνε στην θάλασσα και θα τον έτρωγαν τα ψάρια. Κατόπιν τούτου ο σύζυγος της παραπονούμενης προέβη σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Η Αστυνομία Λακατάμιας επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο και συνέστησε στον Κατηγορούμενο παρατηρώντας τον να σταματήσει να ενοχλεί τον σύζυγό της. Κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι αυτό η παραπονούμενη το πληροφορήθηκε από τον σύζυγό της ο οποίος το πληροφορήθηκε από την Αστυνομία. Επίσης, κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι για πόσο χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος ενοχλούσε τον σύζυγό της δεν γνώριζε. Η παραπονούμενη κατέθεσε χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση έγγραφο που φέρει τίτλο «ΒΕΒΑΙΩΣΗ Υποβολής παραπόνου/καταγγελίας» ημερομηνίας 4.7.
  13. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  14. Αυτό υπογράφεται εκ μέρους του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και απευθύνεται στον Γενικό Διευθυντή της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Κυριάκου υπέβαλε στις 4.7.12 στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας παράπονο περί ενοχλητικών τηλεφωνημάτων τα οποία δεχόταν στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 99-576863 και στο σταθερό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης 22-
  15. Ζητούνταν δε όπως τα δύο πιο πάνω τηλέφωνα παρακολουθηθούν σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και το αποτέλεσμα της παρακολούθησης γνωστοποιηθεί στον Αστυνομικό Διευθυντή Επαρχίας Λευκωσίας για προσοχή του ανακριτή που υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Η παραπονούμενη κατέθεσε, επίσης, χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση επιστολή της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ημερομηνίας 6.7.12 η οποία απευθύνεται προς τον Κυριάκο Κυριάκου. Η εν λόγω επιστολή σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  16. Ο σύζυγός της είχε αποταθεί στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ζητώντας παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων του. Δηλώθηκαν από κοινού τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η παραπονούμενη κίνησε την πολιτική αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 2123/12 εναντίον της Τ & Μ (Μεταποίησις) Χυλού Λτδ από τα Κλαυδιά της Λάρνακας για το ποσό των Ευρώ 1.888,00 σεντ σε σχέση με ποσό που αναγκάσθηκε να πληρώσει σε τρίτο πρόσωπο για να καλύψει τις απώλειες οι οποίες προέκυψαν στην επίδικη κατοικία που αφορά στην υπόθεση υπόθεση. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με απόφασή του που εκδόθηκε στις 23.9.12 επιδίκασε το πιο πάνω ποσό πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 14.6.12 μέχρι εξόφλησης πλέον Ευρώ 544,00 σεντ έξοδα της αγωγής πλέον τόκο προς 5,5% από τις 14.4.12 μέχρι εξόφλησης πλέον Ευρώ 13,00 σεντ έξοδα επίδοσης. Ο Κατηγορούμενος είναι ένας εκ των Διευθυντών της προαναφερόμενης εταιρείας. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης εταιρείας η οποία παρέλειψε να εμφανισθεί στην διαδικασία. Ο Κατηγορούμενος κατέβαλε τα πιο πάνω επιδικασθέντα ποσά στην παραπονούμενη και συμμορφώθηκε πλήρως με την προαναφερθείσα Δικαστική απόφαση. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε είχε το κλειδί της κατοικίας και ουδέποτε έδωσαν είτε η ίδια είτε ο σύζυγός της στον Κατηγορούμενο τα κλειδιά της κατοικίας. Για να μπορεί ο Κατηγορούμενος να εισέρχεται εντός της κατοικίας και να εκτελεί τις όποιες εργασίες έπρεπε να εκτελέσει μετέβαιναν η παραπονούμενη και ο σύζυγός της από την Λευκωσία στην Πενταλιά και του άνοιγαν. Ο Κατηγορούμενος διεκπεραίωνε την εργασία του και ακολούθως έφευγε. Στην συνέχεια έφευγαν και η παραπονούμενη μαζί με τον σύζυγό της και κλείδωναν την κατοικία. Δεν ήταν, όμως, πολλές οι φορές που συνέβη αυτό. Η προσφορά - Τεκμήριο 6 - είχε παραδοθεί στον σύζυγό της από τον Κατηγορούμενο. Κατά την παράδοση του Τεκμηρίου 6 στον σύζυγό της παρούσα πρέπει να ήταν και η ίδια αφού πάντα ήταν μαζί με τον σύζυγό της. Η προηγούμενη συνεργασία με τον Κατηγορούμενο έλαβε χώρα πριν από 20 χρόνια όταν κτιζόταν το σπίτι της στην Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος τους έκανε τις εργασίες και η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του είχαν καταβάλει πλήρως την αμοιβή του και τον είχαν ξοφλήσει. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα ή διαφορά από την πιο πάνω συνεργασία. Στις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος πήρε την πόρτα ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας χωρίς η παραπονούμενη και ο σύζυγός της να γνωρίζουν τι θα τις έκανε ο Κατηγορούμενος. Επίσης, δεν τον ρώτησαν τι θα έκανε με τις πιο πάνω κατασκευές γιατί ο Κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος και δεν μπορούσαν να του μιλήσουν. Μπήκε αμέσως στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Διαισθάνθηκαν, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα τις έφερνε πίσω. Την ημέρα εκείνη και αφότου έφυγε ο Κατηγορούμενος η παραπονούμενη και ο σύζυγός της τοποθέτησαν το κλειδί στην εισδοχή της κλειδαριάς στην πόρτα της κυρίας εισόδου σε οριζόντια θέση γιατί φοβήθηκαν, αφενός, ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να είχε βγάλει αντικλείδι τις ημέρες που εργάσθηκε μέσα στο σπίτι, αφετέρου, γιατί μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επισκεφθεί την κατοικία. Μεταξύ 13.5.11 και 1.6.11 ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον σύζυγο της παραπονούμενης λέγοντας του να μεταβεί στην Λάρνακα για να πάρει τις κατασκευές που είχε αφαιρέσει και να τις εφαρμόσει ο ίδιος. Ο σύζυγος της παραπονούμενης είπε στον Κατηγορούμενο ότι δεν ήταν πελεκάνος για να κάνει κάτι τέτοιο και τότε ο Κατηγορούμενος του είπε «θα πάω να τα κάψω όλα και θα του σπάσω όλα». Μετά την διαπίστωση της κλοπής την 1.6.11 ο σύζυγος της παραπονούμενης τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο αναφέροντας του ότι έλειπαν από την κατοικία οι κατασκευές που ο σύζυγος της παραπονούμενης την ημέρα εκείνη είχε διαπιστώσει ότι έλειπαν. Ανέφερε, επίσης, στον Κατηγορούμενο ότι έλειπε και το κλειδί που είχε αφεθεί σε οριζόντια θέση στην εισδοχή της κλειδαριάς στην πόρτα της κυρίας εισόδου. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στον σύζυγο της παραπονούμενης ότι είχε πάρει τα αντικείμενα που έλειπαν από την κατοικία και ο σύζυγος της παραπονούμενης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να τα φέρει πίσω και να τα επανατοποθετήσει διαφορετικά θα τον έπαιρνε στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος, τότε, είπε στον σύζυγο της παραπονούμενης να πάει και στον Άρειο Πάγο αν ήθελε. Επίσης, όποτε ο σύζυγος της παραπονούμενης τηλεφωνούσε στον Κατηγορούμενο ο τελευταίος ζητούσε την καταβολή ποσού Ευρώ 2.500,00 σεντ για να επανατοποθετήσει τις κατασκευές. Του είπε, επίσης, να πάει στην Λάρνακα να τις πάρει και να τις επανατοποθετήσει ο ίδιος διαφορετικά «θα τις κατακόψω». Εκστόμισε και πάλι στον σύζυγο της παραπονούμενης φράσεις του τύπου «θα σου τα κάνω όλα κομμάτια μέσα στο σπίτι», «θα πάω να τα κάψω όλα», «θα σου τα σπάσω όλα». Για τα πιο πάνω ο σύζυγος της παραπονούμενης ενημέρωσε και την τελευταία όπως και για το ότι η κατοικία την 1.6.11 ήταν κλειδωμένη και τα παράθυρα σφραγισμένα. Την ενημέρωσε, επίσης, και για το αποτύπωμα της παλάμης που φαινόταν πάνω στο γυαλί της περσιανόπορτας. Το αποτύπωμα παλάμης το διαπίστωσε και η ίδια η παραπονούμενη όταν επισκέφθηκε προσωπικά την κατοικία. Κατά την επίσκεψη εκείνη η ίδια, επίσης, διαπίστωσε ότι η περσιανόπορτα ήταν κλειδωμένη/ασφαλισμένη. Όπως κλειδωμένη/ασφαλισμένη την άφησαν όταν αυτή και ο σύζυγός της έφυγαν από την κατοικία μετά από το επεισόδιο της 13.5.
  17. Προδήλως, σύμφωνα με την παραπονούμενη, την ασφάλισε εκ νέου ο Κατηγορούμενος πριν εξέλθει της κατοικίας και φύγει. Η περσιανόπορτα ανοίγει πολύ εύκολα όταν κάποιος την ψηλώσει προς τα πάνω ακόμα και όταν είναι κλειδωμένη/ασφαλισμένη. Ακολούθως η παραπονούμενη και ο σύζυγός της προέβησαν σε καταγγελία στην Αστυνομία. Κατά την επίσκεψη της Αστυνομίας στην κατοικία παρούσα ήταν εκτός από τον σύζυγό της και η παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος ήταν που έκλεψε τα αντικείμενα, αφού, αφενός, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι τα πήρε, αφετέρου, γιατί πλήρωσε τα ποσά που επιδίκασε το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση με αριθμό 2123/
  18. Ασφαλώς και δεν είχε γνώση η παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος θα μετέβαινε στην κατοικία για να πάρει τις κατασκευές που τους είχε κάνει. Και ούτε βεβαίως του συνέστησαν είτε αυτή είτε ο σύζυγος της να πάει στην κατοικία τους και να πάρει τις κατασκευές που τους είχε κάνει επειδή θα έβρισκαν άλλο πελεκάνο. Η Υπεράσπιση υπέβαλε τις ακολουθες θέσεις στην παραπονούμενη: η παραπονούμενη είχε δώσει το κλειδί της κατοικίας στον σύζυγο της αδελφής της, τον Αντρέα, ο οποίος είχε την διπλανή κατοικία, για να το δώσει στον Κατηγορούμενο ώστε αυτός να εισέρχεται εντός της κατοικίας και να εργάζεται. Ο Κατηγορούμενος ερχόταν στην Πενταλιά και εργαζόταν και στις δύο κατοικίες οι οποίες ήταν δίπλα η μια από την άλλη. Η παραπονούμενη αρνήθηκε σθεναρά την θέση ότι η ίδια έπραξε κάτι τέτοιο και επέμεινε στην εκδοχή της ότι όποτε χρειάσθηκε ο Κατηγορούμενος να εισέλθει εντός της κατοικίας για σκοπούς εργασίας μετέβαιναν η ίδια μαζί με τον σύζυγό της στην κατοικία στην Πενταλιά και του άνοιγαν. Έμεναν δε εκεί μέχρι ο Κατηγορούμενος να τελειώσει με την εργασία του από την προηγούμενη δοσοληψία με τον Κατηγορούμενο είχε παραμείνει υπόλοιπο. Επίσης, το Τεκμήριο 6 δεν είχε δοθεί αρχικά στον σύζυγο της παραπονούμενης, ούτε και στην ίδια, αλλά στον σύζυγο της Ανθής που είναι ένα εκ των δύο προσώπων το όνομα των οποίων αναφέρεται στο Τεκμήριο
  19. Και ότι ο λόγος που έγινε αυτό ήταν γιατί ένεκα της πιο πάνω οικονομικής εκκρεμότητας ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να έρθει σε επαφή μαζί με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε σθεναρά την πιο πάνω θέση. Υποστήριξε, επίσης, ότι αν υπήρχε υπόλοιπο από την προηγούμενη συνεργασία τους ούτε οι ίδιοι θα αποτείνονταν ξανά στον Κατηγορούμενο, αλλά ούτε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος θα δεχόταν να αναλάβει να τους κάνει εργασίες για δεύτερη φορά ο Κατηγορούμενος πήρε τις κατασκευές που έκανε για την παραπονούμενη εν γνώσει και με την συγκατάθεση της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη αρνήθηκε σθεναρά την πιο πάνω θέση. Διερωτήθηκε δε φωναχτά λέγοντας ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να έλεγε του «κλέφτη» «πήγαινε, άνοιξε, κλέψε και φύγε». Η παραπονούμενη μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο πυρήνας της μαρτυρίας της ήταν στέρεος και η μαρτυρία της απέπνεε πειστικότητα. Ήταν θετική και σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ήταν, επίσης, αυθόρμητη και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις της. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο. Όπως, για παράδειγμα, η συμφωνία μεταξύ αυτής και του Κατηγορούμενου για εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών στην κατοικία της στο χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας όπως αυτό καταμαρτυρείται από το Τεκμήριο 6, το συμφωνηθέν ποσό για το κόστος των εργασιών καθώς και το ποσό που καταβλήθηκε από την παραπονούμενη προς τον Κατηγορούμενο. Αναντίλεκτοι παρέμειναν και ισχυρισμοί της παραπονούμενης οι οποίοι άπτονται και άλλων ουσιωδών γεγονότων αναφορά στους οποίους γίνεται πιο κάτω. Επίσης, αρκετοί ισχυρισμοί που ο Κατηγορούμενος πρόβαλε στην μαρτυρία του δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση. Για παράδειγμα ήταν η θέση της παραπονούμενης, ως υποδείχθηκε, ότι στις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος θύμωσε τόσο πολύ με την παράκληση της όπως ο Κατηγορούμενος αντικαταστήσει τις κατασκευές που παρουσίαζαν ελαττώματα, ήτοι μια πόρτα ερμαριού μεγάλη και 2 πόρτες πάγκου κουζίνας, που ο Κατηγορούμενος τις έβγαλε, αφού προηγουμένως τις εφάρμοσε, τις πήρε μαζί του και έφυγε. Ουδέποτε τις αντικατέστησε. Μάλιστα, είπε στην παραπονούμενη να αποταθεί σε άλλο πελεκάνο γιατί είχε ολοκληρώσει την εργασία του και ζήτησε να ξοφληθεί. Ο Κατηγορούμενος, όμως, άλλα ισχυρίσθηκε στην διά ζώσης μαρτυρία του. Ήταν η θέση του ότι συμμορφώθηκε αμέσως με την πιο πάνω παράκληση της παραπονούμενης αντικαθιστώντας τις ελαττωματικές κατασκευές με άλλες καινούργιες. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι την ημέρα που προέβη στην εφαρμογή των νέων κατασκευών η παραπονούμενη εξέφρασε παράπονο - το δεύτερο κατά σειρά - για άλλες δύο πόρτες. Και ότι ήταν εκείνη την φορά που δεν έπραξε κατ' απαίτηση της παραπονούμενης για τους λόγους που ανέφερε στην μαρτυρία του. Οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση ώστε και η παραπονούμενη εις απάντηση να δώσει τις δικές της θέσεις. Τουναντίον, οι εν γένει θέσεις της παραπονούμενης επί του προκειμένου ζητήματος δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Τα πιο πάνω κρίνω πως είναι ικανά να κλονίσουν και να διασαλεύσουν τις ανωτέρω υποδειχθείσες θέσεις του Κατηγορούμενου. Ενόψει δε της καλής εντύπωσης που μου έκανε η παραπονούμενη ως μάρτυρας της αλήθειας δέχομαι την υπό αυτής επί του προκειμένου προβληθείσα εκδοχή. Επομένως, δεν δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος αντικατέστησε τις ελαττωματικές πόρτες με άλλες μη ελαττωματικές κατά παράκληση της παραπονούμενης και ότι στην συνέχεια η παραπονούμενη εξέφρασε παράπονο για άλλες πόρτες. Δέχομαι, επίσης, όσα η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε ότι έλαβαν χώρα στην συνέχεια και που ανέφερε στην μαρτυρία της. Ήτοι την αντίδραση του συζύγου της, την τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ αυτού και του Κατηγορούμενου και το τι διαμείφθηκε μεταξύ των δύο. Δεν θεωρώ ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα στην παραπονούμενη και σύζυγό του αναφορικά με την στάση που επέδειξε ο Κατηγορούμενος στην παράκληση του συζύγου της να προβεί στην επανατοποθέτηση των κατασκευών που είχε αφαιρέσει στις 13.5.11 και τις απειλές που εκστόμισε εναντίον του. Άλλωστε, οι εχθρικές διαθέσεις του Κατηγορούμενου οι οποίες τείνουν να επιβεβαιώσουν την εκστόμιση των απειλών στον σύζυγο της παραπονούμενης διαφάνηκαν στην συνέχεια έμπρακτα με την είσοδο πλέον του Κατηγορούμενου εντός της κατοικίας και την αφαίρεση των υπόλοιπων κατασκευών. Τα όσα δε ο Κατηγορούμενος με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι ακολούθησαν μετά την υποτιθέμενη άρνηση του να συμμορφωθεί με την υποτιθέμενη δεύτερη απαίτηση της παραπονούμενης δεν είναι αποδεκτά. Και συγκεκριμένα ότι επειδή είχε ως έδρα των εργασιών του την Λάρνακα και η αλλαγή θα τον επιβάρυνε τόσο οικονομικά όσο και σωματικά εισηγήθηκε στην παραπονούμενη και τον σύζυγό της όπως αφαιρεθεί από αυτά που του χρωστούσαν ένα ποσό και εξεύρουν άλλο ξυλουργό για να τους ολοκληρώσει την εργασία. Σε περίπτωση, όμως, που αρνούνταν την πιο πάνω πρόταση θα έπρεπε να τον ξοφλήσουν για να τελειώσει την δουλειά. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπαιρνε τα πράγματα που τους είχε τοποθετήσει και που αντιστοιχούσαν στο ποσό που του όφειλαν και θα έφευγε. Η παραπονούμενη ήταν ρητή και κατηγορηματική στην μαρτυρία της ότι ο Κατηγορούμενος χωρίς πολλή συζήτηση έβγαλε τις κατασκευές για τις οποίες η παραπονούμενη είχε κάνει παράπονο, πληροφόρησε την παραπονούμενη και τον σύζυγό της ότι είχε τελειώσει με την εργασία του και ζήτησε να ξοφληθεί. Ακολούθως έφυγε από την κατοικία θυμωμένος σε βαθμό που η παραπονούμενη και ο σύζυγός της να μην μπορούν να του μιλήσουν. Αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι οι πιο πάνω κατασκευές ήταν σπασμένες στις γωνιές. Ο οποίος και πάλι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Και όχι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι οι εν λόγω κατασκευές παρουσίαζαν μόνο εργοστασιακό πρόβλημα και συγκεκριμένα ότι στις πόρτες οι οποίες ήταν από μελαμίνη φαινόταν μια γραμμή σκούρου χρώματος. Συναφώς τέτοια θέση και πάλι δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση. Αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος σε μεταγενέστερο στάδιο έβγαλε όλες τις κατασκευές που είχε εφαρμόσει στην κατοικία της παραπονούμενης εκτός από τους σκελετούς, το ερμάρι του μπάνιου και την εσωτερική πόρτα που οδηγεί στο υπόγειο. Συγκεκριμένα αφαίρεσε όλες τις πόρτες των ερμαριών των 3 υπνοδωματίων, όλες τις πόρτες των ερμαριών των πάγκων της κουζίνας και όλες τις μεσόπορτες που στο σύνολο ήταν πέντε. Και που η κατασκευή τους ενέπιπτε στην συμφωνία. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της παραπονούμενης και πάλι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Και συναφώς δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι οι πιο πάνω κατασκευές αφαιρέθηκαν από τον σύζυγο της παραπονούμενης ο οποίος ήταν ο πρώτος σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονούμενης που διαπίστωσε την αφαίρεση τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν βεβαίως νοσηρό. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην ίδια ότι είχε αφαιρέσει τις πιο πάνω κατασκευές. Ενόψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε η παραπονούμενη δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος προέβη στην πιο πάνω δήλωση σε αυτήν. Κρίνω, επίσης, ασφαλές να δεχθώ την αλήθεια της παραδοχής του Κατηγορούμενου παρά το ότι αυτή συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία. Αφού αυτή πρωτίστως επιβεβαιώνεται από την στάση της Υπεράσπισης η οποία ως ανωτέρω υποδείχθηκε δεν αμφισβήτησε ότι ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε τις κατασκευές εκείνες που η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αφαιρέσει αλλά και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ο οποίος αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι από την επίδικη κατοικία αφαίρεσε τα πιο πάνω αντικείμενα. Επίσης, η λογική υπαγορεύει ότι αν η πιο πάνω δήλωση δεν ήταν αληθινή ο Κατηγορούμενος δεν θα προέβαινε σε αυτήν. Από την μαρτυρία της παραπονούμενης δέχομαι, επίσης, ότι εκτός από τις πιο πάνω κατασκευές ο Κατηγορούμενος πήρε από την κατοικία της παραπονούμενης και τα πόμολα των πόρτων. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι αφαίρεσε από τις πόρτες τα πόμολα και τα άφησε εντός της κατοικίας δεν με πείθει και για τον λόγο αυτό δεν είναι αποδεκτός. Αποδεκτά είναι και τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε σε σχέση με τις ενέργειες του συζύγου της καθώς και τα όσα κατά τις υπό αυτής ισχυριζόμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες διαμείφθηκαν μεταξύ του συζύγου της και του Κατηγορούμενου μετά την 1.6.
  20. Δεν θεωρώ ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης είχε λόγο να πληροφορήσει αναληθώς την παραπονούμενη και σύζυγό του αναφορικά με τα πιο πάνω. Από την μαρτυρία δε της παραπονούμενης προκύπτει με ενάργεια ότι η στάση και των δυο απέναντι στην στάση που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν η ίδια. Σύμφωνα, επίσης, με την παραπονούμενη ο σύζυγός της αισθάνθηκε μεγάλη πικρία από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Η Υπεράσπιση εστίασε στο ότι η είσοδος του Κατηγορούμενου εντός της κατοικίας έγινε νόμιμα αφού έγινε εν γνώσει και με την συναίνεση της παραπονούμενης. Η είσοδος δε εντός της κατοικίας επιτεύχθηκε σύμφωνα με την Υπεράσπιση με την χρήση του κλειδιού της κατοικίας το οποίο ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και πάλι εν γνώσει και με την συναίνεση της παραπονούμενης. Η αφαίρεση των κατασκευών ήταν, επίσης, νόμιμη και δεν συνιστούσε κλοπή σύμφωνα με την Υπεράσπιση αφού και αυτή έγινε εν γνώσει και με την συναίνεση της παραπονούμενης. Η εκδοχή δε του Κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη. Αφότου ο Κατηγορούμενος στις 13.5.11 έφυγε από την επίδικη κατοικία αναφέροντας στην παραπονούμενη όλα όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν ότι τους είχε αναφέρει λίγες ημέρες μετά τηλεφώνησε στον σύζυγο της παραπονούμενης προειδοποιώντας τον ξανά ότι αν δεν τον ξοφλούσαν θα έπαιρνε από την κατοικία πράγματα που αντιστοιχούσαν στο ποσό που του όφειλαν. Ο σύζυγος της παραπονούμενης είπε στον Κατηγορούμενο ότι δεν υπήρχε πρόβλημα καθότι είχε βρει άλλο ξυλουργό να τους τελειώσει την δουλειά και να τους επιδιορθώσει τα αντικείμενα που χρειάζονταν επιδιόρθωση. Τότε και εν γνώσει της παραπονούμενης και του συζύγου της και με την συναίνεσή τους ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην κατοικία στην Πενταλιά και πήρε πράγματα αξίας Ευρώ 2.200,00 σεντ. Ακολούθως επικοινώνησε με τον σύζυγο της παραπονούμενης αναφέροντάς του ότι είχε τρεις ημέρες για να αποφασίσει αν ήθελε τα πράγματα πίσω διαφορετικά ο Κατηγορούμενος θα τα χρησιμοποιούσε σε άλλες εργασίες. Ο σύζυγος της παραπονούμενης είπε στον Κατηγορούμενο ότι δεν υπήρχε πρόβλημα έτσι να πράξει. Μετά από δύο εβδομάδες ο σύζυγος της παραπονούμενης επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο ζητώντας του να τοποθετήσει τα πράγματα πίσω και να τον ξοφλήσει. Όταν ο Κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο της παραπονούμενης ότι αυτό θα κοστίσει Ευρώ 2.200,00 σεντ - Ευρώ 1.000,00 σεντ που ήταν το οφειλόμενο ποσό και Ευρώ 1.200,00 σεντ για αφαίρεση, μεταφορά και τοποθέτηση - ο σύζυγος της παραπονούμενης άλλαξε γνώμη. Απορρίπτω τις θέσεις της Υπεράσπισης καθώς και του Κατηγορούμενου και δέχομαι τις θέσεις της παραπονούμενης επί των πιο πάνω ζητημάτων. Η οποία ως και ανωτέρω υποδείχθηκε μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής. Και τις οποίες θέσεις διέπει, θα πρέπει να σημειωθεί, η λογική. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνονται τα ακόλουθα. Δεν θα ήταν λογικό μέχρι τότε η παραπονούμενη να είχε πληρώσει στον Κατηγορούμενο ποσό ύψους Ευρώ 4.000,00 σεντ από το συμφωνηθέν ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ και να δεχόταν ή να επέτρεπε στον Κατηγορούμενο να αφαιρέσει τις κατασκευές που ο Κατηγορούμενος είχε φτιάξει για εκείνη δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας και που είχε εφαρμόσει στην κατοικία της για να αναθέσει σε άλλο πελεκάνο από την αρχή την κατασκευή αυτών των κατασκευών και με τον τρόπο αυτό να επιφορτιστεί με επιπλέον έξοδα επιπρόσθετα αυτών που μέχρι τότε είχε καταβάλει στον Κατηγορούμενο. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου δεν συνάδει με τις θέσεις ενός λογικού ανθρώπου και η παραπονούμενη δεν μου έδωσε την εντύπωση για το αντίθετο. Συναφώς δέχομαι ότι η παραπονούμενη και ο σύζυγός της δεν συνέστησαν στον Κατηγορούμενο να αφαιρέσει από την κατοικία τους τις κατασκευές και ότι δεν είχαν γνώση ότι ο Κατηγορούμενος θα προέβαινε σε μια τέτοια πράξη. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω αναφερθέντες ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση. Ό,τι τέθηκε στην Υπεράσπιση ήταν μια γενικόλογη θέση και συγκεκριμένα ως ανωτέρω υποδείχθηκε ότι η είσοδος του Κατηγορούμενου εντός της επίδικης κατοικίας και η αφαίρεση των κατασκευών έγιναν εν γνώσει και με την συγκατάθεση της παραπονούμενης. Χωρίς να υποδειχθούν από την Υπεράσπιση οι περιστάσεις από τις οποίες προήλθε η επικαλούμενη γνώση και κάτω από τις οποίες δόθηκε η επικαλούμενη συγκατάθεση. Σημείο το οποίο, αφενός, αφαιρεί από τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου την αξιοπιστία, αφετέρου, διασαλεύει και κλονίζει τις ίδιες τις θέσεις της Υπεράσπισης αφ' ης στιγμής αυτές για τον πιο πάνω λόγο δεν ήταν συγκεκριμένες και δεν διατυπώθηκαν με αναφορά στις θέσεις του Κατηγορούμενου. Δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι μέχρι την εφαρμογή των κατασκευών από τον Κατηγορούμενο στις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος είχε πληρωθεί από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί η διάφορη αν και αμφιλεγόμενη επί του προκειμένου θέση του Κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία μέχρι την παράδοση και εφαρμογή των κατασκευών στις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος είχε πληρωθεί μόνο ποσό Ευρώ 3.000,00 σεντ. Και ότι την ημέρα εκείνη του παραδόθηκε από τον σύζυγο της παραπονούμενης επιταγή για το επιπλέον ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ μετά την έκφραση του παραπόνου της παραπονούμενης για αντικατάσταση των κατασκευών εκείνων που παρουσίαζαν ελαττώματα. Πρώτο, οι θέσεις αυτές δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση. Δεύτερο, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της παραπονούμενης περί πληρωμής συνολικού ποσού Ευρώ 4.000,00 σεντ πριν τις 13.5.
  21. Τέλος, η θέση του Κατηγορούμενου από μόνη της δεν κρίνεται πειστική. Αφ' ης στιγμής η παραπονούμενη είχε εντοπίσει ελαττώματα στις κατασκευές ήταν λογικό να πλήρωνε την ίδια ημέρα στον Κατηγορούμενο ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ; Φρονώ πως όχι. Όταν, μάλιστα, είχε καταστήσει σαφές στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την μαρτυρία της ότι δεν θα προέβαινε σε εξόφληση αν δεν αντικαθίσταντο οι ελαττωματικές πόρτες με άλλες; Συναφώς η παραπονούμενη υποστήριξε τόσο διά ζώσης όσο και στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - ότι την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος απαιτούσε την πληρωμή Ευρώ 1.000,00 σεντ προς πλήρη εξόφληση και όχι έναντι εργασιών ως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι μέχρι τις 13.5.11 ο Κατηγορούμενος είχε πληρωθεί από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ είναι αποδεκτός. Δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι αυτή και ο σύζυγός της ουδέποτε έδωσαν το κλειδί της κατοικίας στον Κατηγορούμενο. Και απορρίπτω την θέση της Υπεράσπισης η οποία βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου ότι το κλειδί δόθηκε στον Κατηγορούμενο από τον ΜΥ 2 στον οποίο αυτό δόθηκε από την παραπονούμενη με οδηγίες από την τελευταία όπως το εν λόγω κλειδί παραδοθεί από τον ΜΥ 2 στον Κατηγορούμενο. Ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία της παραπονούμενης σύμφωνα με την οποία όταν τοποθετήθηκαν πόρτες στην κατοικία ο Κατηγορούμενος εισερχόταν στην κατοικία με την άδεια της παραπονούμενης και του συζύγου της οι οποίοι μετέβαιναν από την Λευκωσία στην Πενταλιά ειδικά για να ανοίξουν στον Κατηγορούμενο να εισέλθει εντός της κατοικίας για να διεκπεραιώσει τις όποιες εργασίες έπρεπε να κάνει. Αν ο Κατηγορούμενος είχε το κλειδί της κατοικίας δεν θα μετέβαιναν ο παραπονούμενος και η σύζυγός της από την Λευκωσία στην Πενταλειά κάθε φορά που ο Κατηγορούμενος έπρεπε να εκτελέσει εργασίες και να του ανοίγουν την κατοικία. Πάντως η θέση της Υπεράσπισης ότι το κλειδί δόθηκε στον Κατηγορούμενο από τον ΜΥ 2 με οδηγίες από την παραπονούμενη να το δώσει στον Κατηγορούμενο παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι η παράδοση του κλειδιού έγινε από τον ΜΥ 2 προς τον Κατηγορούμενο με τις οδηγίες της παραπονούμενης. Συναφώς ό,τι μόνο ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ήταν ότι το κλειδί του δόθηκε από τον ΜΥ
  22. Επίσης, ο ΜΥ 2 άλλα υποστήριξε από αυτά που προδήλως η Υπεράσπιση υπολόγιζε ότι θα υποστήριζε. Αυτός με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι το κλειδί του το είχε δώσει ο αλουμινιτζής και στην συνέχεια ο ΜΥ 2 το έδωσε στον Κατηγορούμενο. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο ΜΥ 2 δεν ενέπλεξε την παραπονούμενη στην παράδοση του κλειδιού στον Κατηγορούμενο. Ούτε καν ισχυρίσθηκε ότι ο αλουμινιτζής είχε οδηγίες από την παραπονούμενη να δώσει το κλειδί της κατοικίας στον ΜΥ 2 για να το δώσει ο ΜΥ 2 στην συνέχεια στον Κατηγορούμενο. Συναφώς η Υπεράσπιση δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον αλουμινιτζή. Δέχομαι, επίσης, ότι φεύγοντας από την κατοικία στις 13.5.11 η παραπονούμενη και ο σύζυγός της άφησαν το κλειδί της κυρίας εισόδου της κατοικίας σε οριζόντια θέση εντός της εισδοχής ώστε σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος είχε σε ανύποπτο χρόνο βγάλει αντικλείδι να μην μπορεί να εισέλθει εντός της κατοικίας. Εύλογες, επίσης, κρίνονται οι υποψίες της παραπονούμενης και του συζύγου της ότι ο Κατηγορούμενος σε περίπτωση που είχε αντικλείδι ενδέχετο να εισέλθει παράνομα εντός της κατοικίας ενόψει της συμπεριφοράς που αυτός είχε επιδείξει στις 13.5.
  23. Πάντως, αυτές εν τέλει επιβεβαιώθηκαν. Καταλήγω δε σε εύρημα ότι το κλειδί που ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στην Αστυνομία το είχε εφαρπάξει ο ίδιος, προδήλως, εξερχόμενος της κατοικίας την ημέρα που είχε μεταβεί σε αυτήν για να αφαιρέσει και τις υπόλοιπες κατασκευές που είχε εφαρμόσει και το οποίο βρισκόταν στην εισδοχή της κλειδαριάς στην πόρτα της κυρίας εισόδου σε οριζόντια θέση όπως ακριβώς το είχαν αφήσει η παραπονούμενη και ο σύζυγός της φεύγοντας από την κατοικία στις 13.5.
  24. Αυτό είναι ένα εύλογο συμπέρασμα στο οποίο δύναμαι να καταλήξω στην βάση της μαρτυρίας της παραπονούμενης την οποία αποδέχθηκα και συγκεκριμένα ότι το εν λόγω κλειδί στις 13.5.11 είχε αφεθεί στην εισδοχή, ουδέποτε η παραπονούμενη και ο σύζυγός της το είχαν δώσει στον Κατηγορούμενο και ο Κατηγορούμενος το είχε στην κατοχή του αφού το παρέδωσε στην Αστυνομία. Δεν μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη δεν ήταν το πρώτο πρόσωπο που διαπίστωσε την απουσία του κλειδιού. Ο πρώτος που την διαπίστωσε ήταν ο σύζυγος της. Το ενδεχόμενο, όμως, ο σύζυγος της παραπονούμενης να πήρε εκείνος το κλειδί αποκρύβοντας το γεγονός τούτο από την σύζυγό του και να καταλόγισε την πράξη αυτή στον Κατηγορούμενο δύναται να αποκλεισθεί με ασφάλεια αφού πρωτίστως ο Κατηγορούμενος είχε το κλειδί στην κατοχή του αφού και ως ανωτέρω αναφέρθηκε όταν συνελήφθη το παρέδωσε στην Αστυνομία. Επίσης, δεν μου διαφεύγει ότι ενώ ήταν η πάγια θέση της παραπονούμενης ότι στον Κατηγορούμενο ουδέποτε δόθηκε το κλειδί της κατοικίας, εντούτοις, η παραπονούμενη και ο σύζυγός της έτρεφαν τον φόβο ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να είχε αντικλείδι. Αντικλείδι, όμως, ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να έχει εκ των πραγμάτων αφ' ης στιγμής δεν κατείχε το κλειδί της κατοικίας και δεν είχε πρόσβαση σε αυτό που είναι ό,τι με ενάργεια προκύπτει από την μαρτυρία της παραπονούμενης. Το πιο πάνω σημείο δεν είναι, όμως, ικανό να διασαλεύσει την εν γένει θέση της παραπονούμενης αναφορικά με την μη παράδοση του κλειδιού της κατοικίας στον Κατηγορούμενο από την ίδια ή τον σύζυγό της. Ο πιο πάνω φόβος της παραπονούμενης και του συζύγου της έστω και αντικειμενικά ανυπόστατος, εντούτοις, δεν μπορεί να κριθεί αδικαιολόγητος ενόψει της εχθρικής συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος στις 13.5.
  25. Ήτοι να αφαιρέσει κατασκευές, τις οποίες είχε προηγουμένως εφαρμόσει, μπροστά στα μάτια της παραπονούμενης και του συζύγου της και να τις πιάσει και να φύγει θυμωμένος σε βαθμό που η παραπονούμενη και ο σύζυγός του να μην μπορούν να του μιλήσουν. Από την μαρτυρία της παραπονούμενης δέχομαι, επίσης, ότι από την προηγούμενη συνεργασία με τον Κατηγορούμενο δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, ότι ο Κατηγορούμενος πληρώθηκε στο ακέραιο για τις εργασίες που είχε εκτελέσει και ότι από την πιο πάνω συνεργασία δεν είχε παραμείνει οποιοδήποτε υπόλοιπο. Οι θέσεις της Υπεράσπισης επί του προκειμένου δεν είναι πειστικές. Οι αντίστοιχες δε θέσεις της παραπονούμενης κρίνονται εύλογες και λογικές. Αν υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο η παραπονούμενη λογικά δεν θα αποτείνονταν ξανά στον Κατηγορούμενο και δεν θα ανέθετε σε αυτόν την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος θα δεχόταν να αναλάβει την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 6 παραδόθηκε στον σύζυγο της παραπονούμενης και όχι στον Αντρέα, σύζυγο της αδελφής της, ΜΥ
  26. Η θέση της Υπεράσπισης ότι αυτό παραδόθηκε στον τελευταίο για τον λόγο που υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση δεν κρίνεται πειστικός. Όπως μη πειστική κρίνεται και η επί του προκειμένου υπό του Κατηγορούμενου δοθείσα μαρτυρία. Φρονώ πως δεν είναι λογικό ο Κατηγορούμενος να ανέλαβε να εκτελέσει εργασίες για την παραπονούμενη απλά και μόνο λόγω των φιλικών του σχέσεων με τον ΜΥ 2 και ότι ήταν ικανοποιημένος με το ότι δεν θα ερχόταν σε επαφή με την παραπονούμενη αλλά μόνο με τον ΜΥ
  27. Είναι δε αξιοπερίεργο πώς ήταν δυνατόν ο Κατηγορούμενος να θεωρούσε ότι μπορούσε να διεκπεραιώσει τις εργασίες που είχε αναλάβει χωρίς να έρχεται σε επαφή με την παραπονούμενη ή τον σύζυγό της, πράγμα που τείνει να κλονίσει έτι περισσότερο την επί του προκειμένου υπό αυτού προβληθείσα θέση. Συναφώς δεν τέθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση ότι η ανάληψη των εργασιών από τον Κατηγορούμενο έγινε με την διαμεσολάβηση του ΜΥ 2 καθ' υπόδειξη της παραπονούμενης. Ό,τι μόνο υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση στην παραπονούμενη ήταν ότι η προσφορά που αφορούσε στην επίδικη κατοικία - Τεκμήριο 6 - παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο στον ΜΥ 2 ένεκα των μη αγαστών σχέσεων αυτής και του συζύγου της με τον Κατηγορούμενο. Ούτε και θεωρώ λογικό ότι ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να εκτελέσει εργασίες για την παραπονούμενη με την προϋπόθεση ότι η πληρωμή θα γινόταν από τον ΜΥ
  28. Φρονώ πως δεν είναι λογικό ο Κατηγορούμενος να θεωρούσε ή ότι ήταν ικανοποιημένος με την διαβεβαίωση από μέρους του ΜΥ 2 ότι την αμοιβή του για τις εργασίες του στην επίδικη κατοικία θα την πληρωνόταν από τον ΜΥ
  29. Επίσης, η πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία του ΜΥ 2 ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι το Τεκμήριο 6 που αφορά στην επίδικη κατοικία δεν παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο στον ίδιο. Σύμφωνα με τον ΜΥ 2 ο εν λόγω μάρτυρας παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο μόνο την προσφορά που αφορούσε στην δική του κατοικία. Δεν παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο και την προσφορά που αφορούσε στην κατοικία της παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι «στην πορεία» δεν συναντήθηκε με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Προδήλως, εννοούσε μέχρι την παύση της διαμεσολάβησης του Αντρέα ως υποστήριξε στην μαρτυρία του. Ο ισχυρισμός αυτός του Κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτός. Η μαρτυρία της παραπονούμενης επί του προκειμένου η οποία διασαλεύει τον πιο πάνω ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ήταν διάφορη. Κατ' αρχή, κατά την κυρίως εξέτασή της η παραπονούμενη υποστήριξε ότι η ίδια ανέθεσε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών στον Κατηγορούμενο. Κάτι το οποίο ανέφερε και στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, την οποία και δεν δέχομαι, σύμφωνα με την οποία ένας από τους λόγους που ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε την πληρωμή του υπόλοιπου από την προηγούμενη συνεργασία του με την παραπονούμενη ήταν γιατί προτού αναλάβει και συμφωνήσει δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με την παραπονουμενη και τον σύζυγό της. Ερωτηθείσα δε κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον σύζυγό της και την ίδια από την αρχή της συνεργασίας παραδίδοντας σε αυτούς την προσφορά που αφορούσε στην επίδικη κατοικία - Τεκμήριο
  30. Υποστήριξε, επίσης, ότι μετέβαινε με τον σύζυγό της στην επίδικη κατοικία κάθε φορά που ο Κατηγορούμενος χρειαζόταν να εισέλθει εντός για να εκτελέσει εργασίες σε σχέση με τις εργασίες που είχε αναλάβει. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι στο μεσοδιάστημα ο ΜΥ 2 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο αναφέροντάς του ότι είχε παρεξηγηθεί με την παραπονούμενη και ότι για το εναπομείναν οφειλόμενο υπόλοιπο θα πληρωνόταν από την παραπονούμενη και όχι μέσω του ιδίου κρίνω πως αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του Κατηγορούμενου το οποίο προβλήθηκε για να δικαιολογήσει ο Κατηγορούμενος τις επαφές που είχε με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της καθώς και τις συναντήσεις τους και ο οποίος δεν είναι αποδεκτός. Σημειώνεται ότι ο ΜΥ 2 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι στα μέσα των εργασιών είχε παρεξηγηθεί με την παραπονούμενη και ότι διέκοψε την διαμεσολάβησή του. Ανέφερε μεν ότι οι σχέσεις της συζύγου του με την παραπονούμενη δεν είναι άριστες, πλην όμως δεν ανέφερε πότε αυτές έπαυσαν να είναι άριστες. Αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι η εκτέλεση των επίδικων εργασιών ανατέθηκε στον Κατηγορούμενο από την ίδια και όχι από τον ΜΥ 2 ή με την διαμεσολάβησή του ως τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο ΜΥ 2 υπέδειξαν με την μαρτυρία τους. Συναφώς σημειώνεται ότι διάφορη θέση και εν πάση περιπτώσει η θέση που επί του προκειμένου προβλήθηκε τόσο από τον Κατηγορούμενο όσο και από τον ΜΥ 2 δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση. Και που σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο είναι ότι το έτος 2009 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο ο ΜΥ 2 και του ζήτησε να του δώσει προσφορά για την δική του κατοικία και για την κατοικία της παραπονούμενης αναφορικά με ξυλουργικές εργασίες. Και ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών αυτών κατόπιν της πιο πάνω αναφερόμενης παράκλησης του ΜΥ
  31. Τουναντίον, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την θέση της παραπονούμενης επί του προκειμένου. Ενόψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε η παραπονούμενη δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό της ότι ο σύζυγός της της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τον απειλούσε με τις φράσεις που η παραπονούμενη υπέδειξε στην μαρτυρία της. Κρίνω, επίσης, ασφαλές να δεχθώ και δέχομαι ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης αληθώς πληροφόρησε την παραπονούμενη για το γεγονός αυτό. Δεν θεωρώ ότι αυτός είχε οποιοδήποτε λόγο ή σκοπιμότητα να πει ψέματα επί του προκειμένου στην παραπονούμενη και σύζυγό του. Εξ' ου και για τις απειλές αυτές ο ίδιος προέβη σε γραπτή καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 8 και
  32. Κατά την αντεξέταση η παραπονούμενη ρωτήθηκε γιατί ενώ η διαπίστωση της αφαίρεσης των κατασκευών έλαβε χώρα την 1.6.11 η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε δύο μέρες μετά. Αφέθηκαν δε αιχμές από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι ο λόγος που η παραπονούμενη και ο σύζυγός της προέβησαν στην καταγγελία στις 3.6.11 ήταν για να δώσουν χρόνο στους εαυτούς τους να κατασκευάσουν μια ψεύτικη ιστορία. Απορρίπτω κατηγορηματικά την οποιαδήποτε υπόνοια προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Κατ' αρχή, ο χρόνος των δύο ημερών που μεσολάβησαν σε κάθε περίπτωση δεν είναι καθόλου μεγάλος ώστε να δίδει έναυσμα για μια τέτοια υποψία. Χώρια που θεωρώ ότι η παραπονούμενη και ο σύζυγός της αποτάθηκαν στην Αστυνομία χωρίς καθυστέρηση αν αναλογισθεί, επίσης, κανείς (α) ότι διέμεναν στην Λευκωσία και η καταγγελία έπρεπε να γίνει και έγινε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς της επαρχίας Πάφου και (β) χρειάζονταν κάποιο χρόνο για να συνέλθουν από την μεγάλη αναστάτωση που προκλήθηκε σε αυτούς. Σημειώνεται, επίσης, ότι η καταγγελία έγινε την ίδια ημέρα που η παραπονούμενη επισκέφθηκε και η ίδια προσωπικά την επίδικη κατοικία στην Πενταλιά. Δεύτερο, η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν αφήνει περιθώριο για την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Από την μαρτυρία της παραπονούμενης δεν δέχομαι τα ακόλουθα: ότι η συνολική αξία των κατασκευών που ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε ήταν ύψους Ευρώ 2.500,00 σεντ. Στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - η παραπονούμενη αναφέρει ότι το ύψος του πιο πάνω ποσού είναι «σύμφωνα με τις δικές μου γνώσεις». Δεν διασαφήνισε, όμως, τι εννοούσε με αυτό. Πάντως, δεν ισχυρίσθηκε ότι διαθέτει γνώσεις αναφορικά με την εκτίμηση της αξίας ξύλινων κατασκευών. Ούτε και κάτι τέτοιο προκύπτει ή συνάγεται από την μαρτυρία της. Τουναντίον, ως, επίσης, υπέδειξε στο Τεκμήριο 4 ήταν πρόθυμη να παρουσιάσει στην Αστυνομία έκθεση άλλου πελεκάνου στον οποίο θα ανέθετε την εκτίμηση της ζημιάς. Επίσης, η παραπονούμενη δεν συνάρτησε το εν λόγω ποσό με τις τιμές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 ώστε να καταστεί διαυγές πώς προέκυψε το πιο πάνω ποσό στην βάση του εν λόγω τεκμηρίου. Ούτε και ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση ώστε να διασαφηνισθεί σε ποια ποσά αντιστοιχούσε σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 η αξία των κατασκευών που αφαιρέθηκαν. Δεν μου διαφεύγει ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό της παραπονούμενης. Ελλείψει, όμως, αποδεκτής μαρτυρίας που να τον τεκμηριώνει η μη αμφισβήτηση από μέρους της Υπεράσπισης δεν νομιμοποιεί την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης ότι η αξία των πόμολων ήταν Ευρώ 250,00 σεντ. Η μαρτυρία και μόνο της παραπονούμενης δεν κρίνεται επαρκής για να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό ότι το ποσό που απαιτούσε ο Κατηγορούμενος για να επανατοποθετήσει τις κατασκευές που είχε αφαιρέσει στις 13.5.11 ήταν Ευρώ 2.500,00 σεντ. Στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - η παραπονούμενη ανέφερε ότι το ποσό που ο Κατηγορούμενος απαιτούσε για τον σκοπό αυτό ήταν Ευρώ 2.300,00 σεντ. Κρίνω πιο ασφαλές να δεχθώ ότι το αληθινό ποσό είναι αυτό των Ευρώ 2.300,00 σεντ και όχι αυτό των Ευρώ 2.500,00 σεντ. Και αυτό γιατί το Τεκμήριο 4 λήφθηκε στις 3.6.11 και όταν τα γεγονότα ήταν φρέσκα ακόμα στο μυαλό της παραπονούμενης σε αντίθεση με την διά ζώσης μαρτυρία της η οποία δόθηκε 6 χρόνια μετά. Προδήλως η παραπονούμενη ένεκα του μεγάλου χρόνου που παρήλθε σύγχυσε το ποσό των Ευρώ 2.300,00 σεντ με το ποσό των Ευρώ 2.500,00 σεντ που σύμφωνα με την ίδια είναι το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των αφαιρεθεισών από τον Κατηγορούμενο κατασκευών. Σε αυτό ενδεχομένως να συνέβαλε και το γεγονός ότι τα δύο αυτά ποσά διαφέρουν μόνο σε ένα αριθμό ότι η αφαίρεση των κατασκευών από τον Κατηγορούμενο συνιστούσε κλοπή. Το θέμα αυτό είναι νομικό και επαφίεται στο Δικαστήριο να το αποφασίσει. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι πάνω στο γυαλί της περσιανόπορτας υπήρχε αποτύπωμα ανοικτής παλάμης, κάτι το οποίο διαπίστωσε και ο σύζυγός της, σύμφωνα με την ίδια, αλλά και η ίδια η παραπονούμενη στις 3.6.11 σημειώνονται τα ακόλουθα. Δέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΚ 2 ότι δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Αφού και σύμφωνα με την ίδια την παραπονούμενη μετά την επέμβαση η περσιανόπορτα ήταν κλειστή και ασφαλισμένη. Όμως, το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης δεν αποκλείει την ύπαρξη του αποτυπώματος πάνω στην γυάλινη περσιανόπορτα. Και δεν σημαίνει ότι η επίδικη κατοικία δεν παραβιάσθηκε. Για να αφαιρέσει τις κατασκευές ακολουθεί ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της κατοικίας. Για να εισέλθει δε εντός της κατοικίας σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος κάποιο παράθυρο ή πόρτα της κατοικίας παραβίασε αφ' ης στιγμής σύμφωνα με την παραπονούμενη όλες οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά. Παρά το ότι ο ΜΚ 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε περί αποτυπώματος στην μαρτυρία του, εντούτοις, ο ισχυρισμός της παραπονούμενης είναι αποδεκτός. Η παραπονούμενη διαπίστωσε το γεγονός αυτό ιδίοις όμμασι και η μαρτυρία της αναφορικά με το ζήτημα τούτο είναι άμεση. Το ότι στην γραπτή κατάθεση του ΜΚ 2 - Τεκμήριο 3 - δεν γίνεται αναφορά περί αποτυπώματος δεν σημαίνει ότι τέτοιο αποτύπωμα δεν υπήρχε. Το ενδεχόμενο δε ο ΜΚ 2 να το διαπίστωσε και για κάποιο λόγο που παρέμεινε άγνωστος να μην το ανέφερε στο Τεκμήριο 3 δεν αποκλείεται. Επίσης, το ενδεχόμενο να το διαπίστωσε κάποιο άλλο αστυνομικό όργανο που τυχόν να συνόδευε τον ΜΚ 2 στην επιτόπια έρευνα, επίσης, δεν αποκλείεται. Συναφώς ο ΜΚ 2 δεν ισχυρίσθηκε ότι μόνος του μετέβη στην επίδικη κατοικία για σκοπούς επιτόπιας έρευνας. Όπως και να' χει δέχομαι τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι η ύπαρξη απουπώματος διαπιστώθηκε και από την Αστυνομία. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της κατοικίας με τον τρόπο που η παραπονούμενη υπέδειξε. Στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας που να ταυτοποιεί το αποτύπωμα με γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου η μαρτυρία της παραπονούμενης επί του προκειμένου συνιστά μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια αποκλείεται σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης. Ενδεχομένως γι' αυτό τον λόγο στην γραπτή κατάθεση του ΜΚ 2 - Τεκμήριο 3 - δεν γίνεται αναφορά στην ύπαρξη του αποτυπώματος. Φρονώ πως μαρτυρία γνώμης θα ήταν και αν ακόμα ταυτιζόταν. Καθότι δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να προσπάθησε να ανοίξει την περσιανόπορτα αφήνοντας το αποτύπωμά του και για κάποιο λόγο να μην τα κατάφερε μιας και ήταν ασφαλισμένη ως η παραπονούμενη υπέδειξε παρά την μαρτυρία της παραπονούμενης ότι και ασφαλισμένη να ήταν η περσιανόπορτα ήταν δυνατόν να ανοίξει με ανύψωση προς τα πάνω. Και να πέτυχε είσοδο μέσω άλλης οδού η οποία παρέμεινε άγνωστη. Συναφώς η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν αποκλείει όπως η είσοδος του Κατηγορούμενου εντός της κατοικίας επιτεύχθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή από άλλα σημεία της κατοικίας. Από την γραπτή της δε κατάθεση ημερομηνίας 3.6.11 - Τεκμήριο 4 - προκύπτει ότι η κατοικία είχε και άλλα παράθυρα. Ενδεικτικός είναι και ο ισχυρισμός της ότι ο σύζυγός της κατά την 1.6.11 την πληροφόρησε ότι όλα τα παράθυρα της κατοικίας ήταν κλειστά και ασφαλισμένα, κάτι το οποίο, επίσης, αποδέχομαι ως αληθές. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία της παραπονούμενης που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω υποδείχθηκαν η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου. Ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Η εν λόγω δήλωση η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 είναι αναπαραγωγή της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 8.6.11 - Τεκμήριο
  33. Στο Τεκμήριο 10 ο Κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Είναι ξυλουργός στο επάγγελμα. Το έτος 2009 του τηλεφώνησε ο Αντρέας Χαραλάμπους και του ζήτησε να του δώσει προσφορά για δύο κατοικίες αναφορικά με ξυλουργικές εργασίες στο χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου. Η μια κατοικία ήταν στο όνομα της Ανθής, συζύγου του Αντρέα Χαραλάμπους, ΜΥ 2, και, η δεύτερη, στο όνομα της παραπονούμενης, αδελφής της Ανθής. Η προσφορά συμφωνήθηκε στο ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ για κάθε σπίτι. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να αναλάβει την προαναφερόμενη εργασία με την προϋπόθεση ότι η πληρωμή θα γινόταν από τον ΜΥ 2 καθότι σε παλαιότερη συνεργασία με την παραπονούμενη η τελευταία είχε παραλείψει να καταβάλει στον Κατηγορούμενο ποσό Λ.Κ.500,00 σεντ το οποίο και εξακολουθεί να του οφείλει μέχρι σήμερα. Δέχθηκε δε να αναλάβει την εργασία λόγω των φιλικών του σχέσεων με τον ΜΥ 2 και κατόπιν διαβεβαίωσής του ότι θα είχε να κάνει μόνο με εκείνον και όχι με την παραπονούμενη ή τον σύζυγό της. Στο μεσοδιάστημα ο ΜΥ 2 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο αναφέροντάς του ότι είχε παρεξηγηθεί με την παραπονούμενη και ότι για το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό θα πληρωνόταν από την παραπονούμενη και όχι μέσω του ιδίου. Μέχρι εκείνο το στάδιο είχε παραλάβει από τον ΜΥ 2 εκ μέρους της παραπονούμενης το ποσό των Ευρώ 3.000,00 σεντ και, επομένως, είχε απομείνει προς εξόφληση ποσό ύψους Ευρώ 2.000,00 σεντ. Στις αρχές του 2011 τελείωσε και παρέδωσε το σπίτι στον ΜΥ
  34. Το ίδιο διάστημα τελείωσε και το σπίτι της παραπονούμενης στην οποία και είπε να πάει να το δει και να τον πληρώσει το υπόλοιπο. Όταν ο Κατηγορούμενος συνάντησε την παραπονούμενη και τον σύζυγό της οι δύο τελευταίοι του ανέφεραν ότι τρεις πόρτες είχαν πρόβλημα και ότι ήθελαν να τους τις αλλάξει. Ο Κατηγορούμενος αμέσως τις πήρε στο εργοστάσιο και τις άλλαξε. Στην συνέχεια του ανέφεραν ότι ακόμα δύο πόρτες είχαν πρόβλημα και του ζήτησαν να τις αλλάξει και αυτές. Επειδή ο Κατηγορούμενος είχε ως έδρα των εργασιών του την Λάρνακα και η αλλαγή θα τον επιβάρυνε τόσο οικονομικά όσο και σωματικά, τους πρότεινε όπως αφαιρεθεί από αυτά που του χρωστούσαν ένα ποσό και εξεύρουν άλλο ξυλουργό για να τους ολοκληρώσει την εργασία. Σε περίπτωση, όμως, που αρνούνταν την πιο πάνω πρόταση τους είπε ότι έπρεπε να τον ξοφλήσουν για να τελειώσει την δουλειά. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπαιρνε τα πράγματα που τους είχε τοποθετήσει και που αντιστοιχούσαν στο ποσό που του όφειλαν και θα έφευγε. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της γνώριζαν ότι ο Κατηγορούμενος είχε κλειδιά καθότι αυτά ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση των εργασιών του. Μετά από λίγες ημέρες ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Κυριάκο, σύζυγο της παραπονούμενης, προειδοποιώντας τον ξανά ότι αν δεν τον ξοφλούσαν θα έπαιρνε από την κατοικία πράγματα που αντιστοιχούσαν στο ποσό που του όφειλαν. Ο σύζυγος της παραπονούμενης είπε στον Κατηγορούμενο ότι δεν υπήρχε πρόβλημα καθότι είχε βρει άλλο ξυλουργό να τους τελειώσει την δουλειά και να τους επιδιορθώσει τα αντικείμενα που χρειάζονταν επιδιόρθωση. Εν γνώσει της παραπονούμενης και του συζύγου της και με την συναίνεσή τους ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην κατοικία τους στην Πενταλιά και πήρε πράγματα αξίας Ευρώ 2.200,00 σεντ. Ακολούθως επικοινώνησε με τον σύζυγο της παραπονούμενης αναφέροντάς του ότι είχε 3 μέρες για να αποφασίσει αν ήθελε τα πράγματα πίσω διαφορετικά ο Κατηγορούμενος θα τα χρησιμοποιούσε σε άλλες εργασίες. Ο σύζυγος της παραπονούμενης του είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Μετά από 2 εβδομάδες ο σύζυγος της παραπονούμενης επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο ζητώντας του να τοποθετήσει τα πράγματα πίσω και να τον ξοφλήσει. Όταν ο Κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο της παραπονούμενης ότι αυτό θα κοστίσει Ευρώ 2.200,00 σεντ - Ευρώ 1.000,00 σεντ που ήταν το οφειλόμενο ποσό και Ευρώ 1.200,00 σεντ για αφαίρεση, μεταφορά και τοποθέτηση - ο σύζυγος της παραπονούμενης άλλαξε γνώμη. Σε μετέπειτα στάδιο ο σύζυγος της παραπονούμενης και η παραπονούμενη επικοινώνησαν επανειλημμένως με τον Κατηγορούμενο για σκοπούς διευθέτησης του θέματος. Αυτοί δεν δέχονταν να πληρώσουν και ο Κατηγορούμενος δεν δεχόταν να μην πληρωθεί. Ο λόγος που εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στη αγωγή που καταχώρησε η παραπονούμενη το 2012 ήταν γιατί παρέλειψε να εμφανισθεί. Όταν ο Κατηγορούμενος παρέλαβε μέσω δικαστικού επιδότη ένταλμα κινητής περιουσίας μετέβη άμεσα σε δικηγόρο η οποία του είπε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από του να πληρώσει γιατί επρόκειτο περί απόφασης Δικαστηρίου, πράγμα που έπραξε αμέσως καθότι θεώρησε ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τα πράγματα που πήρε από το σπίτι της παραπονούμενης τα πήρε με την συναίνεση και την συγκατάθεσή της και του άνηκαν αφού η εργασία του ουδέποτε είχε πληρωθεί. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Προϋπόθεση για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών ήταν όπως ο Κατηγορούμενος πληρωθεί από τον ΜΥ 2 και στην βάση τούτου ήταν που συμφώνησε να προβεί στην εκτέλεση των επίδικων εργασιών. Δεν ζήτησε την πληρωμή του υπόλοιπου από την προηγούμενη συνεργασία του με την παραπονούμενη καθότι συν τοις άλλοις όταν ανέλαβε και συμφώνησε να εκτελέσει τις ξυλουργικές εργασίες δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με αυτήν και τον σύζυγό της. Ούτε και στην πορεία συναντήθηκε μαζί με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Επίσης, δεν κινήθηκε δικαστικά για την ανάκτηση του υπόλοιπου παρά το ότι είχε παράπονο από την παραπονούμενη καθότι είχε και ατύχημα και βρισκόταν για πολλά χρόνια στο Νοσοκομείο. Ο Κατηγορούμενος πληρώθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ, Ευρώ 3.000,00 σεντ μέσω του ΜΥ 2 και Ευρώ 1.000,00 σεντ προσωπικά από τον σύζυγο της παραπονούμενης. Αναγκάσθηκε εν τέλει να έρθει σε επαφή με τον σύζυγο της παραπονούμενης όταν ο ΜΥ 2 του είπε ότι θα σταματούσε την διαμεσολάβησή του και του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του συζύγου της παραπονούμενης για να έρθει σε επικοινωνία μαζί του. Το κλειδί της κατοικίας δεν το είχε πάρει από την παραπονούμενη ή τον σύζυγό της, αλλά από τον ΜΥ
  35. Το παρέδωσε δε στην Αστυνομία όταν συνελήφθη για διάρρηξη της κατοικίας δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Όταν η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του είπαν ότι ήθελαν την αντικατάσταση τριών πόρτων ερμαριών το έπραξε. Μετέφερε τις πόρτες αυτές στο εργοστάσιο και τις άλλαξε εφαρμόζοντας καινούργιες στην παρουσία της παραπονούμενης και του συζύγου της. Δέχθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με αυτές τις πόρτες. Το πρόβλημα, όμως, ήταν εργοστασιακό και όχι πρόβλημα φθοράς. Συγκεκριμένα οι πόρτες ήταν από μελαμίνη και σε κάποιο σημείο η μελανίνη παρουσίαζε μια γραμμή πιο σκούρου χρώματος. Όταν, όμως, την ίδια ημέρα η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του είπαν ότι παρουσίαζαν πρόβλημα άλλες δύο πόρτες ο Κατηγορούμενος τους είπε να αποταθούν σε ξυλουργό στην Πάφο ο οποίος και δεν θα πρέπει να τους χρέωνε περισσότερα από Ευρώ 20,00 σεντ και τον ίδιο να τον ξοφλήσουν. Καθότι για τον ίδιο θα ήταν ασύμφορο να πάρει τις ελαττωματικές πόρτες στην Λάρνακα και να φέρει πίσω καινούργιες στην Πενταλιά. Αναφορικά με το δεύτερο παράπονο το οποίο αφορούσε στις άλλες δύο πόρτες ο Κατηγορούμενος ούτε καν τις είδε γιατί δεν σκόπευε να τις αλλάξει. Τα αντικείμενα που έβγαλε ήταν αξίας Ευρώ 1.000,00 σεντ και όχι Ευρώ 2.200,00 σεντ ως αναφέρει στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο
  36. Το ποσό των Ευρώ 2.200,00 σεντ το ζήτησε σε μεταγενέστερο στάδιο για να τα επανατοποθετήσει. Ευρώ 1.000,00 σεντ ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο και Ευρώ 1.200,00 σεντ ήταν το το κόστος της αφαίρεσης, της μεταφοράς τους στην Λάρνακα και της επανατοποθέτησής τους στην Πενταλιά. Επειδή είχε έρθει από την Λάρνακα στην Πενταλιά για να τα βγάλει και θα έπρεπε να έρθει από την Λάρνακα στην Πενταλειά για να τα επανατοποθετήσει. Αφαίρεσε τις κατασκευές αφότου ήρθε σε συμφωνία με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της να αφαιρέσει τόσες κατασκευές όσες αντιστοιχούσαν με το ποσό που του χρωστούσαν, ήτοι το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ, καθότι η παραπονούμενη και ο σύζυγός της είχαν εξεύρει άλλο πελεκάνο. Τα πόμολα που υπήρχαν πάνω στις πόρτες τα έβγαλε και τα άφησε εντός της κατοικίας. Το ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ που είχε πληρωθεί από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της δεν το επέστρεψε σε αυτούς. Ο λόγος ήταν γιατί δεν είχε πάρει όλες τις κατασκευές που έκανε. Πήρε μόνο κατασκευές που άξιζαν Ευρώ 1.000,00 σεντ. Τις κατασκευές που άξιζαν το υπόλοιπο των Ευρώ 3.000,00 σεντ δεν τις αφαίρεσε. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε τις ακόλουθες θέσεις στον Κατηγορούμενο: ο Κατηγορούμενος είχε επαφή και συναντήσεις με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της και, μάλιστα, όταν είχαν τοποθετηθεί κλειδαριές στην κατοικία αυτοί τον συναντούσαν στην κατοικία και του άνοιγαν το σπίτι για να εκτελεί εργασίες. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και αντέτεινε ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη ουδέποτε είχε δοθεί στον Κατηγορούμενο το κλειδί της κατοικίας. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή του μια φορά έκαναν παράπονο η παραπονούμενη και ο σύζυγός της και όχι δύο. Και το παράπονο αφορούσε σε μια πόρτα ερμαριού μεγάλη και δύο πόρτες πάγκου κουζίνας. Στο άκουσμα του παραπόνου και του ότι η παραπονούμενη δεν θα τον ξοφλούσε αν δεν αντικαθιστούσε τις ελαττωματικές πόρτες με άλλες ο Κατηγορούμενος εκνευρίστηκε και είπε στην παραπονούμενη και τον σύζυγό της να αποταθούν σε άλλο πελεκάνο. Αυτή ήταν και η αιτία όλου του κακού. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή του ότι τα παράπονα δεν ήταν ένα αλλά δύο. Αρνήθηκε, επίσης, ότι συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που του καταλογίζεται πιο πάνω και ανέφερε ότι η παράκληση της παραπονούμενης εισακούσθηκε. Ο Κατηγορούμενος μετέφερε τα ελαττωματικά αντικείμενα στο εργοστάσιο και τα αντικατέστησε με άλλα. Επίσης, την ημέρα που πήγε να παραδώσει και εφαρμόσει ολόκληρη την δουλειά έλαβε από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της επιταγή για το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ. Η πληρωμή των Ευρώ 3.000,00 σεντ είχε προηγηθεί. Η επιταγή, όμως, δεν εξαργυρωνόταν και τότε ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης στην Λευκωσία κατόπιν προτροπής του συζύγου της. Ο σύζυγος της παραπονούμενης τότε τον πλήρωσε το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ σε μετρητά και ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στον σύζυγο της παραπονούμενης την επιταγή. Το πρώτο παράπονο έγινε μετά την παράδοση στον Κατηγορούμενο της επιταγής των Ευρώ 1.000,00 σεντ ουδέποτε διόρθωσε τα αντικείμενα που αφορούσε το παράπονο και που εν πάση περιπτώσει ήταν ένα και όχι δύο. Τουναντίον, έβγαλε την πόρτα του ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας, έφυγε και σε μεταγενέστερο στάδιο επέστρεψε στην κατοικία χωρίς την συναίνεση της παραπονούμενης και του συζύγου της, παράνομα εισήλθε εντός αυτής και χωρίς να έχει κλειδί και έβγαλε όλα τα πράγματα που είχε τοποθετήσει πλην τους παραστατούς. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή του. Υποστήριξε, επίσης, ότι ό,τι έκανε το έκανε με την συναίνεση της παραπονούμενης και του συζύγου της παίρνοντας τις κατασκευές πήρε, επίσης, και τα πόμολα που υπήρχαν πάνω στις πόρτες τα οποία είχαν αγοράσει η παραπονούμενη και ο σύζυγός της. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή του το κλειδί που παρέδωσε στην Αστυνομία ήταν αυτό που πήρε εξερχόμενος της κατοικίας και που είχε αφεθεί πάνω στην πόρτα στο εσωτερικό της κατοικίας. Εις απάντηση ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι το κλειδί που παρέδωσε στην Αστυνομία ήταν αυτό που είχε παραλάβει από τον ΜΥ
  37. Ο Κατηγορούμενος δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Τουναντίον, η εντύπωση που μου προκάλεσε ήταν ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης αλλά και ενόψει των όσων ακολουθούν αλγεινή. Θεωρώ δε ότι τα όσα υποστήριξε τόσο στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 2 - όσο και στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα και τα οποία ως τέτοια δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αρκετά σημεία από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου ήδη έχουν συζητηθεί και δεν έγιναν αποδεκτά για τους λόγους που διατυπώθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Γι' αυτό και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω ούτε και εκ νέου να τα σχολιάσω. Αξίζει, όμως, να υπομνησθεί ότι η εν γένει εκδοχή του Κατηγορούμενου στο ουσιώδες μέρος της υπόθεσης είναι τόσο παράδοξη σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Και συγκεκριμένα ότι η παραπονούμενη και ο σύζυγός της συμφώνησαν όπως ο Κατηγορούμενος αφαιρέσει τις κατασκευές που ήδη είχε εφαρμόσει στην κατοικία τους καθότι σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η παραπονούμενη και ο σύζυγός της είχαν αναθέσει σε άλλο πελεκάνο εκ νέου την κατασκευή των ίδιων κατασκευών. Κάτι το οποίο θα συνεπάγονταν ουσιαστικά οικονομική ζημία από μέρους τους της τάξης των Ευρώ 4.000,00 σεντ που ήδη μέχρι τότε είχαν καταβάλει στον Κατηγορούμενο καθώς και επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για τον νέο πελεκάνο. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου αποτελεί κατά την κρίση μου εκ των υστέρων κατασκεύασμα και, μάλιστα, κακά διαμορφωμένο! Όταν, μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο ο λόγος που τα πράγματα είχαν καταλήξει εκεί που κατέληξαν ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος δεν είχε συμμορφωθεί με το δεύτερο παράπονο της παραπονούμενης το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο θα επιλύονταν με ελάχιστο οικονομικό κόστος. Όχι περισσότερα από Ευρώ 20,00 σεντ στην περίπτωση που η παραπονούμενη αποτείνονταν σε άλλο πελεκάνο όπως ενδεικτικά υπέδειξε. Φρονώ πως δεν είναι λογικό η παραπονούμενη προκειμένου να μην ξοδέψει Ευρώ 20,00 σεντ να ήταν διατεθειμένη να απωλέσει Ευρώ 4.000,00 σεντ και να επωμισθεί επιπλέον έξοδα για τον νέο πελεκάνο. Επίσης, όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης υποδείχθηκε αρκετοί ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου - οι οποίοι υποδείχθηκαν και συζητήθηκαν και τους οποίους δεν θα επαναλάβω - δεν τέθηκαν στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της από την Υπεράσπιση. Η στάση αυτή αφαιρεί από τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου την αξιοπιστία, σε συνδυασμό δε με την κακή εντύπωση που σχημάτισα για τον Κατηγορούμενο αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Σημειώνεται, επίσης, η αντίφαση που παρατηρείται στο Τεκμήριο 10 αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ενώ στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 10 αναφέρεται ότι μέχρι την συνάντηση που έλαβε χώρα στην επίδικη κατοικία μεταξύ της παραπονούμενης, του συζύγου της και του Κατηγορούμενου για σκοπούς παράδοσης και εφαρμογής των εργασιών από τον Κατηγορούμενο η παραπονούμενη και ο σύζυγός της είχαν πληρώσει στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των Ευρώ 3.000,00 σεντ με αποτέλεσμα μέχρι το στάδιο εκείνο να παραμείνει υπόλοιπο Ευρώ 2.000,00 σεντ, στην δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 10 ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν Ευρώ 1.000,00 σεντ. Είναι δε μόνο κατά την αντεξέταση που ο Κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι επιπλέον ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ πληρώθηκε την ημέρα που μετέβη στην επίδικη κατοικία για να παραδώσει τις υπό αυτού εκτελεσθείσες εργασίες. Σημειώνεται, επίσης, η αντίφαση που παρατηρείται ανάμεσα στο Τεκμήριο 10, από την μια, και την διά ζώσης μαρτυρία του Κατηγορούμενου, από την άλλη, αναφορικά με το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ. Στο Τεκμήριο 10 ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι από την κατοικία ξήλωσε και πήρε μαζί του πράγματα αξίας Ευρώ 2.200,00 σεντ. Όταν κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκε ότι σε άλλη παράγραφο του ιδίου τεκμηρίου το πιο πάνω ποσό διαφορετικά δικαιολογείται από τον ίδιο ο Κατηγορούμενος υποστήριξε εν τέλει ότι ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ από το ποσό των Ευρώ 2.200,00 σεντ αντιστοιχούσε στην αξία των κατασκευών που αφαίρεσε. Ισχυρισμός ο οποίος δεν συνάδει με άλλη παράγραφο του Τεκμηρίου 10 σύμφωνα με την οποία το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ από το ποσό των Ευρώ 2.200,00 σεντ αντιστοιχούσε ως ανωτέρω υποδείχθηκε στο οφειλόμενο υπόλοιπο. Καθίσταται έκδηλο ότι ο Κατηγορούμενος παλινδρομούσε ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές αναφορικά με το υπό το αυτού εισπραχθέν ποσό και το εναπομείναν υπόλοιπο. Η στάση του αυτή είναι γι' άλλη μια φορά ενδεικτική της ποιότητας της μαρτυρίας του και της εν γένει αναξιοπιστίας που την διέπει. Ωστόσο, είναι αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος ζητούσε την πληρωμή επιπλέον ποσού για να επαναεφαρμόσει τις υπό αυτού αφαιρεθείσες κατασκευές. Ενδεικτική επί τούτου είναι η μαρτυρία της παραπονούμενης σύμφωνα, όμως, με την οποία το ποσό που ζητούσε ο Κατηγορούμενος για τον πιο πάνω σκοπό δεν ήταν Ευρώ 2.200,00 σεντ, αλλά Ευρώ 2.300,00 σεντ. Σημειώνεται, επίσης, ότι αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη καθότι οι κατασκευές που είχε αφαιρέσει από την κατοικία αντιστοιχούσαν στο ποσό των Ευρώ 3.000,00 σεντ που είχε ήδη μέχρι το στάδιο εκείνο πληρωθεί. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν συνάδει με τον εν τέλει ισχυρισμό του ότι μέχρι το στάδιο εκείνο είχε πληρωθεί συνολικό ποσό ύψους Ευρώ 4.000,00 σεντ που είναι ό,τι προκύπτει από τον ισχυρισμό που προβάλει στο Τεκμήριο 10 ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν μόνο Ευρώ 1.000,00 σεντ και τον οποίο ισχυρισμό επανέλαβε διά ζώσης. Συγκεκριμένα διά ζώσης υποστήριξε ότι μέχρι τις 15.3.11 είχε πληρωθεί το συνολικό ποσό των Ευρώ 3.000,00 σεντ και ότι την ημέρα εκείνη είχε πληρωθεί επιπλέον ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ με επιταγή. Δέχομαι ότι το εναπομείναν υπόλοιπο ήταν Ευρώ 1.000,00 σεντ. Όχι όμως, γιατί μέχρι τις 13.5.11 είχε πληρωθεί το συνολικό ποσό των Ευρώ 3.000,00 σεντ και την ίδια ημέρα επιπλέον ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ, αλλά γιατί σύμφωνα με την παραπονούμενη μέχρι τις 13.5.11 είχε ήδη πληρωθεί το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ. Ο Κατηγορούμενος ψευδώς και εκ του πονηρού ισχυρίσθηκε ότι στις 13.5.11 του παραδόθηκε επιταγή για ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ. Καθότι από την προηγηθείσα αντεξέταση είχε αντιληφθεί ότι ο ισχυρισμός του στην δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 10 - Ευρώ 1.000,00 σεντ οφειλόμενο υπόλοιπο - δεν συνάδει με τον αντίστοιχο ισχυρισμό του στην πρώτη - Ευρώ 2.000,00 σεντ οφειλόμενο υπόλοιπο. Για να δικαιολογήσει την αντίφαση αυτή, προδήλως, επινόησε ότι στις 13.5.11 είχε πληρωθεί ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ με επιταγή! Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Κατηγορούμενος δεν κρίνεται μάρτυρας της αλήθειας. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο τα ακόλουθα τα οποία και αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου: ότι είναι ξυλουργός στο επάγγελμα ότι για την κατοικία της παραπονούμενης στην Πενταλιά εκτέλεσε ξυλουργικές εργασίες ότι το συμφωνηθέν ποσό των εργασιών ήταν Ευρώ 5.000,00 σεντ ότι πληρώθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ ότι δεν επέστρεψε κανένα ποσό στην παραπονούμενη και τον σύζυγό της ότι ζητούσε την πληρωμή επιπλέον ποσού για να επαναεφαρμόσει τις υπό αυτού αφαιρεθείσες κατασκευές. ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση λόγω παράλειψης εμφάνισης και ότι η Δικαστική απόφαση τιμήθηκε και ότι το κλειδί της κατοικίας το παρέδωσε στην Αστυνομία όταν συνελήφθη. Οι ισχυρισμοί με αριθμούς 1-6 συνάδουν με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Ο ισχυρισμός με αριθμό 7 συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Τέλος, ο ισχυρισμός με αριθμό 8 είναι αποδεκτός από την Κατηγορούσα Αρχή. Δεύτερος μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε ο Ανδρέας Χαραλάμπους. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο από το εδώλιο του μάρτυρα και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο λόγω συγγένειας. Επίσης, γνωρίζει την παραπονούμενη και γνώριζε και τον εκλιπόντα σύζυγό της. Η παραπονούμενη είναι αδελφή της συζύγου του μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος εκτέλεσε εργασίες για τον μάρτυρα σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Εκτέλεσε, επίσης, ξυλουργικές εργασίες για την παραπονούμενη σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Η πρώτη ήταν για το σπίτι της στην Λακατάμια στην Λευκωσία από την οποία είχε παραμείνει κάποιο υπόλοιπο εξ' όσων νόμιζε. Η δεύτερη για την κατοικία της στην Πενταλιά η οποία βρίσκεται δίπλα και εφάπτεται της κατοικίας της συζύγου του. Ο ίδιος πρότεινε στον Κατηγορούμενο να αναλάβει την δουλειά στην κατοικία της παραπονούμενης και κουνιάδας του αφού ερχόταν που ερχόταν ο Κατηγορούμενος από μακριά. Ο Κατηγορούμενος ήταν θετικός στην εισήγηση του μάρτυρα αν και είχε τις επιφυλάξεις του ένεκα του προαναφερόμενου υπόλοιπου. Τις προσφορές για τις δύο κατοικίες ο Κατηγορούμενος τις έδωσε ξεχωριστά στον καθένα και σε ξεχωριστό χρόνο, ήτοι την προσφορά που αφορούσε στην δική του κατοικία στον ίδιο και την προσφορά που αφορούσε στην κατοικία της παραπονούμενης σε διαφορετικό χρόνο προσωπικά στην τελευταία. Τα πρώτα Ευρώ 3.000,00 σεντ τα πλήρωσε ο ίδιος προσωπικά στον Κατηγορούμενο για το σπίτι της παραπονούμενης από κρατική χορηγία στην οποία δικαιούνταν τόσο η παραπονούμενη όσο και η αδελφή της και σύζυγος του μάρτυρα. Επειδή η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου δεν κατέβαλλε την εν λόγω χορηγία σε περισσότερα από ένα άτομα την χορηγία την εισέπραξε η αδελφή της παραπονούμενης και σύζυγος του μάρτυρα, αναφορικά δε με την παραπονούμενη ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της. Ο Κατηγορούμενος είχε το κλειδί της κατοικίας της παραπονούμενης. Του το είχε δώσει εν γνώσει της παραπονούμενης και του συζύγου της ο μάρτυρας ο οποίος το πήρε από τον αλουμινιτζή ο οποίος ήταν από την Ξυλοφάγου. Ο Κατηγορούμενος έπρεπε όταν ξεκίνησε την εργασία να έχει το κλειδί της κατοικίας για να μπορεί να μπαίνει μέσα. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της γνώριζαν ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόταν εντός της κατοικίας χρησιμοποιώντας το κλειδί και δεν ήταν πάντα παρόντες όταν ο Κατηγορούμενος έκανε εργασίες εντός της κατοικίας. Αυτοί ήταν μακριά, στην Λευκωσία, και ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν δημόσιος υπάλληλος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Διαμένει στην Λεμεσό και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του ο Κατηγορούμενος. Για την υπόθεση, όμως, δεν συζήτησαν οτιδήποτε. Το μόνο που ανέφεραν ήταν σχετικά με το κλειδί της επίδικης κατοικίας και ποιος το είχε δώσει στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος είπε στον μάρτυρα ότι το κλειδί το είχε δώσει στον Κατηγορούμενο ο μάρτυρας. Στην συνέχεια ο μάρτυρας υποστήριξε ότι σε εκείνον το κλειδί το έδωσε ο αλουμινιτζής και ο μάρτυρας έδωσε στον Κατηγορούμενο δύο κλειδιά, ένα για την δική του κατοικία και ένα για την κατοικία της παραπονούμενης. Αρνήθηκε υποβολή από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος του υπέβαλε να πει ό,τι ο μάρτυρας κατέθεσε για το κλειδί και αντέτεινε ότι είχε μνήμη για το γεγονός αυτό επιβεβαιώνοντας την αλήθεια της δήλωσης του Κατηγορούμενου. Οι σχέσεις της συζύγου του μαζί με την παραπονούμενη δεν είναι «και άριστες». Δέχθηκε ότι προσωπικά δεν γνώριζε αν είχε παραμείνει υπόλοιπο από την προηγούμενη συνεργασία του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη. Η γνώση του επί του θέματος τούτου προκύπτει από τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου ο οποίος του είχε κάνει αναφορά γι' αυτό το θέμα πριν αρχίσει τις εργασίες για την κατοικία της παραπονούμενης στην Πενταλιά. Δέχθηκε, επίσης, ότι δεν γνώριζε τι είχε μεσολαβήσει μεταξύ της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου μεταξύ 29.12.10 και 13.5.
  38. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η 29.12.10 είναι η ημερομηνία που φέρει η τελευταία απόδειξη πληρωμής που ο μάρτυρας εξέδωσε για τον Κατηγορούμενο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών που αφορούσαν στην δική του κατοικία και την παράδοση των κατασκευών από τον Κατηγορούμενο. Δέχθηκε, επίσης, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος είχε αθετήσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στην παραπονούμενη. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι ο λόγος που ο μάρτυρας έτσι έπραξε ήταν γιατί οι σχέσεις του με την παραπονούμενη δεν ήταν καλές αλλά και γιατί ήταν συγγενής με τον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή. Ο μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονούμενης προβάλλοντας ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνάδουν με την δική της μαρτυρία. Και αυτό για να προωθήσει την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου ο οποίος είναι συγγενής του και με τον οποίο έχει καλές σχέσεις όπως προκύπτει από το γεγονός ότι στο Δικαστήριο ο μάρτυρας μεταφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο με το αυτοκίνητο του τελευταίου, ενώ οι σχέσεις του μάρτυρα και της συζύγου του με την παραπονούμενη δεν είναι «και άριστες» όπως ενδεικτικά ο μάρτυρας υπέδειξε. Κατ' αρχή, ο ισχυρισμός του ότι η αποδοχή από μέρους του Κατηγορούμενου να εκτελέσει ξυλουργικές εργασίες για την παραπονούμενη έγινε με την διαμεσολάβησή του δεν συνάδει με την μαρτυρία της παραπονούμενης σύμφωνα με την οποία η σύναψη της συμφωνίας για την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών έγινε απευθείας μεταξύ του Κατηγορούμενου, από την μια, και της ιδίας, από την άλλη. Το επιλήψιμο δε του πιο πάνω ισχυρισμού το οποίο καταδεικνύει και την ποιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα είναι ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας δεν υποστήριξε ότι η διαμεσολάβηση αυτή έγινε καθ' υπόδειξη ή με την σύμφωνη γνώμη της παραπονούμενης που είναι ό,τι ο μάρτυρας κατά την κρίση μου έπρεπε πρωτίστως να αναφέρει αφ' ης στιγμής η υπό αυτού ισχυριζόμενη διαμεσολάβηση έγινε αναφορικά με την περιουσία τρίτου προσώπου, στην προκειμένη περίπτωση, της παραπονούμενης. Η έλλειψη μιας τέτοιας αναφοράς δεν ήταν αθώα παράλειψη του μάρτυρα. Ήταν εσκεμμένη, αφενός, γιατί καμία διαμεσολάβηση δεν έγινε από αυτόν, αφετέρου, για να αποφύγει ο μάρτυρας να πει περισσότερες αναλήθειες. Και έγινε με σκοπό να ενισχυθεί η εκδοχή του Κατηγορούμενου. Μέσα στο ίδιο πνεύμα φρονώ πως ήταν και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι τα πρώτα Ευρώ 3.000,00 σεντ τα κατέβαλε ο ίδιος στον Κατηγορούμενο. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα δεν τέθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση ώστε η παραπονούμενη εις απάντηση να δώσει την δική της θέση επί του προκειμένου. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της παραπονούμενης δεν τέθηκε σε αυτήν από την Υπεράσπιση ότι τα πρώτα Ευρώ 3.000,00 σεντ καταβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον μάρτυρα. Μάλιστα, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος είχε πληρωθεί από την ίδια και τον σύζυγό της το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.000,00 σεντ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα σε συνδυασμό και με την κακή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν κλονίζεται σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Έπειτα, είναι και το άλλο. Οι δύο αποδείξεις του Τεκμηρίου 7 οι οποίες εκδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο αναφέρουν ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε τα ποσά που σε αυτές αναγράφονται από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Δεν αναφέρουν ότι τα εν λόγω ποσά λήφθηκαν από τον μάρτυρα ή μέσω του μάρτυρα για την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Δεν μου διαφεύγει ότι οι δύο αυτές αποδείξεις δεν αντιπροσωπεύουν ολόκληρο το ποσό που σύμφωνα με την παραπονούμενη πληρώθηκε από αυτήν στον Κατηγορούμενο. Η μια απόδειξη εκδόθηκε για ποσό Ευρώ 2.000,00 σεντ και η άλλη για ποσό Ευρώ 1.000,00 σεντ. Έγινε και τρίτη πληρωμή για ποσό ύψους Ευρώ 1.000,00 σεντ αφού σύμφωνα με την παραπονούμενη το συνολικό ποσό που πληρώθηκε ο Κατηγορούμενος από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της ήταν Ευρώ 4.000,00 σεντ. Κάποια, όμως, από αυτές τις αποδείξεις αντιπροσωπεύει αν μη τι άλλο μέρος των πρώτων Ευρώ 3.000,00 σεντ που καταβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο και που σύμφωνα με τον μάρτυρα πληρώθηκαν από αυτόν. Όμως ως και ανωτέρω αναφέρθηκε καμία από τις αποδείξεις αυτές δεν αναφέρει ότι το ποσό που σε αυτές αναγράφεται καταβλήθηκε από τον μάρτυρα. Τουναντίον, αυτές αναφέρουν ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις αποδείξεις του Τεκμηρίου 7 και δεν αντεξέτασε την παραπονούμενη επί του περιεχομένου τους. Συναφώς δεν τέθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση ότι ναι μεν οι αποδείξεις αυτές αναφέρουν ότι τα ποσά που σε αυτές αναγράφονται λήφθηκαν από την παραπονούμενη και τον σύζυγό της πλην, όμως, μέσω του μάρτυρα. Ο δε ισχυρισμός του μάρτυρα ότι από την προηγούμενη συνεργασία του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη είχε παραμείνει υπόλοιπο δεν ενέπιπτε εντός της προσωπικής του γνώσης ως και ο ίδιος δέχθηκε. Εν πάση περιπτώσει και υπό το φως της μαρτυρίας της παραπονούμενης ούτε ο ισχυρισμός του αυτός είναι αποδεκτός. Μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο ίδιος είχε παραδώσει το κλειδί της κατοικίας στον Κατηγορούμενο και ότι στον μάρτυρα το κλειδί της κατοικίας το είχε δώσει ο αλουμινιτζής. Κατ' αρχή, η αλήθεια του ισχυρισμού αυτού κλονίζεται από το γεγονός ότι η θέση που επί του προκειμένου προώθησε η Υπεράσπιση ήταν διάφορη. Ό,τι επί του προκειμένου υπεβλήθη από την Υπεράσπιση στην παραπονούμενη ήταν ότι το κλειδί της κατοικίας το παρέδωσε η ίδια η παραπονούμενη στον μάρτυρα με την υπόδειξη ο μάρτυρας να το παραδώσει στον Κατηγορούμενο. Δεν ήταν θέση της Υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη έδωσε το κλειδί της κατοικίας στον αλουμινιτζή με την υπόδειξη να το δώσει στον μάρτυρα και ο μάρτυρας να το δώσει στον Κατηγορούμενο. Κατά δεύτερο, δεν συνάδει με την μαρτυρία της παραπονούμενης η οποία κρίθηκε αξιόπιστος μάρτυρας και σύμφωνα με την οποία η παραπονούμενη ουδέποτε έδωσε το κλειδί της κατοικίας στον Κατηγορούμενο είτε η ίδια προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Τέλος, ο μάρτυρας δεν υποστήριξε καν ότι το κλειδί δόθηκε από τον αλουμινιτζή στον ίδιο και στην συνέχεια από τον μάρτυρα στον Κατηγορούμενο καθ' υπόδειξη της παραπονούμενης. Καμία εμπλοκή δεν αποδόθηκε στην παραπονούμενη από τον μάρτυρα αναφορικά με την παράδοση του κλειδιού. Πράγμα που ξενίζει. Και που κλονίζει έτι περισσότερο την αλήθεια της πιο πάνω δήλωσης του μάρτυρα. Ξενίζει δε ακόμη περισσότερο το ότι την ίδια στιγμή ο μάρτυρας διατείνονταν ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόταν εντός της κατοικίας και εργαζόταν ανοίγοντας ο ίδιος την κατοικία με το κλειδί εν γνώσει της παραπονούμενης. Αφ' ης στιγμής η γνώση της παραπονούμενης δεν συναρτήθηκε από τον μάρτυρα σε σχέση με την παράδοση του κλειδιού είναι άξιο περιέργειας πώς ο μάρτυρας συναρτά την είσοδο του Κατηγορούμενου εντός της επίδικης κατοικίας με την χρήση του κλειδιού με γνώση από μέρους της παραπονούμενης. Όλα τα πιο πάνω κλονίζουν τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς του μάρτυρα αναφορικά με τα συζητηθέντα σε βαθμό που οι ισχυρισμοί του μάρτυρα να μην μπορούν να γίνουν πιστευτοί. Τους απορρίτπω δε ως αναληθείς. Και κρίνω ότι προωθήθηκαν με σκοπό να βοηθηθεί ο Κατηγορούμενος, προδήλως, κατόπιν συνεννόησης με τον Κατηγορούμενο. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι στον ίδιο το κλειδί είχε δοθεί από τον αλουμινιτζή σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός, προδήλως, ήταν άλλη μια επινόηση του μάρτυρα η οποία, προδήλως και πάλι, προωθήθηκε με μοναδικό σκοπό ο μάρτυρας να δικαιολογήσει πώς το κλειδί βρέθηκε στην κατοχή του και στην συνέχεια το έδωσε στον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας προτίμησε να πει τούτο παρά άλλη αναλήθεια. Ότι το κλειδί του δόθηκε από την παραπονούμενη. Συναφώς και υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι το κλειδί της κατοικίας ο μάρτυρας το πήρε από τον αλουμινιτζή, ότι στην συνέχεια ο μάρτυρας το έδωσε στον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόταν και εργαζόταν εντός της κατοικίας εν γνώσει της παραπονούμενης. Επίσης, δεν με πείθουν τα όσα ο μάρτυρας επιπλέον υποστήριξε αναφορικά με το πιο πάνω θέμα. Και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος εισερχόταν εντός της κατοικίας χρησιμοποιώντας το κλειδί στην απουσία της παραπονούμενης και του συζύγου της αφού αυτοί διέμεναν στην Λευκωσία και ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν δημόσιος υπάλληλος. Εκτός του ότι τα πιο πάνω δεν είναι αποδεκτά ένεκα του ότι η αξιοπιστία του μάρτυρα κλονίσθηκε ουσιωδώς από όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν συν τοις άλλοις δεν συνάδουν με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Αναφορικά δε με το τελευταίο η παραπονούμενη αντεξετασθείσα υποστήριξε ότι αν και δημόσιος υπάλληλος ο σύζυγός της λάμβανε άδεια από την εργασία του για να μπορεί να μεταβαίνει στην Πενταλειά τις καθημερινές για τον πιο πάνω σκοπό. Επισημαίνεται, επίσης, ότι ο μάρτυρας δεν διασαφήνισε πώς είχε γνώση αναφορικά με τον υπό αυτού προβληθέντα υπό συζήτηση ισχυρισμό. Συναφώς σημειώνεται ότι δεν είναι μόνιμος κάτοικος Πενταλειάς αλλά Λεμεσού. Σε κανένα δε σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά τις επισκέψεις του Κατηγορούμενου στην δική του κατοικία στην Πενταλιά ώστε να γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι ο Κατηγορούμενος τις ίδιες ημέρες εργαζόταν και εντός της κατοικίας της παραπονούμενης στην απουσία της παραπονούμενης και του συζύγου της. Σημείο το οποίο κλονίζει έτι περισσότερο την αλήθεια του υπό συζήτηση ισχυρισμού του. Δεν παραγνωρίζω, επίσης, τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος έδωσε το κλειδί της κατοικίας του στον Κατηγορούμενο, προδήλως, για να μην χρειάζεται ο ίδιος να μεταβαίνει από την Λεμεσό στην Πενταλιά για να του ανοίγει. Πώς τότε γνώριζε για αυτά που υποστήριξε και που μόλις πιο πάνω έχουν συζητηθεί; Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα που δέχομαι και που αποτελεούν μέρος των ευρημάτων μου είναι (α) ότι η προσφορά που αφορά στην επίδικη κατοικία - Τεκμήριο 6 - δεν παραδόθηκε στον ίδιο από τον Κατηγορούμενο και (β) ότι ο Κατηγορούμενος εκτέλεσε ξυλουργικές εργασίες για την παραπονούμενη δύο συνολικά φορές, την πρώτη, για το σπίτι της στην Λακατάμια στην Λευκωσία και την δεύτερη για την επίδικη κατοικία στην Πενταλειά. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί συνάδουν με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Τρίτος μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε ο Πανίκος Λεοντίου. Ο μάρτυρας γνωρίζει τον Κατηγορούμενο καθότι είναι από το ίδιο χωριό και μεγάλωσαν μαζί. Ο μάρτυρας έτυχε να βρίσκεται στον χώρο εργασίας του Κατηγορούμενου και άκουσε τηλεφωνική συνομιλία που έλαβε χώρα σε ανοικτή ακρόαση μεταξύ του Κατηγορούμενου και κάποιου Κυριάκου ο οποίος έχει αποβιώσει. Ο λόγος που την συγκεκριμένη ημέρα έτυχε να βρίσκεται στον χώρο εργασίας του Κατηγορούμενου ήταν γιατί χρειαζόταν από τον Κατηγορούμενο πλακάζ καθότι ο μάρτυρας διατηρεί φάρμα με κοτόπουλα. Άκουσε να λαμβάνει χώρα η εξής στιχομυθία μεταξύ του Κατηγορούμενου και του προαναφερόμενου Κυριάκου. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος είπε στον Κυριάκο ότι ήθελε τα λεφτά του διαφορετικά θα πήγαινε να βγάλει τα έπιπλα. Τότε ο Κυριάκος είπε στον Κατηγορούμενο να πάει να βγάλει τα έπιπλα γιατί είχε βρει άλλο πελεκάνο να του κάνει άλλα εις αντικατάσταση εκείνων που του είχε κάνει ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Έτυχε να γνωρίσει τον Κυριάκο στην ανεγειρόμενη κατοικία του όταν ο Κατηγορούμενος πήγε να βιδώσει πόρτες. Μαζί του ήταν και ο μάρτυρας ο οποίος είχε φέρει τον Κατηγορούμενο στην Πάφο για να του συστήσει πελάτες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Κυριάκος με τον οποίο μίλησε ο Κατηγορούμενος στο τηλέφωνο την ημέρα που ο μάρτυρας υπέδειξε ήταν το πρόσωπο που είχε την επίδικη κατοικία στην Πενταλιά. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε ότι αυτός ήταν και δεν μπορούσε να ήταν κάποιος άλλος με το ίδιο όνομα. Δέχθηκε εν τέλει ότι δεν γνώριζε την δοσοληψία μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Κυριάκου. Ο μάρτυρας δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Οι επίμονες θέσεις του και οι απόλυτες δηλώσεις του ήταν κατά την κρίση μου ενδεικτικές του ψεύδους που διέπει την μαρτυρία του. Επίσης, το επιθετικό ύφος και η αγένεια με την οποία απαντούσε κατά την αντεξέταση σκοπό είχε να «κατατροπώσει» τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής με απώτερο σκοπό να επιβάλει τις θέσεις του χωρίς, όμως, να το καταφέρει. Ενδεικτική της ποιότητας της μαρτυρίας του μάρτυρα αλλά και της μεροληψίας που κατά την κρίση μου την διέπει ήταν και η δήλωση του ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να είναι άλλο από τον σύζυγο της παραπονούμενης. Κανένα, όμως, στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε από τον μάρτυρα ως εχέγγυο για την ασφαλή αποδοχή της μαρτυρίας του. Αντίθετα από ό,τι υποστήριξε ο μάρτυρας δεν θα μπορούσε να είναι βέβαιος για το ότι το άλλο πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε στο τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης. Ο σύζυγος της παραπονούμενης δεν είναι ο μοναδικός που φέρει το όνομα Κυριάκος. Και που μπορούσε να έχει την ίδια διαφορά που είχε ο Κατηγορούμενος με την παραπονούμενη και τον σύζυγό της. Η μαρτυρία του μάρτυρα δεν αποκλείει το πιο πάνω ενδεχόμενο αφού συν τοις άλλοις ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δοσοληψίες του Κατηγορούμενου ως και ο ίδιος δέχθηκε ή ότι ο μοναδικός Κυριάκος με τον οποίο ο Κατηγορούμενος είχε διαφορά ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης. Επίσης από μια συνομιλία μέσω τηλεφώνου δεν μπορεί εύκολα και με ασφάλεια να γίνει η αναγνώριση του άλλου προσώπου που συνδιαλέγεται. Και με δεδομένο ότι ο μάρτυρας στην κρινόμενη περίπτωση μόνο μια φορά είχε συναντήσει τον σύζυγο της παραπονούμενης. Συναφώς δεν υποδείχθηκε από τον μάρτυρα ότι η φωνή του συζύγου της παραπονούμενης είχε κάποια ιδιαιτερότητα ικανή να ταυτοποιήσει με ασφάλεια το πρόσωπο με το οποίο ο Κατηγορούμενος συνδιαλέχθηκε με τον σύζυγο της παραπονούμενης. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν ότι το άλλο πρόσωπο της συνδιάλεξης ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης δεν θα δεχόμουν ότι αυτός είπε στον Κατηγορούμενο να ξηλώσει τις κατασκευές που είχε εφαρμόσει στην κατοικία της παραπονούμενης γιατί είχε βρει άλλο πελεκάνο να του τις ξανακάνει. Όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης υποδείχθηκε η στάση της παραπονούμενης και του συζύγου της απέναντι στην στάση που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν όπως προκύπτει από την μαρτυρία της παραπονούμενης κοινή. Και σε καμία περίπτωση δεν θα δεχόμουν ότι άλλα έλεγε στην παραπονούμενη ο σύζυγός της και άλλα στον Κατηγορούμενο. Συν τοις άλλοις θα ήταν παράδοξο ο σύζυγος της παραπονούμενης να ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να πράξει όπως υπέδειξε ο μάρτυρας. Γιατί θα ήταν παράδοξο σχολιάσθηκε εκτενώς στα πλαίσια της αξιολόγησης της παραπονούμενης. Υπό το φως των πιο πάνω η εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα είναι τέτοια που δικαιολογεί κατά την κρίση μου απόρριψη όλης του της μαρτυρίας. Κρίνω πως ο μάρτυρας ένεκα της πολύχρονης γνωριμίας του με τον Κατηγορούμενο - μεγάλωσαν μαζί - ήταν μεροληπτικός υπέρ του και τίποτα από όσα υποστήριξε δεν αποδέχομαι. Συνακόλουθα δεν δέχομαι καν ότι ήταν μάρτυρας της υπό αυτού αναφερθείσας τηλεφωνικής συνδιάλεξης. Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η πρώτη κατηγορία προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό· ή ............................................................................................................................................... είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων». Το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, δίδει τον ορισμό της διάρρηξης και προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο». Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθωc ως μέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο». Προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο ότι η διάρρηξη μπορεί να συντελεστεί όχι μόνο με την παραβίαση μιας εισόδου αλλά και με απλό άνοιγμα της είτε με κλειδί είτε διαφορετικά. Με την πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 13.5.11 και 1.6.11 διέρρηξε και εισήλθε στην επίδικη κατοικία. Όπως αναφέρθηκε και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης για να αφαιρέσει τις κατασκευές που πήρε ακολουθεί ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της κατοικίας. Χωρίς την άδεια της παραπονούμενης και χωρίς την συγκατάθεσή της. Για να εισέλθει δε εντός της κατοικίας της οποίας όλες οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονούμενης ακολουθεί ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε την κατοικία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο που υποδεικνύεται στο άρθρο
  39. Ακολουθεί ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της επίδικης κατοικίας αφού προηγουμένως την διέρρηξε. Διαπράττει, όμως, το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πρόσωπο που διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος νοουμένου ότι αυτό χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων. Συναφώς το ότι κτήριο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το βάρος απόδειξης του οποίου φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Η αντίστοιχη φράση στο Αγγλικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα είναι «any building, tent or vessel used as a human dwelling». Το αδίκημα του άρθρου 292(α) προσομοιάζει με το καταργηθέν Αγγλικό άρθρο 25 του Larceny Act 1916 της Αγγλίας όπου εκεί χρησιμοποιείται ο όρος «dwelling house». Ο όρος αυτός θεωρώ ότι δεν διαφέρει από τον όρο «human dwelling» που απαντά στον δικό μας Ποινικό Κώδικα και κατά την κρίση μου τα δύο άρθρα μεταδίδουν την ίδια έννοια της κατοικίας. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 35η έκδοση, σελίδες 717-718 αναφέρονται τα ακόλουθα. Κάθε κτήριο στο οποίο κατοικεί και διαμένει μόνιμα ο ιδιοκτήτης ή ο ενοικιαστής του και η οικογένειά του συνιστά κατοικία (dwelling house). Ακόμη και ένα δωμάτιο σε κολλέγιο θεωρείται κατοικία για τους σκοπούς του πιο πάνω άρθρου. Προσωρινή απουσία του ιδιοκτήτη και της οικογένειάς του δεν αποστερεί από την κατοικία την προστασία που παρέχεται από τον Νόμο. Συνιστά διάρρηξη της αστικής κατοικίας η παραβίαση και η είσοδος σε αυτή παρά το ότι ο ιδιοκτήτης της και η οικογένειά του κατά τον χρόνο της διάρρηξης διαμένουν στην εξοχική κατοικία στα πλαίσια διακοπών. Αποτελεί, επίσης, διάρρηξη η παραβίαση και η είσοδος σε κατοικία έστω και αν ο ιδιοκτήτης της απουσιάζει προσωρινά από αυτή σε ταξίδι. Ο όρος «κατοικία» ενέχει το στοιχείο της μόνιμης διαμονής σε αυτή σε αντιδιαστολή με το στοιχείο της προσωρινής τιαύτης. Κατοικία θεωρείται ο τόπος στον οποίο ο ιδιοκτήτης ή ο ενοικιαστής έχει την σύνηθη του διαμονή (is in the habit of residing). Η παραβίαση και είσοδος σε σπίτι ή οικία στην οποία ουδείς διαμένει δεν συνιστά διάρρηξη. Επίσης, δεν συνιστά διάρρηξη η παραβίαση και είσοδος σε οικία την οποία ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιεί μόνο για να παίρνει τα γεύματά του ή για τους σκοπούς της επιχείρησης του. Σε μια τέτοια περίπτωση η οικία δεν θεωρείται κατοικία καθότι ο ιδιοκτήτης της δεν έχει σε αυτήν την σύνηθη διαμονή του. Αν κάποιος μένει τα βράδυα σε μια αποθήκη για να προστατεύει τα αγαθά που φυλάσσονται σε αυτήν η παραβίαση και η είσοδος στην αποθήκη δεν συνιστά διάρρηξη καθότι η διαμονή τα βράδυα στην αποθήκη για τον πιο πάνω σκοπό δεν καθιστά την αποθήκη κατοικία. Επίσης, δεν καθιστά κατοικία ένα σπίτι το οποίο ένας ενοικιαστής έχει ενοικιάσει για να διαμένει σε αυτό ο ίδιος και η οικογένειά του αν αυτός και η οικογένειά του δεν έχουν ακόμα εγκατασταθεί και κοιμηθεί σε αυτό το γεγονός ότι έχει ήδη μετακομίσει τα πράγματα και τα έπιπλά του σε αυτό ενόψει της επικείμενης εγκατάστασής του σε αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη κατοικία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν υπό ανέγερση. Κάτι το οποίο η παραπονούμενη διασαφήνισε ευθαρσώς διά ζώσης και επιβεβαίωσε και ο ΜΚ 2 με την γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 3 - στην οποία κάνει αναφορά για «ανεγειρόμενη εξοχική κατοικία στην Πενταλιά». Βέβαια δεν αποκλείεται μια κατοικία υπό ανέγερση να χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να καταδείξει ή από την οποία να συνάγεται ότι η επίδικη κατοικία είχε ήδη κατοικηθεί από την παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ή ότι κατά τον χρόνο αυτό αυτή χρησιμοποιείτο ως κατοικία ανθρώπων. Εν κατακλείδι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι η επίδικη κατοικία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κατοικία ή κτήριο το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων (human dwelling). Το σημείο αυτό είναι καταλυτικό καθότι παρά την κατάληξή μου ότι η επίδικη οικία διαρρήχθηκε από τον Κατηγορούμενο, εντούτοις, ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος στην πρώτη κατηγορία αφ' ης στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε οικία που χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων. Υπό το φως των πιο πάνω η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος παρέλκει. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) .......................................................................................................... (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Το άρθρο 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου, επίσης, βασίζεται η δεύτερη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: «Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή— ..................................................................................................................... (β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία· ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Όλες οι κατασκευές που αφαίρεσε ο Κατηγορούμενος είναι αντικείμενα με αξία. Επίσης, είχαν ήδη εφαρμοσθεί από τον Κατηγορούμενο εντός της επίδικης οικίας και, επομένως, ήταν αντικείμενα τα οποία βρίσκονταν πλέον στην κατοχή και τον έλεγχο της παραπονούμενης. Είναι, επομένως, αντικείμενα τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Ο Κατηγορούμενος αφαιρώντας και στις δύο περιπτώσεις και παίρνοντας μαζί του τις κατασκευές από την επίδικη οικία και μεταφέροντας τις στο μέρος που είχε πρόθεση να τις εναποθέσει αποκόμισε τις κατασκευές αυτές και απέκτησε την κατοχή τους. Χωρίς την συγκατάθεση της παραπονούμενης και με πρόθεση να αποστερήσει την παραπονούμενη τελεσίδικα από αυτές ως από την μαρτυρία που αποδέχθηκα προκύπτει. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνονται τα ακόλουθα. Ο λόγος που ο Κατηγορούμενος στις 13.5.11 αφαίρεσε αφού είχε εφαρμόσει την μια μεγάλη πόρτα ερμαριού και τις δύο πόρτες πάγκου κουζίνας ήταν γιατί δυσαρεστήθηκε και θύμωσε με την παράκληση της παραπονούμενης να τις αντικαταστήσει ως ελαττωματικές που ήταν με άλλες καινούργιες. Πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι είχε τελειώσει με την εργασία του, ότι δεν θα ερχόταν ξανά και είπε στην παραπονούμενη να αποταθεί σε άλλο πελεκάνο. Ζήτησε την εξόφλησή του και έφυγε από την επίδικη κατοικία θυμωμένος παίρνοντας μαζί του τις εν λόγω κατασκευές. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος αποκόμισε τις κατασκευές αυτές με πρόθεση να αποστερήσει την παραπονούμενη τελεσίδικα από αυτές. Αναφορικά με τις κατασκευές που ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε στην δεύτερη περίπτωση, ήτοι μετά την παραβίαση της επίδικης οικίας, σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα και τα συμπεράσματά μου ο Κατηγορούμενος για να αφαιρέσει και να πάρει μαζί του τις εν λόγω κατασκευές διέρρηξε την επίδικη οικία. Πήρε δε τις κατασκευές γιατί θεωρούσε ότι αδικαιολόγητα δεν είχε ξοφληθεί από την παραπονούμενη. Επίσης, όταν ο σύζυγος της παραπονούμενης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να τις φέρει πίσω και να τις επανατοποθετήσει διαφορετικά θα τον έπαιρνε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο της παραπονούμενης να πάει και στον Άρειο Πάγο αν ήθελε. Εκστόμιζε, επίσης, απειλές προς τον σύζυγο της παραπονούμενης του τύπου «θα σου τα κάνω όλα κομμάτια μέσα στο σπίτι», «θα πάω να τα κάψω όλα», «θα σου τα σπάσω όλα». Από τα πιο πάνω, επίσης, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος αποκόμισε τις κατασκευές αυτές και απέκτησε την κατοχή αυτών με πρόθεση να αποστερήσει την παραπονούμενη τελεσίδικα από αυτές. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία της απόκτησης χωρίς αξίωση δικαιώματος από μέρους του Κατηγορούμενου, χωρίς καλή πίστη και με δόλιο τρόπο υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» σημαίνουν εσκεμμένα και με πρόθεση και όχι ως εκ λάθους. Αφ' ης στιγμής και σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα ο κάτοχος και το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο των κατασκευών κατά τον χρόνο της απόκτησης της κατοχής τους από τον Κατηγορούμενο και στις δύο περιπτώσεις δεν ήταν ο Κατηγορούμενος, αλλά η παραπονούμενη, πράγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος γνώριζε, ακολουθεί ότι ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα και με πρόθεση απέκτησε κατοχή των εν λόγω κατασκευών. Και όχι, βέβαια, ως εκ λάθους. Χωρίς αξίωση δικαιώματος από μέρους του και χωρίς καλή πίστη. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν είχε ξοφλήσει πλήρως τον Κατηγορούμενο για τις υπό αυτού εκτελεσθείσες εργασίες δεν προσέδιδε στον Κατηγορούμενο δικαίωμα να αποκομίσει την κατοχή των κατασκευών αφ' ης στιγμής ο Κατηγορούμενος είχε ήδη παραδώσει τις κατασκευές στην παραπονούμενη και τις είχε εφαρμόσει, η παραπονούμενη του είχε καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος και ο λόγος που δεν του είχε καταβάλει το υπόλοιπο ήταν γιατί κάποιες από τις κατασκευές στις 13.5.11 διαπιστώθηκε από την παραπονούμενη ότι παρουσίαζαν ελάττωμα. Με την δεύτερη κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έκλεψε από κατοικία. Ο αντίστοιχος Αγγλικός όρος του όρου «κατοικία» στον Ποινικό Κώδικα είναι «dwelling house». Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ο όρος «κατοικία» (dwelling house) ερμηνεύεται ως ακολούθως: «"κατοικία" περιλαμβάνει οποιοδήποτε κτίριο ή οικοδομή ή μέρος αυτών, που χρησιμοποιείται κάθε φορά από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχό της για τη δική του διαμονή σε αυτή, της οικογέν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.