← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστάκη Κώστα, Αρ. Υπόθεσης: 15509/13, 18/10/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστάκη Κώστα, Αρ. Υπόθεσης: 15509/13, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15509/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Χριστάκη Κώστα Κατηγορούμενου ------------------- Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σιβιτανίδης Κατηγορούμενος - παρών ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Κεφ. 154 και στη δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της ανησυχίας κατά παράβαση του Άρθρου 95 του Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 25/11/2013 στο οίκημα του Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλιάς επιτέθηκε εναντίον του Ανδρέα Παναγιώτου Κολώτα. Ενώ σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία σε δημόσιο μέρος χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Αστυφύλακα 2543 Τρύφωνος (ΜΚ1) και τον παραπονούμενο (ΜΚ2). Περαιτέρω, από τους ευπαίδευτους συνηγόρους δηλώθηκαν ως κοινά αποδεχτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 1), καθώς επίσης και το περιεχόμενο του ιατρικού εντύπου που αφορά την εξέταση του παραπονούμενου (Τεκμήριο 5). Συνοπτικά ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα στο ότι μετέβηκε στην επίδικη σκηνή στις 25/11/2013 όπου και έλαβε 12 φωτογραφίες αυτής και 4 φωτογραφίες του κατηγορούμενου. Οι προαναφερόμενες φωτογραφίες κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμηρίου
  2. Ο παραπονούμενος από την άλλη στη δική του μαρτυρία υιοθέτησε, δυνάμει του Άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η εν λόγω κατάθεση παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 4 και συνοπτικά σε αυτήν ο παραπονούμενος αναφέρει ότι στις 25/11/2013 βρισκόταν στον Πολιτιστικό Σύλλογο της Πενταλιάς όπου και είχε συνομιλία με κάποιον Ανδρέα Μιχάλη σε σχέση με ζημιές που προκλήθηκαν στο αμπέλι του τελευταίου από κοπάδι του παραπονούμενου. Στη διάρκεια αυτής της συνομιλίας επενέβηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκστόμισε τη φράση « να φκούν τα μάθκια σου». Μετά από αυτό υπήρξε στιχομυθία μεταξύ του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου ως αποτελέσματα της οποίας ο κατηγορούμενος άρπαξε μίαν καρέκλα, η οποία βρισκόταν δίπλα του, την ύψωσε και επιχείρησε να χτυπήσει τον παραπονούμενο, ο οποίος όμως τοποθετώντας τα χέρια του μπροστά απέκοψε την πορεία της καρέκλας. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος επιχείρησε εκ νέου να χτυπήσει τον παραπονούμενο χαμηλώνοντας όμως αυτήν τη φορά την καρέκλα και επιφέροντας τελικά χτύπημα στο δεξί πόδι του κατηγορούμενου. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έλαβε ένα ξύλινο μπαστούνι και προσπάθησε να χτυπήσει τον κατηγορούμενο στο κεφάλι. Ο δε κατηγορούμενος αντιδρώντας κατάφερε να αποσπάσει το μπαστούνι από τον κατηγορούμενο και να χτυπήσει τον τελευταίο στο κεφάλι. Μάλιστα ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι έσπρωξε τον κατηγορούμενο, ο οποίος έπεσε στο πάτωμα και ότι αντιλήφθηκε ότι έτρεχε αίμα από τον κατηγορούμενο. Στη διά ζώσης μαρτυρία του και μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι το χτύπημα που δέχθηκε από τον παραπονούμενο ήταν στο δεξί του πόδι. Όταν δε του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες 6 και 7 της δέσμης Τεκμηρίου 3, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τις αναγνωρίσει. Αντεξεταζόμενος ανάφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο ίδιος ουδέποτε χτύπησε τον κατηγορούμενο. Επίσης μετά από σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ανέφερε ότι δεν είδε ποιος χτύπησε τον κατηγορούμενο, καθώς όπως ανέφερε ο ίδιος δεν βρισκόταν εντός του πολιτιστικού συλλόγου, αλλά καθόταν στον εξωτερικό χώρο και συγκεκριμένα στη βεράντα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο κ. Σιβιτανίδης εισηγήθηκε, δυνάμει του Άρθρου 74

(1)β του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε ο τελευταίος να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του κ. Συμεού, ο οποίος εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές οι οποίες διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)τόμος 2 C.L.R 9, υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962, η οποία και καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία η απαλλαγή κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν: (
  1. i)δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, (
  2. ii)οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτήν. Η κλήση κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος εκ πρώτης όψεως χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ 133). Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' αυτό το στάδιο έχει καθαρά αντικειμενικό έρεισμα. Τόσο στην πρώτη, όσο και στην δεύτερη περίπτωση που δικαιολογείται η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: " . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. · Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία". Έχοντας ως γνώμονα τις αρχές της νομολογίας οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω, θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω αντικειμενικά τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οφείλω ευθύς εξ αρχής να πω, όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε σε σχέση με αυτήν. Ο τελευταίος περιορίστηκε άλλωστε απλώς στο να καταθέσει τις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως είναι αναμενόμενο από τη φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, βασικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης, του οποίου η μαρτυρία του είναι ουσιώδης όσον αφορά τα γεγονότα αυτής, είναι ο παραπονούμενος. Αντικρίζοντας αντικειμενικά και χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, θεωρώ ότι αυτή στερείται τέτοιας πειστικότητας που το Δικαστήριο δεν μπορεί ούτε και σ' αυτό το στάδιο να βασιστεί στην εν λόγω μαρτυρία. Αυτό γιατί η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου από τον παραπονούμενο σε ουσιωδέστατα σημεία της αυτοαναιρείται. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο παραπονούμενος κατ' επανάληψη δήλωσε κατά την αντεξέταση ότι δεν χτύπησε τον κατηγορούμενο εν τούτοις στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας υπενθυμίζω ότι υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, προβαίνει σε παραδοχή ότι χτύπησε τον κατηγορούμενο αναφέροντας συγκεκριμένα ότι τον χτύπησε στο κεφάλι. Επιπρόσθετα, στο Τεκμήριο 4, αναφέρει ότι έσπρωξε τον κατηγορούμενο ο οποίος έπεσε στο πάτωμα, αναφέροντας μάλιστα ότι είδε να τρέχει αίμα από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, στη διά ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, απάντησε ότι το χτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο ήταν στο δεξί πόδι του. Ωστόσο στο Τεκμήριο 5, δηλαδή στο ιατρικό έντυπο που αφορά την εξέταση του παραπονούμενου το περιεχόμενο του οποίου υπενθυμίζω ότι είναι κοινά αποδεκτό, καταγράφεται ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος δήλωσε ότι δέχθηκε επίθεση στο κεφάλι και στον δεξιό μηρό. Ανέφερε μάλιστα ότι αισθανόταν και ήπια ζάλη. Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διά ζώσης μαρτυρία του, αλλά και με την ίδια την κατάθεση του Τεκμήριο 4, αφού σε αυτήν αναφέρει ότι κατάφερε να ανακόψει την επίθεση του κατηγορούμενου με καρέκλα στο κεφάλι του. Δεν μπορεί επίσης να παραμείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το περιεχόμενο των φωτογραφιών 6 και 7 της δέσμης Τεκμηρίου 3. Είναι εμφανές ότι οι συγκεκριμένες φωτογραφίες απεικονίζουν τον εξωτερικό χώρο του Πολιτιστικού Συλλόγου της Πενταλιάς. Σημειώνω ότι ο ίδιος ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν στη βεράντα, δηλαδή στον εξωτερικό χώρο του εν λόγω πολιτιστικού συλλόγου. Όταν όμως οι συγκεκριμένες φωτογραφίες του υποδείχθηκαν, οι οποίες επαναλαμβάνω απεικονίζουν τον χώρο που ο ίδιος δήλωσε ότι βρισκόταν, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τις αναγνωρίσει. Επισημαίνεται ότι στις συγκεκριμένες φωτογραφίες απεικονίζονται και κηλίδες αίματος σε σχέση με τις οποίες ο παραπονούμενος δήλωσε στο Τεκμήριο 4 ότι είδε ότι έτρεχε αίμα από τον κατηγορούμενο. Στη βάση επομένως των όσων έχω εκθέσει πιο πάνω, θεωρώ ότι αντικειμενικά ορώμενη η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας, έτσι ώστε το Δικαστήριο δεν δικαιολογείται να προχωρήσει σε κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Κάτι τέτοιο ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με το να κληθεί ο κατηγορούμενος για να συμπληρώσει ή και να διορθώσει τα κενά τα οποία παρουσιάζονται στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά την εξέταση επομένως τέτοιων θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον τελευταίο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.» Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία εν όψει του ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, και αναφέρομαι συγκεκριμένα στη μαρτυρία του παραπονούμενου, στερείται πειστικότητας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.