← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλης Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 3804/17, 25/10/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλης Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 3804/17, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 3804/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Μιχάλης Μιχαήλ, από την Αργάκα
  2. Thi Khue Nguyen, από το Βιετνάμ Κατηγορούμενων ------------------------------ Ημερομηνία: 25/10/2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τoν 1ο κατηγορούμενο: κ. Κ. Δημητρίου 1ος κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 4 Ιουλίου, 2017, σε χωράφι στην τοποθεσία «ΞΕΡΟΠΟΤΑΜΟΣ», έδαφος του χωριού Γιαλιά της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τη 2η κατηγορούμενη, Thi Khue Nguyen, τον αστυφύλακα 2622 Ευέλθων Μίτα, την εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακα 3933 Έλενα Αντρέου και τέλος, τη Nguyen Thi Huyen Li (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, τον κοινοτάρχη Γιαλιάς, Μάμα Γρηγορίου (Μ.Υ.1). Σε συντομία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Ο Μ.Κ.2 υπηρετεί στην ΥΑΜ Πάφου και είναι τοποθετημένος στο κλιμάκιο επιχειρήσεων. Στις 4/7/2017 και ώρα 09:20 (ουσιώδης χρόνος), ο μάρτυρας, μαζί με ακόμη τρεις συναδέλφους του, της ΥΑΜ Πάφου κι αυτοί μετέβησαν σε αγροτική περιοχή στο χωριό Γιαλιά, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί με γεωργικές εργασίες. Αφού έφθασαν στην πιο πάνω περιοχή και συγκεκριμένα, σε χωράφι στην τοποθεσία «Ξεροπόταμος» που αποτελεί έδαφος του χωριού Γιαλιά, ο μάρτυρας αντιλήφθηκε μια αλλοδαπή, ασιατικής καταγωγής, να εκριζώνει κρεμμύδια και ακολούθως, με τη χρήση ενός μικρού ψαλιδιού χειρός (τεκμήριο 7Α), να τα καθαρίζει και τοποθετεί σε πλαστικό κιβώτιο. Αφού την προσέγγισε, της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ανάφερε την ιδιότητά του, ακολούθως, την κάλεσε να του παρουσιάσει τα στοιχεία της. Αυτή, του ανάφερε το όνομά της, την ημερομηνία γέννησής της και ότι κατάγεται από το Βιετνάμ. Μετά από τηλεφωνικό έλεγχο που διενήργησε ο μάρτυρας, μέσω του συστήματος του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διαπίστωσε τα πλήρη στοιχεία της και συγκεκριμένα, ότι επρόκειτο για τη 2η κατηγορούμενη (Μ.Κ.1) από τη Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25/3/2011, με άδεια παραμονής και εργασίας, ως γεωργική εργάτρια στη Δώρα Ευριπίδου από την Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς μέχρι και τις 16/7/
  3. Στις 11/8/2014 υπόβαλε αίτηση για ανανέωση των παραπάνω αδειών, η οποία απορρίφθηκε. Στις 12/8/2014 αναχώρησε από τη Δημοκρατία για τη χώρα της, αεροπορικώς, από το αεροδρόμιο Λάρνακας. Απ' εκεί και πέρα αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι εν λόγω αλλοδαπή, που - για να επαναλάβω - είναι από το Βιετνάμ, τον Ιούνη του 2016 εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας, μέσω κατεχομένων, από μη εγκριμένο λιμένα, χωρίς άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Έκτοτε μέχρι και τις 4/7/2017 που συνελήφθηκε από την Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση, διέμενε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα. Για να συνεχίσω, ακολούθως ο μάρτυρας και συγκεκριμένα, στις 09:30 πληροφόρησε την αλλοδαπή (Μ.Κ.1) ότι διέπραξε τα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης (προφανώς απασχόλησης εννοούσε) καθώς και της παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε: «Εν έχω βίζα.» Πέντε λεπτά αργότερα (στις 09:35), ο μάρτυρας, τη συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης και παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, αυτή του απάντησε: «Μάστρος μου Μιχάλης.» Στη συνέχεια, ο μάρτυρας παρέλαβε από αυτή ως τεκμήριο, το ψαλίδι (τεκμήριο 7Α). Ενώ ο μάρτυρας, οι συνάδελφοί του και η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή παρουσιάστηκε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού, στο οποίο απασχολείτο η αλλοδαπή (Μ.Κ.1). Η τελευταία, στην παρουσία του μάρτυρα και των συναδέλφων του, τον υπέδειξε στο μάρτυρα ως τον εργοδότη της, αναφέροντάς του στα ελληνικά, «Τούτος μάστρος μου Μιχάλης.» Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας ζήτησε από τον υπό αναφορά να του υποδείξει τα στοιχεία του, αυτός, του ανάφερε ότι ονομάζεται Μιχάλης Μιχαήλ. Πρόκειται για τον κατηγορούμενο, ο οποίος, όταν ο μάρτυρας, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ανάφερε την ιδιότητά του, απευθυνόμενος προς το μάρτυρα ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει την αλλοδαπή (Μ.Κ.1). Ανάφερε ακόμη στο μάρτυρα, ότι στο πρόσφατο παρελθόν, του επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €3.000,00, επειδή εργοδοτούσε παράνομα ένα αλλοδαπό. Αφού ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός, του απάντησε: «Τι θέλεις, να με βάλεις φυλακή;» Ανακρινόμενη προφορικά η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) ανάφερε στο μάρτυρα ότι εργάζεται στο (Μιχάλη) κατηγορούμενο περιστασιακά το τελευταίο διάστημα, με μισθό €30,00, ημερησίως. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από τη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2 (τεκμήριο 2) καθώς και από το περιεχόμενο των παραπάνω παραδεκτών γεγονότων. Προστίθενται και τα εξής - ως μέρος της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής - από την ανακριτική κατάθεση της αλλοδαπής (Μ.Κ.1), η οποία της λήφθηκε την ημέρα της σύλληψής της (στις 4/7/2017): Από τον Ιούνη του 2016 που επέστρεψε στην Κύπρο παράνομα, μέσω κατεχομένων προσπαθούσε να βρει δουλειά σ' όλη την Κύπρο μέχρι που μια φίλη της, επικοινώνησε μαζί της και της είπε να πάει να δουλέψει στο χωριό Γιαλιά οπότε χάρηκε πολύ που θα πήγαινε εκεί δουλεία, επειδή εργαζόταν και κατά το παρελθόν στην ίδια περιοχή και γνώριζε όλους τους ανθρώπους της. Γνωρίζει πολύ καλά τον κατηγορούμενο, επειδή είναι γείτονας του προηγούμενου, νόμιμου, εργοδότη της. Το συνάντησε στις 3/7/2017 και συμφώνησαν να ξεκινήσει δουλεία κοντά του σήμερα και θα την πλήρωνε €30,00 ημερησίως, για να μαζεύει κρεμμύδια. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταλογίζεται από την κατηγορούσα αρχή σύμφωνα με όσ' ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είναι η εξής: Με την αλλοδαπή (Μ.Κ.1) νομίζει γνωρίστηκαν για πρώτη φορά στο γείτονά του, την κυρία Δώρα Χριστοδούλου. Εργαζόταν στα θερμοκήπιά της και μιλούσαν σχεδόν καθημερινά. Η αλλοδαπή, του τηλεφωνούσε γύρω στους 3 μήνες πριν για να έρθει να εργαστεί κοντά του. Επειδή γνώριζε ότι ήταν παράνομη, ότι δούλευε σε αρκετούς, δεν ήθελε να την ερογοδοτήσει για να γίνει παράνομος. Δε γνωρίζει πως βρέθηκε στο χωράφι του στον ουσιώδη χρόνο. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι 4 με 5 μέρες προηγουμένως, του τηλεφώνησε ότι θα πάει Λευκωσία για να μπορέσει να ετοιμάσει τα χαρτιά της για να μπορεί να δουλέψει. Στις 3/7/2017, του είπε ότι θέλει να έρθει δουλειά και της ζήτησε να του φέρει τα χαρτιά να τα δει, αν ήταν νόμιμη, για να μπορεί να την εργοδοτήσει. Την επομένη βρέθηκε στο χωράφι του, χωρίς να ξέρει το λόγο. Πήγε στο χωράφι του στις 09:30 για να πάρει τα γεμάτα κιβώτια και όταν ξεκίνησε, του κόρναρε το αυτοκίνητο του Immigration. Σταμάτησαν, κατέβηκαν δυο κύριοι που είπαν ότι είναι από το Immigration και όταν τους ρώτησε για ποιο λόγο το σταμάτησαν, του είπαν ότι η κοπέλα ήταν στο χωράφι του και έκοβε κρεμμύδια. Οι άντρες της ΥΑΜ δεν ήταν στο χωράφι του όταν μετέβηκε εκεί, αλλά σταμάτησαν πίσω του. Από αυτούς κατέβηκαν οι δυο από το αυτοκίνητο καθώς και ο κοινοτάρχης Γιαλιάς (Μ.Υ.1). Ο τρίτος, τον οποίο γνώρισε εδώ στο Δικαστήριο είναι ο Μ.Κ.2 και έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο. Ούτε κατέβηκε από αυτό μα ούτε και μίλησε καμιά φορά μαζί του ο ίδιος. Όταν πήγε στο χωράφι, εκεί υπήρχαν γύρω στα 60 κιβώτια γεμάτα κρεμμύδια και κανένα άδειο. Φόρτωσε γύρω στα 40 κιβώτια και ξεκίνησε να φύγει όταν τον σταμάτησαν. Την αλλοδαπή (Μ.Κ.1), ενάμισι περίπου μήνα προηγουμένως, τη μετέφερε στο χωράφι του κάποιος πρώην αστυνομικός. Αυτός έμεινε έξω από το χωράφι, ενώ η αλλοδαπή ήρθε να του ζητήσει δουλεία οπότε και πάλι αρνήθηκε και τους έδιωξε και τους δυο από εκεί. Ονομάζεται Νικολάου Ανδρέας ο πρώην αστυνομικός, με τον οποίο οι δυο τους έχουν διαφορά. Εδώ και 10 χρόνια δε μιλούν, ήταν γείτονας του πρώην πεθερού του και υπήρχαν πολλές παρεξηγήσεις. Έχει πολλά χρόνια να μιλήσουν. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος: Πιστεύει ότι έγινε συνομωσία εναντίον του, αλλά δεν ήξερε που να το καταγγείλει. Κάποιος προσπαθεί να τον ενοχοποιήσει. Δεν είπε όμως ότι είναι η Αστυνομία. Το ψαλίδι (τεκμήριο 7Α) μπορεί να είναι δικό του. Έχει πολλά ψαλίδια στο χωράφι του. Δεν είναι αλήθεια ότι η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), τον κατονόμασε στο Μ.Κ.2, ως τον εργοδότη της. Ούτε αυτός μα ούτε και η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. Όταν πήγε στο χωράφι δεν υπήρχε κανείς εκεί. Φόρτωσε και ξεκίνησε, έφευγε και τον ακολουθούσαν. Προτού βγει από το χωράφι, το σταμάτησαν. Η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), του τηλεφώνησε πολλές φορές για να την εργοδοτήσει και αρνήθηκε επειδή ήταν παράνομη. Δε μίλησε καθόλου στο Μ.Κ.
  4. Αυτός ήταν στο αυτοκίνητο μαζί με την αλλοδαπή (Μ.Κ.1), επομένως, δεν του είπε: «Καταδικάστηκα και στο παρελθόν, γι αυτό αφήστε με, μη με καταγγείλετε.» Ήρθε ξανά στο παρόν Δικαστήριο, ως κατηγορούμενος για παράνομη εργοδότηση σε δικά του θερμοκήπια. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Απ' όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 προκύπτει ότι η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος: «Στην υπόθεση Mawz Khan and Another v. Reginam* το Ανα-κτοσυμβούλιο (P.C.) επανέλαβε ότι προσφυγή στο ψεύδος λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ενοχής, αρχή η οποία αποτελεί απόρροια της ανθρώπινης πείρας και της λογικής. Η αρχή αυτή έγινε επανειλημμένα δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλέπε, George Ο.Philotas v. Republic.** Όπως υποδεικνύεταιστηνυπόθεση Fournides v. Republic*** ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορουμένου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση. Το θέμα εξηγείται με πολλή σαφήνεια στο ΣύγγραμμαWILLS ON CIRCUMSTANTIAL EVIDENCE, 7th ed., p. 112: «All such false, incredible, or contradictory statements, if disproved, or disbelieved, are not simply neutralized, but become of a substantive inculpatory effect. Even in such circumstances, however, guilt cannot be safely inferred, unless such a substratum of evidence, direct or circumstantial, has been laid as creates an independent 'prima facie' case against the prisoner (Per Mr. Justice Littledale in Rex. v. Clark, Warwick Summ. Ass. 1831). Indian Notes.- In criminal cases, as a rule, it is for the prosecution to prove their case and an accused person should not be convicted merely because he has told lies in his defence. In cases of circumstantial evidence, however, where facts are put forward on behalf of the prosecution which unless explained justify an inference of guilt being drawn against the accused it is both lawful and proper for the Court to consider the explanation of these facts which the accused puts forward in his defence (Abdul Aziz v. Emp., 32 I.C. 151; Emp. v. Bisveswar De, 24 Cr. L.J. 145).» Καθ' όλα σχετικό με το θέμα είναι - τέλος - και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (Βλ., Phipson on Evidence, 14th Edition, 1990, paragraph 14-22, Cross on Evidence, 7th Edition, 1990, pages 249-250, Γ.Π.Κακογιάννη "Η Απόδειξη", 1983, παράγραφοι 12-23, 12-24, 12-25, Blackstone΄s Criminal Practice [1995] F 5.24 και F5.26, Archbold, 1998, paragraphs 4-402 και 402α, Tumahole Bereng v. King [1949] A.C. 253, R. v. Lucas [1981] 73 Cr.App.R. 159, R. v. Goodway [1993] 98 Cr. App. R. 11, R. v. Strudwick and Merry, [1994], 99 Cr.App.R. 326).» Βλ. και τη Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου κ.ά.
(2011)2 Α.Α.Δ. 520. Τέλος, επειδή η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), ουσιαστικά αποτελεί συνεργό του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος που του αποδίδεται, έχω κατά νου, ότι, αυτός δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα, χωρίς προειδοποίηση για τους εγγενείς κινδύνους που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, χωρίς ενίσχυση της μαρτυρία της αλλοδαπής (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 180, 181). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι απολύτως σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, η οποία, εκτός από πιο λογική από την αντίστοιχη εκδοχή του κατηγορούμενου παρέμεινε ουσιωδώς αναντίλεκτη. Θεωρώ την αλλοδαπή (Μ.Κ.1) απολύτως αξιόπιστη μάρτυρα. Παρότι είναι συνεργός του κατηγορούμενου για το αδίκημα που του καταλογίζεται, εντούτοις, προειδοποιώντας κατάλληλα τον εαυτό μου, για τους εγγενείς κινδύνους που συνεπάγεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου, ακόμη και χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας της είμαι βέβαιος, ότι η μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και είπε την απόλυτη αλήθεια για ό,τι έγινε. Το ίδιο ισχύει και γι αυτά που αναφέρει στην ανακριτική της κατάθεση (τεκμήριο 1, στη μητρική της γλώσσα, τεκμήριο 1Α, η πιστή μετάφρασή της στα αγγλικά και τεκμήριο 1Β, η πιστή μετάφραση της δεύτερης στα ελληνικά). Η μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της για οτιδήποτε ανάφερε. Ούτε και μου διαφεύγει ότι πλείστα όσα ανάφερε επιβεβαιώνονται ή ενισχύονται ουσιωδώς από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή παρέμειναν αναντίλεκτα. Προστίθενται και τα εξής: η μάρτυρας, η οποία για τις δικές της ανομίες και συγκεκριμένα, για τα δυο από τα τρία σοβαρά αδικήματα που καθ' ομολογία της - από την πρώτη στιγμή - διέπραξε, τιμωρήθηκε με ποινή, άμεσης φυλάκισης θεωρώ πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, κανένα λόγο είχε να υποστεί τόσο οδυνηρές επιπτώσεις, οι οποίες άπτονται της προσωπικής της ελευθερίας, συμμετέχοντας σε μια συνωμοσία, απλώς για να επιτευχθεί η καταδίκη του κατηγορούμενου, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, χωρίς να υποβληθεί σ' οποιοδήποτε μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, τέτοια θέση. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία της γίνεται συνολικά αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αστυφύλακα 2622 Ευέλθων Μίτα (Μ.Κ.2) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και ακρίβεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, απολύτως, αντίφαση. Πλείστα όσα ανάφερε είτε συνάδουν με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.1 είτε παρέμειναν αναντίλεκτα είτε έγιναν ρητά παραδεκτά με σχετική δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου ή από τον ίδιο. Ένα απλό παράδειγμα του πόσο έντιμος και δίκαιος ήταν ο μάρτυρας έναντι του κατηγορούμενου είναι το εξής: Εάν δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αλλά ανέντιμος, ο οποίος ήθελε να αδικήσει τον κατηγορούμενο, απλώς και μόνο για να πετύχει εκ του μη όντως την καταδίκη του, υπήρχε τρόπος, τουλάχιστον να το επιχειρήσει. Για παράδειγμα, στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 2) αντί να το φέρει να του δηλώνει ότι δε γνωρίζει την αλλοδαπή (Μ.Κ.1), θα μπορούσε να γράψει αναληθώς, ότι του είπε το αντίθετο. Δηλαδή, ότι τη γνωρίζει. Ακολούθως, όταν τον πληροφόρησε ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αντί της απάντησης που αναφέρει ότι του έδωσε ο κατηγορούμενος, που δεν υποδηλώνει παραδοχή διάπραξης του αδικήματος, θα μπορούσε κάλλιστα να του αποδώσει παραδοχή. Δική του ήταν η κατάθεση και σ' αυτή θα μπορούσε να γράψει ό,τι ήθελε. Κι όμως, δεν το έκανε. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, στο σύνολό της. Από αυτή απορρέουν και τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος, πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί ως συνιστούντα μέρος της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: όταν πήγε στο επίδικο χωράφι, η αλλοδαπή (Μ.Κ.1), την οποία παρακολουθούσαν για 10 λεπτά, έβγαζε κρεμμύδια, τα καθάριζε και τα έβαζε στα κιβώτια. Ο κατηγορούμενος πήγε εκεί με ένα βαν αυτοκίνητο. Η αστυφύλακας 3933 Έλενα Αντρέου (Μ.Κ.3) είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών της αναφέρεται στη γραπτή της κατάθεση (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της για οτιδήποτε ανάφερε. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε από τον κ. Δημητρίου, αυτό έγινε είτε με έωλες υποβολές είτε για επουσιώδη θέματα είτε τέλος, επί λανθασμένης βάσης. Το τι εννοώ είναι το εξής: αφής στιγμής, όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αναφέρει η Μ.Κ.1 στην ανακριτική της κατάθεση, ουσιαστικά τα επανέλαβε και δια ζώσης στο Δικαστήριο, διερωτώμαι τι νόημα είχε η αντεξέταση της εξετάστριας από τον κ. Δημητρίου, σχετικά με τις συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης και ιδιαίτερα, η έωλη υποβολή του στη μάρτυρα, ότι δεν είναι σε θέση «γνωσιολογικά να χειριστεί την αγγλική γλώσσα για σκοπούς καταθέσεων» Ούτε και είναι ορθό, ότι η μάρτυρας προέβηκε σε μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στα αγγλικά, για να της υποβάλλεται ότι δεν προέβηκε σε ορθή μετάφραση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της εξετάστριας (Μ.Κ.3) γίνεται συνολικά αποδεκτή. Η (Μ.Κ.4) είναι από το Βιετνάμ, δηλαδή συμπατριώτισσα της Μ.Κ.1 και στον ουσιώδη χρόνο προσέφερε τις υπηρεσίες της, ως μεταφράστρια, κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της τελευταίας. Η μάρτυρας, η οποία, όπως ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης έχει σπουδάσει τα αγγλικά σε πανεπιστήμιο στην πατρίδα της, αφού αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση της Μ.Κ.1, ακολούθως ανάφερε λεπτομερώς τον τρόπο και τις συνθήκες λήψης της και, όπως είπε καταληκτικά, έχει ελέγξει το περιεχόμενό της στα βιετναμέζικα με το αντίστοιχο στα αγγλικά και είναι το ίδιο. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, απέρριψε την έωλη υποβολή ότι δε γνωρίζει αρκετά καλά την αγγλική γλώσσα ώστε να μπορεί να προβεί στη μετάφραση της επίμαχης κατάθεσης, από τα βιετναμέζικα στα αγγλικά. Θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστη και αυτή τη μάρτυρα, η μαρτυρία της οποίας, εν πάση περιπτώσει, για λόγους που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της προηγούμενης μάρτυρος, εν τέλει δεν είναι ιδιαίτερα ουσιαστικής αξίας. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας είναι εντελώς αναξιόπιστος. Κατ' ακρίβεια, δεν αποτελεί υπερβολή να λεχθεί ότι η μαρτυρία του είναι ανάξια λόγου. Με μόνο λόγο, ότι πλείστα όσα ανάφερε - τα οποία συνθέτουν την εκδοχή του -, δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, τους οποίους κατά περίπτωση αφορούσαν, αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι μερικοί από τους ισχυρισμούς του στερούνται λογικής και πειστικότητας, χωρίς να μου διαφεύγει και το επίσης γεγονός, ότι υπήρξαν περιπτώσεις που άλλα έλεγε ο ίδιος για ένα θέμα και άλλα υπόβαλλε γι αυτό ο δικηγόρος του στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Και κάτι ακόμη. Στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να με πείσει (ορθότερα, να με παρασύρει) να δεχθώ τη σαφώς, κατασκευασμένη και ψευδή εκδοχή του επιστράτευσε ως μάρτυρα - ορθότερα, ψευδομάρτυρα - τον κοινοτάρχη Γιαλιάς, τον οποίο, ακόμη και αξιόπιστο να θεωρούσα, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του είναι σαφώς ενοχοποιητικό για τον ίδιο. Για όλους τους παραπάνω λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι - απορρίπτω συνολικά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος της, που συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Όταν στον ουσιώδη χρόνο ο Μ.Κ.2, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ανάφερε την ιδιότητά του, στην παρουσία της αλλοδαπής (Μ.Κ.1) ισχυρίστηκε πως δεν τη γνωρίζει. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι τη γνώριζε από τότε που ήταν στην Κύπρο ξανά, όταν εργαζόταν στα θερμοκήπια της γειτόνισσάς του, Δώρας Χριστοδούλου και μιλούσαν σχεδόν καθημερινά. Όπως είπε κατά λέξη «Έρχονταν και έπαιρναν πόσιμο νερό από κοντά μου.» Ουδέποτε υποβλήθηκε στο Μ.Κ.2, πως δεν προέβη στην παραπάνω δήλωση που του αποδίδει ο μάρτυρας, ενώ, ισχυριζόμενος ότι γνώριζε τη Μ.Κ.1, απλώς την επιβεβαιώνει. Ισχυρίστηκε ακόμη στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι η Μ.Κ.1, του τηλεφωνούσε γύρω στους 3 μήνες προηγουμένως για να έρθει να εργαστεί κοντά του και δεν ήθελε να την εργοδοτήσει επειδή γνώριζε ότι ήταν παράνομη, ότι δούλευε σε αρκετούς. Δε γνωρίζει πως βρέθηκε στο χωράφι του. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι 4 με 5 μέρες πριν, του τηλεφώνησε ότι θα πάει Λευκωσία για να μπορέσει να ετοιμάσει τα χαρτιά της για να μπορεί να δουλέψει. Στις 3/7, του είπε ότι θέλει να έρθει δουλειά και της ζήτησε να του φέρει τα χαρτιά να τα δει, αν ήταν νόμιμη, για να μπορεί να την εργοδοτήσει. Την επομένη βρέθηκε στο χωράφι του, χωρίς να ξέρει το λόγο. Το πόσο παράλογοι και στερούμενοι πειστικότητας είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί του καταφαίνεται από τα εξής: Εάν αυτοί αποτελούσαν γεγονός και ο ίδιος δεν ήξερε το λόγο που βρέθηκε η Μ.Κ.1 στο χωράφι του, οι δικές μου απορίες είναι εξής: καταρχήν, πώς ήξερε το χωράφι του η αλλοδαπή μάρτυρας και πήγε εκεί να εργαστεί εν αγνοία του; Έπειτα, τι όφελος είχε αυτή να πάει στο χωράφι του να εργαστεί τη στιγμή που υποτίθεται ότι της είχε πει να του φέρει τα χαρτιά της για να δει αν ήταν νόμιμη για να την εργοδοτήσει και δεν τα είχε, επομένως, δεν επρόκειτο να την εργοδοτήσει; Ακολούθως, πώς ήξερε ο ίδιος ότι αυτή ήταν παράνομη; Τέλος, ως θέμα καθαρά νόμου, διαδικαστικά, πώς θα μπορούσε η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) να του φέρει χαρτιά για να την εργοδοτήσει νόμιμα, χωρίς τη δική του εμπλοκή, ενεργό ανάμειξη και συμμετοχή στην όλη διαδικασία για σκοπούς εξασφάλισης της σχετικής άδειας; Ή μήπως ξεχνά ότι αντιμετωπίζει κατηγορία εργοδότησης αλλοδαπού, χωρίς άδεια και ότι ο ίδιος είναι που όφειλε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια; Όπως επίσης φαίνεται να ξεχνά ότι η λόγω άδεια είναι άδεια εργασίας και όχι άδεια παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, που εν πάση περιπτώσει, ούτε και τέτοια άδεια διέθετε η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) στον ουσιώδη χρόνο. Την οποία (άδεια) ωστόσο, ακόμη και να είχε, δεν αρκούσε για να μπορεί άνευ άλλου να εργαστεί οπουδήποτε. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του είναι ανυπόστατοι και εκ των υστέρων κατασκεύασμά του προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ουδεμία αξία τους αποδίδω, επειδή, ενώ αφορούν τους Μ.Κ.1 και 2, τους οποίους θεωρώ απολύτως αξιόπιστους μάρτυρες, ουδέποτε τέθηκαν στους ίδιους, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν: Στον ουσιώδη χρόνο πήγε στο χωράφι του για να πάρει άδεια κιβώτια και να πάρει τα γεμάτα με κρεμμύδια. Φόρτωσε γύρω στα 40 κιβώτια και όταν ξεκίνησε να φύγει από το χωράφι, του κόρναρε το αυτοκίνητο του Immigration. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας, κατέβηκαν από αυτό δυο άνδρες της ΥΑΜ και ο κοινοτάρχης Γιαλιάς (Μ.Υ.1) Οι Μ.Κ.1. και 2 δεν κατέβηκαν από το όχημα. Ο ίδιος δε μίλησε καθόλου με το Μ.Κ.2 και η επόμενη φορά που τον είδε ήταν εδώ στο Δικαστήριο. Ενάμισι περίπου μήνα προηγουμένως, κάποιος πρώην αστυνομικός, ονόματι Ανδρέας Νικολάου μετέφερε τη Μ.Κ.1 στο χωράφι του για να του ζητήσει δουλειά. Και πάλι αρνήθηκε και τους έδιωξε. Με τον πρώην αστυνομικό είχαν διαφορά. Εδώ και 10 χρόνια δε μιλούν, αυτός ήταν γείτονας του πρώην πεθερού του και υπήρχαν και κάποιες παρεξηγήσεις. Έχει πολλά χρόνια να μιλήσουν. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του: Πιστεύει ότι έγινε συνωμοσία εναντίον του, αλλά δεν ήξερε που να το καταγγείλει. Δεν είναι αλήθεια ότι η Μ.Κ.1, τον έδειξε και κατονόμασε στο Μ.Κ.2, ως τον εργοδότη της. Όταν πήγε στο χωράφι δεν υπήρχε κανένας. Φόρτωσε και ξεκίνησε να φύγει, έφευγε και τον ακολουθούσαν. Προτού βγει από το χωράφι, το σταμάτησαν. Ειδικά επί των παραπάνω ισχυρισμών του (της τελευταίας παραγράφου) παρατηρώ τα εξής: Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, κάποια στιγμή, του υπόβαλε πως, όταν μετέβηκαν στο χωράφι, τα κιβώτια που βρήκαν ήταν πάνω από 15 και είχαν γεμιστεί από τον κατηγορούμενο την προηγουμένη. Λίγο αργότερα, ο μάρτυρας ανάφερε τα εξής, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον κ. Δημητρίου: ο κατηγορούμενος πήγε μόνος του στο χωράφι με το αυτοκίνητό του. Όταν τον είδαν που πήγε, ρώτησαν την αλλοδαπή (Μ.Κ.1) αν είναι αυτός ο Μιχάλης, γιατί τους είπε πως ήταν ο Μιχάλης ο μάστρος της και αυτή, τους απάντησε καταφατικά. Ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν τη γνωρίζει. Προστίθενται και τα εξής: Όταν η κυρία Παπαλαζάρου ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν ήξερε το Μ.Κ.2 από προηγουμένως, απάντησε αρνητικά. Όπως είπε, τον είδε πρώτη φορά στο χωράφι του και μετά στο Δικαστήριο. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: τελικά τι από τα δυο ισχύει; Όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο χωράφι, ο μάρτυρας ήταν εκεί ή όχι; Η απάντηση βέβαια είναι πως ήταν εκεί, ωστόσο, η σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο κατηγορούμενος, καταγράφεται. Όταν η κυρία Παπαλαζάρου, του υπόβαλε ότι ο ίδιος είναι που είπε στο μάρτυρα (Μ.Κ.2) «Καταδικάστηκα στο παρελθόν, γι αυτό αφήστε με, μη με καταγγείλετε», απαντώντας ισχυρίστηκε ότι δε μίλησε καθόλου μαζί του, ως επίσης, ότι ο μάρτυρας ήταν στο αυτοκίνητο και καθόταν μαζί με την αλλοδαπή (Μ.Κ.1). Φυσικά, λίγο αργότερα παραδέχθηκε ότι ήρθε ξανά στο παρόν Δικαστήριο, ως κατηγορούμενος για παράνομη εργοδότηση σε θερμοκήπια, οπότε το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει και πάλι είναι το εξής: δεδομένου του ισχυρισμού του ότι στον ουσιώδη χρόνο δεν ήξερε το Μ.Κ.2 και δε μίλησαν καθόλου τότε οι δυο τους, πώς ήξερε ο μάρτυρας, ότι ο ίδιος, στο πρόσφατο παρελθόν είχε καταδικαστεί ξανά για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού και του επιβλήθηκε από το παρόν, μάλιστα, Δικαστήριο, πρόστιμο €3.000,00; Για το ίδιο θέμα προστίθενται και τα εξής: Διερωτώμαι πώς μπορεί ο κατηγορούμενος να ισχυρίζεται ότι δε μίλησε καθόλου με το Μ.Κ.2 στον ουσιώδη χρόνο μα ούτε και το συνάντησε στο χωράφι του, τη στιγμή που ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, υπόβαλε το μάρτυρα, στην ακόλουθη αντεξέταση: Καταρχήν, στο βαθμό που ο μάρτυρας φέρει τον κατηγορούμενο να του δηλώνει ότι στο παρελθόν καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα που αντιμετωπίζει και στην παρούσα υπόθεση και ότι του επιβλήθηκε γι αυτό, πρόστιμο €3.000,00, ο κ. Δημητρίου υπόβαλε στο μάρτυρα ότι αυτό είναι δικό του δημιούργημα, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, του υπόβαλε πως, ούτε την ταυτότητά του υπέδειξε στον κατηγορούμενο μα ούτε και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε. Παρόλα αυτά, ειδικά για τη δήλωση «Τι θέλεις, να με βάλεις φυλακή;» την οποία ο μάρτυρας αποδίδει στον κατηγορούμενο, μετά που τον πληροφόρησε ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κ. Δημητρίου, υπόβαλε στο μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω δήλωση επειδή δεν εργοδοτούσε την κατηγορούμενη 2. Δηλαδή, τη Μ.Κ.1. Κατά τ' άλλα, ο κατηγορούμενος, ούτε συνάντησε το μάρτυρα στο χωράφι του μα ούτε και συνομίλησε καθόλου μαζί του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Αναφορικά με τον κοινοτάρχη Γιαλιάς, Μάμα Γρηγορίου (Μ.Υ.1), δεν έχω να πω πολλά προκειμένου να εξηγήσω γιατί θεωρώ και αυτό αναξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος είμαι βέβαιος, ότι επιστρατεύτηκε από τον κατηγορούμενο ως μάρτυράς του, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ την αναληθή εκδοχή του. Καταρχήν, τίποτε απ' όσα και αυτός ανάφερε υποβλήθηκε είτε στη Μ.Κ.1 είτε στο Μ.Κ.2, για να τους δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσουν. Ακολούθως, κατά την πολύ σύντομη αντεξέταση του ο μάρτυρας, από τη μια υπήρξε αντιφατικός και από την άλλη, ακόμη και αξιόπιστο να το θεωρούσα, από μόνη της η μαρτυρία του, θα ήταν αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης της ενοχής του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αρχίζοντας από το πρώτο, όταν ο μάρτυρας ρωτήθηκε για τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο, απάντησε ως εξής: «Βρεθούμαστε μέσα μέσα ως χωριανοί που είμαστε και δεν έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις.» Ακολούθησε η εξής υποβολή: «Εγώ σου λέω ότι είστε φίλοι.» Και η απάντησή του: «Ναι, είμαστε φίλοι.» Η αντίφαση στην οποία υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερη. Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε από την κυρία Παπαλαζάρου, εάν στον ουσιώδη χρόνο η αλλοδαπή (Μ.Κ.1) έδειξε τον κατηγορούμενο στους αστυνομικούς της ΥΑΜ, ως το μάστρο της, απάντησε καταφατικά. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν το είδε αυτό, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι τη ρώτησαν. «Τζιαι τι τους είπε;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Ναι, είναι ο Μιχαήλ Μιχάλης.» απάντησε «"Είναι ο μάστρος μου", είπε τους;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Ναι, σωστό.» Προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων παραθέτω το παραπάνω απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρα, όχι επειδή δέχομαι τον ισχυρισμό του πως ήταν παρών στον ουσιώδη χρόνο, αλλά, για να εξηγήσω γιατί, ακόμη και αξιόπιστο να το θεωρούσα ως μάρτυρα, η μαρτυρία του, θα απέληγε υπέρ της ενοχής του κατηγορούμενο, ο οποίος τον επιστράτευσε ως μάρτυρά του, φυσικά, για να το βοηθήσει να προβάλει επιτυχώς την υπεράσπισή του και να αθωωθεί. Δεδομένου ότι - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ακριβώς σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκτίθεται πλήρως σε άλλο σημείο (πιο πάνω) υπεισέρχομαι αμέσως στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, για ό,τι μας αφορά - έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας - προνοεί ότι: «
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούµενη από το Νόµο άδεια..,συνιστά αδίκηµα....» Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η εργοδότηση, δεύτερο, αλλοδαπού. Εάν τα παραπάνω στοιχεία αποδειχθούν και ο κατηγορούμενος προβάλλει ως υπεράσπιση ότι είναι κάτοχος της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, θα πρέπει να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό και τούτο, επειδή οι λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ. 72 και 73). «Αλλοδαπός» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία της λέξης, δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 105 σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Παρατηρώ τα εξής: Ότι η (Μ.Κ.1) δεν είναι Κύπρια υπήκοος, αλλά, αλλοδαπή από το Βιετνάμ, όχι απλώς έχει αποδειχθεί αλλά αποτελεί και παραδεκτό γεγονός. Ακολουθεί ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτό που έκανε η αλλοδαπή στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, η ενέργειά της να εκριζώνει κρεμμύδια από το χωράφι του κατηγορούμενου, τα οποία, αφού καθάριζε με τη χρήση του μικρού ψαλιδιού χειρός (τεκμήριο 7Α), ακολούθως, τα τοποθετούσε σε πλαστικό κιβώτιο αποτελεί εργασία και αν ναι, κατά πόσο πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που της είχε αναθέσει την εργασία αυτή, δηλαδή την εργοδότησε. Προτού αποφανθώ για τα παραπάνω, αναγκαιεί να επισημάνω τα εξής: Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ. 105 είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου, υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από τη φύση της, η αποδοχή απασχόλησης, με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό, χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς, όπου πιθανόν να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι, το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δε χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον κανονισμό 38 των κανονισμών του 1972 - Κ.Δ.Π. 242/72 -). Επιπλέον, στην υπόθεση Sea Island v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού αναφέρεται ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Βλέπε και την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13, ημερομηνίας 26/11/2014, όπου, με αναφορά στην Karaoglanian (ανωτέρω επίσης) υποδεικνύεται η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν της ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, χωρίς, ωστόσο, με κανένα τρόπο να ξεφύγουμε του μέτρου. Σε περιπτώσεις, προστίθεται, όπου ο αλλοδαπός εργοδοτείται από στενό οικογενειακό πρόσωπο, οι ανακριτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν την κοινή λογική και να εξετάζουν πρωτίστως κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει στο πνεύμα και τους σκοπούς του Νόμου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, στην ίδια απόφαση (Mariano): «Στην Κύπρο, λόγω των στενών οικογενειακών δεσμών που υπάρχουν μεταξύ των οικογενειών, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις που τα γεγονότα τυπικά να μπορούν να ενταχθούν στον Νόμο, αλλά στην ουσία να ξεφεύγουν των σκοπών του.» Παρατηρώ τα εξής: Όλες οι παραπάνω ενέργειες της αλλοδαπής (Μ.Κ.1), για τις οποίες -παρότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος - θα αμειβόταν κιόλας με το ποσό των €30,00 την ημέρα αποτελούν ασφαλώς εργασία τη εννοία του Νόμου. Απ' εκεί και πέρα, ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που της ανάθεσε την εν λόγω εργασία, δηλαδή την εργοδότησε, επίσης έχει αποδειχθεί, όχι απλώς επειδή κρίθηκε απολύτως αξιόπιστη μάρτυρας η αλλοδαπή, η οποία τον κατονόμασε αλλά και υπέδειξε ως τον εργοδότη της επί τόπου στον ουσιώδη χρόνο (το πρώτο και αργότερα στην ανακριτική της κατάθεση), αλλά και από τα ακόλουθα στοιχεία άμεσης, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας: Καταρχήν, από το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος δέχεται ότι το επίδικο χωράφι από το οποίο εκρίζωνε τα κρεμμύδια η αλλοδαπή, του ανήκει. Ακολούθως, από το γεγονός ότι, καθ' ον χρόνο η αλλοδαπή προέβαινε στην εργασία που της είχε αναθέσει, μετέβη στο χωράφι και ο ίδιος. Έπειτα, από το γεγονός ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η αλλοδαπή ήξερε από προηγουμένως που βρισκόταν το χωράφι του για να πάει εκεί από μόνη της και πολύ περισσότερο, ότι της ανάθεσε κάποιος άλλος - εκτός από τον ίδιο - τη συγκεκριμένη εργασία και μάλιστα, χωρίς η ίδια να έχει κανένα όφελος. Τέλος, ο κατηγορούμενος, εκεί στο χωράφι, αφού η αλλοδαπή τον υπόδειξε και κατονόμασε στους αστυνομικούς της ΥΑΜ ως τον εργοδότη της, όταν στη συνέχεια ο Μ.Κ.2, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ανάφερε την ιδιότητά του, ισχυρίστηκε προς το μάρτυρα πως δε γνωρίζει την αλλοδαπή, είναι φανερό ότι έλεγε ψέμα. Και το ψέμα που είπε ασφαλώς ήταν ηθελημένο και προφανώς αναφερόταν σε ένα εξόχως ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης, το οποίο αφορούσε το πρόσωπο, διά του οποίου διέπραττε το αδίκημα που του καταλογίζεται με την υπό κρίση κατηγορία. Επομένως, το κίνητρό του να το πει είναι βέβαιο πως ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Απ' εκεί και πέρα, το επί του προκειμένου ψέμα που είπε έχει αποδειχθεί τόσο με την ανεξάρτητη και απολύτως αξιόπιστη μαρτυρία της αλλοδαπής (Μ.Κ.1) όσα και καθ' ομολογία του, κατά τη δίκη. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στη σχετική - 1η κατηγορία που του προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο 1ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Subject: Criminal/Interim/Final (Αναφορά: παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.