Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ανδρέα Τρύφωνος, Αρ. Υπόθεσης: 8148/13, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8148/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Ανδρέα Τρύφωνος Κατηγορούμενου ------------ Ημερομηνία: 31.10.2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος - παρών -------------- Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερα αδικήματα και συγκεκριμένα τα αδικήματα της αξιόποινης παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154, της πρόκλησης ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ. 154, της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ. 154 και της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος στις 21.02.2013 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ) της Επαρχίας Πάφου εισήλθε παράνομα στο γραφείο του τεχνικού του Τ.Ο.Μ Γιώργου Κτίστη με σκοπό να διαπράξει μέσα σ' αυτό ποινικό αδίκημα (1η κατηγορία). Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο προκάλεσε θόρυβο (2η κατηγορία), εξύβρισε το προαναφερόμενο πρόσωπο με τη λέξη «κατσινιόρο» (3η κατηγορία) και απείλησε το εν λόγω πρόσωπο με την φράση «αν είσαι μάγκας έλα έξω να λοαρκαστούμε» (4η κατηγορία). Προς απόδειξη της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Παραπονούμενο Γεώργιο Κτίστη (ΜΚ1) και τον Γιαννάκη Αντωνίου (ΜΚ2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, o ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία εφόσον σε αυτό το στάδιο δεν αξιολογείται η προσκομισθείσα μαρτυρία. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο Παραπονούμενος υιοθέτησε ως την κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση που παραχώρησε προς την αστυνομία (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 21.02.13 στα πλαίσια των καθηκόντων του εξέτασε μαθητευόμενο οδηγό για απόκτηση άδειας οδήγησης Μετά την εξέταση πληροφόρησε τον μαθητευόμενο ότι απέτυχε και του εξήγησε τους λόγους της αποτυχίας του. Αμέσως μετά την αποχώρηση του μαθητευόμενου από το γραφείο του, εισήλθε σε αυτό ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης της σχολής οδηγών με την επωνυμία «Διοικητής» στην οποία ο εξεταζόμενος ήταν μαθητής. Ο Κατηγορούμενος φώναζε και διαμαρτυρόταν για την αποτυχία του μαθητή του. Ο Παραπονούμενος ζήτησε ευγενικά από τον Κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το γραφείο και ο τελευταίος του απάντησε με τη φράση: «να λαλείς της μάνας σου να φκύει έξω» και τον αποκάλεσε «κατσινιόρο». Συνέχισε να φωνάζει, ο Παραπονούμενος όμως τον αγνοούσε. Εν τέλει ο Κατηγορούμενος, αφού προκάλεσε τον Παραπονούμενο λέγοντας του: «αν είσαι μάγκας έλα έξω να λοαρκαστούμε», αποχώρησε από το γραφείο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από το 2009 που εργάζεται στο Τ.Ο.Μ. Οι σχέσεις του με τον Κατηγορούμενο είναι οι ίδιες όπως και με τους υπόλοιπους εκπαιδευτές - ιδιοκτήτες σχολών οδηγών. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι υπήρξαν εναντίον του καταγγελίες από τον Κατηγορούμενο, αν και στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι καταγγελίες αφορούσαν προσωπικά τον ίδιο ή γενικά το προσωπικό του Τμήματος στο οποίο εργάζεται. Επίσης δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσο οι καταγγελίες προηγήθηκαν του επίδικου περιστατικού. Ανέφερε ωστόσο ότι είχε λάβει απόσπαση στη Λεμεσό πριν το επίδικο περιστατικό, δεν γνώριζε όμως αν η απόσπαση έγινε συνεπεία των καταγγελιών του Κατηγορούμενου λέγοντας ότι οι αποσπάσεις γίνονται κατόπιν απόφασης του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου. Στη συνέχεια όμως μετά από σχετική ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου, απάντησε ότι η απόσπαση έγινε λόγω των προβλημάτων που δημιουργούσαν συγκεκριμένες σχολές οδηγών στο Τμήμα. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αποσπάσεις γίνονται διαρκώς λόγω των αναγκών του Τ.Ο.Μ. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ο Παραπονούμενος είπε ότι μετά την αποχώρηση του μαθητευόμενου, ο Κατηγορούμενος εισήλθε βρίζοντας μέσα στο γραφείο, στο οποίο εκτός από τον ίδιο βρίσκονταν ακόμα δύο συνάδελφοι του και συγκεκριμένα οι Γιαννάκης Βάννας και Γιαννάκης Αντωνίου,. Ο ίδιος του μίλησε ήρεμα και τον κάλεσε να αποχωρήσει, αλλά ο Κατηγορούμενος συνέχισε να υβρίζει και του είπε: «της μάνας σου να λέεις να περάσει έξω». Ανάμεσα στις ύβρεις που εκστόμισε εναντίον του ήταν και η λέξη «κατσινιόρος». Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος είπε ότι οι συνάδελφοι του προσέγγισαν φιλικά τον Κατηγορούμενο και τον οδήγησαν εκτός του γραφείου. Όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι στο Τεκμήριο 1 δεν δήλωσε ότι ήταν οι συνάδελφοι του που οδήγησαν τον Κατηγορούμενο εκτός του γραφείου, ο μάρτυρας είπε ότι το επεισόδιο έγινε πριν αρκετά χρόνια και δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε. Ο ίδιος δεν απάντησε στις ύβρεις που εκστόμιζε ο Κατηγορούμενος, και με ήρεμο τρόπο τον παρότρυνε να ηρεμήσει και να εγκαταλείψει τον χώρο του γραφείου. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι ο Κατηγορούμενος προτού εισέλθει στο γραφείο κτύπησε την πόρτα και εισήλθε όταν τον κάλεσαν. Επίσης αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον ίδιο να του εξηγήσει για ποιο λόγο απέτυχε ο μαθητής του στην εξέταση, καθώς και ότι μετά την ερώτηση που του απεύθυνε ο Παραπονούμενος, σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του, άρχισε να κτυπά τα χέρια του στο γραφείο και να ζητά με έντονο τρόπο από τον Κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το γραφείο. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε ότι ήταν σε εκείνο το σημείο που ο Κατηγορούμενος τον αποκάλεσε «κατσινιόρο», λέγοντας του συγκεκριμένα: «μη μου φωνάζεις όπως τον κατσινιόρο». Επίσης ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι η λέξη «κατσινιόρος» στην κυπριακή διάλεκτο παραπέμπει σε συγκεκριμένο είδος πουλιού που κράζει, λέγοντας ότι ο «κατσινιόρος» στην κυπριακή διάλεκτο είναι είδος δηλητηριώδους ερπετού. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Γιαννάκης Αντωνίου, συνάδελφος του Παραπονούμενου, ο οποίος ήταν παρών την ώρα που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Ο ΜΚ2 όταν κλήθηκε να καταθέσει τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ανέφερε ότι τα γεγονότα δεν διαδραματίστηκαν όπως τα διατύπωσε ο αστυφύλακας που έλαβε την κατάθεση του. Παρά ταύτα, υπέγραψε την κατάθεση διότι δεν θεωρούσε σημαντική την υπόθεση. Ο ΜΚ2 δεν υιοθέτησε και δεν κατέθεσε ως Τεκμήριο τη γραπτή κατάθεση του. Κληθείς από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να αναφέρει τι γνωρίζει σε σχέση με το επίδικο συμβάν, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε την πόρτα του γραφείου και αφού του είπαν να εισέλθει πέρασε εντός του γραφείου φανερά θυμωμένος. Απευθύνθηκε προς τον Παραπονούμενο ζητώντας να τον πληροφορήσει για τα λάθη στα οποία υπέπεσε ο μαθητής του. Ο Παραπονούμενος εξέλαβε την πιο πάνω ερώτηση σαν αμφισβήτηση προς το πρόσωπο του και αντέδρασε χτυπώντας τα χέρια του στο γραφείο και ζητώντας από τον Κατηγορούμενο να εγκαταλείψει τον χώρο του γραφείου. Υπήρξε μικρή διαλογική συζήτηση μεταξύ τους, χωρίς να ανταλλάξουν ύβρεις. Ο Κατηγορούμενος τελικά αποχώρησε λέγοντας: «μην φωνάζεις σαν τον κατσινιόρο και μην με προκαλείς γιατί θα με αναγκάσεις να πω και για τη μάνα σου». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 είπε ότι δόθηκε άδεια στον Κατηγορούμενο για να εισέλθει στο γραφείο, δεν θυμόταν όμως ποιος εκ των τριών που βρίσκονταν εντός του γραφείου τον δεδομένο χρόνο έδωσε την άδεια. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ο Παραπονούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του, χτύπησε τα χέρια του σε αυτό και υπέδειξε στον Κατηγορούμενο την πόρτα για να εξέλθει του γραφείου. Αναφορικά με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, είπε ότι δεν έδωσε τη δέουσα σημασία διότι δεν υπήρχαν ύβρεις και πίστευε ότι η υπόθεση δεν θα οδηγούνταν στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα της προαναφερόμενης μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν ως Τεκμήρια εκ συμφώνου, δηλώνοντας ως παραδεκτό το γεγονός της λήψης τους, τη γραπτή κατάθεση του Αστ. 3218 Α. Ιωάννου, τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου και την ανακριτική κατάθεση του τελευταίου (Τεκμήρια 2 - 4 αντίστοιχα). Συνοπτικά στο Τεκμήριο 2 ο Αστ.3218 Α. Ιωάννου αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στις 24.05.13 και ότι αργότερα την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο. Το Τεκμήριο 3 αποτελεί, ως ήδη αναφέρθηκε, τη γραπτή κατηγορία εις βάρος του Κατηγορούμενου στην οποία καταγράφηκε ότι ο τελευταίος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση στις εις βάρος του κατηγορίες. Στη δε ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) καταγράφηκε ότι ο τελευταίος προτού εισέλθει στο γραφείο που βρισκόταν ο Παραπονούμενος κτύπησε την πόρτα και αφού του είπαν να περάσει, εισήλθε σε αυτό. Απευθύνθηκε με ευγενικό τρόπο στον Παραπονούμενο και τον ρώτησε να του εξηγήσει τους λόγους αποτυχίας του μαθητή του. Τότε ο Παραπονούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του και τον απείλησε με τη φράση: «εν να σε κανονίσω και έξω από το γραφείο μου». Ταυτόχρονα πέταξε κόλλες που βρίσκονταν στο γραφείο του και χτυπούσε τα χέρια του σε αυτό. Φεύγοντας από το γραφείο, νομίζει ότι αποκάλεσε τον Κατηγορούμενο «κατσινιόρο» και του είπε ότι θα ξαναμιλήσουν την επόμενη μέρα στην παρουσία και του Διευθυντή του Τμήματος. Στην υπόθεση Azinas and Another v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται, σύμφωνα με τη νομολογία, μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, δηλαδή υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Αντικρύζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία που προσάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, το αναπόδραστο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει οποιοσδήποτε είναι ότι παρουσιάζει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, έτσι ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν για να κληθεί σε απολογία ο Κατηγορούμενος. Ο συσχετισμός της μαρτυρίας των ΜΚ 1 και 2, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση της, καταδεικνύει ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αντινομική και στερείται πειστικότητας. Αυτό διότι η μαρτυρία του ΜΚ2 αναιρεί τη μαρτυρία του Παραπονούμενου σε όλα τα ουσιώδη μέρη της. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο που βρισκόταν ο ίδιος μαζί με τον Παραπονούμενο και ακόμα ένα συνάδελφο τους, αφού προηγουμένως κτύπησε την πόρτα του γραφείου και κλήθηκε να εισέλθει σε αυτό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος απευθύνθηκε προς τον Παραπονούμενο χωρίς να τον υβρίσει ζητώντας του να τον πληροφορήσει τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τον μαθητή του. Μάλιστα, ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι ο Παραπονούμενος ήταν αυτός που αντέδρασε έντονα αφού σηκώθηκε από την καρέκλα του, κτύπησε τα χέρια του στο γραφείο και υπέδειξε στον Κατηγορούμενο την πόρτα εξόδου ζητώντας του να αποχωρήσει από το γραφείο. Επίσης, ο ΜΚ2 είπε ότι ο Κατηγορούμενος αποχώρησε, αφού προηγουμένως είπε στον Παραπονούμενο να μην φωνάζει σαν τον «κατσινιόρο». Τέλος, σημειώνω ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ2 απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά περί απειλής του Παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο. Καθίσταται επομένως φανερό ότι οι πιο πάνω αναφορές του ΜΚ2 βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με όλα τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του Παραπονούμενου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο ισχυρισμός ότι ο Κατηγορούμενος αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «κατσινιόρο». Η ευρεία έκταση ωστόσο των προαναφερόμενων αντιφάσεων οι οποίες, ως αναφέρθηκε, δεν αφορούν λεπτομέρειες ή επουσιώδη ζητήματα αλλά αφορούν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δημιουργούν εγγενή αντίφαση στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή η οποία απολήγει σε αδυναμία καταδίκης. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 191 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η οποία μπορεί να αναιρέσει την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Εν προκειμένω, βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια θεμελιακή αντίφαση η οποία είναι αδύνατο να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο. Ειδικότερα όσον αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (3η κατηγορία) δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στους ΜΚ1 και 2 ότι ο Κατηγορούμενος αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «κατσινιόρο», λέγοντας μάλιστα στον τελευταίο να μην του φωνάζει όπως τον κατσινιόρο. Τη συγκεκριμένη θέση προώθησε ο κ. Αλεξάνδρου και στην αγόρευση του υποστηρίζοντας ότι η λέξη «κατσινιόρος» δεν αποτελεί ύβρη. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου η συγκεκριμένη λέξη στην κυπριακή διάλεκτο σημαίνει πουλί που κράζει, αν και από έρευνα που πραγματοποίησε μέσω διαδικτύου προκύπτει ότι η λέξη «κατσινιόρος» στην κυπριακή διάλεκτο σημαίνει τον σκορπιό. Δεν παραβλέπω επίσης ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου στην οποία ο τελευταίος ανέφερε ότι νομίζει πως αποκάλεσε «κατσινιόρο» τον Παραπονούμενο. Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι ως ζήτημα γενικού κανόνα τα επίδικα γεγονότα αποδεικνύονται με μαρτυρία. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις που ένα γεγονός μπορεί να αποδειχθεί χωρίς μαρτυρία. Συγκεκριμένα δεν είναι ανάγκη να προσκομιστεί μαρτυρία για θέματα τα οποία τεκμαίρονται νομικώς ή υπόκεινται σε δικαστική γνώση, ή δηλώνονται ως παραδεκτά (βλ. Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές των κ.κ. Ηλιάδη & Σάντη σελ. 228 - 229). Το ζήτημα της εξύβρισης δεν είναι θέμα που στην προκείμενη περίπτωση τεκμαίρεται νομικά, ούτε και θέμα που υπόκειται σε δικαστική γνώση. Μαρτυρία προσκομίστηκε μεν σε σχέση με αυτό, ωστόσο, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η εν λόγω μαρτυρία είναι αντινομική, στερείται πειστικότητας και επομένως δεν λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ.9 ότι ο Κατηγορούμενος αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «κατσινιόρο». Από τη στιγμή που δεν δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και δεν εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο (άρθρο 19 Κεφ.9 και Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές ανωτέρω σελ. 280 - 281) δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Κατηγορούμενος χαρακτήρισε τον Παραπονούμενο με τη συγκεκριμένη λέξη. Ούτε και το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε τη θέση ότι ο πελάτης του αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «κατσινιόρο» διαφοροποιεί τα πράγματα. Η υποβληθείσα θέση μέσω του συνηγόρου δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να εξομοιωθεί με μαρτυρία ή με παραδοχή του Κατηγορούμενου. Από την άλλη, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου - Τεκμήριο 4. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο αυτούσιο το επίμαχο απόσπασμα της κατάθεσης του Κατηγορούμενου: «Ερώτηση 1η: Έχω μαρτυρία ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο εξύβρισες τον Γιώργο Κτίστη με τη φράση «Κατσινιόρο» τι έχεις να πεις;................................ Εγώ φεύγοντας από το γραφείο του νομίζω τον αποκάλεσα κατσινιόρο.............................» Θεωρώ ότι στο Τεκμήριο 4 δεν περιλαμβάνεται ομολογία του Κατηγορούμενου, αφού δεν υπάρχει ρητή δήλωση του ότι αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «κατσινιόρο». Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάθεση δόθηκε στις 24.05.13, τρείς δηλαδή μήνες μετά το επίδικο περιστατικό, και ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε από μόνος του τη λέξη «κατσινιόρος», αλλά σε απάντηση ερώτησης που του έγινε στην οποία χρησιμοποιήθηκε η εν λόγω λέξη. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοιας ποιότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Επομένως, ενδεχόμενη κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία θα αποσκοπούσε απλώς και μόνο στο να δώσει στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να καλύψει κενά και αδυναμίες της μαρτυρίας που προσκόμισε. Το όλο θέμα τέθηκε και ως εξής στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο