← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 4375/13, 18/10/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 4375/13, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4375/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Γεώργιου Δημητρίου Κατηγορούμενου ------------ Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενος - παρών ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το τροποποιημένο κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι στις 18.08.12 στη Σίμου της Επαρχίας Πάφου ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του Γεώργιου Γεωργίου. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον εξεταστή της υπόθεσης Α/Αστ.1985 Μ. Παπαγεωργίου (ΜΚ1) και τον Παραπονούμενο Γεώργιο Γεωργίου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα προς υπεράσπιση τον Παναγιώτη Γεωργίου (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 18.08.12 και ώρα 01.30 καταγγέλθηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού ότι στην πλατεία του χωριού Σίμου υπήρχε συμπλοκή. Μετέβηκε στο χωριό και εκεί ο Παραπονούμενος κατάγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος τον έριξε κάτω από το τραπέζι στο οποίο καθόταν, με αποτέλεσμα να κτυπήσει στον ώμο και να υπάρξει μεταξύ τους συμπλοκή. Την ίδια ημέρα και ώρα 04.50 ο Παναγιώτης Γεωργίου (ΜΥ1), ο οποίος είναι αδελφός του Κατηγορούμενου, κατάγγειλε ότι περί ώρα 01.00 της εν λόγω ημέρας κάποιο πρόσωπο έριξε μία μπουκάλα στο σημείο που κάθονταν με αποτέλεσμα να σπάσει και τα θραύσματα της να τον τραυματίσουν στο μάτι. Αμέσως μετά άκουσε τον Παραπονούμενο να φωνάζει ότι ο ίδιος έριξε την μπουκάλα. Στις 19.08.12 κατηγόρησε γραπτώς τον Παραπονούμενο για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και ο τελευταίος απάντησε ότι δεν έριξε οτιδήποτε. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 το ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τον Παραπονούμενο και ως Τεκμήρια 3 και 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Παραπονούμενο και τη συμπληρωματική κατάθεση του Παραπονούμενου αντίστοιχα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του στον ώμο. Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με την γραπτή κατηγορία που διατύπωσε εναντίον του Παραπονούμενου ο τελευταίος προσάχθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης. Τέλος, δήλωσε ότι όταν συνάντησε τον Παραπονούμενο το επίδικο βράδυ, δεν διαπίστωσε ότι ο τελευταίος παρουσίαζε σημάδια μέθης. Κατά την αντεξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τον ΜΥ
  1. Ερωτηθείς κατά πόσο έλαβε κατάθεση από κάποιον Ανδρέα Τηλεμάχου, απάντησε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι γνωστός ως Ανδρέας Συνέπειας και κατάγεται από το Πολέμι. Επικοινώνησε με το προαναφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να προσέλθει για κατάθεση. Το εν λόγω πρόσωπο αν και ανέφερε ότι ήταν αυτός που τηλεφώνησε στην αστυνομία, εντούτοις είπε ότι δεν είδε οτιδήποτε σε σχέση με τον καβγά. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 το ημερολόγιο ενεργείας του αστυνομικού σταθμού, στο οποίο καταγράφεται η επικοινωνία του με τον Ανδρέα Συνέπεια. Καταληκτικά ο ΜΚ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι έλαβε κατάθεση και από κάποιον Άριστο Αριστοδήμου, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό στο να αποδεχθώ ως ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ
  3. Ο τελευταίος κατέθεσε αντικειμενικά και με ειλικρίνεια για όλες τις ενέργειες του κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Η αντικειμενικότητα του ΜΚ1 σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους της υπεράσπισης. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Παραπονούμενος ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του (ΜΥ1) προσέγγισαν τον χώρο στον οποίο βρισκόταν για να του επιτεθούν. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ λάμβανε χώρα το φεστιβάλ του χωριού, στο οποίο όμως ο ίδιος δεν συμμετείχε αλλά καθόταν στο τελευταίο καφενείο του χωριού με ακόμα 2-3 συγχωριανούς του. Σε κάποια στιγμή είδε τον Κατηγορούμενο μαζί με τον ΜΥ1, οι οποίοι, με τη συνοδεία άλλων προσώπων, εισήλθαν στο καφενείο και άρχισαν να καταστρέφουν καρέκλες και τραπέζια. Όταν ο Κατηγορούμενος και η υπόλοιπη παρέα του εξήλθαν του καφενείου κάθισαν σε τραπέζι που βρισκόταν σε απόσταση 30 μέτρων από τον χώρο στον οποίο βρισκόταν ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 κατευθύνθηκαν προς το μέρος του και ο Κατηγορούμενος αναποδογύρισε το τραπέζι στο οποίο καθόταν και τον έριξε προς τα πίσω. Ο Αντρέας Συνέπειας, ο οποίος καθόταν σε άλλο τραπέζι το οποίο βρισκόταν δίπλα από το τραπέζι του Παραπονούμενου, τηλεφώνησε στην Αστυνομία αφού προηγουμένως ρώτησε σχετικά τον Παραπονούμενο. Αναφορικά με τις σχέσεις του με τον Κατηγορούμενο ανέφερε ότι είχαν διαφορές διότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το κοπάδι του σε χωράφι του Παραπονούμενου και του κατέστρεψε τη φυτεία από λουβί. Προς το σκοπό αυτό ο Παραπονούμενος έστειλε και σχετική επιστολή μέσω του δικηγόρου του (Τεκμήριο 8). Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το ρίξιμο ενός μπουκαλιού, ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι στην ποινική υπόθεση που στρεφόταν εναντίον του καταδικάστηκε με ψευδομαρτυρίες. Επιπρόσθετα σε σχετική ερώτηση του κ. Συμεού είπε ότι το επίδικο βράδυ κατανάλωσε μικρή ποσότητα αλκοόλ λέγοντας συγκεκριμένα ότι είχε καταναλώσει τη μισή ποσότητα ενός μικρού μπουκαλιού ουίσκι. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι έκταση γης 20 δεκαρίων την οποία καλλιεργούσε ο ίδιος, παραχωρήθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στη σύζυγο του Κατηγορούμενου. Όσον αφορά το περιστατικό με το κοπάδι του Κατηγορούμενου, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αυτό συνέβη ένα ή δύο χρόνια πριν το επίδικο περιστατικό για να πει ωστόσο στη συνέχεια ότι μπορεί να ήταν και έξι μήνες πριν. Ακολούθως όμως ανέφερε ότι το προαναφερόμενο περιστατικό συνέβη τον μήνα Αύγουστο. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι βοσκός και ότι διαθέτει βιοτεχνία παρασκευής γαλακτοκομικών προϊόντων. Αναφορικά με την επιστολή - Τεκμήριο 8, ο Παραπονούμενος συμφώνησε με τον κ. Μάτσα ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του Κατηγορούμενου, αρνούμενος ωστόσο τη θέση ότι ο λόγος που στάλθηκε η συγκεκριμένη επιστολή ορισμένες ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό ήταν για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο ενόψει της καταγγελίας που έγινε εναντίον του για ρίψη μπουκάλας από τα θραύσματα της οποίας τραυματίστηκε ο ΜΥ
  4. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν χτύπησε σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του αλλά από την κίνηση που έκανε τοποθετώντας το χέρι του προς τα πίσω για να προστατεύσει το κεφάλι του, τού προκλήθηκε πόνος. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Μάτσα αναφορικά με το επεισόδιο που ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα εντός του καφενείου και συγκεκριμένα εάν γνωρίζει κατά πόσο καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι υπήρξαν κατηγορίες οι οποίες όμως στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Περαιτέρω συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ούτε ο Κατηγορούμενος ούτε ο ΜΥ1 κατηγορήθηκαν για το εν λόγω περιστατικό επισημαίνοντας ωστόσο ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατηγορήθηκαν ήταν διότι είναι συγγενείς. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι έριξε μπουκάλα η οποία έσπασε και τα θραύσματα της τραυμάτισαν τον ΜΥ1 στο μάτι, καθώς επίσης και ότι ο ίδιος δήλωσε ότι έριξε την μπουκάλα. Η μαρτυρία του Παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς σ' αυτήν αφενός εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες και αφετέρου τελεί σε σύγκρουση με Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη θέση του μάρτυρα ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνέβη η ισχυριζόμενη επίθεση. Συγκεκριμένα, στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 3), περιορίζεται να αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε σπρώχνοντας τον ενώ καθόταν στο τραπέζι. Στη δεύτερη κατάθεση του (Τεκμήριο 4), αναφέρει σε πληθυντικό αριθμό ότι «.... με κτύπησαν και με έριξαν κάτω από το τραπέζι». Στη δια ζώσης μαρτυρία του τώρα, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος και ο αδελφός του (εννοώντας προφανώς το ΜΥ1) κινήθηκαν προς το μέρος του και ο Κατηγορούμενος αναποδογύρισε το τραπέζι στο οποίο καθόταν και τον έριξε προς τα πίσω. Προβάλλονται επομένως δύο ουσιαστικά εκδοχές. Αφενός στο Τεκμήριο 3 ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε σπρώχνοντας τον ενώ καθόταν στο τραπέζι, στο Τεκμήριο 4 εμπλέκει πλέον και τον ΜΥ1 λέγοντας ότι τον χτύπησαν και τον έριξαν κάτω από το τραπέζι, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο ΜΥ1 κινήθηκαν προς το μέρος του, λέγοντας όμως ότι ήταν ο Κατηγορούμενος αυτός που του επιτέθηκε αναποδογυρίζοντας το τραπέζι στο οποίο καθόταν. Το επιπρόσθετο στοιχείο που εισήγαγε ο Παραπονούμενος στη δια ζώσης μαρτυρία του εντοπίζεται στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος αναποδογύρισε το τραπέζι στο οποίο καθόταν, χωρίς πλέον να αναφέρεται είτε σε σπρώξιμο του Κατηγορούμενου προς αυτόν είτε σε άμεσο χτύπημα του από τον Κατηγορούμενο. Ασαφείς ήταν επίσης οι ισχυρισμοί που προέβαλε σε σχέση με το περιστατικό που επικαλέστηκε αναφορικά με κοπάδι που εισήλθε στο χωράφι του καταστρέφοντας τη φυτεία από λουβί. Ο Παραπονούμενος έδωσε και πάλι διαφορετικές εκδοχές ως προς το χρονικό σημείο που επεσυνέβηκε το ισχυριζόμενο περιστατικό. Συγκεκριμένα ανέφερε αρχικά ότι αυτό έλαβε χώρα δύο χρόνια πριν το επίδικο συμβάν, ακολούθως αναφέρθηκε σε ένα χρόνο προηγουμένως για να καταλήξει στη συνέχεια ότι μπορεί να ήταν και έξι μήνες πριν. Οι εν λόγω αναφορές σε συνδυασμό με την ημερομηνία αποστολής του Τεκμηρίου 8, υπενθυμίζω ότι στάλθηκε στις 27.08.2012, καταδεικνύουν κατά την άποψη μου, την ετεροχρονισμένη αντίδραση του Παραπονούμενου αφού αυτή στάλθηκε μετά τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και την καταγγελία που έγινε εις βάρος του για το ρίξιμο της μπουκάλας και τον τραυματισμό του ΜΥ
  5. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Παραπονούμενο για ποιο λόγο, εφόσον το ισχυριζόμενο περιστατικό έλαβε χώρα δύο ή ένα χρόνο προηγουμένως ή και έξι μήνες πριν τα επίδικα γεγονότα, δεν στάλθηκε ενωρίτερα η συγκεκριμένη επιστολή, παρά μόνο μετά το επίδικο συμβάν. Προφανώς, η αποστολή του Τεκμηρίου 8 αποσκοπούσε στην άσκηση πίεσης στον Κατηγορούμενο και τον ΜΥ1 σε σχέση τόσο με το επίδικο συμβάν, όσο και με την καταγγελία που έγινε εις βάρος του για τον τραυματισμό του ΜΥ
  6. Επιπρόσθετα οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου σε σχέση με το επίδικο συμβάν δεν επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο Παραπονούμενος επικαλέστηκε κάποιον Ανδρέα Συνέπεια ισχυριζόμενος ότι καθόταν σε τραπέζι δίπλα από αυτό στο οποίο καθόταν ο ίδιος και είδε το επίδικο περιστατικό. Το συγκεκριμένο πρόσωπο όχι μόνο δεν κλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να μαρτυρήσει, αλλά όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 δήλωσε ότι δεν είδε οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος ενώ ισχυρίστηκε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) ότι ο Κατηγορούμενος, ο αδελφός του και δύο άλλα πρόσωπα από τα Κοκκινοχώρια επιτέθηκαν εναντίον του Άριστου Αριστοδήμου, εντούτοις ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται από τον ίδιο τον Άριστο Αριστοδήμου. Ο Αριστοδήμου σε σχετική κατάθεση του (Τεκμήριο 7) ανέφερε ότι ουδείς του επιτέθηκε το επίδικο βράδυ. Επίσης ατεκμηρίωτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του Παραπονούμενου ότι πριν του επιτεθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο Κατηγορούμενος, ο τελευταίος μαζί με άλλα πρόσωπα είχαν προκαλέσει φασαρία εντός του καφενείου στο οποίο καθόταν, σπάζοντας καρέκλες και τραπέζια. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου η οποία να επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό, ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε Τεκμήριο από το οποίο να προκύπτει ότι υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Παραπονούμενος. Τέλος, δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2) στο οποίο ο επί καθήκοντι ιατρός περιορίζεται απλώς να καταγράψει την αναφορά του Παραπονούμενου περί άλγους στον δεξί ώμο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του επί καθήκοντι ιατρού, ο Παραπονούμενος δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε παραμόρφωση, ούτε οίδημα ή άλγος κατά την κίνηση και την ψηλάφηση του δεξιού του ώμου. Επίσης δεν βρέθηκαν οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Επομένως ο πόνος που ισχυρίστηκε ο Παραπονούμενος ότι ένιωθε δεν επιβεβαιώνεται από την ιατρική εξέταση, αφού το άλγος δεν καταγράφεται ως εύρημα του ιατρού, αλλά ως ισχυρισμός του Παραπονούμενου. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου στερείται πειστικότητας και ως εκ τούτου καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί σ' αυτήν. Ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την ανακριτική κατάθεση που παραχώρησε στην αστυνομία στις 18.08.
  7. Αναφορικά με το επίδικο συμβάν δήλωσε ότι ο αδελφός του (ΜΥ1) τραυματίστηκε από τα θραύσματα ενός μπουκαλιού που έσπασε στο έδαφος. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό του ΜΥ1 γύρισε για να δει ποιος έριξε την μπουκάλα και τότε άκουσε τον Παραπονούμενο να φωνάζει ότι ο ίδιος ήταν που έριξε την μπουκάλα. Ακολούθως και μετά πάροδο 5 - 6 λεπτών από τον τραυματισμό του ΜΥ1 αναχώρησε από τον χώρο του φεστιβάλ μαζί με τον ΜΥ
  8. Ερωτηθείς σχετικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του είπε ότι η απόσταση που χώριζε τον Παραπονούμενο από το σημείο που καθόταν ο ίδιος με την οικογένεια του ήταν περί τα 6 μέτρα. Διευκρίνισε επίσης ότι η αναφορά του στο Τεκμήριο 9 ότι καθόταν στο τραπέζι με την οικογένεια του, αναφέρεται στη σύζυγο του, τα παιδιά του, τον αδελφό του και τους γονείς του. Στην αντεξέταση του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι στο φεστιβάλ το επίδικο βράδυ ήταν γύρω στα 1000 άτομα και είχε δυνατή μουσική. Την ώρα που έγινε το επίδικο περιστατικό, το φεστιβάλ ήταν προς το τέλος του και μπόρεσε να ακούσει τη φράση που εκστόμισε ο Παραπονούμενος λέγοντας ότι ήταν ο ίδιος που έριξε την μπουκάλα, καθώς η απόσταση που τους χώριζε ήταν μικρή και ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τη φωνή του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι δεν είδε ποιος εκστόμισε την προαναφερόμενη φράση, ωστόσο αναγνώρισε τη φωνή του Παραπονούμενου. Μετά από σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι μετά τον τραυματισμό του ΜΥ1 δεν πήγε να ζητήσει τον λόγο διότι μοναδική του έγνοια ήταν να μεταφέρει τον αδελφό του στο Νοσοκομείο. Ο ίδιος δεν είναι ιατρός και δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να γνωρίζει κατά πόσο το τραύμα του αδελφού του ήταν σοβαρό ή όχι. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν κατάγγειλε αμέσως το περιστατικό στην αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε επίσης ότι το μπουκάλι που έσπασε δεν είχε ως στόχο να τραυματίσει τον ΜΥ1, καθώς και ότι η καταγγελία για το εν λόγω περιστατικό έγινε μετά την πληροφόρηση του ότι ο Παραπονούμενος είχε υποβάλει εναντίον του καταγγελία ότι του επιτέθηκε. Στην απορία του κ. Συμέου πως ήταν σε θέση να δηλώσει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 9) ότι ο Παραπονούμενος «φαινόταν πολύ μεθυσμένος», εφόσον δεν τον είδε, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι το διαπίστωσε από την ομιλία του. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι έσπρωξε το τραπέζι στο οποίο βρισκόταν ο Παραπονούμενος με αποτέλεσμα να πέσει ο τελευταίος στο έδαφος, υποστηρίζοντας ότι όταν κτύπησε ο αδελφός του αποχώρησε αμέσως από τον χώρο του φεστιβάλ. Ο Κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε χωρίς περιστροφές τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν προκλήθηκε ρήγμα στη μαρτυρία του. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος ήταν και το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι όχι μόνο δεν είδε ποιος έριξε την μπουκάλα, αλλά και ούτε είδε το πρόσωπο που δήλωσε ότι έριξε την μπουκάλα. Όπως ανέφερε, αναγνώρισε τη φωνή του Παραπονούμενου χωρίς όμως να δει ότι ήταν αυτός που μίλησε. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν δίστασε να συμφωνήσει με την υποβληθείσα θέση ότι το πρόσωπο που έριξε την μπουκάλα δεν είχε ως στόχο να τραυματίσει τον ΜΥ
  9. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι το επίδικο βράδυ τραυματίστηκε ο αδελφός του στην περιοχή του δεξιού οφθαλμού επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5), σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκε η ύπαρξη αιματώματος κάτω από τον δεξιό οφθαλμό. Από τη στιγμή επομένως που τραυματίστηκε ο αδελφός του, σε μία μάλιστα ευαίσθητη περιοχή όπως είναι αυτή των οφθαλμών, θεωρώ ως λογική τη θέση του Κατηγορούμενου ότι αποχώρησε σχεδόν άμεσα από το φεστιβάλ, χωρίς να διαπληκτιστεί με τον Παραπονούμενο, για να μεταφέρει τον αδελφό του στο Νοσοκομείο. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και του ΜΥ1 εντοπίζεται διάσταση όσον αφορά τα πρόσωπα με τα οποία παρευρίσκονταν στον χώρο του φεστιβάλ. Ο μεν Κατηγορούμενος είπε ότι ήταν με την οικογένεια του, περιλαμβανομένων των γονέων του, τους οποίους τοποθέτησε στη σκηνή κατά τον τραυματισμό του ΜΥ
  10. Ο δε ΜΥ1 είπε ότι οι γονείς του βρίσκονταν στην οικία τους, οπότε και τον είδαν μετά τον τραυματισμό του όταν πήγαν με τον Κατηγορούμενο για να πάρουν το αυτοκίνητο και να μεταβούν στο Νοσοκομείο. Η εν λόγω διάσταση ωστόσο θεωρώ ότι δεν είναι τέτοιας σημασίας , έτσι ώστε να κλονίσει την αξιοπιστία του Κατηγορούμενου. Άλλωστε στην υπόθεση Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 τονίστηκε ότι είναι αντιφάσεις επί ουσιαστικών θεμάτων που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου όμως δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι ο Παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος. Η εν λόγω αναφορά του πέραν από αόριστη, έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και σύμφωνα με την οποία ο Παραπονούμενος δεν παρουσίαζε συμπτώματα μέθης. Περαιτέρω, δεν υποστηρίζεται ούτε από τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος επίσης δήλωσε ότι δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν μεθυσμένος ο Παραπονούμενος. Με εξαίρεση επομένως τα προαναφερόμενα σημεία της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, η υπόλοιπη μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι είναι αδελφός του Κατηγορούμενου και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 την κατάθεση του ημερομηνίας 18.08.
  1. Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι περί ώρα 01:00 και ενώ καθόταν σε τραπέζι στο φεστιβάλ έσπασε μπροστά του μία μπουκάλα, τα θραύσματα της οποίας τον χτύπησαν κάτω από το μάτι του. Αντιλήφθηκε την κατεύθυνση από την οποία ρίχθηκε η προαναφερόμενη μπουκάλα, όμως δεν είχε δει ποιος την έριξε. Αμέσως μετά όμως άκουσε και είδε τον Παραπονούμενο να φωνάζει ότι ο ίδιος έριξε την μπουκάλα. Στη συνέχεια προκλήθηκε φασαρία και παρευρισκόμενοι συγχωριανοί του κατευθύνθηκαν προς τον Παραπονούμενο για να τον συγκρατήσουν και να μην έρθει προς το μέρος τους. Ο ίδιος αποχώρησε από τον χώρο του φεστιβάλ μαζί με τον Κατηγορούμενο και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι τους όπου βρισκόταν και η υπόλοιπη οικογένεια. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο ο αδελφός του και ο πατέρας του. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου σε σχέση με τον αριθμό των προσώπων που παρευρίσκονταν στον χώρο του φεστιβάλ κατά την ώρα που έλαβε χώρα η ρίψη της μπουκάλας, ο ΜΥ1 απάντησε ότι παρευρίσκονταν γύρω στα 60 - 70 άτομα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν είδε τον Παραπονούμενο να ρίχνει την μπουκάλα, ωστόσο ήταν σε θέση να διαπιστώσει την κατεύθυνση της μπουκάλας και σε κάθε περίπτωση άκουσε και είδε τον Παραπονούμενο να λέει ότι ήταν εκείνος που έριξε την μπουκάλα. Δεν κατάγγειλε άμεσα το εν λόγω περιστατικό διότι προτεραιότητα του τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν η μετάβαση του στο Νοσοκομείο. Διευκρίνισε δε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατευθύνθηκαν αμέσως στο Νοσοκομείο μετά την αποχώρηση από τον χώρο του φεστιβάλ, ήταν διότι δεν είχαν μαζί τους αυτοκίνητο και έπρεπε να μεταβούν πρώτα στην οικία τους για να παραλάβουν το αυτοκίνητο. Εκεί, όταν τον είδαν οι γονείς του, ρώτησαν τι είχε συμβεί και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Στην ερώτηση του κ. Συμεού κατά πόσο είδε μετά το ρίξιμο της μπουκάλας τον Παραπονούμενο να κατευθύνεται προς το μέρος τους, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν είδε κάτι τέτοιο, όμως θα μπορούσε να ερχόταν προς το μέρος τους αλλά συγχωριανοί που βρίσκονταν στο σημείο πήγαν για να τον συγκρατήσουν. Καταληκτικά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλησίασε καν τον Παραπονούμενο και ότι η μοναδική του έγνοια ήταν να μεταφέρει τον ίδιο στο Νοσοκομείο λόγω του τραύματος που υπέστη. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 σε ορισμένα σημεία της παρουσιάζει υπερβολές, έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί σε αυτήν. Αποτιμώντας την παρουσία του ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα, θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως τα έζησε. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και δεν διαφάνηκε ότι η μαρτυρία του προσαρμόστηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Κατηγορούμενου με τον οποίο είναι αδέλφια. Υπήρξε δε σταθερός στη θέση του ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσέγγισε τον Παραπονούμενο και δεν του επιτέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Το γεγονός ότι τραυματίστηκε κάτω από τον δεξιό του οφθαλμό επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) και η μαρτυρία του σε σχέση με τα διαδραματισθέντα κατά τον επίδικο χρόνο επιβεβαιώνεται στα ουσιώδη σημεία της από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Έγινε ήδη αναφορά στη διάσταση που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΥ1 και του Κατηγορούμενου σε σχέση με την παρουσία των γονέων τους κατά τον χρόνο τραυματισμού του ΜΥ
  2. Για τους λόγους που εκτέθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η εν λόγω διάσταση δεν είναι ικανή να πλήξει την αξιοπιστία τους. Από τη μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι ο Παραπονούμενος κινήθηκε προς το μέρος τους για να τους επιτεθεί. Η συγκεκριμένη θέση δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και ουσιαστικά αναιρέθηκε από τον ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του, αφού παραδέχθηκε ότι δεν είδε τον Παραπονούμενο να έρχεται προς το μέρος τους. Ως υπερβολικός και ατεκμηρίωτος κρίνεται ο ισχυρισμός του ότι ο Παραπονούμενος ήθελε να τους κτυπήσει ή να τους «σκοτώσει» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι μετά το περιστατικό με το ρίξιμο της μπουκάλας υπήρξε, λόγω αυτού, συμπλοκή υποστηρίζοντας μάλιστα ότι συγχωριανοί του συγκράτησαν τον Παραπονούμενο για να μην κινηθεί προς το μέρος που βρισκόταν ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος. Θεωρώ ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί υπήρξαν υπερβολικοί και προφανώς διατυπώθηκαν στην προσπάθεια του μάρτυρα να τονίσει ότι ο Κατηγορούμενος δεν επιτέθηκε στον Παραπονούμενο. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν υποστηρίζονται από την λοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΥ1, με εξαίρεση τα σημεία που περιγράφονται πιο πάνω, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας ανωτέρω). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Το βράδυ της 17.08.12 και τις πρώτες πρωινές ώρες της 18.08.12 διεξαγόταν φεστιβάλ στο χωριό Σίμου της Επαρχίας Πάφου. Ο Κατηγορούμενος, ο αδελφός του (ΜΥ1) και ο Παραπονούμενος παρευρίσκονταν στο φεστιβάλ. Περί ώρα 01.00 της 18.08.12 ρίχθηκε, από κάποιο πρόσωπο μπουκάλα, η οποία έσπασε και από τα θραύσματα της τραυματίστηκε ο ΜΥ1 κάτω από τον δεξιό οφθαλμό του. Αμέσως μετά ο Παραπονούμενος είπε ότι ήταν ο ίδιος που έριξε την προαναφερόμενη μπουκάλα. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 αποχώρησαν από το φεστιβάλ προκειμένου να μεταβεί ο ΜΥ1 στο Νοσοκομείο. Ο επί καθήκοντι ιατρός του Γ.Ν. Πάφου διαπίστωσε ότι ο ΜΥ1 έφερε αιμάτωμα κάτω από τον δεξιό οφθαλμό. Ο Παραπονούμενος επίσης μετέβη στο Γ.Ν. Πάφου και κατά την εξέταση του ο επί καθήκοντι ιατρός του Γ.Ν. Πάφου δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε παραμόρφωση ή εξωτερικές κακώσεις. Επίσης δεν παρουσίαζε άλγος - οίδημα κατά την ψηλάφηση του ώμου. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna
(1975)3 All ER 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του. Περιλαμβάνει επομένως την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, δηλαδή παρανόμως. Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος συντελείται όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας, αλλά και στις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η μεγάλη αδιαφορία (recklessness) στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (R. v. Lawrence
(1981)1 All ER 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All ER 961). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Kατηγορούσα Aρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Στη βάση της μαρτυρίας που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη δεν έχει αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του Παραπονούμενου. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.