Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12379/13, 20/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12379/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
- KRISTINA ASLANOVA
- ANETA JOANNA TARASKO
- MIHAELA GEORGIANA PITAROIU
- LAL NELA
- ANDREI FIERBINTEANU
- ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ
- ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΕΥΕΛΘΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΕΝΟΣ
- DIANA CHAVDAROVA
- NIKOLAY ZAKIRSKI
- BANOV HRISTIYAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.11.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κος Ε. Πίτρος (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 2: κος Κ. Σιαηλής (ουδείς για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν διάφορες κατηγορίες που αφορούν τον περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμπόδισης της Κυβείας Νόμος (Κεφ.151). Συγκεκριμένα οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι μεταξύ 13.08.13 και 14.08.13 ενώ ο μεν κατηγορούμενος 1 ήταν ιδιοκτήτης και η δε κατηγορούμενη 2 υπεύθυνη του υποστατικού με την ονομασία 'Julius Caesar Casino' που βρίσκεται στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, το διατηρούσαν και το χρησιμοποιούσαν ως οίκο στοιχημάτων και κυβείας κατέχοντας σχετικά όργανα για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και τόπο εργοδοτούσε την κατηγορούμενη 2 χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, η οποία διέμενε και απασχολείτο παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν αμφότεροι κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή σε όλες που τους αφορούσαν και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Σε ότι αφορά τους κατηγορουμένους 3, 5 και 7-11, οι οποίοι δήλωσαν παραδοχή στην κατηγορία που τους αφορούσε, τους επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Αντίθετα για τους κατηγορουμένους 4, 6, 12, 13 και 14 η ποινική δίωξη διακόπηκε με αποτέλεσμα αυτοί να απαλλαχθούν από την κατηγορία που τους αφορούσε. Η ακροαματική διαδικασία σχετικά με τους κατηγορουμένους 1 και 2 (στο εξής 'οι κατηγορούμενοι') βρίσκεται σε εξέλιξη και σ' αυτήν κατατέθηκαν μέχρι σήμερα διάφορα τεκμήρια, ένα εκ των οποίων το Τεκμήριο 6 που αποτελείται από ένα DVR με καταγεγραμμένο serial number, μία οθόνη μάρκας επίσης με καταγεγραμμένο serial number και ένα ποντίκι (mouse). Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι αντικείμενα που εντοπίστηκαν στο επίμαχο υποστατικό και κατασχέθηκαν από την αστυνομία για την απόδειξη της υπόθεσης της. Η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι πρόκειται για σύστημα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, το οποίο βρισκόταν εγκατεστημένο στο επίμαχο υποστατικό και λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο. Τα εν λόγω αντικείμενα κατατέθηκαν μαζί ως ενιαίο τεκμήριο από την ΜΚ2, ήτοι την αστυφύλακα 2034 Χριστίνα Λεβέντη, με τη συγκατάθεση αμφοτέρων συνηγόρων υπεράσπισης. Η κατάθεση των πιο πάνω αντικειμένων συνθέτουν το Τεκμήριο
- Επί του τεκμηρίου αυτού η εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου
- Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚ3 (αρχιαστυφύλακα 2904 Ανδρέα Στυλιανού) επιχειρήθηκε να τεθεί το Τεκμήριο 6 σε λειτουργία ενώπιον του Δικαστηρίου με τη βοήθεια ειδικού από το Τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας. Η προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να προβληθεί το Τεκμήριο 6 στο Δικαστήριο προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου της κατηγορουμένης
- Αντίθετα ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 δεν είχε ένσταση στην προβολή του. Σε σχέση με την ένσταση που εγέρθηκε κλήθηκαν να αγορεύσουν ο συνήγορος της κατηγορουμένης 2 και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, πράγμα που έπραξαν. Στη νομική επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης 2 ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την προβολή του Τεκμηρίου 6 προκειμένου να ληφθεί υπόψη τι έχει καταγραφεί επειδή πρόκειται για μαρτυρία που αποκτήθηκε παράνομα. Ο εν λόγω συνήγορος στήριξε τη θέση του στους πιο κάτω λόγους: (α) Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ήταν παράνομο επειδή δεν είχε άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας. (β) Παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος. (γ) Παραβιάζεται το δικαίωμα προσωπικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και οι πρόνοιες της ευρωπαϊκής οδηγίας υπ' αριθμό 95/46 αφού η κατηγορούμενη 2 δεν γνώριζε για την ύπαρξη του εν λόγω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και ούτε συγκατατέθηκε στην εγκατάσταση του. (δ) Παραβιάζονται οι διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του 2001 (Ν.138(Ι)/2001)αφού αυτά που έχουν καταγραφεί στο εν λόγω κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, των οποίων η επεξεργασία απαγορεύεται με βάση την πιο πάνω νομοθεσία. Ο κύριος Σιαηλής ακόμη ισχυρίστηκε ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η προβολή του Τεκμηρίου 6 για τον επιπλέον λόγο ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να αναφέρει ότι το εν λόγω τεκμήριο είχε ελεγχτεί από ειδικό προκειμένου να διαπιστώσει αν οι χρόνοι που καταγράφονται είναι οι πραγματικοί και δεν έχουν τύχει παρέμβασης από οποιονδήποτε. Επίσης ο εν λόγω συνήγορος υπεράσπισης θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η προβολή του Τεκμηρίου 6 για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν έχει τεθεί στο Δικαστήριο η ολοκληρωμένη μορφή του εν λόγω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης αφού από αυτό απουσιάζουν οι κάμερες και το πληκτρολόγιο. Προς επίρρωση των πιο πάνω αναφορών του ο κύριος Σιαηλής παρέπεμψε το Δικαστήριο σε κυπριακές αποφάσεις καθώς και σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση P.G. and J.H. v. The United Kingdom [2001] E.C.H.R.
- Στη βάση των πιο πάνω ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την ένσταση του. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι αν ο συνήγορος της κατηγορουμένης 2 θεωρεί ότι το Τεκμήριο 6 έχει ληφθεί παράνομα θα έπρεπε να είχε εγείρει ένσταση στο στάδιο της κατάθεσης του προκειμένου να διεξαγόταν διαδικασία δίκης εντός δίκης για να αποφασιζόταν αν η συγκεκριμένη μαρτυρία μπορούσε ή όχι να γινόταν δεκτή με την κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου. Όπως υποστήριξε η κυρία Σάββα, από τη στιγμή που το Τεκμήριο 6 βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά της έχει το δικαίωμα να ερωτά τους μάρτυρες της αναφορικά με το περιεχόμενο του. Παράλληλα η κυρία Σάββα διερωτήθηκε πως μπορεί το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να αποφασίσει επί της θέσης του κυρίου Σιαηλή για παραβίαση ιδιωτικής ζωής χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του επίμαχου τεκμηρίου. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής οι προβαλλόμενες θέσεις του συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 δύναται να εξεταστούν όταν το Δικαστήριο κληθεί να αποφασίσει πόση βαρύτητα θα αποδώσει στο Τεκμήριο και μετά που θα έχει δει τις σκηνές που καταγράφονται. Ακολούθως με παραπομπή σε νομολογία η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε πως οι σκηνές που το εν λόγω τεκμήριο καταγράφει δεν ασχολούνται με την ιδιωτική ζωή της κατηγορουμένης 2 αλλά είναι αποκλειστικά επαγγελματικές που αφορούν την εργασία της. Με βάση αυτό το σκεπτικό η κυρία Σάββα ζήτησε την απόρριψη της ένστασης του συνηγόρου της κατηγορουμένης
- Έχω ακούσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες αμφοτέρων συνηγόρων και έχω μελετήσει ενδελεχώς το νομικό πλαίσιο που διέπει, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, τα εγειρόμενα νομικά ζητήματα. Η διαδικασία εκδίκασης ποινικών υποθέσεων διεξάγεται στη βάση μαρτυρικού υλικού. Το μαρτυρικό υλικό δύναται να έχει προφορική ή γραπτή μορφή. Σ' αυτό επίσης εντάσσεται πραγματική μαρτυρία, στην κατηγορία της οποίας ανήκει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 της παρούσας υπόθεσης. Η παρουσίαση μαρτυρίας περιλαμβάνει δύο στάδια. Πρώτο στάδιο είναι η προσπάθεια κατάθεσης της στο Δικαστήριο. Εφόσον γίνει δεκτή για κατάθεση η μαρτυρία, ακολούθως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Αυτό είναι το δεύτερο στάδιο. Εδώ επαφίεται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο θα αποδώσει βαρύτητα και σε ποιο βαθμό και έκταση σε μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Η διαφωνία ενός μέρους ως προς το αν μια μαρτυρία πρέπει να γίνει δεκτή για κατάθεση εκφράζεται με την υποβολή ένστασης όταν επιχειρείται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το άλλο μέρος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση όπου κατά την προσπάθεια παρουσίασης μαρτυρίας προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτή εξασφαλίστηκε με παράνομο τρόπο είτε παραβιάζοντας άρθρα του Συντάγματος είτε ερχόμενη σε αντίθεση με πρόνοιες νομοθεσίας. Επομένως ζήτημα παράνομα ληφθείσας μαρτυρίας για την οποία υπάρχει ένσταση ως προς την προσκόμιση της, εξετάζεται και αποφασίζεται εάν θα επιτραπεί ή όχι η παρουσίαση της στο Δικαστήριο. Στην περίπτωση που επιχειρείται η εισαγωγή πραγματικής μαρτυρίας και υποβάλλεται ένσταση σχετικά με τη δεκτότητα είτε μέρος είτε ολόκληρου του περιεχομένου της, το Δικαστήριο κατά κανόνα αποφασίζει αφού πρώτα την επιθεωρήσει. Εφόσον επιτραπεί η εισαγωγή της από το Δικαστήριο, η πραγματική μαρτυρία κατατίθεται, το αποτυπωμένο περιεχόμενο της οποίας, αναλόγως της απόφασης, είτε μέρος είτε εξ' ολοκλήρου, αξιολογείται αργότερα μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Στην παρούσα υπόθεση το επίμαχο υλικό κατατέθηκε στο Δικαστήριο με τη συγκατάθεση των συνηγόρων υπεράσπισης. Το όποιο τυχόν υφιστάμενο περιεχόμενο του υλικού αυτού αποτελεί μαρτυρία, η οποία ήδη εισήχθηκε στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης με την κατάθεση του εν λόγω υλικού ως Τεκμήριο
- Η κατάθεση του υλικού αυτού ως Τεκμήριο 6 από την κατηγορούσα αρχή με τη συγκατάθεση των συνηγόρων υπεράσπισης φανερώνει ότι κανένα μέρος διαφωνούσε στο να γίνει δεκτή η προσκόμιση του στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία που τυχόν περιέχεται στο εν λόγω υλικό έγινε δεκτή να εισαχθεί στο Δικαστήριο όταν το υλικό αυτό μαζί με το όποιο περιεχόμενο του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Τέτοια τυχόν μαρτυρία που περιέχεται υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία που τεθεί ενώπιον του. Δεν θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι η ΜΚ2 αντεξετάστηκε επί του Τεκμηρίου 6 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου
- Η μαρτυρία που προκύπτει μέσα από την αντεξέταση αυτή σε ότι αφορά το Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά και αυτή θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης. Πρόκειται για μαρτυρία που αφορά το επίμαχο υλικό και αντλήθηκε μετά την κατάθεση του ως Τεκμήριο 6, η οποία τυγχάνει αξιολόγησης. Στην υπόθεση Σιάμισιης v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 308 ανατράπηκε η καταδικαστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου που απορρίπτοντας ένσταση της υπεράσπισης στην κατάθεση μαρτυρίας για την οποίαν προβλήθηκε η θέση ότι είχε εξασφαλιστεί παράνομα με παραβίαση συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων του εφεσείοντα, προχώρησε στην αποδοχή της κατόπιν αξιολόγησης της. Στην υπόθεση αυτή το Εφετείο επισήμανε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να είχε απορρίψει την επίμαχη μαρτυρία και να μην βασιζόταν σ' αυτή, εννοείται αν όχι από τότε που επιχειρείτο η εισαγωγή της σε τελευταία ανάλυση στο στάδιο αξιολόγησης της, είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε ένσταση από μέρους της υπεράσπισης, επειδή δεν υπήρχε ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Με γνώμονα τα πιο πάνω και με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης 2, αν διαφωνούσε στην κατάθεση του επίμαχου υλικού θα έπρεπε να είχε υποβάλει σχετική ένσταση όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση του. Στα πλαίσια της διαδικασίας λήψης ενδιάμεσης απόφασης για το αν θα έπρεπε να γίνει ή όχι δεκτή η κατάθεση του επίμαχου υλικού, αυτό θα προβαλλόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου στην παρουσία όλων των μερών προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχαν σκηνές ή οποιαδήποτε μορφή μαρτυρίας που ενοχοποιούσαν την κατηγορούμενη 2 ή καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενέπλεκαν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας θα σήμαινε ότι η υποβληθείσα ένσταση χρήζει εξέτασης στη βάση των συγκεκριμένων λόγων που θα εγείρονταν. Επίσης μέσα από την ίδια διαδικασία θα εξετάζονταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκε η μαρτυρία που κατ' ισχυρισμό περιέχεται, η εισαγωγή της οποίας επιχειρείται. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μία ένσταση που εδράζεται κατ' εξοχήν στη θέση ότι μαρτυρία που περιέχεται στο Τεκμήριο 6 εξασφαλίστηκε με παράνομο τρόπο κατ' επίκληση παραβίασης συνταγματικών άρθρων και προνοιών νομοθεσίας τη στιγμή που το περιεχόμενο του επίμαχου υλικού του είναι παντελώς άγνωστο και χωρίς να είναι βέβαιο αν το εν λόγω υλικό είναι σε θέση να λειτουργήσει προκειμένου να καταστήσει γνωστή τι μαρτυρία τυχόν περιέχει και αν αυτή σχετίζεται με την κατηγορούμενη 2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης 2 επέλεξε να μην υποβάλει τέτοια ένσταση στο πλαίσιο της οποίας να θέσει στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που θα υποβοηθούσαν την εξέταση της πάνω στη ορθή της βάση και στη συνολική της διάσταση, αλλά να συγκατατεθεί στην κατάθεση του επίμαχου υλικού, το οποίο όπως ήδη λέχθηκε, αποτελεί το έκτο τεκμήριο της υπόθεσης. Η υποβολή ένστασης μετά την κατάθεση του επίμαχου υλικού ως τεκμήριο και ειδικότερα στο στάδιο που επιχειρήθηκε να τεθεί σε λειτουργία στο Δικαστήριο στερεί από την κατηγορούσα αρχή το δικαίωμα αξιοποίησης του εν λόγω τεκμηρίου με τον τρόπο που αυτή επιθυμεί για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της εκδοχής της στο Δικαστήριο. Παράλληλα με την ένσταση αυτή στο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας που επιλέγηκε να υποβληθεί ουσιαστικά εμποδίζεται το έργο της αξιολόγησης μαρτυρίας που αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου προτού καταλήξει σε απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης. Επαφίεται πλέον στο Δικαστήριο να κρίνει στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας αν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 6 και νοουμένου και εφόσον αποφασίσει ότι θα του αποδώσει βαρύτητα σε ποιο βαθμό και έκταση θα το πράξει. Σε τελευταία ανάλυση, από τη στιγμή που το επίμαχο υλικό είναι κατατεθειμένο ως τεκμήριο το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να το αξιολογήσει. Σε περίπτωση που στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι μαρτυρία ή η μαρτυρία που τυχόν περιέχεται στο Τεκμήριο 6 εξασφαλίστηκε με παράνομο τρόπο παραβιάζοντας άρθρα του Συντάγματος και/ή πρόνοιες νομοθεσίας, θα εφαρμοστούν οι νομικές αρχές που ισχύουν στην Κύπρο. Συγκεκριμένα εκεί που υπάρχει παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου θεμελιώδους δικαιώματος και ελευθεριών η μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή και δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια στάθμισης του οφέλους που μπορεί να προκύψει από μια τέτοια παραβίαση με τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει (Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Δημοκρατία ν. Αεροπόρου κ.ά.
(1998)2 Α.Α.Δ. 87 και Δημοκρατία ν. Συμιανού κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 537). Αντίθετα όταν εξασφαλίζεται μαρτυρία κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών δεν ισχύει η απόλυτη απορριπτική προσέγγιση όπως με την περίπτωση παραβίασης θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος. Εδώ τέτοια μαρτυρία δεν αποκλείεται εξ' ορισμού (ΜΚ v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 14/12 ημερ. 20.03.14, Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να την επιτρέπει εφόσον είναι σχετική και τα δυσμενή επακόλουθα που θα προκύψουν από την εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο δικαίωμα (Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείου
(2006)2 Α.Α.Δ. 411). Όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική της αξία τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός μιας τέτοιας μαρτυρίας. Αναφορικά με τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα που να βεβαιώνει ότι δεν έχει σημειωθεί παρέμβαση στους χρόνους που καταγράφονται καθώς και ότι από το Τεκμήριο 6 απουσιάζουν αντικείμενα που χωρίς αυτά δεν παρέχεται ολοκληρωμένη μορφή του ισχυριζόμενου κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, πρόκειται για ζητήματα που παραπέμπουν σε αξιολόγηση της όποιας τυχόν μαρτυρίας περιέχεται στο Τεκμήριο 6 καθώς και οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που πηγάζει από και/ή σχετίζεται μ' αυτό. Η δε νομολογία στην οποία με έχει ευγενικά παραπέμψει ο κύριος Σιαηλής δεν βοηθά την ουσία της ένστασης του που είναι να απαγορευτεί η προβολή του επίμαχου υλικού στο Δικαστήριο, ένσταση απογυμνωμένη από στοιχεία και δεδομένα που θα καθιστούσαν εφικτή την εξέταση της. Αντίθετα, ορισμένες από τις επικαλούμενες αποφάσεις αφορούσαν ζητήματα που εγέρθηκαν σε σχέση με την δεκτότητα κατάθεσης μαρτυρίας προτού αυτή εισαχθεί στο Δικαστήριο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η ένσταση δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Συνακόλουθα η ένσταση απορρίπτεται. Το Τεκμήριο 6 δύναται να προβληθεί στο Δικαστήριο στην παρουσία των μερών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim/Illegally obtained evidence (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Παράνομα ληφθείσα μαρτυρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο