← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Marius Brandus κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13077/13, 30/11/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Marius Brandus κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13077/13, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13077/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. Marius Brandus
  2. Gheorghe Palade Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος - παρών --------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής «Κατηγορούμενος») μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και στο αδίκημα της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, η οποία όμως αναστάληκε στις 31.10.17 (πρώτη κατηγορία). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την παράθεση τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω στην επανάληψη τους και περιορίζομαι να αναφέρω ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε σε χώρο πλησίον της οικίας που διαρρήχθηκε κρατώντας μία τηλεόραση την οποία εγκατέλειψε και απομακρύνθηκε όταν τον πλησίασε και συνομίλησε μαζί του η μάρτυρας 2 επί του κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 23.10.2013 και αρχικά αρνήθηκε τις εις βάρος του κατηγορίες. Την επόμενη ωστόσο ημέρα έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, υποδεικνύοντας τον πρώην Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο με το οποίο διέρρηξαν την επίδικη κατοικία και προχώρησε σε υπόδειξη σκηνών. Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης επισημαίνοντας ότι από αυτά προκύπτει ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός για την τέλεση των αδικημάτων, ούτε και πρόθεση από μέρους του Κατηγορούμενου πριν το χρόνο διάπραξης τους. Συγκεκριμένα η κα Σαββίδου ανέφερε ότι το πρωινό της 18.10.2013 ο Κατηγορούμενος συναντήθηκε με φιλικό του πρόσωπο και μαζί μετέβηκαν για ψάρεμα κατά τη διάρκεια του οποίου κατανάλωσαν αριθμό μπυρών. Στη συνέχεια και λόγω του ότι ξεκίνησε να βρέχει μεταφέρθηκαν στο σπίτι του φίλου του Κατηγορούμενου συνεχίζοντας την κατανάλωση μπύρας και γύρω στο μεσημέρι της εν λόγω ημέρας μετακινήθηκαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου συνεχίζοντας να καταναλώνουν ποσότητες μπύρας. Ακολούθως μετέβηκαν και σε άλλο σπίτι εξακολουθώντας να καταναλώνουν μπύρα και περί τις 17:00 κατευθύνθηκαν σε περίπτερο στην Πόλη Χρυσοχούς όπου και εκεί εξακολούθησαν να καταναλώνουν μπύρα. Τότε ο Κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον πρώην Κατηγορούμενο 2 και μετά από προτροπή του πήγαν για βόλτα με τα ποδήλατα τους. Περνώντας από την επίδικη κατοικία ο πρώην Κατηγορούμενος 2 πρότεινε στον Κατηγορούμενο να εισέλθουν στην οικία προκειμένου να κλέψουν. Σύμφωνα με την κα Σαββίδου ο πρώην Κατηγορούμενος 2 εισήλθε πρώτος στην οικία και ακολούθως εισήλθε και ο πελάτης της ο οποίος και έκλεψε μία μεγάλη τηλεόραση η οποία εγκαταλείφθηκε όταν εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος από τη μάρτυρα 2 επί του κατηγορητηρίου. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορουμένου, ότι ο τελευταίος παρασύρθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων από τον πρώην Κατηγορούμενο 2 και σημαντικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε η μέθη στην οποία τελούσε. Επισήμανε η κα Σαββίδου ότι ο Κατηγορούμενος δεν περιήλθε σκοπίμως σε κατάσταση μέθης προκειμένου να διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα, αλλά αυτή προκλήθηκε τυχαία και είχε ως αποτέλεσμα να μειώσει τις αντιστάσεις του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του η κα Σαββίδου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 9 ετών. Κατάγεται από την Ρουμανία όπου και έζησε ευχάριστα παιδικά χρόνια με αρκετές όμως οικονομικές δυσκολίες και στερήσεις. Το 2012 ο Κατηγορούμενος με τη σύζυγο και το παιδί τους ήλθαν στην Κύπρο για σκοπούς εργοδότησης, με τη σύζυγο όμως και το παιδί τους να επιστρέφουν στη Ρουμανία λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος είχε παραμείνει άνεργος. Τους τελευταίους μήνες εργοδοτήθηκε ως υπάλληλος στον τομέα των οικοδομών και λαμβάνει μισθό ύψους €800 μηνιαίως. Με το εν λόγω ποσό συντηρεί τη σύζυγο και το παιδί τους οι οποίοι βρίσκονται στη Ρουμανία. Η κα Σαββίδου τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τα δύο σχεδόν χρόνια που βρισκόταν στην Κύπρο πριν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και ούτε στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από τη διάπραξη τους μέχρι και σήμερα υπέπεσε σε οτιδήποτε επιλήψιμο. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ουσιαστικά είναι ο μόνος από την οικογένεια του που εργάζεται και συντηρεί τη σύζυγο και το ανήλικο παιδί τους, ενώ κατά τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος έχει τιμωρηθεί αφού ενόψει των όρων που του τέθηκαν δεν μπορούσε να ταξιδέψει στη Ρουμανία και να συναντήσει την οικογένεια του και τους λοιπούς συγγενείς του. Επιπρόσθετα, η κα Σαββίδου μετέφερε την πρόθεση του Κατηγορούμενου να αποδεχθεί την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για την περιουσία που δεν έχει ανευρεθεί, εφόσον η αξία της μπορεί να καθοριστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Καταληκτικά η κα Σαββίδου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας να την αναστείλει καθώς οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά πράγμα το οποίο διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας με μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, όπου το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Το λευκό ποινικό μητρώο του. Την παραδοχή του, έστω και αν αυτή έγινε με καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φανάρα κ.α ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Αν και αρχικά αρνήθηκε τις εις βάρος του κατηγορίες, εντούτοις την επόμενη ημέρα της σύλληψης του έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος τη διάπραξη των αδικημάτων και προχώρησε στην υπόδειξη σκηνών. Περαιτέρω, κατονόμασε τον πρώην Κατηγορούμενο 2 ως τον συνεργό του στη διάπραξη των αδικημάτων. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι νυμφευμένος, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και ότι η οικογένεια του συντηρείται κυρίως μέσω της δικής του οικονομικής συνεισφοράς. Το ότι τελούσε σε κατάσταση μέθης. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα στις περιπτώσεις, όπως και εν προκειμένω, που η μέθη δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη εγκλήματος. Στην υπόθεση Pernell κ.α ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1998)2 Α.Α.Δ 417 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας. νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. ...Η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμησή της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, μετριάζει τη σοβαρότητα τους.» Το γεγονός ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας έχει ανευρεθεί. Τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων, οι οποίες δεικνύουν την απουσία προσχεδιασμού. Την πρόθεση του να αποζημιώσει τους Παραπονούμενους μέσω της έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης. Σημειώνω ότι τελικά δεν κατέστη δυνατή η έκδοση του εν λόγω διατάγματος λόγω αδυναμίας της Κατηγορούσας Αρχής να εντοπίσει τους Παραπονούμενους και να προσδιοριστεί η αξία της περιουσίας που δεν εντοπίστηκε. Την έμπρακτη μεταμέλεια του όπως αυτή προκύπτει από την παραδοχή του, τη συνεργασία του με την αστυνομία και την εκδηλωθείσα πρόθεση του να αποδεχθεί την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών που μεσολάβησε από τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, αυτός είναι αναμφίβολα μεγάλος. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 18.10.13 και το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον ετών. Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης, αφού η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε λίγες μόνο ημέρες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και συγκεκριμένα στις 25.10.
  1. Όσον αφορά τώρα την καθυστέρηση που μεσολάβησε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα, επισημαίνω ότι ο Κατηγορούμενος φέρει σημαντικό μερίδιο για αυτήν. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες στις 06.11.13, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση. Έκτοτε η υπόθεση αναβλήθηκε και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του Κατηγορούμενου. Πιο συγκεκριμένα στις 13.03.15 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω απουσίας του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Στις 04.02.16 αναβλήθηκε λόγω αιτήματος του τελευταίου προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού δωρεάν νομικής αρωγής, η οποία αίτηση εξετάστηκε τελικά στις 12.04.
  2. Στη συνέχεια στις 31.10.16 αποσύρθηκε η συνήγορος που διορίστηκε για να τον εκπροσωπήσει δυνάμει του πιστοποιητικού δωρεάν νομικής αρωγής και αναβλήθηκε εκ νέου η ακροαματική διαδικασία. Επίσης, στις 03.04.17 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω απουσίας του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέο ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Εν τέλει ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2 και 3 στις 31.10.17 και κατά την εν λόγω ημερομηνία διακόπηκε η ποινική δίωξη σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Επισημαίνω ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε νωρίτερα τις κατηγορίες 2 και 3 ήταν η προώθηση της πρώτης κατηγορίας η οποία τελικά διακόπηκε στις 31.10.
  3. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Όπως προκύπτει από το σύντομο ιστορικό που παρατέθηκε πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος φέρει το δικό του σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην προκληθείσα καθυστέρηση. Παρά ταύτα παραμένει ως αντικειμενικό δεδομένο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή τέσσερα χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα για τις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος φέρει σημαντική ευθύνη για την καθυστέρηση: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπέστη ένα είδος εξωδικαστικής τιμωρίας εφόσον λόγω των περιοριστικών όρων που του επιβλήθηκαν αδυνατούσε να μεταβεί στη Ρουμανία, όπου διαμένουν η σύζυγος και το ανήλικο παιδί του, καθώς και οι λοιποί συγγενείς του. Δεν θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί είδος εξωδικαστηριακής τιμωρίας, έτσι ώστε να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας. Η επιβολή όρων δεν τέθηκε ως είδος τιμωρίας του Κατηγορούμενου, αλλά για διασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ευθύνη φέρει και ο ίδιος αφού μόλις στις 31.10.17 παραδέχθηκε τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω δεν μπορούν να υπερκεράσουν τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία είναι δεδομένη. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν απαράδεκτη. Συμπεριφορές αυτού του είδους πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε σχέση με την περιουσία του σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Τα Δικαστήρια στα πλαίσια του ρόλου που έχουν να διαδραματίσουν στη διασφάλιση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της έννομης τάξης ευρύτερα, οφείλουν να στείλουν το μήνυμα ότι πράξεις, όπως οι υπό τιμωρία, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Τα περιστατικά της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν ήδη εκτεθεί και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Στα πλαίσια ωστόσο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης λαμβάνω υπόψη μου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης το γεγονός ότι ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, μεταβαίνοντας στην επίδικη οικία με ποδήλατο, χωρίς να κατέχει διαρρηκτικά εργαλεία και χωρίς να χρησιμοποιηθούν τέτοια εργαλεία για να επιτευχθεί η είσοδος σε αυτήν. Αμέσως δε μετά τη διάρρηξη και την κλοπή, δεν επιχείρησε να καλύψει τα ίχνη του, αλλά περπατούσε στον δρόμο κρατώντας την τηλεόραση που προηγουμένως είχε κλέψει. Όλα τα πιο πάνω πέραν της έλλειψης σχεδιασμού καταδεικνύουν και την επιπολαιότητα με την οποία ενήργησε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του δίδουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να θεωρήσει τα υπό τιμωρία αδικήματα ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο, με την προσδοκία ότι θα φανεί έμπρακτα αντάξιος της ευκαιρίας που του δίδει σήμερα το Δικαστήριο τηρώντας τους Νόμους και σεβόμενος τους πολίτες, αλλά και όλους τους συνανθρώπους μας που διαμένουν στην πατρίδα μας η οποία του παρέχει φιλοξενία. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.