← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MOSAAMP HAMINTA, Αρ. Υπόθεσης: 8143/14, 9/11/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MOSAAMP HAMINTA, Αρ. Υπόθεσης: 8143/14, 9/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8143/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. MOSAAMP HAMINTA Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.11.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Μαλά (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 11.02.13 στην Πάφο είχε στην κατοχή του μια μηχανή ανάμειξης μπετόν, ένα πλυντήριο ρούχων, δύο μπαταρίες οχημάτων, ένα μεταλλικό δοχείο μεταφοράς καυσίμων και τρία ελαστικά, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής περιέχεται σε εφτά

(7)έγγραφα που κατατέθηκαν ως αντίστοιχα τεκμήρια. Από αυτά τα Τεκμήρια 1-5, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως ορθό και αληθές. Τα υπόλοιπα δύο τεκμήρια, ήτοι τα Τεκμήρια 6 και 7, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν μεν από κοινού από τα μέρη πλην όμως μόνο ως προς την ύπαρξη τους. Η κοινή κατάθεση των Τεκμηρίων 1-5 από τα μέρη σε συνδυασμό με την κοινή δήλωση τους ότι αποδέχονται την αλήθεια του περιεχομένου τους οδηγεί στα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: Τεκμήριο 1 είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 3402 Π. Πολυδώρου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 11.02.13 ο εν λόγω αστυφύλακας βρισκόταν σε καθήκον στη βιοτεχνική περιοχή Τρεμιθούσας όταν ανέκοψε για έλεγχο το διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής BAC 323 στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα. Μόλις το όχημα σταμάτησε ο οδηγός τράπηκε σε φυγή και παρέμεινε στο χώρο ο συνοδηγός. Ο συνοδηγός ανάφερε στον πιο πάνω αστυφύλακα το όνομα του και ότι κατάγεται από τη Συρία καθώς επίσης ανάφερε το όνομα του οδηγού, ότι ήταν και αυτός Σύριος και ότι διέμενε στην κοινότητα Θελέτρας. Τα στοιχεία του προσώπου αυτού επαληθεύτηκαν αργότερα στο αστυνομικό τμήμα όπου μεταφέρθηκε. Μέσα από την έρευνα της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Ακολούθησαν επιπλέον αστυνομικές έρευνες που αφορούσαν το όχημα. Μέσα από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος είναι κάποιος John Backer και η άδεια κυκλοφορίας του είχε λήξει από το έτος
  1. Επίσης στο πίσω μέρος του οχήματος εντοπίστηκαν μία μηχανή ανάμιξης πηλού χρώματος κόκκινου χωρίς μοτέρ, ένα πλυντήριο ρούχων άσπρου χρώματος χωρίς κάδο, δύο μπαταρίες οχημάτων, ένα μεταλλικό δοχείο μεταφοράς καυσίμων και τρία φθαρμένα ελαστικά. Ερωτώμενος από τον εν λόγω αστυφύλακα για την προέλευση των αντικειμένων που εντοπίστηκαν στο όχημα ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2886 Α. Αλεξάνδρου αποτέλεσε το Τεκμήριο
  2. Όπως σημειώνεται στο εν λόγω έγγραφο, την 14.02.13 στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου με τη βοήθεια διερμηνέα ο εν λόγω αστυφύλακας κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Αυτά δεν ήταν δικά μου". Τεκμήριο 3 είναι η γραπτή κατάθεση του Βάσου Παπαϊακώβου ημερομηνίας 13.02.
  3. Μέσα από το έγγραφο αυτό δηλώνεται πως ο καταθέτης ήταν γείτονας κάποιου John Baker, ιδιοκτήτη διπλοκάμπινου οχήματος μπλε χρώματος, ο οποίος πριν από τρία περίπου χρόνια εγκατέλειψε την Κύπρο και διαμένει μόνιμα στην Αγγλία. Σε σχέση με το όχημα ο εν λόγω καταθέτης δεν γνωρίζει τι απέγινε. Η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 13.02.13 της Άννας Θεοδούλου, γραφέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κονιών αποτέλεσε το Τεκμήριο
  4. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, ο πιο πάνω John Baker κατοικούσε στα Κονιά αλλά πριν από 2-3 χρόνια πώλησε την οικία του και έφυγε από την περιοχή. Τεκμήριο 5 είναι η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 10.12.13 του Raafat Abdallah. Με βάση το περιεχόμενο της ο εν λόγω καταθέτης είναι ειδικός μετάλλων και στις 10.12.13 του υποδείχτηκε ένα διπλοκάμπινο όχημα, εντός του οποίου παρατήρησε ότι υπήρχε μια μηχανή ανάμειξης μπετόν, δύο μπαταρίες οχημάτων, ένα δοχείο μεταφοράς καυσίμων και τρία μεταλλικά ριμς οχήματος μαζί με τα ελαστικά τους, των οποίων το συνολικό βάρος είναι 150 κιλά και η αξία τους ανέρχεται στα €
  5. Η παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής ολοκληρώθηκε με την προσκόμιση των Τεκμηρίων 6 και
  6. Τεκμήριο 6 είναι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 11.02.
  7. Με βάση το περιεχόμενο της σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία, βρίσκεται στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου και είναι άνεργος. Στις 11.02.13 δέχτηκε τηλεφώνημα από το φίλο του Ahmed Daout που διαμένει στην κοινότητα Θελέτρα, ο οποίος τον ρώτησε αν ήθελε να πάει περίπατο μαζί του και αυτός απάντησε θετικά. Περί ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας ο φίλος του ήλθε από το σπίτι οδηγώντας διπλοκάμπινο όχημα, το οποίο κατέχει εδώ και 6 μήνες. Στην κάσια του εν λόγω οχήματος ο κατηγορούμενος πρόσεξε ότι υπήρχαν διάφορα παλιοσίδερα, ένα παλιό πλυντήριο και μία μηχανή ανάμειξης μπετόν. Κατά τη διαδρομή ο Ahmed του είπε ότι θα περνούσε από ένα χώρο για να πωλήσει τα αντικείμενα που υπήρχαν στην κάσια του οχήματος. Ο Ahmed δεν του είπε που τα βρήκε και ούτε ο ίδιος τον ρώτησε επειδή δεν τον ενδιέφερε. Φθάνοντας στο χώρο πώλησης που ήταν στην Τρεμιθούσα χωρίς στάση, ο Ahmed πρόσεξε ότι εκεί υπήρχαν αστυνομικοί. Αμέσως χωρίς να πει οτιδήποτε άνοιξε την πόρτα του οχήματος και έφυγε τρέχοντας. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο χώρο όπου τον προσέγγισαν οι αστυνομικοί και του ζήτησαν στοιχεία της ταυτότητας του. Επειδή δεν τα είχε μαζί του μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό για εξακρίβωση τους. Ο κατηγορούμενος γνώρισε τον Ahmed στην Πάφο και συναντιούνται κάθε μήνα σχεδόν απλά για παρέα. Ουδέποτε προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο χώρο πώλησης. Τεκμήριο 7 είναι το γραπτό έντυπο κατηγορίας στον κατηγορούμενο ημερομηνίας 14.02.13, ο οποίος αφού κατηγορήθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής των προαναφερόμενων αντικειμένων και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε επί λέξει "Αυτά δεν ήταν δικά μου". Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν το κατ' ισχυρισμό αδίκημα. Η εν λόγω συνήγορος υποστήριξε τη θέση της αυτή στο ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να ικανοποιεί το συστατικό στοιχείο της εύλογης υπόνοιας. Είναι η θέση της κυρίας Μαλά ότι υπάρχει κενό στα ουσιώδη γεγονότα που παρουσιάστηκαν, κάτι το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει σε αθώωση του πελάτη της. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίστηκε να αναφέρει ότι η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή διαθέτει είναι αυτή που προσκόμισε στο Δικαστήριο και είναι η θέση της ότι από αυτή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία επειδή δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση ως προς την ύπαρξη των επίμαχων αντικειμένων. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, το οποίο περιέχεται στην κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, πραγματεύεται το άρθρο 309 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοούσε, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, τα εξής: "
  2. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να έχει στην κατοχή του περιουσία και (β) για την οποία περιουσία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Εφόσον ικανοποιηθούν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να αποδείξει ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του για την οποίαν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα ο όρος 'περιουσία' περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας παρέχεται η σημασία της 'κατοχής'. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται, η έννοια της 'κατοχής' δεν περιορίζεται στην προσωπική κατοχή του κατηγορουμένου περιουσίας αλλά επεκτείνεται και σε γνώση του για πραγματική κατοχή ή φύλαξη περιουσίας από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φύλαξη σε οποιοδήποτε χώρο είτε αυτός ανήκει στον κατηγορούμενο ή κατέχεται από αυτόν είτε όχι, για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Σε περίπτωση που εμπλέκονται περισσότερα από ένα άτομα, αν ένα άτομο ή περισσότερα έχουν περιουσία υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, τότε θεωρείται ότι η περιουσία αυτή βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. Στην υπόθεση Καριπίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εύλογη υπόνοια που αναφέρεται στο άρθρο 309 του Κεφ.154 συνάγεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προκειμένου να διαπιστωθεί αν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι η κατοχή περιουσίας εν τη εννοία της κείμενης νομοθεσίας. Τα επίδικα αντικείμενα που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι εντοπίστηκαν στο διπλοκάμπινο όχημα στο οποίο συνοδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, ήτοι μία μηχανή ανάμειξης μπετόν, ένα πλυντήριο ρούχων, δύο μπαταρίες οχημάτων, ένα μεταλλικό δοχείο μεταφοράς καυσίμων και τρία μεταλλικά ριμς οχήματος μαζί με τα ελαστικά τους, εξόφθαλμα αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που δύναται να αποτελέσουν θέμα κυριότητας και συνεπώς εμπίπτουν στην έννοια της 'περιουσίας', η οποία παρέχεται από το άρθρο 2 του Κεφ.154. Σε ότι αφορά το ζήτημα της κατοχής παρατηρώ μέσα από προκαταρκτική εξέταση της υπόθεσης ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να με οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος εισήλθε στο όχημα ως επιβάτης, το οποίο ανήκει σε άλλο άτομο και οδηγείτο από άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος έδωσε εξήγηση για την παρουσία του στο όχημα. Ως άνεργος που ήταν αποδέχτηκε να πάει περίπατο στην Πάφο μαζί με ένα γνωστό του, ο οποίος ήταν αυτός που τον παρέλαβε από την οικία του οδηγώντας το επίδικο όχημα. Το προβαλλόμενο χρονικό σημείο του περιπάτου, το καθεστώς ανεργίας του κατηγορουμένου καθώς και η φιλική σχέση που διαθέτει με τον οδηγό του επιδίκου οχήματος είναι μαρτυρία που δεν μπορεί να εγείρει υποψίες για την αποδοχή που αυτός διατύπωσε. Όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε στο εν λόγω όχημα τα επίμαχα αντικείμενα ήταν ήδη φορτωμένα στην κάσια του (δηλαδή του οχήματος). Παράλληλα δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε γνώση ως προς την προέλευση, χρήση και φύλαξη αυτών των αντικειμένων. Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για τον σκοπό που τα εν λόγω αντικείμενα βρίσκονταν τοποθετημένα στην κάσια του επιδίκου οχήματος και γενικότερα για τον προορισμό τους. Ακόμη δεν υπάρχει μαρτυρία με την οποίαν να διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο όχημα γνωρίζοντας ότι θα μετέβαιναν στο συγκεκριμένο χώρο όπου θα πωλούνταν τα επίμαχα αντικείμενα Αντίθετα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μπροστά στην παρουσία των αστυνομικών ενώ ο οδηγός εγκατέλειψε το όχημα τρέχοντας, ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο χώρο και τα στοιχεία της ταυτότητας του που τους είπε αφού του ζητήθηκαν φαίνεται να επαληθεύτηκαν στην συνέχεια. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι να έχουν δημιουργηθεί εύλογες υπόνοιες ότι τα επίμαχα αντικείμενα είναι κλοπιμαία. Αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε, εξόφθαλμα καθιστά αντιληπτό ότι ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο εξ' αντικειμένου στοιχειοθετείται. Ειδικότερα ουδεμία αναφορά υπάρχει ότι τα επίμαχα αντικείμενα δυνατό να είναι προϊόν κλοπής. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι για τέτοιου είδους αντικείμενα υπεβλήθηκε καταγγελία κλοπής. Το γεγονός ότι ο οδηγός εγκατέλειψε το όχημα δεν μπορεί από μόνο του και απογυμνωμένο από άλλη μαρτυρία που να την ενισχύει και να την αναγάγει μέσα από αντικειμενική όψη σε εύλογη υπόνοια να εκληφθεί ότι εκ πρώτης όψεως οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση υπό το φως μάλιστα της αναφοράς του κατηγορουμένου ότι ο οδηγός έφυγε τρέχοντας μπροστά στη θέα των αστυνομικών για να αποφύγει τη σύλληψη του επειδή βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και περιέχει ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του εν λόγω κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και των συστατικών στοιχείων αυτού. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim/Property illegally obtained/Article 309 Cap.154 (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη κατοχή περιουσίας/ Άρθρο 309 Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.