Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΠΝΟΥΛΛΑ, Αρ. Υπόθεσης: 27/16, 23/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27/16 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΠΝΟΥΛΛΑ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23.11.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Χρ. Σιμιλλίδης (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της πρόκλησης βίας στην οικογένεια υπό τη μορφή απειλής κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)και
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000)καθώς και του άρθρου 91Α του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154), αμφότερες νομοθεσίες μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 27.12.15 στην Πάφο προκάλεσε τρόμο στον υιό της πρώην συζύγου του, Ανδρέα Δημητρίου από την Ασπρογιά, απειλώντας τον μέσω τηλεφώνου ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση "Μαλακισμένε και γαμιόλη, θα σου γεμίσω τη κκελλέ σου τρύπες, θα έρθω τζειπάνω και θα δεις τι θα σου κάμω". Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 27.12.15 και περί ώρα 11:00 π.μ. ο κατηγορούμενος, μετά από συνεννόηση που είχε με την πρώην σύζυγο του, μετέβηκε στο χωριό Ασπρογιά της επαρχίας Πάφου για να παραλάβει τα δύο ανήλικα παιδιά του, ήτοι τον Γιώργο και τον Μάριο. Επειδή ο Μάριος δεν επιθυμούσε να πάει μαζί με τον πατέρα του, ο κατηγορούμενος αναχώρησε μόνο με τον Γιώργο. Ακολούθως η ώρα 19:00 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην οικία της πρώην συζύγου του ζητώντας από τον Ανδρέα Δημητρίου, υιό της πρώην συζύγου του κατηγορουμένου από άλλη σχέση, ο οποίος είχε απαντήσει το τηλέφωνο, να μιλήσει με τον υιό του Μάριο. Ο Μάριος αρνήθηκε να συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο, πράγμα που του μετέφερε τηλεφωνικώς ο Ανδρέας με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εκστομίσει εναντίον του τις απειλητικές φράσεις που σημειώνονται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας. Στη συνέχεια ο Ανδρέας κατάγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και αντέδρασε λέγοντας "Μα δεν έκαμα τίποτα". Όταν δε κατηγορήθηκε γραπτώς αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη με το περιστατικό. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών (σήμερα 40 ετών), άνεργος, τότε σε διάσταση αλλά σήμερα διαζευγμένος και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών ηλικίας 14 και 7 ετών αντίστοιχα (σήμερα 15 και 8 ετών). Δεν διαθέτει αποταμιεύσεις ενώ υπάρχουν οφειλόμενα ποσά €11.324,47 και €8.845,60 που προέκυψαν από δάνεια πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία συνάφθηκαν για επιδιόρθωση της οικίας που διέμενε η οικογένεια του λόγω πυρκαγιάς και αγορά οχήματος της πρώην συζύγου του, για τα οποία δεν καταβάλλονται οι μηνιαίες δόσεις. Μοναδική του κινητή περιουσία αποτελεί ένα μεταχειρισμένο διπλοκάμπινο όχημα μάρκας Mitsubishi. Παράλληλα δεν διαθέτει εις το όνομα του οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από φτωχή οικογένεια εκτοπισθέντων. Είναι ο μικρότερος από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του. Φοίτησε μέχρι την Γ' Γυμνασίου όπου και σταμάτησε επειδή έπρεπε να εργαστεί. Από τις 30.11.15 είναι άνεργος. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
(3)Την απολογία του προς το Δικαστήριο.
(4)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης υπό το φως των πιο κάτω διορθώσεων και προσθηκών που επισήμανε: · Ο κατηγορούμενος λαμβάνει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που ανέρχεται στα €360 μηνιαίως. · Ο κατηγορούμενος καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €200 για τη διατροφή των δύο ανήλικων παιδιών του που διαμένουν μαζί με την πρώην σύζυγο του. · Επειδή πλέον διαμένει σε τουρκοκυπριακό υποστατικό ο κατηγορούμενος δεν πληρώνει ποσό €200 που κατέβαλλε στο παρελθόν για υποστατικό που ενοικίαζε και σημειώνεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
(5)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο, ο οποίος δηλώνει πως δεν έχει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου.
(6)Το ότι έχουν παρέλθει δύο χρόνια από την ημερομηνία που διαπράχτηκε το αδίκημα μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση επειδή ήταν η περίοδος που βρισκόταν σε διάσταση με την πρώην σύζυγο του, η οποία του δημιουργούσε διάφορα προβλήματα με απώτερο στόχο τα παιδιά να διαμένουν μαζί της. Του επιδίκου περιστατικού προηγήθηκαν διάφορα τηλεφωνήματα μεταξύ του Ανδρέα και του κατηγορουμένου όπου ο πρώτος, με παρότρυνση της μητέρας του, προκαλούσε τον κατηγορούμενο αποκαλώντας τον ανεύθυνο, ότι δεν είναι άξιος πατέρας και ότι αν ο ετεροθαλής του αδελφός Μάριος διέμενε μαζί του θα καταστρεφόταν. Ο κατηγορούμενος τότε αντέδρασε και απάντησε με τις απειλητικές φράσεις της δεύτερη κατηγορίας. Επίσης ο κύριος Σιμιλλίδης δήλωσε πως ο κατηγορούμενος διέμενε μαζί με τον Ανδρέα για 15 χρόνια χωρίς να υπάρξει μεταξύ τους οποιοδήποτε πρόβλημα. Όπως ακόμη ο εν λόγω συνήγορος είπε, σήμερα ο κατηγορούμενος έχει άμεση και τακτική επαφή με τα παιδιά του ενώ οι σχέσεις του με την πρώην σύζυγο του έχουν εξομαλυνθεί. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Η διενέργεια πράξης ή η επίδειξη συμπεριφοράς που συνιστούν βία από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο άτομο της οικογένειας, τα οποία εντάσσονται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 είναι αδίκημα που θεωρείται αυξημένης σοβαρότητας. Είναι γι' αυτό που οι ποινές που προνοούνται στο Ν.119(Ι)/2000είναι αυστηρότερες από αδικήματα βίας που περιέχονται στα αντίστοιχα άρθρα του Κεφ.154, αποτυπώνοντας έτσι την πρόθεση του νομοθέτη να υψώσει ασπίδα προστασίας στον οικογενειακό ιστό. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, σκοπός του νομοθέτη μέσω της αύξησης του ύψους της ποινής είναι να μεταφέρει το αίσθημα της αποδοκιμασίας της κοινωνίας προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια καθώς και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι εξ' αντικειμένου σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της απειλής ενώ με βάση το άρθρο 91Α του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια, όταν η διάπραξη του εντάσσεται στο Ν.119(Ι)/2000η προβλεπόμενη ποινή, δυνάμει των εδαφίων
(1)και
(4)του άρθρου 3, αυξάνεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση ή σε χρηματική ποινή Λ.Κ.£3.000 (ισότιμο σε €5.125,80) ή και τις δύο αυτές ποινές. Επίσης η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι η διάπραξη του ενέχει ενέργειες ή συμπεριφορά που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο θύμα μέλους της οικογένειας, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων και γενικότερα υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Ακόμη τέτοια αδικήματα καθίστανται σοβαρά λόγω της ευκολίας και παρατηρούμενης αυξητικής συχνότητας διάπραξης τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα συχνά κρούσματα βίας στην οικογένεια προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στην κοινωνία. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να προστατέψουν το θεσμό της οικογένειας. Θεώρηση της πιο κάτω νομολογίας, παρόλο ότι αναφέρεται σε απειλή βιαιοπραγίας εντούτοις βρίσκει έρεισμα και στη δική μας περίπτωση αφού πρόκειται για ομοειδές αδίκημα, καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Αν κάποιος αναλογιστεί τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο, τότε καθίσταται αντιληπτό ότι η ποινή κατά κανόνα γίνεται αυστηρότερη αφού η ίδια υπόθεση καθίσταται σοβαρότερη. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575), χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι η απειλή του κατηγορουμένου στρεφόταν εναντίον ενός στενού μέλους της οικογένειας του. Είναι άνευ σημασίας αν ο παραπονούμενος είναι υιός της πρώην συζύγου του. Δεν παύει από του να θεωρείται μέλος της οικογένειας του. Με το άτομο αυτό ο κατηγορούμενος διέμενε στην ίδια οικία για περίοδο 15 ετών, γεγονός όμως που δεν τον εμπόδισε τον κατηγορούμενο από του να τον εκφοβίσει. Ούτε καν προβλημάτισε τον κατηγορούμενο η εξ' αγχιστείας οικογενειακή σχέση του με τον παραπονούμενο για να προβεί σε δεύτερες σκέψεις αλλά αδιαφορώντας συμπεριφέρθηκε επικίνδυνα και αλαζονικά. Το περιεχόμενο των απειλητικών φράσεων που εκστομίστηκαν είναι ένα άλλο στοιχείο που προσμετρά εναντίον του κατηγορουμένου. Ουδείς μπορεί να διανοηθεί ότι προέρχονται από τον πατριό του παραπονούμενου. Σαφώς πρόκειται για φράσεις που περιέχουν το στοιχείο της απειλής και εκπέμπουν τρόμο στο θύμα. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε λέξεις του πεζοδρομίου που εκτός των άλλων δεν περιποιούν τιμή στον ίδιο, ο οποίος θέλει να παρουσιάζεται ως οικογενειάρχης και προστάτης των οικογενειακών αξιών. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου μόνο αδικαιολόγητη, υπεροπτική και ξένη στον οικογενειακό ιστό είναι αφού με αυτή περιφρονήθηκε και υποτιμήθηκε ο θεσμός της οικογένειας. Τέτοια χαρακτηριστικά την καθιστούν καταδικαστέα και παράδειγμα προς αποφυγή. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. (β) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (γ) Την απολογία του κατηγορουμένου προς το Δικαστήριο. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έχουν αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι διαζευγμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 15 και 8 ετών αντίστοιχα. · Από 30.11.15 μέχρι σήμερα είναι άνεργος και το μοναδικό εισόδημα του προέρχεται από βοήθημα που λαμβάνει και είναι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο ανέρχεται στα €360 μηνιαίως. · Για τη διατροφή των παιδιών του πληρώνει μηνιαίως ποσό €200. · Διαμένει σε τουρκοκυπριακό υποστατικό. · Δεν έχει αποταμιεύσεις και ούτε ακίνητη περιουσία. · Είναι ιδιοκτήτης ενός μεταχειρισμένου διπλοκάμπινου οχήματος μάρκας Mitsubishi, το οποίο αποτελεί την μοναδική κινητή περιουσία του. · Οφείλει ποσά €11.324,47 και €8.845,60 που προέκυψαν από δάνεια πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία συνάφθηκαν για επιδιόρθωση της οικίας που διέμενε η οικογένεια του λόγω πυρκαγιάς και αγορά οχήματος της πρώην συζύγου του, για τα οποία δεν καταβάλλονται οι μηνιαίες δόσεις. Όπως έχει ήδη λεχθεί αδικήματα που εντάσσονται κάτω από το Ν.119(Ι)/2000είναι εξ' ορισμού σοβαρά για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Ωστόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα που αυτή περιλαμβάνει αποτυπώνουν περίπτωση που δεν ενέχει τις σοβαρότερες προεκτάσεις στην κλίμακα διαβάθμισης της σοβαρότητας. Από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου πρόκειται για περίπτωση που από απόψεως διαβάθμισης δεν κατατάσσεται στις σοβαρότερες που εμπίπτουν στην κατηγορία της άσκησης οικογενειακής βίας και γι' αυτό θα πρέπει να διαχωριστεί από αυτές που καθίστανται σοβαρές στη βάση των περιστατικών που τις διέπουν, τις οποίες αφορούν η προαναφερόμενη σημειωθείσα νομολογία. Θεωρώ ότι η προκειμένη περίπτωση καλύπτεται από το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Staripavlova v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 627, στην οποία και παραπέμπω. Κατ' αρχήν εδώ απουσιάζει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Οι απειλητικές φράσεις εκστομίστηκαν αντιδρώντας σε χαρακτηρισμούς που του απέδωσε ο παραπονούμενος. Συνεπώς διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προέκυψε στην πορεία των πραγμάτων. Θα ανέμενα ο κατηγορούμενος ως μεγαλύτερος που είναι να είχε παραμείνει ψύχραιμος και να εφάρμοζε μηχανισμό αυτοελέγχου, πλην όμως η αντίδραση του κάτω από ψυχολογική πίεση που του δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά του παραπονούμενου είναι κάτι που δεν παραγνωρίζεται. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η απερίσκεπτη και αδικαιολόγητη συμπεριφορά του κατηγορουμένου περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό μέσα από μια αυθόρμητη τηλεφωνική συζήτηση χωρίς ευτυχώς να συνοδευτεί ή να επεκταθεί με άλλες δυσάρεστες καταστάσεις. Με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος δεν είχε προηγούμενα. Εξ' ου και η κοινή τους διαμονή στην ίδια οικία για περίοδο 15 ετών δεν στιγματίστηκε με κάποιο περιστατικό βίας στην οικογένεια. Παράλληλα δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κατηγορούμενος έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο σε τέτοιο βαθμό που ο παραπονούμενος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Οι δε σχέσεις του κατηγορουμένου με την πρώην σύζυγο του αλλά και με τα παιδιά του έχουν πλήρως εξομαλυνθεί με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να έχει άμεση και τακτική επαφή με τα παιδιά του. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Η περίοδος των δύο
(2)ετών περίπου που παρήλθε είναι κάτι που πρέπει να συνυπολογιστεί, ιδιαίτερα όταν διαπιστώνω ότι υπήρξε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, στις οποίες και παραπέμπω. Στο χρόνο που μεσολάβησε ο κατηγορούμενος πήρε διαζύγιο από τη σύζυγο του, εδραιώθηκε στον τομέα της ανεργίας χωρίς πλέον να λαμβάνει ανεργιακό επίδομα ενώ προέβηκε σε διορθωτικές ενέργειες όπως η συμφιλίωση του με τον παραπονούμενο και η εξομάλυνση των σχέσεων του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το αδίκημα διαπράχτηκε αλλά και τη φύση και την περιορισμένη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου καθίσταται ανεπιθύμητη. Καταληκτικά επιβάλλω στον κατηγορούμενο αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €500 πλέον να υπογράψει εγγύηση ύψους €1.000 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο
(2)ετών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Πρόκληση βίας στην οικογένεια/Ν.119(Ι)/2000/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο