← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Παρασκευάς Λάμπρου, Αρ. Υπόθεσης: 1760/17, 10/11/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Παρασκευάς Λάμπρου, Αρ. Υπόθεσης: 1760/17, 10/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1760/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Παρασκευάς Λάμπρου Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: Καμία Εμφάνιση Κατηγορούμενος - παρών --------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 1,2,3,4,5,8 και 10. Τα αδικήματα των πρώτων πέντε κατηγοριών σχετίζονται με την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβης, το αδίκημα της 8ης κατηγορίας με καλλιέργεια δύο φυτών κάνναβης και ενός κορμού φυτού κάνναβης με ρίζωμα, χώμα και φύλλωμα και τέλος το αδίκημα της 10ης κατηγορίας με παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος κάπνισε κάνναβη. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Τα γεγονότα είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω στην επανάληψη τους. Σημειώνω απλώς ότι στη βάση των όσων έχουν τεθεί από την κα Περγαντή, στην κατοχή του Κατηγορούμενου εντοπίστηκαν 193,6876 γρ. κάνναβης καθώς επίσης δύο φυτά κάνναβης ύψους 193 και 145 εκ. αντίστοιχα και ένας κορμός φυτού κάνναβης με ρίζωμα, χώμα και φύλλωμα. Περαιτέρω, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος ευθύς εξ' αρχής συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές. Τέλος, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από μέρους του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως, κατά τον μετριασμό της ποινής του μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του για τα λάθη που όπως είπε διέπραξε κατά το παρελθόν. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι πλέον δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με ναρκωτικές ουσίες δηλώνοντας ότι εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης και τονίζοντας ότι η ένταξη του στο τελευταίο πρόγραμμα απεξάρτησης διακόπηκε λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε. Τέλος, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου και κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει το γεγονός ότι έχει παρέλθει αρκετός χρόνος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 1-5 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ για τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 10 προνοείται η επιβολή ποινής φυλάκισης δια βίου, ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Τα ναρκωτικά έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι αποτελούν μάστιγα για την κοινωνία μας, με ολέθριες συνέπειες. Δηλητηριάζουν όχι μόνο το σώμα, αλλά και τη ψυχή των ανθρώπων. Ο εθισμός στη χρήση ναρκωτικών αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις το έναυσμα για τη διάπραξη άλλων αδικημάτων που επέρχονται ως συνέπεια της χρήσης ναρκωτικών, ή ως αποτέλεσμα της ανάγκης των χρηστών για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Στον αγώνα που η κοινωνία οφείλει να καταβάλει για την αναχαίτιση και αλλαγή της θλιβερής αυτής πραγματικότητας, τα Δικαστήρια, μέσω των αποφάσεων τους, καλούνται να διαδραματίσουν τον δικό τους ρόλο. Είναι για αυτό που σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με κατευθυντήρια την υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 επισημάνθηκε η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών κυρίως λόγω της συχνότητας και έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Τα ίδια τονίστηκαν και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6/14 ημερ. 21.11.14, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών.» Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 437 τονίσθηκε η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Τονίστηκε, επίσης, ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Τονίστηκε, επίσης, ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη ( Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (αρ. 2) κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 623) Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) ανωτέρω, υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ευθύς εξ' αρχής στις διωκτικές αρχές την διάπραξη των αδικημάτων και έδωσε θεληματική κατάθεση. την έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου η οποία αναδύεται μέσα από την συνεργασία του με την αστυνομία σε συνδυασμό με την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία υπήρξε άμεση. Επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο όμως διέκοψε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, θεωρώ ότι συνηγορεί σε ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και αναγνώριση του λανθασμένου τρόπου ζωής. ότι η ανευρεθείσα ποσότητα κάνναβης προοριζόταν για αποκλειστική χρήση του Κατηγορούμενου, ότι από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιόν μου δεν προκύπτει ο Κατηγορούμενος να είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και, τέλος, ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα σχετίζονται αποκλειστικά με την χρήση ναρκωτικών, παράμετροι οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(iii) του Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε, καθιστούν τα υπό τιμωρία αδικήματα λιγότερο σοβαρά τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάσθηκε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών, διαζευγμένος και χωρίς παιδιά. Διαμένει με τον πατέρα του ηλικίας 72 ετών στην πατρική κατοικία και το εισόδημα που προέρχεται από το ΕΕΕ και ανέρχεται στο ποσό των €480,00 μηνιαίως. Από την ηλικία των 13 ετών ξεκίνησε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, γεγονός το οποίο επηρέασε σημαντικά τη ζωή του. Το 2011 ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στο οποίο τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις. Από το 2014 συμμετείχε στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Γέφυρα» και αναγκάστηκε λόγω προβλήματος υγείας να διακόψει την παρακολούθηση του. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2017 υποβλήθηκε σε επέμβαση ανοιχτής καρδίας και επί του παρόντος παρακολουθείται από καρδιολόγο και κυβερνητικό ψυχίατρο. Λόγω δε των προβλημάτων υγείας του είναι ανίκανος προς εργασία. την πάροδο 4 σχεδόν ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 13.08.13 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.03.17. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση, η οποία επομένως βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή. τη μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ο οποίος στο διάστημα που μεσολάβησε βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρό πρόβλημα στην καρδία του για το οποίο πρόσφατα χρειάστηκε να υποβληθεί σε εγχείριση ανοιχτής καρδίας με αποτέλεσμα να είναι επί του παρόντος τουλάχιστον ανίκανος προς εργασία. Όσον αφορά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος σημειώνω ότι σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 C.L.R 20 και CHRISTINEL v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 742). Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι ποσότητες των ανευρεθέντων ουσιών είναι ένα ακόμη επιβαρυντικό στοιχείο για τον Κατηγορούμενο, καθώς η ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης ανέρχεται σε 193,6876 γραμμάρια, ενώ επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος καλλιεργούσε δύο φυτά κάνναβης ύψους 190 και 145 εκ. αντίστοιχα και έναν κορμό φυτού κάνναβης με ρίζωμα, χώμα και φύλλωμα. Συνεπώς τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν εκτεθεί θα ληφθούν υπόψη όσον αφορά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Επομένως και συνυπολογίζοντας όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών 3η κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα αυτής ενσωματώνονται σε αυτά των κατηγοριών 1 και 2. 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μήνα 5η κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στην 8η κατηγορία 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των εν λόγω ποινών, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν εγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο. Θεωρώ ορθό όπως το Δικαστήριο εξετάσει το εν λόγω ζήτημα ενόψει και της μη εκπροσώπησης του Κατηγορούμενου από συνήγορο. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03 καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του Κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του πιο πάνω Νόμου το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ανασταλεί η έκτιση των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: ότι μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ο Κατηγορούμενος ουδέν άλλο αδίκημα διέπραξε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης η πάροδος μεγάλου χρόνου από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και η μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου ότι ο Κατηγορούμενος έχει κάνει στροφή στην ζωή του με την ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο αναγκάστηκε μεν να διακόψει λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, πλην όμως όπως ο ίδιος δήλωσε είναι πλέον «καθαρός» και η καταστροφική συνήθεια της χρήσης ναρκωτικών ανήκει στο παρελθόν. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφ. Αρ.27/16 Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθεί αρωγός στην αλλαγή στάσης ζωής του Κατηγορούμενου και να του δώσει μία δεύτερη ευκαιρία έτσι ώστε να ζήσει εκτός φυλακών μία ζωή μακριά από εξαρτήσεις. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται και να αποδείξει στην πράξη ότι τα όσα δήλωσε βρίσκουν εφαρμογή στην από τούδε και στο εξής καθημερινότητα του. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τυχόν περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο ακυρώνονται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.