Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρυστάλλας Ηρακλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9214/13, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9214/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Χρυστάλλας Ηρακλέους
- Σοφίας Σαββίδου
- Ιωάννας Νικολάου Κατηγορούμενων ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.11.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για κατηγορούμενες 1 μέχρι 3: κ. Παπαδημήτρης για κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενες 1 μέχρι 3: παρούσες ΠΟΙΝΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3, δασκάλα, λογοθεραπεύτρια και συνοδός για παιδιά με ειδικές ανάγκες, αντίστοιχα, σε μονάδα ειδικής εκπαίδευσης του ΙΓ Δημοτικού Σχολείου Πάφου αντιμετώπιζαν 83 συνολικά κατηγορίες (46 η 1η κατηγορούμενη, 28 η 2η κατηγορούμενη και 9 η 3η κατηγορούμενη), οι οποίες περικλείουν ως κοινό στοιχείο, τη χρήση βίας σε βάρος παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες (ειδικές ανάγκες) που φοιτούσαν στην λόγω ειδική μονάδα εκπαίδευσης. Μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκαν ένοχες μόνο στην κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, ως ακολούθως: η 1η κατηγορούμενη, σε 8 κατηγορίες (1, 49, 52, 55, 58, 61, 64 και 67), η 2η κατηγορουμένη, σε τρεις κατηγορίες (70, 73 και 76) και η 3η κατηγορούμενη, σε μια κατηγορία (στην 4 κατηγορία). Σε όλες τις άλλες κατηγορίες, οι οποίες περικλείουν το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα καθώς και το αδίκημα, αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 2, 13
(2)(δ) και 26 του περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμου 113
(1)/99, αθωώθηκαν. Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, την οποία αντιμετώπιζε η 3η κατηγορούμενη. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις που περιβάλλουν τα διαπραχθέντα αδικήματα εκτίθενται στην αιτιολογημένη απόφασή μου με την οποία οι κατηγορούμενες κρίθηκαν ένοχες. Κατά συνέπεια, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Η ουσία τους έγκειται στα εξής: Οι κατηγορούμενες, οι οποίες στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσαν σε μονάδα ειδικής εκπαίδευσης του ΙΓ Δημοτικού Σχολείου Πάφου, για παιδιά με ειδικές ανάγκες, υπό την ιδιότητά τους (ως ανωτέρω) επιτέθηκαν στους: Δημήτρη Ζήνωνος, ηλικίας 9 ετών, Λοΐζο Παντελούκα, ηλικίας 8 ετών και Λούκα Σιμόνοβ, ηλικίας 7 ετών και οι τρεις, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες (ειδικές ανάγκες) που φοιτούσαν στην εν λόγω μονάδα ειδικής εκπαίδευσης, αναλυτικά, ως ακολούθως: η 1η κατηγορούμενη επιτέθηκε του Δημήτρη Ζήνωνος, σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις και σε δυο περιπτώσεις των άλλων δυο παιδιών. Η 2η κατηγορούμενη επιτέθηκε του Λοΐζου Παντελούκα σε δυο περιπτώσεις και σε μια του Λούκα Σιμόνοβ. Τέλος, η 3η κατηγορούμενη, σε μια περίπτωση επιτέθηκε του Δημήτρη Ζήνωνος. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξαν οι κατηγορούμενες είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητάς του είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή γι' αυτό, που είναι φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο ή πρόστιμο μέχρι €1.708,00 ή και οι δυο ποινές μαζί. Ωστόσο, ό,τι καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό το συγκεκριμένο αδίκημα είναι οι επιπτώσεις σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν αδικήματα αυτής της μορφής στον τόπο μας, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από τη σωρεία ανάλογων υποθέσεων που έχουν κατακλύσει τα Δικαστήριά μας, του παρόντος, μη εξαιρουμένου και που καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, για πάταξή τους καθώς και για προστασία της ζωής, υγείας, σωματικής ακεραιότητας και ασφάλειας των πολιτών, της αξιοπρέπειάς τους, ευρύτερα της κοινωνίας και της έννομης τάξης. Όλα αυτά τονίστηκαν κατ' επανάληψη σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 επισημαίνονται τα εξής: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Παρά τα προηγούμενα παραμένει γεγονός, ότι κάθε υπόθεση θα πρέπει να αντικρίζεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ως επίσης και ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της, κατά τρόπο ώστε, αυτή, να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Φυσικά, λέγοντας αυτά, δε μου διαφεύγει ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δε θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητά της ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του νόμου. Προς όφελος των κατηγορούμενων για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη τα ακόλουθα: (α) Την απολογία τους, έστω σ' αυτό το στάδιο, γεγονός το οποίο αντανακλά και τη μεταμέλειά τους καθώς και ότι αναγνωρίζουν την ορθότητα της καταδίκης τους. (β) Το λευκό ποινικό τους μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία τους, 33, 40 και 33 ετών, αντίστοιχα. (γ) Τη συμπλήρωση, μεταξύ 5 και σχεδόν 6 χρόνων από τη διάπραξη των αδικημάτων - ανάλογα με την κατηγορία - μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης σήμερα, χωρίς στο μεταξύ να διαπράξουν κανένα άλλο αδίκημα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι και οι τρεις αντιμετώπιζαν και σωρεία άλλων κατηγοριών, στις οποίες αθωώθηκαν. Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου αποτελεί παράγοντα ο οποίος μειώνει και ενίοτε εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή στις κατηγορούμενες 5 και πλέον χρόνια ή σχεδόν 6 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων θεωρώ ότι, εξ αντικειμένου, σε κάποιο βαθμό έχει μειώσει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή, παρότι, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια έχω τη γνώμη, ότι στην περίπτωση των κατηγορούμενων, η ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής είναι επιτακτική. (δ) Σε συνέχεια του προηγούμενου και την αγωνία τους, όλη αυτή την περίοδο, για την έκβαση της υπόθεσης και τη διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης. (ε) Τις διάφορες προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και άλλες συνθήκες τους και ιδιαίτερα τα εξής, που τουλάχιστον για δυο πρώτες συνιστούν ουσιώδη μεταβολή στη ζωή τους από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα: Η 1η κατηγορούμενη, στον ουσιώδη χρόνο ήταν διορισμένη με σύμβαση από το Υπουργείο Παιδείας, υπηρετούσε ως ειδική δασκάλα στο επίδικο σχολείο και ήταν υπεύθυνη της επίδικης μονάδας. Στο διάστημα που ακολούθησε νυμφεύθηκε και απόκτησε δυο δίδυμα παιδιά, ηλικίας 17 μηνών. Όλο αυτό το διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στην εργασία της, εξ ου και το γεγονός ότι την 1/9/2017 μονιμοποιήθηκε. Με τη σειρά της, η 2η κατηγορούμενη είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού, ηλικίας 10 ετών. Στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε κι αυτή με δοκιμασία στη μόνιμη θέση ειδικού εκπαιδευτικού λογοθεραπείας, στην οποία μονιμοποιήθηκε το
- Τέλος, η 3η κατηγορούμενη, η οποία στον ουσιώδη χρόνο ήταν συνοδός στην επίδικη μονάδα και εργοδοτείτο με σύμβαση από τη Σχολική Εφορεία Πάφου, σήμερα εργάζεται σε ιδιωτικό σχολείο. (ι) Σε συνέχεια όλων αυτών και τις επιπτώσεις από την ποινή που θα τους επιβληθεί. Γενικά λαμβάνω υπόψη οτιδήποτε έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο. Προτού καθορίσω το είδος της ποινής που θα επιβάλω στις κατηγορούμενες θεωρώ σκόπιμο να τοποθετηθώ ειδικά σε μέρος όσων ανάφερε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης, προκειμένου να αιτιολογήσει την εγκληματική τους συμπεριφορά στον ουσιώδη χρόνο: Όπως είπε ο κ. Γεωργίου, αναφορικά με τις κατηγορίες κοινής επίθεσης στις οποίες αυτές κρίθηκαν ένοχες, το Δικαστήριο έκρινε παράνομη τη συμπεριφορά τους, προσφεύγοντας στις πρόνοιες του Νόμου 243/90 που είναι η Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ο συγκεκριμένος Νόμος δεν υπήρχε στην έκθεση αδικημάτων των σχετικών κατηγοριών. Άρα, η ενέργειά τους, κατόπιν νομικής συμβουλής, να αμφισβητήσουν τις κατηγορίες, στη βάση νομικών επιχειρημάτων και μόνο, διότι τα γεγονότα δεν τα έχουν αμφισβητήσει δεν μπορεί να προσμετρήσει εναντίον τους ότι αδικαιολόγητα ταλαιπώρησαν το Δικαστήριο για να κάνουν μια ακρόαση, χωρίς να παραδεχτούν το λάθος τους. Κατά τον κ. Γεωργίου πάντοτε, στο τέλος της ημέρας, εάν ερμηνεύει σωστά και την απόφασή μου, στην ουσία, οι κατηγορούμενες κρίθηκαν ένοχες, διότι, χωρίς να εφαρμόσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης, εφάρμοζαν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που είχε εγκριθεί από τη διεύθυνση του σχολείου, με ένα λανθασμένο τρόπο. Και τούτο, επειδή είναι γεγονός, ότι το πρόγραμμα του σχολείου προέβλεπε κάποια θέματα πειθαρχίας και οι ίδιες, έτσι τα αντιλαμβάνονταν, έτσι ενήργησαν. Όπως είπε καταληκτικά ο κ. Γεωργίου «Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του Ν.243/90 έκρινε ότι αυτό που έκαναν ήταν εντελώς λάθος και ως εκ τούτου ήταν παράνομο. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι τα αδικήματα είναι αδικήματα κοινής επίθεσης μόνο.» Παρατηρώ τα εξής: Μολονότι αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των κατηγορούμενων, το γεγονός ότι αρνήθηκαν το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν, περιλαμβανομένων και αυτών στις οποίες κρίθηκαν ένοχες, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εντούτοις, επειδή από τις παραπάνω θέσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, έστω έμμεσα, αυτό που υποβάλλεται είναι ότι αυτές, στον ουσιώδη χρόνο ενήργησαν, όπως ενήργησαν, καλοπροαίρετα και με αίσθημα ευσυνειδησίας ότι με αυτό που έκαναν σε βάρος των ανήλικων και ανυπεράσπιστων παιδιών με ειδικές ανάγκες, εκτελούσαν το υπερεσιακό τους καθήκον είμαι υποχρεωμένος να υποδείξω τα εξής: Καταρχήν, η καταδίκη τους σε όσες κατηγορίες έχει συμβεί αυτό, αφορά στη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης, κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Η επίκληση εκ μέρους μου της Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού και η παράβασή της από τις κατηγορούμενες, δεν έχει την έννοια ότι συνιστά το λόγο καταδίκης τους, αλλά αποτελεί απλώς επιπλέον στοιχείο προκειμένου να αναδείξω το αβάσιμο, συν τοις άλλοις, της θέσης των κατηγορούμενων ότι θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή οποιασδήποτε μορφής τιμωρία εκ μέρους τους, διά της χειροδικίας, σε βάρος ανήλικων και με ειδικές ανάγκες παιδιών, ως μέτρο εκπλήρωσης του ακόλουθου ειδικού στόχου, ο οποίος περιλαμβάνεται στο ατομικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και των τριών παραπονούμενων παιδιών: «Να δέχεται τις συνέπειες και την τιμωρία από τη δασκάλα του, χωρίς να κλαίει και να φωνάζει.» Για να επαναλάβω, οι κατηγορούμενες κρίθηκαν ένοχες επειδή διέπραξαν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, με αναφορά στα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος και αυτό είναι ανεξάρτητο από το γεγονός, ότι, διαπράττοντας το, παραβίασαν και την παραπάνω Σύμβαση. Οι κατηγορούμενες, εκτός κι αν εθελοτυφλούσαν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζονταν τα παιδιά δεν μπορούσε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να θεωρηθεί θεμιτός. Των παραπάνω λεχθέντων, η έμμεση προσπάθειά τους να με πείσουν να τους αναγνωρίσω ως επιπλέον ελαφρυντικό, πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο λόγος που δεν προέβησαν σε παραδοχή των κατηγοριών στις οποίες κρίθηκαν ένοχες είναι γιατί στην έκθεση αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, δεν περιλαμβάνονται οι πρόνοιες της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, τις οποίες έκρινα ότι παραβίασαν πέφτει στο κενό. Για να καταλήξω και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις πρόνοιες της εν λόγω Σύμβασης και πάλι θα τις καταδίκαζα σε όσες κατηγορίες έχει συμβεί αυτό. Όλες οι παραπάνω θέσεις μου, οι οποίες καταρρίπτουν τις αντίστοιχες θέσεις των κατηγορούμενων αναδύονται από το ακόλουθο απόσπασμα από την καταδικαστική γι' αυτές απόφασή μου: «Ισχυρίζεται η 1η κατηγορούμενη στη ανώμοτη της δήλωση, ότι η τιμωρία των παιδιών στην επίδικη μονάδα, δια χειροδικίας εκ μέρους τους ήταν καθαρά παιδαγωγική. Αυτή η παιδαγωγική γραμμή ακολουθείται σε κάθε παρόμοια με την επίδικη μονάδα σ' όλο τον κόσμο, αυτά διδάχτηκε στο πανεπιστήμιο και στο μεταπτυχιακό της και αυτά εφαρμόζει μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο επιστημονικός τρόπος αντιμετώπισης παιδιών με προβλήματα. Τα ίδια περίπου αναφέρουν και οι συγκατηγορούμενές της στη δική τους ανώμοτη δήλωση. Αναπτύσσοντας τις παραπάνω θέσεις, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, ούτε λίγο ούτε πολύ υποστήριξε ότι η τιμωρία των παιδιών στο σχολείο, δια χειροδικίας εκ μέρους των δασκάλων, όχι απλώς δεν είναι κάτι μεμπτό και παράνομο, αλλά εμπίπτει και στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος που έχει εγκριθεί από τη διεύθυνση του επίδικου σχολείου, του οποίου μάλιστα αποτελεί και εκπαιδευτικό στόχο. Εις επίρρωση της επί του προκειμένου θέσης του, ο κ. Γεωργίου, με παράπεμψε στον ακόλουθο ειδικό στόχο, ο οποίος είναι γεγονός, ότι περιλαμβάνεται στο ατομικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και των τριών παραπονούμενων παιδιών: «Να δέχεται τις συνέπειες και την τιμωρία από τη δασκάλα του, χωρίς να κλαίει και να φωνάζει.» Και τα 3 αυτά προγράμματα αποτελούν μέρους της δέσμης εγγράφων που συνθέτουν το τεκμήριο 18, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Το πόσο παράλογες, αναπόδεικτες, έκνομες, επικίνδυνες και σε αντίθεση, καταρχήν, με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων είναι όλες οι παραπάνω θέσεις καταφαίνεται από τα εξής, ιδιαίτερα, έχοντας υπόψη ότι προβάλλονται σε σχέση με ανήλικα και με ειδικές ανάγκες παιδιά, ηλικίας - στον ουσιώδη χρόνο -, 9 χρονών, ο Δημήτρης Ζήνωνος, 8 χρονών, ο Λοΐζος Παντελούκας και 7 χρονών, ο Λούκας Σιμόνοβ. Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Κωνσταντίνου Νεάρχου, ημερομηνίας 12/6/2012 (τεκμήριο 12) είναι κοινώς παραδεκτό. Όσα ακολουθούν από την εν λόγω κατάθεση, καταρρίπτουν μια προς μια, όλες τις παραπάνω θέσεις των κατηγορούμενων καθώς και διάφορες άλλες θέσεις τους, τις οποίες προβάλλουν είτε με την ανώμοτη τους δήλωση είτε με την ανακριτική τους κατάθεση είτε τέλος, με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, στην ανεπιτυχή τους προσπάθεια να με πείσουν ότι η μεταχείριση που τύγχαναν εκ μέρους τους τα τρία ανήλικα και παραπονούμενα παιδιά, όχι απλώς ήταν η πρέπουσα και ενδεδειγμένη νομικά, και επιστημονικά και παιδαγωγικά ορθή, αλλά και αυτή που ακολουθείται σε κάθε παρόμοια - με την επίδικη - μονάδα, σ' όλο τον κόσμο. Σύμφωνα λοιπόν με το μάρτυρα: Έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Σόφιας και είναι ειδικός εκπαιδευτικός από το
- Στις 23/4/2012 ειδοποιήθηκε από την Εκπαιδευτική Υπηρεσία να αναλάβει καθήκοντα ειδικού δασκάλου στην επίδικη μονάδα. Την ίδια μέρα παρουσιάστηκε στο επίδικο σχολείο και γνώρισε τόσο τη διευθύντριά του όσο και τα παιδιά που φοιτούν στην επίδικη μονάδα. Πρόκειται για τους Δημήτρη Ζήνωνος, Λοΐζο Παντελούκα, Λούκα Σιμόνοβ και Νικόλα Καρσλσίδη που είναι παιδιά δημοτικού και για τον Ανδρέα Ιωάννου που φοιτά στο ΙΓ Δημόσιο Νηπιαγωγείο Πάφου. Από τις 24/4/2012 ασκεί καθήκοντα υπεύθυνου της επίδικης μονάδας σε αντικατάσταση της 1ης κατηγορούμενης. Τα παιδιά της επίδικης μονάδας είναι αξιολάτρευτα και παιδιά που μπορούν να «δουλευτούν», δηλαδή, με κατάλληλες μεθόδους μπορούν να συνεργαστούν, να υπακούσουν, να μάθουν και γενικά να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο. Αρχικά είχε κάποιες δυσκολίες, ως προς τη συμπεριφορά ορισμένων παιδιών, τα οποία παρουσίαζαν επιθετικότητα και ιδιαίτερα ο Λούκας, όμως, με τον τρόπο του και δουλεύοντας το κάθε παιδί ξεχωριστά, μαθαίνοντας δηλαδή τα ενδιαφέροντά του, πράγματα που του αρέσουν βρήκε τρόπο και τα ηρεμεί, τα βοηθά να παραμείνουν συγκεντρωμένα την ώρα του μαθήματος, επιβραβεύοντάς τα, αλλά, παράλληλα, τους έδωσε να καταλάβουν ότι υπάρχουν κάποιοι κανόνες, τους οποίους, ως ένα μεγάλο βαθμό έμαθαν να ακολουθούν. Υπάρχουν περιπτώσεις που λόγω και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, αποσυγκεντρώνονται με αποτέλεσμα να διακόπτεται η ροή του μαθήματος. Όταν ξεσηκωθεί ένας ξεσηκώνονται και οι υπόλοιποι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τους εξηγεί, μιλώντας τους ότι πρέπει να καθίσουν και να παρακολουθήσουν το μάθημα. Εάν αυτό δεν έχει αποτέλεσμα, υπάρχει στην τάξη ένας χώρος που ονομάζεται «Ηρεμώ και σκέφτομαι» και στέλνει εκεί το παιδί. Αφού ηρεμήσει επανέρχεται στο σύνολο. Λόγω των πολλών σχολείων όπου εργάστηκε ως αντικαταστάτης είδε πολλές περιπτώσεις παιδιών με ειδικές ανάγκες, πολύ πιο σοβαρές και δύσκολες από τις περιπτώσεις των 5 παιδιών της επίδικης μονάδας. Ως ειδικός δάσκαλος, δε θεωρεί ότι τα εν λόγω παιδιά είναι αδύνατο να συνεργαστούν και να προσφέρουν. Με θέληση, αγάπη γι αυτό που κάνει, υπομονή και επιμονή, πιστεύει έχει καταφέρει μέσα στο μικρό χρονικό διάστημα που είναι στο επίδικο σχολείο να αναπτύξει μια καλή σχέση με τα παιδιά. Σε καμιά περίπτωση ένοιωσε να χάνει τον έλεγχο, να παρεκτραπεί, να φωνάξει ή απλά να αγανακτήσει με οποιαδήποτε κατάσταση. Αντίθετα, έχει δει πολύ χειρότερες συμπεριφορές και παιδιά που ξέφυγαν από τον έλεγχο, αλλά, με μεθόδους και τακτικές που έχει μάθει κατά τις σπουδές του, αλλά και εφαρμόζει ως άτομο και ως ειδικός δάσκαλος, υπάρχουν θετικά αποτελέσματα. Τις ίδιες μεθόδους εφάρμοσε και στην επίδικη μονάδα. Απ' εκεί και πέρα, ότι η ερμηνεία που αποδίδει η υπεράσπιση στον ειδικό στόχο που περιλαμβάνεται στο ατομικό πρόγραμμα εκπαίδευσης των παραποιούμενων παιδιών είναι εντελώς αυθαίρετη, παράλογη και έκνομη και σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να αποτελεί εκπαιδευτικό στόχο οποιουδήποτε σχολείου, πολύ περισσότερο, ενός δημόσιου σχολείου σε μια δημοκρατική, ευνομούμενη και πολιτισμένη χώρα, όπως είναι η Κύπρος - κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταφαίνεται και από τις ακόλουθες -μεταξύ άλλων - διατάξεις της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20/11/1989, την οποία υπόγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία στις 5/10/1990, η οποία κυρώθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με το άρθρο 3 του σχετικού Νόμου 243/90 (στο εξής «η Σύμβαση»): Από το Άρθρο 19
- το οποίο προνοεί ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να παίρνουν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά µέτρα, προκειµένου να προστατεύσουν το παιδί από κάθε µορφή σωµατικής ή πνευµατικής βίας, τραυµατισµού ή κακομεταχείρισης, παραµέλησης ή πληµµελούς µεταχείρισης, βίαιης µεταχείρισης ή εκµετάλλευσης, συµπεριλαµβανοµένης της σεξουαλικής κακοµεταχείρισης, όσο βρίσκεται υπό τη φύλαξη των γονέων του ή του ενός από τους δύο, του ή των νόµιµων κηδεµόνων του ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο οποίο το έχουν εµπιστευθεί.» Από το Άρθρο 23
- που προνοεί ότι: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη αναγνωρίζουν ότι τα πνευµατικώς ή σωµατικώς ανάπηρα παιδιά πρέπει να διάγουν πλήρη και αξιοπρεπή ζωή, σε συνθήκες οι οποίες εγγυώνται την αξιοπρέπειά τους, ευνοούν την αυτονοµία τους και διευκολύνουν την ενεργό συµµετοχή τους στην ζωή του συνόλου.» Από το Άρθρο 28
- και 2, σύμφωνα με το οποίο: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωµα του παιδιού στην εκπαίδευση, και ιδιαίτερα, για να επιτευχθεί η άσκηση του δικαιώµατος αυτού προοδευτικά και στη βάση της ισότητας των ευκαιριών, οφείλουν να: .......
- Τα Συµβαλλόµενα Κράτη οφείλουν να παίρνουν όλα τα κατάλληλα µέτρα ώστε η σχολική πειθαρχία να εφαρµόζεται κατά τρόπο συµβατό µε την αξιοπρέπεια του παιδιού ως ανθρώπινου όντος, και σύµφωνα µε την παρούσα Σύµβαση.» Από το Άρθρο 29
- (α)(β) το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη συµφωνούν ότι η εκπαίδευση του παιδιού πρέπει να αποσκοπεί: (α) Στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και την ανάπτυξη των χαρισµάτων του και των σωµατικών και πνευµατικών ικανοτήτων του στη µεγαλύτερη δυνατή έκταση· (β) Στην ανάπτυξη του σεβασµού για τα δικαιώµατα του ανθρώπου και τις θεµελιώδεις ελευθερίες και για τις αρχές που καθιερώνονται στο Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών·» Τέλος, από το Άρθρο 37(α) το οποίο προνοεί τ' ακόλουθα: «Τα Κράτη Μέρη οφείλουν να επαγρυπνούν ώστε: (α) Κανένα παιδί να µην υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε άλλες σκληρές, απάνθρωπες ή εξευτελιστικές τιµωρίες ή µεταχείρηση. ......·» Ιδωμένες είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό όλες οι παραπάνω διατάξεις της Σύμβασης, ίχνος αμφιβολίας αφήνουν για το πόσο εσφαλμένα ερμηνεύει η υπεράσπιση τον ειδικό εκπαιδευτικό στόχο που επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει την ομολογία των κατηγορούμενων, ότι στον ουσιώδη χρόνο ασκούσαν πραγματική βία, υπό μορφή τιμωρίας, κατά των παραπονούμενων παιδιών. Είναι φανερό πως, ούτε αποτελούσε μα ούτε και θα μπορούσε να αποτελεί εκπαιδευτικό στόχο του επίδικου σχολείου και μονάδας, αντίστοιχα, οποιαδήποτε μορφή χρήσης βίας, υπό μορφή τιμωρίας, κατά τον παιδιών από τη δασκάλα τους, η οποία - τιμωρία -, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη γνώμη μου έχει την έννοια και εξαντλείται σε όσα αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ο Κωνσταντίνος Νεάρχου, ο οποίος - για να επαναλάβω -, στον ουσιώδη χρόνο αντικατέστησε την 1η κατηγορούμενη στη θέση της υπεύθυνης της επίδικης μονάδας που κατείχε, μετά που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, εξαιτίας της παρούσας υπόθεσης, τα οποία μάλιστα αποτελούν και παραδεκτό γεγονός. Σύμφωνα λοιπόν με το μάρτυρα υπάρχουν περιπτώσεις που λόγω και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, αποσυγκεντρώνονται με αποτέλεσμα να διακόπτεται η ροή του μαθήματος. Όταν ξεσηκωθεί ένας ξεσηκώνονται και οι υπόλοιποι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τους εξηγεί, μιλώντας τους ότι πρέπει να καθίσουν και να παρακολουθήσουν το μάθημα. Εάν αυτό δεν έχει αποτέλεσμα, υπάρχει στην τάξη ένας χώρος που ονομάζεται «Ηρεμώ και σκέφτομαι» και στέλνει εκεί το παιδί. Αφού ηρεμήσει επανέρχεται στο σύνολο. Ότι αυτός ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης των παιδιών από τους δασκάλους τους, σε περίπτωση που δημιουργούσαν κάποια προβλήματα στην τάξη, βασικά, το ομολογεί και η 1η κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση και συγκεκριμένα, όταν με την 21η ερώτηση ρωτήθηκε από την εξετάστρια της υπόθεσης (Μ.Κ.1) για τη σχέση της με τα παιδιά που φοιτούν στην επίδικη μονάδα. Απαντώντας - για να επαναλάβω - ισχυρίστηκε τα εξής: οι σχέσεις της με τα παιδιά ήταν πολύ καλές, εκτός από κάποια μεμονωμένα περιστατικά που υπήρχε ένταση, κόντρα και καυγάδες μέσα στην τάξη, όταν τσακώνονταν μεταξύ τους κάποια παιδιά, κυρίως, ο Δημήτρης με το Λούκα και τους θύμωνε για να σταματήσουν και να συνεχίσει το μάθημα κανονικά. Όταν λέει τους θύμωνε εννοεί ότι τους χώριζε και έστελνε τον ένα στο σημείο «ηρεμώ και σκέφτομαι» που βρίσκεται μέσα στην τάξη έτσι ώστε να ηρεμήσουν και προσπαθούσε να κρατήσει τον άλλο κοντά της, βάζοντάς τον να καθίσει δίπλα της. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ούτε και θα είχε νόημα, οτιδήποτε άλλο υπό μορφή τιμωρίας ανήλικων παιδιών, τόσο μικρής ηλικίας και με ειδικές ανάγκες.» Στο ερώτημα, ποια ποινή αρμόζει να επιβληθεί στις κατηγορούμενες για τα διαπραχθέντα αδικήματα, απαντώ ευθέως. Αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη, παρά μόνο φυλάκιση. Τα διάφορα ελαφρυντικά στοιχεία που συνηγορούν προς όφελός τους, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη, ωστόσο, αυτά, σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους της ποινής που θα τους επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί σε λίγο, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη και στο βαθμό που πρέπει στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Μολονότι το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που περικλείουν το στοιχείο της χρήσης βίας, εντούτοις, στην περίπτωση των κατηγορούμενων καθίσταται μείζονος σοβαρότητας, έχοντας υπόψη ότι διαπράχθηκε σε βάρος ανήλικων και με ειδικές ανάγκες παιδιών, στη μονάδα ειδικής εκπαίδευσης όπου φοιτούσαν και μάλιστα, το πλέον θλιβερό και ανησυχητικό, όχι από οποιοδήποτε τυχαίο πρόσωπο, αλλά, από την ειδική δασκάλα και υπεύθυνη της μονάδας και ακόμη μια δασκάλα καθώς και από μια συνοδό των παιδιών. Και ενώ η όλη εγκληματική συμπεριφορά που εκδήλωσαν σε βάρος των εν λόγω παιδιών, ηλικίας μόλις 9, 8 και 7 ετών, αντίστοιχα, είναι τόσο κατάπτυστη και επονείδιστη, το δυστύχημα είναι ότι ακόμη και στο στάδιο κατά το οποίο τους δόθηκε η ευκαιρία να διατυπώσουν τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελός τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ούτε λίγο ούτε πολύ, εξακολουθούσαν να προβάλλουν την τελείως παράλογη και επικίνδυνη θέση, ότι ο λόγος που ασκούσαν βία σε βάρος των παιδιών είναι γιατί θεωρούσαν πως είχαν τέτοιο δικαίωμα, σε εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του σχολείου στο οποίο φοιτούσαν τα παιδιά. Μόνο έτσι μπορώ να ερμηνεύσω τη θέση του δικηγόρου τους, ότι «..εφάρμοζαν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που είχε εγκριθεί από τη διεύθυνση του σχολείου, με ένα λανθασμένο τρόπο..», ως επίσης και ότι το πρόγραμμα του σχολείου προέβλεπε κάποια θέματα πειθαρχίας και αυτές «Έτσι τα αντιλαμβάνονταν, έτσι ενήργησαν.» Ακολουθεί ότι, στην περίπτωσή τους, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής προβάλλει έντονα. Και, με δεδομένο ότι, η 1η κατηγορούμενη, εκτός από ειδική δασκάλα, ήταν και η υπεύθυνη της ειδικής μονάδας στην οποία φοιτούσαν τα παραπονούμενα παιδιά και διέπραξε το αδίκημα σε 8 περιπτώσεις, η 2η κατηγορούμενη που υπηρετούσε ως ειδική εκπαιδευτικός λογοθεραπείας στην ίδια μονάδα, το διέπραξε σε 3 περιπτώσεις και τέλος, η 3η κατηγορούμενη που ήταν συνοδός στην ίδια, πάντοτε, μονάδα, το διέπραξε μόνο μία φορά, σε εφαρμογή και της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. - μεταξύ άλλων - τη Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 360) «.δε συνεπάγεται την εξομοίωση των ανομοίων, ούτε παρεμβάλλει κώλυμα σε διακρίσεις μεταξύ των ανομοίων, οι οποίες δικαιολογούνται από την ανομοιότητά τους.» επιβάλλω σ' αυτές τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορούμενη, σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 49, 52, 55, 58, 61, 64 και 67, φυλάκιση 45 ημερών. Στη 2η κατηγορούμενη, σε κάθε μία από τις κατηγορίες 70, 73 και 76, φυλάκιση 30 ημερών. Στην 3η κατηγορούμενη, στην 4η κατηγορία, φυλάκιση 20 ημερών. Αναφορικά με τις κατηγορούμενες 1 και 2, οι ποινές να συντρέχουν. Παρότι δεν έχει υποβληθεί σχετική εισήγηση, εντούτοις, καθηκόντως, θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έτσι ώστε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, να διατάξω την αναστολή εκτέλεσης των παραπάνω ποινών. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339): «Η εξουσία του δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση ποινής φυλάκισης διέπεται από τις πρόνοιες του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν. 95/72), όπως έχει τροποποιηθεί αρχικά με το Νόμο 41(Ι)/97 και στη συνέχεια με το Νόμο 186(Ι)/03.» Το δικαστήριο προχωρά στην εξέταση αναστολής της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων και από τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου (Άρθρο 3
(2), όπως τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/03). Τα κριτήρια που μπορεί το δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν τέθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)»». Παρατηρώ τα εξής: Για λόγους που έχουν αναφερθεί το αδίκημα που διέπραξαν οι κατηγορούμενες είναι σοβαρό. Εξ ου και το γεγονός ότι τους επιβλήθηκε γι' αυτό ποινή φυλάκισης, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί είτε άμεση είτε με αναστολή, εξακολουθεί να είναι ποινή φυλάκισης, για όλους τους σκοπούς του νόμου. Απ' εκεί και πέρα και οι τρεις είναι λευκού ποινικού μητρώου και τουλάχιστον, σ' ό,τι αφορά στις δυο πρώτες που διέπραξαν περισσότερες φορές το αδίκημα, στα χρόνια που μεσολάβησαν σημειώθηκε ουσιαστική μεταβολή στην επαγγελματική τους ζωή καθώς και στην προσωπική ζωή της 1ης κατηγορούμενης. Τέλος, η 3η κατηγορούμενη, μολονότι δεν υπολείπεται σοβαρότητας η θέση που κατείχε στο επίδικο σχολείο στον ουσιώδη χρόνο, εντούτοις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι της ίδιας σοβαρότητας της θέσης που κατείχαν οι άλλες δυο μα ούτε και να παραβλεφθεί ότι διέπραξε μόνο μια φορά το αδίκημα. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα, κατά τη γνώμη μου αποτελούν καλό λόγο για άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας προς την κατεύθυνση της αναστολής και για τις τρεις κατηγορούμενες. Σε αντίθετη περίπτωση θεωρώ πως θα ήταν ιδιαίτερα σκληρό γι' αυτές, να οδηγηθούν σήμερα στη φυλακή, για ό,τι έκαναν πριν από 5 έως και 6 χρόνια. Κατά συνέπεια διατάσσω την αναστολή εκτέλεσης των ποινών και για τις τρεις κατηγορούμενες, για περίοδο 3 ετών. (Επεξηγούνται η έννοια και οι συνέπειες της ποινής φυλάκισης με αναστολή) €200,00, έξοδα της διαδικασίας, να καταβληθούν κατ' ισομοιρία από τις κατηγορούμενες. Ο ψηφιακός δίσκος κατάσχεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./K.K. Subject: Criminal (Αναφορά: κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα - Ποινή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο