← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Λευτέρη Χάμπιαουρη, Αρ. Υπόθεσης: 9995/13, 10/11/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Λευτέρη Χάμπιαουρη, Αρ. Υπόθεσης: 9995/13, 10/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9995/13 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Λευτέρη Χάμπιαουρη Κατηγορούμενου ------------------- Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κα Ρ. Ξιναρή Κατηγορούμενος - παρών ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονταν αρχικά τρεις κατηγορίες, ωστόσο μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 20.10.2017 αθώωσε και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μόνο την πρώτη κατηγορία η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 236(δ) και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 12.1.2013 στην Οδό Ευαγόρου στην Πάφο κατά τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή, παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από τους δύο σκύλους που είχε στην κατοχή του (ένας ράτσας ροτβάιλερ και ο άλλος ράτσας διασταύρωσης λύκου και λέων) με αποτέλεσμα να επιτεθούν στη Μαρία Ιακωβίδου Παπασάββα και να σχίσουν την μπλούζα που φορούσε. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε πέντε μάρτυρες, ήτοι τους Σ. Ιακωβίδη (ΜΚ1), Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου (ΜΚ2), Αστ. 2886 Αλέκο Αλεξάνδρου (ΜΚ3), Μ. Ιακωβίδου Παπασάββα (ΜΚ4), και Γ/Αστ 921 Φ. Βασιλείου (ΜΚ5). Ο Κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει ότι περί ώρα 11:40 της 12.01.13 έλαβε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του η οποία του ανέφερε ότι καθώς περπατούσε στην οδό Ευαγόρου στην Πάφο τη δάγκωσε ένας σκύλος που βρισκόταν σε αυτοκίνητο τύπου "jeep" και έσκισε την μπλούζα της. Κατευθύνθηκε αμέσως στο σημείο που βρισκόταν η σύζυγος του. Εκεί συνάντησε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του σκύλου και ο οποίος προθυμοποιήθηκε να αγοράσει καινούρια μπλούζα στη σύζυγο του. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι η αξία της μπλούζας είναι περί τα €100 - €
  1. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος αποχώρησε και κάποιος παρευρισκόμενος ονόματι Μιχάλης, εισηγήθηκε στον ΜΚ1 να ενημερώσει για το όλο περιστατικό τον πατέρα του Κατηγορούμενου, διότι ο τελευταίος δεν είναι αξιόπιστος. Ο προαναφερόμενος Μιχάλης τηλεφώνησε του πατέρα του Κατηγορούμενου και τον ενημέρωσε για το επίδικο συμβάν και ο τελευταίος ανέλαβε να το διευθετήσει. Μετά την πιο πάνω αναφερόμενη συνομιλία ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και του πρότεινε να του πληρώσει €50 για να κλείσει η υπόθεση. Ο ΜΚ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία. Στη δια ζώσης μαρτυρία του είπε ότι η απόσταση από το σημείο στο οποίο βρισκόταν και το σημείο στο οποίο έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ήταν περί τα 50μ. και χρειάστηκε περίπου ένα λεπτό για να φθάσει εκεί. Στο "jeep" αυτοκίνητο, συγκεκριμένα στο πίσω μέρος του, βρίσκονταν δύο σκύλοι ο ένας εκ των οποίων δάγκωσε τη σύζυγο του. Το εν λόγω όχημα ήταν σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο, δηλαδή οι δύο του τροχοί ήταν επί του πεζοδρομίου και οι άλλοι δύο στην άσφαλτο. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η οροφή του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτή. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι μέσα από την μπλούζα που σκίστηκε, η σύζυγος του φορούσε τρικό στο οποίο δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά από το δάγκωμα. Όταν έφθασε στο σημείο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν είδε τη σύζυγο του, τον Κατηγορούμενο και τον Μιχάλη να συζητούν, ενώ μέσα στο "jeep" στη θέση του συνοδηγού καθόταν μία γυναίκα. Ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε για το όλο συμβάν και προθυμοποιήθηκε να πληρώσει για την μπλούζα. Κληθείς από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου να περιγράψει τους σκύλους, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν τους θυμόταν. Το μόνο που ήταν σε θέση να πει ήταν ότι, όπως τον πληροφόρησε η σύζυγος του, της επιτέθηκε ο σκύλος που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα του είπε ότι ενώ περπατούσε, ο σκύλος έβγαλε το κεφάλι του έξω από το αυτοκίνητο και την δάγκωσε στον ώμο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι σκύλοι ήταν δεμένοι στο αυτοκίνητο δεν έφεραν όμως φίμωτρο. Ο ΜΚ1 συμφώνησε με την υπόδειξη της κας. Ξιναρή ότι στην κατάθεση του - Τεκμήριο 1 δεν αναφέρει ότι η σύζυγος του τού υπέδειξε τον σκύλο που την δάγκωσε. Στην ερώτηση της κας. Ξιναρή πώς γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο "jeep" ανήκε στον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 είπε ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι οι σκύλοι ήταν δικοί του και μετά το συμβάν οδήγησε το αυτοκίνητο φεύγοντας από εκεί. Τέλος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η μπλούζα δεν ήταν καινούρια, λέγοντας ότι ο ίδιος την αγόρασε στη σύζυγο του για τα γενέθλια της τα οποία ήταν δυόμιση μήνες πριν το συμβάν. Ο ΜΚ2 ανέφερε, στην κυρίως εξέταση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι σήμερα υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Πάφου, ως ειδικός φωτογράφος. Ο ίδιος έλαβε τις φωτογραφίες της μπλούζας της Παραπονούμενης, τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος είπε ότι πέραν της λήψης των φωτογραφιών δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Αστ.2886 Αλέκος Αλεξάνδρου, ο οποίος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Ο ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 τη γραπτή κατάθεση του, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
  3. Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 12.01.13 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς. Περαιτέρω, παρουσίασε ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και τη γραπτή κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του. Κατά την αντεξέταση του και σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι εκτός από τις ενέργειες που αναφέρονται πιο πάνω, δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Η Παραπονούμενη (ΜΚ4) αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον ιδιοκτήτη του οχήματος εντός του οποίου βρισκόταν ο σκύλος που της επιτέθηκε. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, τη γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 7) που έδωσε στην αστυνομία. Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 12.01.13 και περί ώρα 11.30 περπατούσε μόνη της επί του πεζοδρομίου της οδού Ευαγόρου στην Πάφο. Στο πεζοδρόμιο επί του οποίου περπατούσε ήταν σταθμευμένο, με τους δύο τροχούς του να βρίσκονται πάνω στο πεζοδρόμιο, ένα όχημα μάρκας Suzuki Vitara jeep, με αρ. εγγραφής ΕΧΑ
  4. Εντός του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος και συγκεκριμένα στο πίσω μέρος του, το οποίο ήταν ανοικτό, ήταν δεμένοι δύο σκύλοι. Καθώς περπατούσε στο πεζοδρόμιο και περνούσε δίπλα από το εν λόγω αυτοκίνητο, ο ένας σκύλος που ήταν εντός αυτού της επιτέθηκε δαγκώνοντας την μπλούζα που φορούσε προκαλώντας μία τρύπα σε αυτήν στο ύψος του δεξιού ώμου. Αμέσως κινήθηκε προς τα πίσω και έτσι ο σκύλος δεν δάγκωσε το σώμα της. Κατά τον χρόνο του συμβάντος καθόταν στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού ένα πρόσωπο. Όπως πληροφορήθηκε από πρόσωπα που βρίσκονταν τον δεδομένο χρόνο στο σημείο που έλαβε χώρα το συμβάν το πρόσωπο αυτό ήταν ο Κατηγορούμενος. Μετά το συμβάν πανικοβλήθηκε και τηλεφώνησε στον σύζυγο της (ΜΚ1), ο οποίος και κατέφθασε στο μέρος. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη δήλωσε ότι δεν θυμόταν και δεν μπορούσε να περιγράψει τους σκύλους που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της είπε ότι εντός του αυτοκινήτου βρισκόταν ένα πρόσωπο που, εξ' όσων πληροφορήθηκε, ήταν η συμβία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος δεν ήταν εντός του αυτοκινήτου, αλλά μιλούσε με θαμώνες του καφενείου που βρισκόταν παραπλεύρως. Ο Κατηγορούμενος μετά το περιστατικό την πλησίασε και τη ρώτησε αν την δάγκωσε ο σκύλος. Του απάντησε ότι δεν πρόλαβε διότι κινήθηκε προς τα πίσω, όμως της έσκισε την μπλούζα που φορούσε και τότε ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα της πλήρωνε την μπλούζα. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου το είχε δει από μακριά, δεν είχε προσέξει όμως τους σκύλους. Τους σκύλους τους είδε όταν ο ένας εξ αυτών της επιτέθηκε. Μέσα από την μπλούζα που δάγκωσε ο σκύλος φορούσε και άλλη μπλούζα, η οποία δεν έπαθε οποιαδήποτε ζημιά από το δάγκωμα. Αμέσως μετά την επίθεση, διαπίστωσε ότι είχε δημιουργηθεί τρύπα στην μπλούζα της από τα δόντια του σκύλου και αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η μπλούζα ήταν παλιά και σκισμένη από πριν. Ερωτηθείσα από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου για τον λόγο που δεν κάλεσε άμεσα και επί τόπου την αστυνομία, η Παραπονούμενη είπε ότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος, απλά αποφάσισαν με τον σύζυγο της να μεταβούν οι ίδιοι στην αστυνομία και να δώσουν κατάθεση. Η Παραπονούμενη επανέλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους σκύλους, αφού δεν θυμόταν πως έμοιαζαν. Στην ερώτηση της κας Ξιναρή πως είναι δυνατό στην κατάθεση της (Τεκμήριο 7) να θυμάται και να καταγράφει τους αρ. εγγραφής του αυτοκινήτου αλλά όχι τους σκύλους, η μάρτυρας απάντησε ότι μετά το συμβάν τρομοκρατήθηκε και δεν παρακολουθούσε τους σκύλους για να δει πως μοιάζουν. Διευκρίνισε δε ότι μετά το συμβάν το αυτοκίνητο παρέμεινε σταθμευμένο στον χώρο και όταν ήλθε ο σύζυγος της έλαβε τους αρ. εγγραφής του αυτοκινήτου. Στην επανεξέταση της η Παραπονούμενη είπε ότι, εξ όσων θυμάται, η συμβία του Κατηγορούμενου καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Τελευταία μάρτυρας για λογαριασμό της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η Γ/Αστ 921 Φ. Βασιλείου η οποία στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και ότι της ανατέθηκε η εξέταση της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 την κατάθεση που έλαβε από τον Μιχάλη Λουκά στην οποία ο τελευταίος δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Περαιτέρω, η ΜΚ5 αναφέρθηκε στις ενέργειες που έλαβε στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της για να διακριβώσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διέθετε άδεια για τους σκύλους που κατείχε. Προς επιβεβαίωση των εν λόγω ενεργειών της κατέθεσε τα Τεκμήρια 9, 10 και
  5. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν ήταν η ίδια που έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ούτε και είδε τους σκύλους που κατείχε ο Κατηγορούμενος. Επίσης, δήλωσε ότι δεν επισκέφθηκε το υποστατικό που ο Κατηγορούμενος δήλωσε ως διεύθυνση του. Ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι σκύλοι ήταν δεμένοι εντός του αυτοκινήτου του το οποίο ήταν καλυμμένο εκτός από την πίσω πλευρά η οποία ήταν ανοικτή για να αερίζονται οι σκύλοι. Κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν εκτός του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στο δεξιό μέρος του. Σε κάποια στιγμή είδε μία γυναίκα (προφανώς την Παραπονούμενη) η οποία ερχόμενη από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου τον προσέγγισε και του είπε ότι την δάγκωσε ο σκύλος του δείχνοντας του την μπλούζα της από την οποία έλειπε, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Κατηγορούμενος, ένας πόντος. Μετά πάροδο δεκαπέντε περίπου λεπτών ήρθε στο μέρος κάποιος κύριος ο οποίος του έδειξε αστυνομική ταυτότητα λέγοντας του ότι ο σκύλος δάγκωσε τη σύζυγο του. Υπήρξε διάλογος μεταξύ τους στα πλαίσια του οποίου αναφέρθηκε ότι η μπλούζα που φορούσε η Παραπονούμενη αγοράστηκε από τη Γερμανία και ήταν αξίας £
  6. Προκειμένου να λάβει τέλος η παρεξήγηση που δημιουργήθηκε κάποιοι από τους παρευρισκόμενους πρότειναν στην Παραπονούμενη όπως της αγοράσουν μία μπλούζα αξίας €
  7. Ο ίδιος ενημέρωσε τηλεφωνικά την Αστυνομία καταγγέλλοντας ότι δύο πρόσωπα προσπαθούσαν να του αποσπάσουν με ύπουλο τρόπο χρήματα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι πριν το επίδικο περιστατικό δεν γνώριζε την Παραπονούμενη, γνώριζε όμως τον σύζυγο της. Κληθείς να αναφέρει από που γνώριζε τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση αφήνοντας ωστόσο να νοηθεί ότι τον γνώριζε από υποθέσεις της αστυνομίας οι οποίες σχετίζονταν με τον Κατηγορούμενο. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο το επίδικο περιστατικό σχετίζεται με τις υποθέσεις που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι κάποιος κ. Στέλιος, ο οποίος είναι Αστυνόμος, τηλεφώνησε στον ΜΚ1 και έχοντας το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση ο προαναφερόμενος κ. Στέλιος πληροφόρησε τον ΜΚ1 ότι βρήκαν τον Κατηγορούμενο κρεμασμένο σε ένα κυπαρίσσι και ότι ήταν υπό σύλληψη ο ΜΚ1 διότι είχε προηγούμενα με τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο εν λόγω κ. Στέλιος είπε στον ΜΚ1 ότι ο σκύλος του Κατηγορούμενου δεν δάγκωσε τη σύζυγο του και ότι η υπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί ως λήξασα. Ο ΜΚ1 συμφώνησε, αλλά παρά ταύτα μετά από ένα έτος ο Κατηγορούμενος κλήθηκε στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Η πιο πάνω αναφερόμενη συζήτηση έγινε δύο περίπου μήνες μετά το επίδικο περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι πριν την προαναφερόμενη συζήτηση δεν είχε κληθεί στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση για την παρούσα υπόθεση. Σε σχετική μάλιστα ερώτηση της κας Περγαντή είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έδωσε κατάθεση για την παρούσα υπόθεση. Όταν του υποδείχθηκε η γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 5), αρχικά ανέφερε ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στην πρώτη σελίδα της εν λόγω κατάθεσης δεν είναι δική του στη συνέχεια ωστόσο είπε ότι μοιάζει η εν λόγω υπογραφή με τη δική του ενώ τελικά αναγνώρισε την υπογραφή η οποία παρουσιάζεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 5 ως δική του. Στην απορία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής για τον λόγο που δεν ανέφερε στην κατάθεση του τη συνάντηση και συζήτηση που είχε με τον κ. Στέλιο και τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν είχε δώσει κατάθεση πριν την εν λόγω συζήτηση. Στην υποβολή δε ότι η κατάθεση του - Τεκμήριο 5 δόθηκε στις 12.1.2013 δηλαδή την ίδια μέρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν έδωσε την εν λόγω ημέρα κατάθεση στην αστυνομία. Όσον αφορά το επίδικο περιστατικό ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν με το αυτοκίνητο του στον επίδικο τόπο, καθώς και ότι εντός του αυτοκινήτου ήταν οι δύο σκύλοι του. Συμφώνησε επίσης ότι οι σκύλοι ήταν δεμένοι στο αυτοκίνητο προσθέτοντας ότι ο ένας σκύλος ήταν δεμένος με διπλή αλυσίδα και ο άλλος με ειδικό σχοινί ασφαλείας το μήκος των οποίων ήταν περίπου 30 εκατοστά έτσι ώστε ο ένας σκύλος να μην μπορεί να φτάσει τον άλλο. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε με τη θέση της κας Περγαντή ότι το μήκος της αλυσίδας και του ειδικού σχοινιού ασφαλείας ήταν τέτοιο που επέτρεπε στους σκύλους να εξέρχονται του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος δεν αναγνώρισε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 λέγοντας ότι η τρύπα που φαίνεται στις εν λόγω φωτογραφίες δεν υπήρχε κατά το χρόνο του επίδικου περιστατικού. Επανέλαβε ότι όταν η Παραπονούμενη του έδειξε την μπλούζα της φαινόταν απλώς ότι είχε βγει ένας πόντος από αυτήν. Σε σχέση με την καταγγελία που ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε εναντίον της Παραπονούμενης και του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος είπε ότι υπέβαλε το παράπονο του τηλεφωνικώς και η ενημέρωση που έλαβε από τον αστυφύλακα που του μίλησε στο τηλέφωνο ήταν ότι σε περίπτωση που τα προαναφερόμενα πρόσωπα υποβάλουν παράπονο εναντίον του θα τον ειδοποιήσουν. Ουδείς όμως του τηλεφώνησε παρά μόνο μετά από τρεις μήνες έλαβε τηλεφώνημα από τον Αστυνόμο κ. Στέλιο ο οποίος του ζήτησε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό όπου έλαβε χώρα η συζήτηση για την οποία έγινε ήδη πιο πάνω αναφορά μεταξύ των εν λόγω προσώπων και του ΜΚ
  8. Στην υποβληθείσα θέση της κας Περγαντή ότι ούτε η Παραπονούμενη ούτε και ο ΜΚ1 του ζήτησαν να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την μπλούζα της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ο ΜΚ1 δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα αλλά η Παραπονούμενη αναφέροντας μάλιστα ότι αγόρασε τη συγκεκριμένη μπλούζα από τη Γερμανία. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να αγοράσει νέα μπλούζα ενόψει του ότι η ζημιά σε αυτήν προκλήθηκε από το δάγκωμα του σκύλου του. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τη θέση ότι παρέλειψε να λάβει τις απαιτούμενες προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου με αποτέλεσμα ο ένας εκ των δύο σκύλων του να επιτεθεί στην Παραπονούμενη. Θεωρώ ορθό όπως αξιολογηθεί κατά προτεραιότητα η μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία ήταν και η βασική πρωταγωνίστρια στο επίδικο συμβάν. Η Παραπονούμενη θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής στη μαρτυρία της και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Όσα δήλωσε στη δια ζώσης μαρτυρία της συνάδουν στα ουσιώδη σημεία τους με την κατάθεση της (Τεκμήριο 7), ενώ κατά την αντεξέταση της δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της. Δεν παραγνωρίζω ότι στη μαρτυρία της Παραπονούμενης εντοπίζεται αντίφαση σε σχέση με το πρόσωπο που βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου τη στιγμή που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο ότι η Παραπονούμενη στη γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 7) τοποθετεί τον Κατηγορούμενο εντός του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν στο αυτοκίνητο αλλά συνομιλούσε με θαμώνες παρακείμενου καφενείου. Μάλιστα στην επανεξέταση της δήλωσε ότι το πρόσωπο που ήταν εντός του αυτοκινήτου ήταν η συμβία του Κατηγορούμενου. Πρόκειται για επουσιώδη αντίφαση επί ζητήματος ουδέτερου σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης. Ομοίως δεν μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της μαρτυρίας της η διάσταση που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας της και αυτής του ΜΚ1 ως προς την καταγραφή των αρ. εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Η μεν Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι για τους αρ. εγγραφής του οχήματος την πληροφόρησε ο σύζυγος της - ΜΚ1, ο τελευταίος όμως στη μαρτυρία του είπε ότι δεν κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του αυτοκινήτου. Θεωρώ και πάλι ότι πρόκειται για επουσιώδες ζήτημα, ιδιαιτέρως αν κάποιος αναλογιστεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν με το αυτοκίνητο του στον χώρο που επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου ανέδειξε κατά την αντεξέταση της το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους σκύλους που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και ιδιαίτερα τον σκύλο που της επιτέθηκε. Θεωρώ ως πειστική και λογική την εξήγηση που έδωσε η Παραπονούμενη ότι υπέστη σοκ μετά το επεισόδιο και δεν παρακολουθούσε τους σκύλους για να είναι σε θέση να τους περιγράψει. Όπως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, πριν το επίδικο συμβάν δεν είχε προσέξει τους σκύλους. Περαιτέρω, σημειώνω ότι στην κατάθεση της (Τεκμήριο 7) η οποία δόθηκε άμεσα και συγκεκριμένα μία περίπου ώρα μετά το επίδικο περιστατικό επίσης ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους σκύλους καθώς πανικοβλήθηκε μετά την επίθεση που δέχθηκε. Η κατάθεση της επομένως επιβεβαιώνει τη θέση που προέβαλε στην προφορική μαρτυρία της. Εν κατακλείδι σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αυτό καθ' αυτό το γεγονός της επίθεσης του σκύλου, αλλά παρεμφερή ζητήματα, όπως αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω. Τα ζητήματα αυτά όμως, όπως προανέφερα, είναι επουσιώδη και δεν μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία της Παραπονούμενης η εκδοχή της οποίας περί πρόκλησης τρύπας στην μπλούζα που φορούσε επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 3). Επίσης ενδεικτικό της γνησιότητας των ισχυρισμών της είναι το γεγονός ότι αυθημερόν, μία περίπου ώρα μετά το επίδικο περιστατικό, μετέβη με τον σύζυγο της στην αστυνομία για να καταγγείλει την υπόθεση δίδοντας σχετική κατάθεση. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι δεν διεφάνη ότι είχε οποιεσδήποτε διαφορές με τον Κατηγορούμενο, έτσι ώστε να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία της Παραπονούμενης, με εξαίρεση το σημείο που αφορά το πρόσωπο που βρισκόταν κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν εντός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΚ1 επίσης μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Οι απαντήσεις του υπήρξαν άμεσες, χωρίς περιστροφές και βρίσκονταν σε αρμονία με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Από την άλλη κατά την αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η μαρτυρία του σε ότι αφορά την επίθεση που δέχθηκε η σύζυγος του (Παραπονούμενη) ήταν εξ ακοής. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν την καθιστά ως μη αποδεκτή (βλ. άρθρο 24 του Κεφ.9). Αντιθέτως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η εξ ακοής μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι της Παραπονούμενης, θεωρώ ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. άρθρο 27 του Κεφ.9). Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 δεν κλονίστηκε η θέση του ότι συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχθηκε ότι οι σκύλοι που βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου ήταν δικοί του. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΚ1 ότι μετά τη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος εισήλθε στο αυτοκίνητο που βρίσκονταν οι σκύλοι και το οδήγησε απομακρυνόμενος από το σημείο όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Επιπρόσθετα, δεν κλονίστηκε η δήλωση του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να αγοράσει καινούρια μπλούζα στην Παραπονούμενη. Η θέση δε που προώθησε η υπεράσπιση ότι η μπλούζα της Παραπονούμενης ήταν φθαρμένη παρέμεινε γράμμα κενό. Περαιτέρω, σημειώνω ότι δεν προέκυψε ότι ο ΜΚ1 είχε διαφορές με τον Κατηγορούμενο, θέση που προέβαλε κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος και η οποία θα σχολιαστεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Επιπλέον σημειώνω ότι το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τους σκύλους του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Το ουσιώδες είναι ότι δεν αμφισβητείται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στον επίδικο τόπο με το αυτοκίνητο του εντός του οποίου επίσης βρίσκονταν οι δύο σκύλοι του. Τέλος, η διάσταση που εντοπίζεται μεταξύ της μαρτυρίας του ιδίου και της Παραπονούμενης σχετικά με την καταγραφή των αρ. εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους. Πρόκειται για επουσιώδες ζήτημα και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 οι αντιφάσεις επί ουσιαστικών θεμάτων είναι αυτές που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι οι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία των ΜΚ 2, 3 και 5 γίνεται αποδεκτή, καθώς οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια για όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση τους δεν επιχειρήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αμφισβητηθεί η μαρτυρία τους, αλλά η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών ουσιαστικά ερωτήσεων. Ειδικότερα όσον αφορά την ΜΚ5 σημειώνω ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διέθετε άδεια για τους σκύλους που κατείχε εκφεύγει των επίδικων θεμάτων που εξετάζονται στην παρούσα υπόθεση ενόψει της αθώωσης και απαλλαγής του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2 και 3 στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Υπό την πιο πάνω επισήμανση η μαρτυρία των ΜΚ 2, 3 και 5 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου τώρα στερείται, κατά την κρίση μου, οποιασδήποτε πειστικότητας καθώς σε αυτήν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες. Κατ' αρχάς ο Κατηγορούμενος μέσω της μαρτυρίας του επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ1 προβάλλοντας για πρώτη φορά τη θέση ότι ο ΜΚ1 είχε διαφορές μαζί του και επομένως λόγο για να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του. Εν πρώτοις σημειώνω ότι τα όσα προώθησε στην προφορική μαρτυρία του δεν περιλαμβάνονται στη γραπτή κατάθεση του - Τεκμήριο 5. Οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου ότι βρέθηκε κρεμασμένος σε κυπαρίσσι καθώς επίσης και ότι στην παρουσία του υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία κάποιου Αστυνόμου κ. Στέλιου με τον ΜΚ1, κατά την οποία μάλιστα ο εν λόγω Αστυνόμος πληροφόρησε τον ΜΚ1 ότι τελεί υπό σύλληψη λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε κρεμασμένος σε ένα κυπαρίσσι, αφορούν ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης για τις οποίες η κοινή λογική υποβάλλει ότι θα έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι οι πιο πάνω αναφερόμενοι ισχυρισμοί υπήρξαν επί της ουσίας τους ασαφείς και αόριστοι. Σημειώνω ότι δεν έχουν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν τον Αστυνόμο με το όνομα Στέλιος, ο τελευταίος δεν κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου περιστατικού κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος βρέθηκε κρεμασμένος σε ένα κυπαρίσσι. Επιπρόσθετα δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με τις υποθέσεις που ο Κατηγορούμενος άφησε να νοηθεί ότι εμπλεκόταν ο ΜΚ1 ως μέλος της αστυνομίας και αφορούσαν τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Κλείνοντας την προαναφερόμενη παρένθεση επισημαίνω ότι σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο κατά την προφορική του μαρτυρία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον αυτοί δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ούτως ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει σε αυτούς. Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551, τονίστηκε ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν, με την εν λόγω υποχρέωση να καθίσταται βαρύνουσας σημασίας όταν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου στερείται λογική συνοχής. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στον ισχυρισμό του ότι αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό επικοινώνησε τηλεφωνικά με την αστυνομία καταγγέλλοντας ότι η Παραπονούμενη και ο ΜΚ1 επιχείρησαν να του αποσπάσουν χρήματα. Ανέφερε μάλιστα ότι ο αστυφύλακας με τον οποίο μίλησε, του οποίου ειρήσθω εν παρόδω δεν θυμόταν το όνομα του, του ανέφερε ότι εάν τα προαναφερόμενα πρόσωπα προέβαιναν σε καταγγελία εις βάρος του θα τον ειδοποιούσαν για να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό. Η ισχυριζόμενη απάντηση που έλαβε από τον αστυφύλακα στερείται οποιασδήποτε λογικής. Είναι, κατά την άποψη μου, αδιανόητο ένας αστυφύλακας να λαμβάνει παράπονο εκ μέρους ενός πολίτη και να δίδεται στον εν λόγω πολίτη η απάντηση ότι θα κληθεί για να υποβάλει το παράπονο του εάν και εφόσον οι καταγγελλόμενοι υποβάλουν παράπονο εναντίον του. Εξίσου αδιανόητο είναι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος υπέβαλε το ισχυριζόμενο παράπονο, να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα την εν λόγω απάντηση χωρίς να επιμένει στη διερεύνηση του παραπόνου που υπέβαλε. Σε κάθε όμως περίπτωση τα γεγονότα αναιρούν τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Κατηγορούμενος. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι θα μετέβαινε στην αστυνομία σε περίπτωση που ενημερωνόταν ότι υποβλήθηκε παράπονο εναντίον του. Τέτοιο παράπονο υποβλήθηκε εναντίον του και μάλιστα αυθημερόν. Τα Τεκμήρια 5 και 6, ήτοι η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του φέρουν ημερομηνία 12.1.2013, δηλαδή την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού. Επομένως το παράπονο από την Παραπονούμενη έγινε την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε και έδωσε ανακριτική κατάθεση και του απαγγέλθηκαν σχετικές κατηγορίες. Παρά ταύτα δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του ΜΚ1 και της Παραπονούμενης. Σημειώνω ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση και χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο λήψης αυτών. Τα Τεκμήρια 5 και 6 εκθεμελιώνουν και τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με τη συζήτηση που έλαβε χώρα μεταξύ του ΜΚ1 και του Αστυνόμου Στέλιου στην παρουσία του. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω συζήτηση έγινε δύο ή τρεις μήνες μετά το επίδικο περιστατικό και ότι μέχρι τότε δεν είχε υποβληθεί οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του. Τα Τεκμήρια 5 και 6 όμως τον διαψεύδουν καθώς από αυτά προκύπτει ότι η καταγγελία έγινε άμεσα όπως και η διερεύνηση της υπόθεσης αφού την ίδια μέρα κλήθηκε σε αστυνομικό σταθμό, έδωσε κατάθεση και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Δεν μπορούν επίσης να παραμείνουν ασχολίαστες οι διφορούμενες θέσεις που προέβαλε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με την κατάθεση του - Τεκμήριο
  1. Σημειώνω ότι αρχικά δεν αναγνώρισε την υπογραφή του στην πρώτη σελίδα επί του Τεκμηρίου 5, στη συνέχεια όμως είπε ότι μοιάζει με την υπογραφή του αλλά είχε περάσει αρκετός καιρός και δεν θυμάται κατά πόσο είναι δική του. Την ίδια όμως στιγμή αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή που φαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 5 και μετά από σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε με όσα καταγράφονται επί της κατάθεσης του - Τεκμήριο
  2. Όταν όμως υποδείχθηκε ότι ο χρόνος λήψης του Τεκμηρίου 5 αναιρούσε τους ισχυρισμούς που προέβαλε, δεν δίστασε να αρνηθεί ότι έδωσε κατάθεση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος επομένως αναίρεσε τα όσα ο ίδιος είχε δηλώσει. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα της υπογραφής που φαίνεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 5 επαναλαμβάνω ότι το Τεκμήριο 5 κατατέθηκε χωρίς ένσταση και ουδεμία αντεξέταση υπήρξε επί της υπογραφής του Τεκμηρίου
  3. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 12.1.13 και περί ώρα 11:30 η Παραπονούμενη περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού Ευαγόρου στην Πάφο. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΑ 532 μάρκας Suzuki Vitara ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου της οδού Ευαγόρου, με τους δύο τροχούς του να βρίσκονται πάνω στο πεζοδρόμιο και τους άλλους δύο στην άσφαλτο. Περνώντας δίπλα από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, ένας σκύλος που βρισκόταν εντός αυτού και συγκεκριμένα στη δεξιά πλευρά του της επιτέθηκε δαγκώνοντας την μπλούζα που φορούσε στο ύψος του δεξιού της ώμου, με αποτέλεσμα να σκιστεί η μπλούζα της στο εν λόγω σημείο. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ανοιχτό στο πίσω μέρος του και σε αυτό βρίσκονταν δεμένοι δύο σκύλοι οι οποίοι δεν έφεραν φίμωτρο. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΧΑ 532 μάρκας Suzuki Vitara οδηγούνταν από τον Κατηγορούμενο και οι σκύλοι που βρίσκονταν εντός αυτού ήταν ιδιοκτησίας του. Μετά το περιστατικό ο Κατηγορούμενος πλησίασε την Παραπονούμενη και της ανέφερε ότι θα την αποζημίωνε για τη ζημιά που υπέστη η μπλούζα της. Την πιο πάνω δήλωση του ο Κατηγορούμενος την επανέλαβε και στον σύζυγο της Παραπονούμενης (ΜΚ1). Νομική πτυχή Το άρθρο 236(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  4. Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- ......................................... (δ) παραλείπει να πάρει προφυλάξεις εναντίον πιθανού κινδύνου από οποιοδήποτε ζώο που έχει στην κατοχή του ή .......................................... Νοείται ότι, όπου η κατηγορία δυνάμει της υποπαραγράφου (δ) του παρόντος άρθρου αναφέρεται σε σκύλο, τεκμαίρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση της πιθανότητας πρόκλησης σωματικής βλάβης από τον εν λόγω σκύλο, ανεξάρτητα από τη φύση ή την προηγούμενη συμπεριφορά ή τις συνήθειες του σκύλου αυτού.» Το εν λόγω άρθρο έτυχε ερμηνείας στην απόφαση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε ευρύτερα με το ζήτημα της ποινικής αμέλειας για να καταλήξει στον βαθμό αμέλειας που απαιτείται να αποδειχθεί προκειμένου να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα που καθιερώνει το άρθρο 236 του Κεφ.154. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). .................................... Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
  1. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. H διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίηση του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, στην παρούσα υπόθεση μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίηση του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
  2. Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245, 249).» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 236 του Κεφ.154 είναι υψηλότερος από εκείνον που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης ή ποινικής ευθύνης ενός προσώπου για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ωστόσο αυτό το οποίο αποκλείει το άρθρο 236 του Κεφ.154 είναι την υπαίτιο αμέλεια. Το κατά πόσο τώρα η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Επίσης σύμφωνα με το υπό αναφορά άρθρο δεν απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης σωματικής βλάβης, αλλά αρκεί η πιθανότητα πρόκλησης τέτοιου κινδύνου. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 236 του Κεφ.154 από τη στιγμή που η κατηγορία αφορά σκύλο, τότε τεκμαίρεται ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση της πιθανότητας πρόκλησης σωματικής βλάβης από τον εν λόγω σκύλο. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Με βάση τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο δύο σκύλους, αφού αυτοί ήταν ιδιοκτησίας του και βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Το ότι ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας ήταν σε θέση να δώσει περιγραφή των σκύλων ή να κατονομάσει τη ράτσα στην οποία ανήκαν είναι αδιάφορο για σκοπούς στοιχειοθέτησης του επίδικου αδικήματος. Ό,τι ενδιαφέρει είναι η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι τα εν λόγω ζώα και συγκεκριμένα το ζώο που δάγκωσε και έσκισε την μπλούζα της Παραπονούμενης ήταν σκύλος. Υπενθυμίζω ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο είχε στην κατοχή του δύο σκύλους. Το καθήκον επιμέλειας που όφειλε ο κατηγορούμενος προς κάθε πολίτη που μπορούσε να επηρεαστεί από την πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης από τον σκύλο του ήταν δεδομένο, ενόψει και της επιφύλαξης του άρθρου 236 του Κεφ.154 με την οποία δημιουργείται τεκμήριο ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης από τον σκύλο. Η Παραπονούμενη ήταν στην προκείμενη περίπτωση πρόσωπο προς το οποίο ο Κατηγορούμενος όφειλε να επιδείξει επιμέλεια, εφόσον χρησιμοποιούσε το πεζοδρόμιο επί του οποίου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος μέσα στο οποίο βρίσκονταν οι σκύλοι του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ένας εκ των σκύλων επιτέθηκε στην Παραπονούμενη δαγκώνοντας και σκίζοντας την μπλούζα που φορούσε (βλ. και Τεκμήριο 3). Το γεγονός ότι ο σκύλος μπόρεσε να δαγκώσει και να σκίσει την μπλούζα που φορούσε η Παραπονούμενη, η οποία περπατούσε αμέριμνη επί του πεζοδρομίου, καταδεικνύει την αμέλεια που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 236 του Κεφ.154 τεκμαίρεται ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης. Ο Κύπριος νομοθέτης επέλεξε όπως κατατάξει τους σκύλους στην κατηγορία των εκ φύσεως άγριων ζώων (ferae naturae). Σε αυτήν την περίπτωση, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Penal Law Of India 9η έκδοση Τόμος 2 σελ.1986, το βάρος μετατίθεται στον Κατηγορούμενο για να αποδείξει ότι έλαβε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για να προστατεύσει το κοινό από ενδεχόμενο κίνδυνο. Στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία του Κατηγορούμενου έχει απορριφθεί, με άμεσο συνεπακόλουθο να μην έχει αποσείσει το εν λόγω βάρος. Εν πάση περιπτώσει ο Κατηγορούμενος είχε στην προκείμενη περίπτωση την υποχρέωση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, έτσι ώστε να μην μπορεί ο σκύλος και ειδικότερα το κεφάλι του να εξέλθει του αυτοκινήτου και να δύναται να δαγκώσει οποιονδήποτε περαστικό. Όφειλε να μεριμνήσει όπως ο σκύλος ήταν δεμένος με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να εξέλθει του αυτοκινήτου και να επιτεθεί σε περαστικούς ή να τοποθετήσει σε αυτόν φίμωτρο ή να κάλυπτε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου στο οποίο βρισκόταν ο σκύλος έτσι ώστε να μην μπορεί να έλθει σε επαφή με περαστικούς. Όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα, αλλά και στην αμέσως προηγηθείσα παράγραφο, θεωρώ ότι απαντούν και στο επιχείρημα της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι το επίπεδο αμέλειας που έπρεπε να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι υψηλού βαθμού. Στην παρούσα περίπτωση η αμέλεια που επέδειξε ο Κατηγορούμενος εμπίπτει, κατά την κρίση μου, στις πρόνοιες του άρθρου 236 του Κεφ.154 και ο ίδιος δεν απέσεισε το βάρος που του αναλογούσε αποδεικνύοντας ότι έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα υπό τις περιστάσεις μέτρα. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.