← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νικόλα Λεμονάρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11193/14, 6/9/2017

Δημοκρατία ν. Νικόλα Λεμονάρη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11193/14, 6/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11193/14 Δημοκρατία εναντίον

  1. Νικόλα Λεμονάρη
  2. Πανίκου Καλαϊτζή
  3. Κατερίνας Χατζηιωάννου
  4. Παναγιώτας Μιχαήλ Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου Κατηγορούμενος 1: προσωπικά Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Θ. Καραμανής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 (Νικόλας Λεμονάρης) και 2 (Πανίκος Καλαϊτζής) κρίθηκαν ένοχοι, μετά από ακροαματική διαδικασία σε διάφορες κατηγορίες. Ειδικότερα: (Α) Ο κατηγορούμενος αρ. 1, (Νικόλας Λεμονάρης) στις κατηγορίες 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40 και 50 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 2, (συνωμοσία προς καταδολίευση) κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 3, (συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος) κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 4, (εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) κατά παράβαση των άρθρων 305, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 5, (πλαστογραφία) κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(γ), 336, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 7, (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου) κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336, 339, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 9, 11, 13, 15, 17 και 19, (απάτη κατά την πώληση) κατά παράβαση των άρθρων 303

(1)(γ)
(2), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 21, 23, 25, 27 και 51, (δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον) κατά παράβαση των άρθρων 303(Α)
(1),
(2)(γ), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 29, 31, 33, 35, 37, 39, 41, 46, 47 και 48 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις) κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 42, 43 και 44, (κλοπή υπό αντιπροσώπου) κατά παράβαση του άρθρου 270(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στην κατηγορία 53, (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5(α), 7 και 8 του Νόμου 188(I)/2007 και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. (Β) Ο κατηγορούμενος αρ. 2, (Πανίκος Καλαϊτζής) στις κατηγορίες 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40 και 50, (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 2, (συνωμοσία προς καταδολίευση) κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 3, (συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος) κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην κατηγορία 4, (εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) κατά παράβαση των άρθρων 305, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 9, 11, 13, 15, 17 και 19, (απάτη κατά την πώληση) κατά παράβαση των άρθρων 303
(1)(γ)
(2), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 21, 23, 25, 27 και 51, (δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο) κατά παράβαση των άρθρων 303(Α)
(1),
(2)(γ), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στις κατηγορίες 29, 31, 33, 35, 37, 39 και 41, (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις) κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στην κατηγορία 54, (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ΙΙΙ) και
(2), 5(α), 7 και 8 του Νόμου 188(Ι)/
  1. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων και τα ευρήματα του Δικαστηρίου που συνέθεσαν την ετυμηγορία ενοχής των ως άνω κατηγορουμένων εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης μας, ημερ. 02.08.2017, στη βάση της οποίας κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 στις ως άνω κατηγορίες, ενώ παράλληλα αθωώθηκαν σε κάποιες άλλες, ομοειδούς χαρακτήρα. Για ευκολία και προς αποφυγή επαναλήψεων, παραθέτουμε στη συνέχεια μέρος των καταληκτικών ευρημάτων μας ως καταγράφονται στην ως άνω απόφαση μας. Είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των ευρημάτων του σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και κάθε σχετική λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έγιναν αποδεκτά, κατά τον τρόπο που αυτά καταγράφονται και περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 02.08.
  2. «Ο Dennis Selwood, Άγγλος υπήκοος, ηλικίας 89 ετών περίπου, τα τελευταία δέκα χρόνια διαμένει στο χωριό Τσάδα, στην ιδιόκτητη κατοικία του. Περί το έτος 2012, αποφάσισε να αγοράσει και άλλη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Επί τούτου, μέσω του κηπουρού του γνωρίστηκε με τον Πανίκο Καλαϊτζή (κατηγορούμενο αρ.2). Ο τελευταίος υπέδειξε στον Selwood δύο ακίνητα, το τεμάχιο 613 στο χωριό Γαλαταριά και το τεμάχιο 572 στο χωριό Κρήτου Τέρρα. Ο Selwood αποφάσισε να τα αγοράσει. Το πρώτο, κατά το χρόνο που τιτλοποιήθηκε επ' ονόματι του Selwood, (μόνο το ½ μερίδιο) ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα κάποιου Ηράκλη Πολυβίου, ενώ το άλλο ½ μερίδιο, από τις 27.07.2011, (βλέπε σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας - τεκμήριο 83) ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Θεόδωρου Λεμονάρη, υιού του κατηγορούμενου αρ.
  3. Το δεύτερο, ανήκε στην Παναγιώτα Μιχαήλ (πρώην κατηγορούμενη αρ. 4). Για το ακίνητο στη Γαλαταριά κατέβαλε €6.000 ενώ για το ακίνητο στην Κρήτου Τέρρα πλήρωσε το συνολικό ποσό των €33.440,00 με επιταγές (τεκμήρια 31, 38, 39 και μέρος (€14.000,00) της επιταγής τεκμήριο 40, με την τελευταία να ήταν συνολικής αξίας €22.000,00). Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος αρ. 2 γνώρισε στον Selwood τον κατηγορούμενο αρ. 1, ενημερώνοντας τον ότι ο Λεμονάρης είχε γη προς πώληση στο χωριό Ίνια. Ο Λεμονάρης, στη συνάντηση τους που έλαβε χώρα στο κτηματομεσιτικό του γραφείο, συστήθηκε στο Selwood ως πρόεδρος των κτηματομεσιτών στην Πάφο, έχοντας γραφεία στην Ελλάδα και το Λονδίνο και αναφέροντας του παράλληλα ότι διατηρούσε νομικό τμήμα για σκοπούς μεταβιβάσεων των ακινήτων. Ο υπερήλικας Selwood, έχοντας ήδη εμπιστευθεί τον Πανίκο Καλαϊτζή, τον οποίο και βοηθούσε οικονομικά με διάφορους τρόπους, αφού πέραν της περιοδικής οικονομικής ενίσχυσης του με διάφορα ποσά, σε κάποιο στάδιο του αγόρασε και μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, εμπιστεύθηκε και τον κατηγορούμενο αρ. 1 ως ικανό επαγγελματία στον τομέα των ακινήτων, προχωρώντας σε αγορές ακινήτων ως οι εισηγήσεις και οι παροτρύνσεις του τελευταίου αλλά και του κατηγορούμενου αρ. 2, ο οποίος σε κάποιες περιπτώσεις του τα υποδείκνυε επιτόπου. Ειδικότερα, τον Ιανουάριο του 2012, ο Selwood συμφώνησε και αγόρασε αρχικά το τεμάχιο 301 στην Ίνια, το οποίο ανήκε στο γιο του κατηγορούμενου αρ. 1, Θεόδωρο Λεμονάρη, για το ποσό των €31.600,
  4. Κατόπιν παρότρυνσης των δύο κατηγορουμένων, αγόρασε δύο ακόμα ακίνητα στο χωριό Ίνια, τα τεμάχια 298 και 302, γειτονικά του τεμαχίου 301, προκειμένου, όπως του υπέδειξαν οι δύο κατηγορούμενοι, να αποκτούσε το τεμάχιο 301 που είχε ήδη συμφωνήσει και αγοράσει, πρόσβαση σε δρόμο. Ο Καλαϊτζής υπέδειξε στον Selwood τα τρία τεμάχια στην Ίνια και ο Λεμονάρης ανέλαβε τη διεκπεραίωση της μεταβίβασης και αυτών (όπως δηλαδή των ακινήτων στη Γαλαταριά και Κρήτου Τέρρα) στο Κτηματολόγιο. Για την αγορά του τεμαχίου 298, ο Selwood κατέβαλε €61.500,00 εκδίδοντας και παραδίδοντας προς τούτο επιταγές στους κατηγορούμενους (τεκμήρια 40 (μέρος), 41 και 42) ενώ για το τεμάχιο 302 κατέβαλε στους κατηγορούμενους, μέσω επιταγών (τεκμήρια 32 και 33) €48.800,
  5. Περί τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 2012, παραδόθηκε στο Selwood πιστοποιητικό εγγραφής επ' ονόματι του για το τεμάχιο 301 (τεκμήριο 104). Το συγκεκριμένο τεμάχιο είχε εγγραφεί επ' ονόματι του στις 31.01.2012 (τεκμήριο 83). Για τα τεμάχια 298 και 302, μέχρι σήμερα δεν παραδόθηκαν στο Selwood σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής τους επ' ονόματι του. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τα συγκεκριμένα ακίνητα ανήκαν, το μεν τεμάχιο 298 στον Ανδρέα Πέτρου (Μ.Κ.29), το δε τεμάχιο 302 στο Σπύρο Χαραλάμπους. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες ουδέποτε εξουσιοδότησαν τους κατηγορουμένους αρ. 1 ή 2 για να πωλήσουν ή να διαπραγματευθούν την πώληση των προαναφερομένων ακινήτων τους. Η αγοραία αξία των εν λόγω τεμαχίων το 2014 ήταν: €15.000,00 για το τεμάχιο 298, €7.000,00 για το τεμάχιο 301 και €14.000,00 για το τεμάχιο 302, ενώ η αγοραία αξία τους το 2012 ανερχόταν στα ως άνω ποσά ανάλογα προσαρμοσμένα με ετήσια αύξηση κατά 15%. Παρεμβάλλεται ότι, στην εξέλιξη των γεγονότων, περί τα τέλη Μαρτίου του 2012, ο κατηγορούμενος αρ. 1 επισκέφθηκε και πάλι το Selwood στο σπίτι του, ενημερώνοντας τον ότι το Κτηματολόγιο δεν έκανε αποδεκτή την τιμή που είχε πληρώσει για το ακίνητο στην Κρήτου Τέρρα (τεμάχιο 572) και πως θα έπρεπε, προκειμένου να εκδοθεί ο σχετικός τίτλος, να πληρώσει επιπρόσθετα, ως φορολογία, το ποσό των €15.500,
  6. Ο Selwood, εμπιστευόμενος τον κατηγορούμενο αρ. 1 εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν την επιταγή με αριθμό 35521612, αξίας €15.500,00 (τεκμήριο 48). Η εν λόγω επιταγή εξαργυρώθηκε από την Παναγιώτα Χ"Ιωάννου η οποία ήταν η δικαιούχος. Σημειώνεται ότι στη βάση των στοιχείων και των εγγράφων της σχετικής δήλωσης μεταβίβασης του τεμαχίου 572 στην Κρήτου Τέρρα, (τεκμήριο 82), δεν καθορίστηκε καμία τέτοια φορολογία από το Κτηματολόγιο ώστε να είχε υποχρέωση ο Selwood να καταβάλει το εν λόγω ποσό ως φορολογία για το συγκεκριμένο ακίνητο. Όταν δε το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάστηκε τελικά στο όνομα του Selwood, στις 06.04.2012 (βλέπε σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας - τεκμήριο 83) το μόνο ποσό που καταβλήθηκε ήταν €1.801,28 ενώ η δηλωθείσα τιμή πώλησης ήταν €5.000,00 (βλέπε τεκμήριο 82). Τον Ιανουάριο του 2012, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, πρότειναν επίσης στο Selwood να αγοράσει το τεμάχιο 88, με αρ. εγγραφής 0/10140, Φ.Σχ.26/50 που βρίσκεται στην περιοχή Λατσί του Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, αναφέροντας του, ψευδώς, ότι τούτο ανήκε στην Κατερίνα Χ"Ιωάννου (πρώην κατηγορούμενη αρ. 3) από την Κρήτου Τέρρα και υποδεικνύοντας τούτο στο Selwood σε χάρτη. Το συγκεκριμένο ακίνητο, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ιδιοκτησία της Χρυσταλλένης Καλλιμάχου Αχιλλέα και της Δώρας Κυριακίδου Μάριου, οι οποίες ουδέποτε ζήτησαν ή εξουσιοδότησαν κάποιον να πωλήσει, να διαπραγματευθεί ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να προβεί σε συναλλαγή σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ότι οι ως άνω ιδιοκτήτριες του συγκεκριμένου τεμαχίου, δεν γνωρίζουν τους κατηγορούμενους ή τον παραπονούμενο της υπό συζήτηση υπόθεσης. Η αγοραία αξία του εν λόγω τεμαχίου το 2014 ήταν €4.550.000,00 ενώ η αγοραία αξία του το 2012 ανερχόταν στο ως άνω ποσό ανάλογα προσαρμοσμένο με ετήσια αύξηση κατά 5%. Ακολούθησε επί τόπου επίσκεψη στο προαναφερόμενο τεμάχιο. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αρ. 2 οδηγώντας το αυτοκίνητο του και συνοδευόμενος από την ως άνω Κατερίνα Χ"Ιωάννου, μετέφερε τον Selwood και την οικιακή του βοηθό, Νίμφα Μαρτίνεζ Πέρεζ, (Μ.Κ.12) στο ως άνω ακίνητο που προηγουμένως του υπεδείχθη σε χάρτη. Καθοδόν προς το εν λόγω ακίνητο, ο κατηγορούμενος αρ. 1 τηλεφώνησε στον Selwood, αναφέροντας του ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο ήταν ευκαιρία και ότι δεν θα έπρεπε να τη χάσει. Φτάνοντας στο σημείο όπου βρισκόταν το ακίνητο, ο κατηγορούμενος αρ. 2 του το υπέδειξε, αναφέροντας του ότι αυτό ανήκε στην Κατερίνα Χ"Ιωάννου, με την τελευταία να επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη γη ήταν δική της. Σε σχέση με την εξασφάλιση των χρημάτων για την αγορά του εν λόγω ακινήτου εκ μέρους του Selwood, ο κατηγορούμενος αρ. 1 πρότεινε στο Selwood ότι θα μπορούσε να το αγοράσει, πληρώνοντας το ποσό των €130.000,00 σε μετρητά και μεταβιβάζοντας παράλληλα στην Κατερίνα τα τρία τεμάχια που είχε ήδη αγοράσει στην Ίνια (τεμάχια 298, 301 και 302). Ο Selwood, εκτιμώντας την αξία του ως άνω τεμαχίου 88, το οποίο αποτελούσε τεμάχιο δίπλα από δρόμο και κοντά σε θάλασσα, όπως απεικονίζεται αυτό στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 5, αποφάσισε να το αγοράσει, αποδεχόμενος την ως άνω πρόταση του κατηγορούμενου αρ.
  7. Την ίδια ημέρα, μετά από απαίτηση του κατηγορούμενου αρ. 2 και της Κατερίνας Χ"Ιωάννου, ο Selwood, συνοδευόμενος από την οικιακή του βοηθό μετέβη σε τράπεζα, στην Τσάδα, όπου απέσυρε το ποσό των €8.000,00 από λογαριασμό του, παραδίδοντας το, ως προκαταβολή, στην Κατερίνα Χ"Ιωάννου η οποία μαζί με τον κατηγορούμενο αρ. 2 τον ανέμεναν έξω από την εν λόγω τράπεζα ευρισκόμενοι εντός του αυτοκινήτου του τελευταίου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 επισκέφθηκαν το Selwood στο σπίτι του, με τον κατηγορούμενο αρ. 1 να αναφέρει στο Selwood ότι θα έπρεπε να καταβάλει άλλες €10.000,00, ως προκαταβολή. Προς τούτο ο Selwood εξέδωσε και παράδωσε στον κατηγορούμενο αρ.1 σχετική επιταγή (τεκμήριο 20). Ταυτόχρονα, έδωσε τη συγκατάθεση του για να γίνει η ανταλλαγή των τριών τεμαχίων στην Ίνια που είχε ενωρίτερα αγοράσει, κατά τον τρόπο που του εισηγήθηκε ο κατηγορούμενος αρ.
  8. Το ζήτημα της μεταβίβασης και του εν λόγω τεμαχίου 88, αρ. εγγραφής 0/10140, ανέλαβε και πάλι ο κατηγορούμενος αρ.
  9. Ο Dennis Selwood εξέδωσε διάφορες άλλες επιταγές για την αξία του τεμαχίου 88 στο Λατσί, αρ. εγγραφής 0/10140, τις οποίες παρέδιδε στον κατηγορούμενο αρ.
  10. Σε σχέση με το εν λόγω τεμάχιο εξέδωσε τις επιταγές, τεκμήρια 18, 17, 16 και 15 αξίας €6.000,00, €20.000,00, €30.000,00 και €72.000,00, αντίστοιχα. Οι επιταγές τεκμήρια 20 και 17 εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο αρ. 1 ενώ οι επιταγές τεκμήρια 18, 16 και 15 εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο αρ.
  11. Παρεμβάλλεται ότι από τα αρχικά στάδια της συνεργασίας του Selwood με τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2, ο κατηγορούμενος αρ. 1, μετά την έκδοση της πρώτης επιταγής για την πληρωμή ποσών που αφορούσαν τα διάφορα ακίνητα, ζήτησε από το Selwood να μην συμπληρώνει επί των επιταγών το όνομα του δικαιούχου, καθότι θα το διευθετούσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ.1, εισήγηση που ακολούθησε ο Selwood, με αποτέλεσμα οι επιταγές που εξέδιδε και αφορούν ουσιαστικές πτυχές της υπό συζήτηση υπόθεσης στις πλείστες εκ των οποίων το όνομα του δικαιούχου ήταν συμπληρωμένο από τον κατηγορούμενο αρ.1 ή καθ' υπόδειξη του, να έχουν ως αρχικό δικαιούχο, είτε τον κατηγορούμενο αρ. 2, είτε τις υπαλλήλους του κατηγορουμένου αρ.1 (Μ.Κ.10 και Μ.Κ.14), είτε την Παναγιώτα Μιχαήλ. Σε κάποιο στάδιο, ο κατηγορούμενος αρ. 1 υπέδειξε στον Selwood, ο οποίος οχλούσε τον τελευταίο σε σχέση με την έκδοση του τίτλου επ' ονόματι του για το συγκεκριμένο ακίνητο, ότι υπήρχαν προβλήματα στην τιτλοποίηση του ως άνω τεμαχίου 88, αρ. εγγραφής 0/10140, αφού έπρεπε να καταβληθεί οφειλόμενος φόρος από την Κατερίνα Χ"Ιωάννου. Προέτρεψε παράλληλα τον Selwood να καταβάλει ο ίδιος το συγκεκριμένο φόρο, υποδεικνύοντας του πως ούτως ή άλλως η συγκεκριμένη αγορά στην οποία προέβη ήταν για τον ίδιο συμφέρουσα. Ο Selwood πείστηκε και προκειμένου να διευκολύνει την έκδοση τίτλου επ' ονόματι του, όπως του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο αρ. 1, εξέδωσε επιταγή ύψους €37.500,00 (τεκμήριο 19) την οποία παρέδωσε στον τελευταίο για να χρησιμοποιηθεί για τον πιο πάνω σκοπό. Παρά τις διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου αρ. 1 προς τον Selwood ότι θα διευθετούσε το ζήτημα της έκδοσης τίτλων, η τιτλοποίηση και του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι του Selwood δεν προχωρούσε. Ήταν σε αυτό το στάδιο που ο κατηγορούμενος αρ. 1, ψευδώς, ανάφερε στον Selwood πως ο λόγος που δεν μπορούσε να εκδοθεί σχετικός τίτλος, οφειλόταν στο γεγονός ότι στην απέναντι πλευρά του δρόμου που βρισκόταν το ακίνητο που αγόρασε, υπήρχε ακόμη ένα τεμάχιο, το οποίο ανήκε στην αδελφή της Κατερίνας, την Παναγιώτα Μιχαήλ (πρώην κατηγορούμενη αρ. 4) και ότι για να καταστεί δυνατή η έκδοση του τίτλου θα έπρεπε ο Selwood να αγοράσει και το συγκεκριμένο τεμάχιο. Επρόκειτο για το τεμάχιο με αρ. 88, αρ. εγγραφής 0/2743, Φ.Σχ.26/50 στο Προδρόμι της επαρχίας Πάφου. Στην πραγματικότητα, το εν λόγω ακίνητο ανήκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην εταιρεία Aristo Developers Ltd, ιδιοκτήτες οι οποίοι, όπως και οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 88 με αρ. εγγραφής 0/10140 ουδέποτε εξουσιοδότησαν τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 να πωλήσουν ή να διαπραγματευθούν ή να προβούν με οποιονδήποτε τρόπο σε συναλλαγή σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο τους. Η αγοραία αξία του εν λόγω τεμαχίου το 2014 ήταν €2.070.000,00 ενώ η αγοραία αξία του το 2012 ανερχόταν στο ως άνω ποσό ανάλογα προσαρμοσμένο με ετήσια αύξηση κατά 5%. Ο Selwood, στον οποίο υπεδείχθη το συγκεκριμένο τεμάχιο στο χάρτη, χωρίς να μεταβεί στην περιοχή για να το δει επιτόπου, πείστηκε και συμφώνησε να αγοράσει και το συγκεκριμένο τεμάχιο. Εξέδωσε προς τούτο τρεις επιταγές, (τεκμήρια 11, 13 και 14) αξίας €4.000,00, €55.000,00 και €5.000,00 αντίστοιχα. Η επιταγή τεκμήριο 13, με αρχική δικαιούχο την Παναγιώτα Μιχαήλ, εξαργυρώθηκε από αυτήν ενώ οι επιταγές, τεκμήριο 11 (με αρχικό δικαιούχο την Παναγιώτα Μιχαήλ) και τεκμήριο 14 (με αρχικό δικαιούχο τον κατηγορούμενο αρ. 2) εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο αρ.
  12. Παρεμβάλλεται ότι το Φεβρουάριο του 2012, ο κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε στον Selwood πως η Κατερίνα, λόγω προβλημάτων υγείας, ήθελε να πωλήσει τα τρία τεμάχια στην Ίνια που προγενέστερα είχε ανταλλάξει μαζί του ως μέρος του τιμήματος για την αγορά εκ μέρους του, του τεμαχίου 88, αρ. εγγραφής 0/10140 και ότι τα διέθετε σε χαμηλότερη τιμή από αυτήν που ο Selwood τα είχε αγοράσει αρχικά. Ακολούθησαν επισκέψεις στο σπίτι του Selwood, από τον κατηγορούμενο αρ. 1, τον κατηγορούμενο αρ. 2 και την Κατερίνα, μέχρι που ο Selwood πείσθηκε να αγοράσει εκ νέου τα τεμάχια 298, 301 και 302 στην Ίνια. Ειδικότερα, συμφώνησε να επαναγοράσει το τεμάχιο 298 για το ποσό των €50.000,00, το τεμάχιο 301 για το ποσό των €6.000,00 και το τεμάχιο 302 για το ποσό των €60.000,
  13. Σημειωτέον ότι το τεμάχιο 301 είχε τιτλοποιηθεί επ' ονόματι του ήδη από τις 31/01/2012 χωρίς τούτο να του έχει γνωστοποιηθεί. Εξέδωσε προς τούτο και παρέδωσε στον κατηγορούμενο αρ. 1 επιταγή ύψους €50.000,00 (τεκμήριο 47) για την αξία του τεμαχίου 298, επιταγή ύψους €6.000,00 (τεκμήριο 43) για την αξία του τεμαχίου 301 και επιταγές ύψους €20.000,00, €5.000,00 και €10.000,00 (τεκμήρια 44, 45 και 46 αντίστοιχα) για την αξία του τεμαχίου
  14. Στα πλαίσια της επαναγοράς των ως άνω τεμαχίων και ειδικότερα για το τεμάχιο 302, ο Selwood, πλήρωσε επίσης στον κατηγορούμενο αρ. 1 το ποσό των €20.000,00, αφού προηγουμένως εξαργύρωσε σχετική επιταγή που ήταν ο ίδιος δικαιούχος (self) (τεκμήριο 34) ως επίσης κατέβαλε το ποσό των €5.000,00 σε μετρητά. Οι επιταγές τεκμήρια 45 και 47 εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο αρ. 2, οι επιταγές τεκμήρια 43, 44 και 46 εξαργυρώθηκαν από την Μ.Κ.14, υπάλληλο του κατηγορούμενου αρ. 1, στον οποίο παρέδωσε τα χρήματα, των τριών επιταγών. Περί τον Απρίλιο-Μάιο του 2012, ο κατηγορούμενος αρ. 2 επισκέφθηκε τον Selwood στο σπίτι του και στην παρουσία της οικιακής βοηθού του τελευταίου, του έδωσε τίτλο ιδιοκτησίας, (τεκμήριο 103) αναφέροντας του ότι του τον έδωσε ο κατηγορούμενος αρ. 1 για να του τον παραδώσει. Ο Selwood που ανέμενε τον τίτλο για το ακίνητο στο Λατσί, διαπίστωσε ότι ο τίτλος αφορούσε ακίνητο στο χωριό Μαμούνταλη, το οποίο ουδέποτε του είχε υποδειχθεί και ουδέποτε συμφώνησε να αγοράσει. Αναφέροντας αμέσως το ζήτημα στον κατηγορούμενο αρ. 2, ο τελευταίος τον καθησύχασε, λέγοντας του ότι το χωριό Μαμούνταλη είναι στην περιοχή Λατσί. Αργότερα, όταν ο Selwood κοίταξε σε χάρτη, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κοντά στο ακίνητο θάλασσα, οπότε τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο αρ. 1 και του ανέφερε το γεγονός. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον κάλεσε στο εστιατόριο του, στη Γεροσκήπου. Ο Selwood μετέβη στο ως άνω εστιατόριο του κατηγορούμενου αρ. 1, επιστρέφοντας στον κατηγορούμενο αρ. 1 τον τίτλο που ενωρίτερα του παρέδωσε ο κατηγορούμενος αρ. 2, λέγοντας του ότι αφορούσε άλλο ακίνητο και όχι το ακίνητο που αγόρασε στο Λατσί. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 του ανέφερε ότι έγινε λάθος από το νομικό του τμήμα και ανάλαβε να το διορθώσει. Υποσχέθηκε επίσης στον Selwood ότι θα διευθετούσε και τους τίτλους των τεμαχίων 298 και 302 στην Ίνια. Στις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες του Selwood για την μη εξασφάλιση τίτλων σε σχέση με τα ακίνητα που αγόραζε (έγγραφες και προφορικές) ο κατηγορούμενος αρ. 1, σε κάποιο στάδιο του ανέφερε ότι σε σχέση με τα ως άνω τεμάχια 88, τα οποία ανήκαν δήθεν στις αδελφές Κατερίνα και Παναγιώτα, υπήρχε εκκρεμότητα που αφορούσε τη διαχείριση της περιουσίας των γονέων τους και η οποία θα έπρεπε να επιλυθεί για να μπορέσει να προωθηθεί η τιτλοποίηση τους επ΄ ονόματι του. Ήταν σε αυτό το πλαίσιο και στην προσπάθειά του να καθησυχάσει και να πείσει τον Selwood για το ζήτημα, που παρέδωσε στον τελευταίο φωτοτυπία των ταυτοτήτων των δύο πιο πάνω προσώπων, (τεκμήριο 106) τα οποία οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 του παρουσίαζαν ως ιδιοκτήτες των ακινήτων. Με δεδομένο, όπως του υπέδειξε ότι η ως άνω εκκρεμότητα αφορούσε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, διευθετήθηκε, μετά από απαίτηση του Selwood μετάβαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, δύο φορές, τόσο τον Ιούνιο του 2012 όσο και το Δεκέμβριο του 2012, όπου ο κατηγορούμενος αρ. 1 ως υπεδείκνυε, θα επιλαμβανόταν και θα επίλυε το όλο ζήτημα. Και στις δύο περιπτώσεις, πέραν του Selwood και της οικιακής του βοηθού, (Μ.Κ.12) των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2, μετέβησαν στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και οι Κατερίνα Χατζηιωάννου και Παναγιώτα Μιχαήλ. Στη μία των περιπτώσεων, οδηγός του ενός οχήματος που χρησιμοποιήθηκε για τη μετάβαση των πιο πάνω στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ειδικότερα του οχήματος του κατηγορούμενου αρ. 1, ήταν η θυγατέρα του Λουίζα Λεμονάρη, (Μ.Υ.4), χωρίς όμως η τελευταία να τους ακολουθήσει εντός του κτηρίου του Κτηματολογίου. Στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας ο κατηγορούμενος αρ. 1 δεν επέτρεπε στον Selwood να τον ακολουθήσει στα γραφεία στα οποία ο ίδιος εισερχόταν, υποδεικνύοντας του ότι δεν χρειαζόταν η δική του παρουσία, καθησυχάζοντας τον εκ νέου, μετά από κάθε επίσκεψη, ότι τελικά ήταν θέμα χρόνου να διευθετηθεί η έκδοση του σχετικού τίτλου επ' ονόματι του. Παρεμβάλλεται πως καθ' ον χρόνο ο Selwood «πίεζε» τον κατηγορούμενο αρ. 1 για να εξασφαλιστούν οι τίτλοι των τεμαχίων 88 που αγόρασε, ο κατηγορούμενος αρ. 1 ζήτησε από τον Selwood το ποσό των €7.400,00, προκειμένου, όπως του ανέφερε, να επισπευθεί η διαδικασία και να γίνει κατορθωτή η έκδοση του σχετικού τίτλου γρηγορότερα. Ο Selwood πείσθηκε προς τούτο και έδωσε στον κατηγορούμενο αρ. 1 ακόμη δύο επιταγές (τεκμήρια 49 και 50) αξίας €7.000,00 και €400,00 αντίστοιχα, οι οποίες εξαργυρώθηκαν από τον κατηγορούμενο αρ.
  15. Εντός του 2012, ο κατηγορούμενος αρ.1 ρώτησε τον Selwood αν ενδιαφερόταν να πωλήσει τα τεμάχια 572 και 301, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω τιτλοποιήθηκαν στο όνομα του Selwood. Ο τελευταίος ανέφερε στον κατηγορούμενο αρ. 1 ότι ενδιαφερόταν προς τούτο, αφού αντιμετώπιζε πλέον πρόβλημα ρευστότητας. Του προτάθηκε το ποσό των €45.000,
  16. Ο Selwood αποδέχτηκε την προσφορά και ο κατηγορούμενος αρ.1 εξέδωσε προς όφελος του μεταχρονολογημένη επιταγή, πληρωτέα στις 15.01.2013, ανάλογου ποσού (τεκμήριο 100). Με δεδομένο όμως ότι η εν λόγω επιταγή όταν κατατέθηκε στην τράπεζα δεν πληρώθηκε, δεν ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση των δύο ακινήτων. Με δεδομένο ότι ο Selwood ανησυχούσε για την καθυστέρηση στην έκδοση πιστοποιητικού εγγραφής στο όνομα του για τα ως άνω τεμάχια 88 με αριθμούς εγγραφής 0/10140 και 0/2743 καθώς και για τα υπόλοιπα τεμάχια που αγόρασε για τα οποία δεν εκδόθηκαν μέχρι τότε σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας, ο κατηγορούμενος αρ. 1, για να τον καθησυχάσει, του εξέδωσε και παρέδωσε, ως εγγύηση, μεταχρονολογημένη επιταγή, αξίας €500.000,00 (τεκμήριο 98) υποδεικνύοντας στον Selwood ότι στην περίπτωση που δεν του έδιδε τους σχετικούς τίτλους μέχρι την ημερομηνία που η επιταγή καθίστατο πληρωτέα, ήτοι στις 30.12.2012, ότι μπορούσε να την εξαργυρώσει. Παρά τις οχλήσεις του Selwood για παράδοση των σχετικών τίτλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την ημερομηνία που η ως άνω επιταγή (τεκμήριο 98) κατέστη πληρωτέα, ο κατηγορούμενος αρ. 1 δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω δέσμευση του. Ενόψει τούτου, ο Selwood κατέθεσε την επιταγή (τεκμήριο 98) στην τράπεζα, η οποία δεν πληρώθηκε. Παρεμβάλλεται ότι τόσο στην περίπτωση της επιταγής τεκμήριο 100 όσο και στην περίπτωση της επιταγής τεκμήριο 98, στις 27.12.2012, πριν από τις ημερομηνίες που η κάθε μια από αυτές θα καθίστατο πληρωτέα και πριν ο Selwood τις καταθέσει για πληρωμή στην τράπεζα, ο εκδότης τους, κατηγορούμενος αρ.1, είχε δώσει οδηγίες στην τράπεζα για μη πληρωμή τους, (τεκμήριο 136) δίδοντας τη ψευδή δικαιολογία ότι η συναλλαγή είχε ακυρωθεί. Αποτελεί εξάλλου εύρημα και κατάληξή μας, ότι τόσο το χειρόγραφο λεκτικό επί του τεκμηρίου 107 όσο και η συμπλήρωση της απόδειξης, τεκμήριο 108, πέραν της υπογραφής του Selwood επί τούτων, προστέθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο από την υπογραφή τους από τον Selwood, στην προσπάθεια να εξυπηρετηθεί, ενισχυθεί και προωθηθεί η εκδοχή του κατηγορούμενου αρ. 1 για τις συνθήκες που περιβάλουν την έκδοση και την συμπλήρωσή τους, θέσεις που έχουμε ήδη απορρίψει, υιοθετώντας τη θέση και την εκδοχή του Selwood επί του θέματος. Αποτελεί περαιτέρω εύρημά μας ότι ο κατηγορούμενος αρ.1, παρά το γεγονός ότι συστηματικά δεν υπέγραφε οποιαδήποτε απόδειξη παραλαβής διαφόρων επιστολών που του παρέδιδε ο παραπονούμενος σε σχέση με το ζήτημα της μη τιτλοποίησης ακινήτων που αγόραζε επ' ονόματι του, (βλ. τεκμήρια 93 και 95) στο πλαίσιο της προσπάθειας καθησυχασμού του Selwood ότι όλα έβαιναν καλώς για το ζήτημα, σε διάφορες περιπτώσεις, κατά τον τρόπο που ο Selwood εξήγησε στο Δικαστήριο, του παρέδωσε γραπτές διαβεβαιώσεις ότι θα εξασφάλιζε τους σχετικούς τίτλους εντός καθορισμένης ημερομηνίας (βλ. μεταξύ άλλων τεκμήρια 23 και 26) ενώ για τον ίδιο σκοπό, φρόντιζε να εφοδιάζεται με έγραφες δηλώσεις (βλ. μεταξύ άλλων τεκμήριο 94) της Κατερίνας και Παναγιώτας (πρώην κατηγορούμενες αρ3 και 4) θέλοντας να τον πείσει ότι έκανε τα πάντα για την εξασφάλιση των σχετικών τίτλων. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα μας, ότι για να καταστούν δυνατές οι μεταβιβάσεις των ακινήτων που τελικά τιτλοποιήθηκαν επ' ονόματι του Selwood, ο τελευταίος παραχωρούσε διάφορα πληρεξούσια έγγραφα στον κατηγορούμενο αρ. 1 και στην υπάλληλο του τελευταίου, Σταυρούλα Λάμπρου, (Μ.Κ.10) (τεκμήρια 21, 29 και 30). Τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα συμπλήρωνε ο κατηγορούμενος αρ. 1, χωρίς να διαβάζει ή να επεξηγεί στον Selwood το περιεχόμενο τους, καθησυχάζοντας τον ότι ήταν αναγκαία η υπογραφή τους για να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της μεταβίβασης των ακινήτων που αγόραζε επ' ονόματι του. Ο Selwood δεν ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε θέση να διαβάζει και να γράφει την ελληνική γλώσσα. Δύο εξ αυτών, ειδικότερα τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 03.02.2012 (τεκμήριο 21) και ημερ. 03.04.2012 (τεκμήριο 30) πιστοποιήθηκαν από την πιστοποιούσα υπάλληλο Χριστίνα Παύλου, (Μ.Κ.9) στην απουσία του Selwood, κατόπιν παράκλησης προς τούτο της υπαλλήλου του κατηγορούμενου αρ. 1 Σταυρούλας Λάμπρου. Ο κατηγορούμενος αρ. 1, εντελώς αυθαίρετα και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση του Dennis Selwood προς τούτο, συμπλήρωσε και περιέλαβε επί του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 03.02.2012, (τεκμήριο 21) ακίνητο στον Αστρομερίτη και το τεμάχιο 284 στο Μαμούνταλη, ως ειδικότερα αυτά περιγράφονται στο σχετικό τεκμήριο. Το ακίνητο στον Αστρομερίτη, ο ιδιοκτήτης του, Ζαχαρίας Ζαχαρόπουλος, (Μ.Κ.27) ουδέποτε το διαπραγματεύτηκε για σκοπούς πώλησης ούτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο για να το πωλήσει ενώ δε γνώριζε τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 ούτε είχε σχέση μαζί τους. Το ακίνητο στο Μαμούνταλη είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος αρ. 1 από το Σωκράτη Σωκράτους, υιό του κατηγορούμενου αρ. 2, έναντι του τιμήματος των €10.000 το οποίο κατέβαλε στον πωλητή ο κατηγορούμενος αρ. 1, χωρίς όμως ο τελευταίος να προχωρήσει άμεσα στην τιτλοποίηση του επ' ονόματι του. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 κάνοντας χρήση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 03.02.2012 (τεκμήριο 21) προχώρησε σε κατοπινό στάδιο στη μεταβίβαση επ' ονόματι του Selwood του τεμαχίου 284 στο Μαμούνταλη, χωρίς ο τελευταίος ποτέ να έχει συμφωνήσει στην αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Αποτελεί επίσης εύρημα μας, ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1, στα πλαίσια της διεκπεραίωσης διαφόρων κτηματολογικών εργασιών ή κατ' επίκληση τους, που ο ίδιος ή υπάλληλος του γραφείου του κατ' εντολή του εκτέλεσε σε σχέση με ακίνητα που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση και διασυνδέονται με τον Selwood, αντιλαμβανόμενος την εμπιστοσύνη που ο υπέργηρος Selwood είχε στο πρόσωπο του, θεωρώντας τον ικανό επαγγελματία, ζητούσε από τον τελευταίο να υπογράφει διάφορα έγγραφα χωρίς να του εξηγεί τη σημασία τους ή το περιεχόμενο τους και χωρίς να του δίδει αντίγραφα, περιοριζόμενος να διαβεβαιώνει τον Selwood ότι όλα ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση των εργασιών που του ανατέθηκαν και την τιτλοποίηση των ακινήτων που αυτός αγόραζε επ' ονόματι του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αρ. 1 ενώ παραλάμβανε από το Selwood διάφορες επιταγές, σε σχέση με ακίνητα που ο τελευταίος πίστευε ότι αγόραζε, μεθοδικά απέφευγε να συμπληρώνει το όνομα του ως δικαιούχου σε αυτές, φροντίζοντας στις πλείστες των περιπτώσεων αυτές να εξαργυρώνονται από τρίτα πρόσωπα (κατηγορούμενο αρ. 2 ή υπαλλήλους του) με τα ποσά που αυτές αντιπροσώπευαν να καταλήγουν στον ίδιο και στον κατηγορούμενο αρ. 2, αφού οι κατηγορούμενοι αρ.1 και 2 λειτουργούσαν σε συνεννόηση και υποστηρικτικά ο ένας προς τον άλλο καθ' ον χρόνο διενεργούσαν τις ως άνω ενέργειες τους σε βάρος του Selwood. Αποτελεί κατάληξη μας, επίσης, ότι το Νοέμβριο του 2012, μετά την πιστοποίηση εγγράφου για λογαριασμό του Selwood από την πιστοποιούσα υπάλληλο Χριστίνα Παύλου, (στη συγκεκριμένη περίπτωση στην παρουσία του Dennis Selwood και του κατηγορούμενου αρ. 1) ο κατηγορούμενος αρ. 1 αποχωρώντας από το γραφείο της ως άνω πιστοποιούσας υπαλλήλου, ζήτησε από τον Selwood €2.500,00, υποδεικνύοντας του ότι θα το κατέβαλλε στην Παύλου μετά από αξίωση της τελευταίας για τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε στον Selwood. Ο Selwood παρέδωσε το εν λόγω ποσό στον κατηγορούμενο αρ. 1 για να το δώσει στην ως άνω πιστοποιούσα υπάλληλο. Το συγκεκριμένο ποσό ουδέποτε κατεβλήθη στην ως άνω Χριστίνα Παύλου (Μ.Κ.9) από τον κατηγορούμενο αρ. 1, γεγονός που η ίδια σε ανύποπτο χρόνο επιβεβαίωσε τηλεφωνικά στον Selwood. Αποτελεί επίσης εύρημα μας ότι πράγματι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 σε πλείστες των περιπτώσεων (ως ειδικότερα τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από αριθμό μαρτύρων κατηγορίας - τραπεζικών υπαλλήλων και έγινε αποδεκτό) για σκοπούς εξαργύρωσης διαφόρων επιταγών που εξέδιδε ο Selwood, ανεξάρτητα ποιος από τους δύο ήταν ο δικαιούχος ή ο κομιστής μετέβαιναν μαζί στην τράπεζα κατά το στάδιο της εξαργύρωσης των επιταγών και της παραλαβής των χρημάτων.» Ο κατηγορούμενος αρ. 1, μετά την έγκριση αιτήματος του δικηγόρου του να αποχωρήσει από τη διαδικασία και να τον εκπροσωπεί, αίτημα που υπεβλήθη μετά την καταδίκη του, επέλεξε στο στάδιο των αγορεύσεων για σκοπούς μετριασμού της ποινής, να χειριστεί την υπόθεση του αυτοπροσώπως. Εξήγησε ότι ετοίμασε προς τούτο, σε συνεννόηση με δικηγόρους, γραπτό κείμενο (τεκμήριο 1) το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο υιοθετώντας το περιεχόμενο του. Σημειώνοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει απέναντι του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, υποδεικνύοντας ως μετριαστικούς παράγοντες, το χρόνο ο οποίος έχει παρέλθει από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, προκρίνοντας ότι ο ίδιος δεν συντέλεσε στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε τόσο στη διερεύνηση της υπόθεσης όσο και στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Παρέπεμψε επίσης στο λευκό ποινικό του μητρώο, ενώ αναφερόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο σχετικής έκθεσης κοινωνικής έρευνας του αρμόδιου Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον ίδιο, σημείωσε το γεγονός ότι η δημοσιότητα της παρούσας υπόθεσης προκάλεσε στον ίδιο τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στον επαγγελματικό τομέα, καταστρέφοντας ουσιαστικά την επαγγελματική του σταδιοδρομία, αφού πέραν της κακής φήμης που έχει υποστεί το κτηματομεσιτικό του γραφείο, ορατός είναι ο κίνδυνος να απωλέσει την επαγγελματική του άδεια ως κτηματομεσίτης, επάγγελμα που άσκησε για 35 χρόνια, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι «κατείχα για τέσσερα χρόνια την θέση του προέδρου στο Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο» ενώ για δύο χρόνια ήταν πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κτηματομεσιτικών (FIABCI) εκπροσωπώντας την εν λόγω Ομοσπονδία στα Ηνωμένα Έθνη στον Λίβανο για ένα χρόνο. Η αγωνία του για την εξέλιξη της υπόθεσης και η τεράστια ταλαιπωρία που έχει υποστεί τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του, αποτελεί για τον ίδιο, υπέδειξε, τη μεγαλύτερη τιμωρία που θα μπορούσε να υποστεί. Σημείωσε το γεγονός ότι πριν από έξι περίπου μήνες, θυγατέρα του έχει διαγνωστεί με «Σκλήρυνση κατά πλάκα», γεγονός που τον επηρέασε τόσο συναισθηματικά όσο και ψυχολογικά αφού δεν μπορεί να προσφέρει σε αυτήν αλλά και στην οικογένεια του στήριξη και βοήθεια. Αναφερόμενος στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό ιατρικών γνωματεύσεων, αποτελεσμάτων ιατρικών εξετάσεων και ιατρικών σημειωμάτων (τεκμήρια Β-Ζ ως αναφέρονται και επισυνάπτονται στη γραπτή του αγόρευση, τεκμήριο 1) σημειώνοντας ότι από το 1985 πάσχει από σοβαρής μορφής αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα αποτέλεσμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, με συνέπεια να αντιμετωπίζει προβλήματα κινητικότητας κυρίως στον αυχένα και στο δεξί του πόδι. Υπέδειξε περαιτέρω ότι πάσχει από χρόνια κολίτιδα, η οποία προκαλεί στον ίδιο χρόνιες διάρροιες, δυσπεψία και κοιλιακά άλγη. Αντιμετωπίζει επίσης πρόβλημα αρτηριακής υπέρτασης, υποφέροντας σχεδόν καθημερινά από σοβαρούς πονοκεφάλους και υπερτασικές κρίσεις. Για την αντιμετώπιση των ως άνω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενίοτε ενέσιμη ενώ είναι απαραίτητες οι φυσιοθεραπείες. Παράλληλα θα πρέπει να υποβάλλεται συχνά σε εξετάσεις με λήψη βιοψιών. Περαιτέρω, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με τα δόντια του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να φάει, αφού τα μπροστινά του δόντια έχουν εμφυτεύματα τα οποία πρέπει να καλυφθούν με νέα δόντια. Παραπέμποντας τέλος σε ενδεικτική νομολογία σε σχέση με αδικήματα που κρίθηκε ότι διέπραξε, υποστήριξε ότι η όποια ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει την ποινή που θα του επιβληθεί στα γενεσιουργά αδικήματα αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε διπλή τιμωρία για τον ίδιο και ως εκ τούτου παραβίαση του συντάγματος. Συμπληρωματικά των όσων καταγράφονται στην ως άνω γραπτή αγόρευση (τεκμήριο 1) ο κατηγορούμενος αρ. 1 επέκρινε τη στάση και συμπεριφορά του τελευταίου δικηγόρου του απέναντι του, χαρακτηρίζοντας αυτή όσον αφορά την οικονομική πτυχή της συνεργασίας τους, αψυχολόγητη, απρεπή και εχθρική, που σκοπό είχε να πλήξει και να επηρεάσει άμεσα και έμμεσα την όλη αξιοπιστία και το κύρος του και κατ΄ επέκταση να προσπαθήσει να επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση και την εικόνα του. Σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, υπέδειξε περαιτέρω ότι ο ίδιος όπως και όλα τα αδέλφια του είναι αυτοδημιούργητοι αφού από την ηλικία των 10 ετών εργαζόταν καθημερινά, δηλώνοντας περήφανος για όσα έχει κάνει μέχρι σήμερα, τα τέσσερα παιδιά και την οικογένεια του. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αρ. 2, υπέδειξε ότι ο τελευταίος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, μεταμελήθηκε, ενώ ζητώντας συγνώμη και απολογούμενος τόσο προς τον παραπονούμενο όσο και προς ολόκληρη την κοινωνία, ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 αντιλήφθηκε σε κάποια φάση ότι επρόκειτο για εξαπάτηση του παραπονούμενου, στην οποία συμμετείχε. Κάλεσε ωστόσο το Δικαστήριο να μην παραβλέψει το γεγονός ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ο «ιθύνων νους» ήταν ο κατηγορούμενος αρ. 1, προκρίνοντας ότι η εμπλοκή του κατηγορούμενου αρ. 2 στην εξαπάτηση του παραπονούμενου, έγινε μετά από την επινόηση από τον πρώτο κατηγορούμενο του σχεδίου εξαπάτησης και στην πορεία της εξέλιξης της συνεργασίας των δύο κατηγορουμένων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «μπορεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να ήταν στο μέτωπο της μάχης υποδεικνύοντας τα τεμάχια στον Dennis Selwood και δικαιούχος των πλείστων επιταγών και να γνώριζε όπως είναι και εύρημα σας, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές το σχέδιο εξαπάτησης, αλλά τα λάφυρα της μάχης τα πήρε ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος σαν στρατηγός κατέστρωσε το σχέδιο και έδιδε εντολές στο δεύτερο κατηγορούμενο και στους υπαλλήλους του.» Υποστήριξε ότι δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος αρ. 2 συνεργάστηκε με τις ανακριτικές αρχές τόσο με την θεληματική του ομολογία όσο και την υπόδειξη συγκεκριμένου τεμαχίου στο Λατσί, ως επίσης δίδοντας συγκεκριμένες πληροφορίες στους ανακριτές, (εννοώντας την πληροφόρηση ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 κατά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων μετέφερε τα χρήματα στην Ελλάδα και τα επένδυε σε αγορά ακινήτων) οι οποίες όμως δεν αξιολογήθηκαν. Το γεγονός επίσης ότι δεν του προτάθηκε να αποτελέσει μάρτυρα κατηγορίας ενώ ήταν διατεθειμένος να το πράξει, θα πρέπει επίσης να προσμετρηθεί προς όφελος του ως ένδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας, παρά το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου. Έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στη νομολογιακή αρχή ότι δεν επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή για την κατηγορία της συνωμοσίας όπου επιβάλλονται ποινές για το σκοπό της συνωμοσίας ο οποίος υλοποιήθηκε, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου αρ. 2 θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια ενιαία ενέργεια που καλύπτει σειρά παρόμοιων αδικημάτων εναντίον του ίδιου θύματος, ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της συνολικότητας της ποινής. Σημείωσε ως επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα το χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και την καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης και την καταχώρηση της στο Δικαστήριο. Υιοθετώντας όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου τη σχετική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, υπογράμμισε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 έζησε μια ταλαιπωρημένη ζωή, αποτέλεσμα των δύσκολων οικονομικών συνθηκών κάτω από τις οποίες μεγάλωσε, στερούμενος της βασικής μόρφωσης και ότι όντας σε πολύ δύσκολη θέση οικονομικά, απελπισμένος, διαζευγμένος και χωρίς να έχει σχέση με τα παιδιά του, υπήρξε ευάλωτος στις προτροπές του κατηγορούμενου αρ. 1 και παρασύρθηκε συνεργαζόμενος με τον κατηγορούμενο αρ. 1 προς εξαπάτηση του παραπονούμενου. Υποδεικνύοντας περαιτέρω το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου αρ. 2 και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, παθολογικά (διαβήτη) και ψυχολογικά, (παρουσιάζει συμπτώματα κατάθλιψης, αγχώδους διαταραχής και κρίσης πανικού) για την αντιμετώπιση των οποίων λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, παρέπεμψε επί τούτου σε ιατρικά πιστοποιητικά - βεβαιώσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την πρόοδο της διαδικασίας. Εισηγούμενος ότι η ευθύνη του, συγκρινόμενη με αυτήν του κατηγορούμενου αρ.1 είναι πολύ περιορισμένη, υποστήριξε ότι θα πρέπει να υπάρξει αντίστοιχη διαφοροποίηση στις ποινές που θα επιβληθούν στους δύο. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να εξαντλήσει την επιείκεια του προς όφελος του κατηγορούμενου αρ. 2, εισηγούμενος παράλληλα ότι υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η αναστολή τυχόν επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε αυτόν. Σύμφωνα με κοινωνικοοικονομική έκθεση που συντάχθηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, σε μια προσπάθεια πληρέστερης πληροφόρησης του τελευταίου για σκοπούς της παρούσας ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου αρ. 1, ο τελευταίος είναι 63 ετών. Γεννήθηκε στην Πάφο, ένατος στη σειρά από 16 αδέλφια. Οι γονείς του, γεωργοί στο επάγγελμα, έχουν αποβιώσει ενώ οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται ως καλές. Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο, υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία ενώ στη συνέχεια μετέβη στην Ελλάδα όπου ολοκλήρωσε σπουδές στην Ανώτερη Δημόσια Σχολή Εμπορικού Ναυτικού. Ως αξιωματικός εμπορικού ναυτικού, ταξίδευσε σε διάφορες χώρες για 8 χρόνια. Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάζεται έκτοτε ως κτηματομεσίτης, διατηρώντας δικό του γραφείο. Για δύο χρόνια διετέλεσε πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Κτηματομεσιτών και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κτηματικών Επαγγελμάτων που εδρεύει στο Παρίσι. Το 1983 παντρεύτηκε τη σύζυγο του, Μαρίνα Λεμονάρη, η οποία εργάζεται στο κτηματομεσιτικό τους γραφείο, με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά, ηλικίας 33 ετών, 30, 26 και
  17. Η πρώτη του θυγατέρα, έγγαμη, διαμένει με το σύζυγο και την οικογένεια της στο Λονδίνο, ενώ ο ίδιος πριν την κράτηση του διέμενε με τη σύζυγο του και τα τρία άλλα παιδιά του σε ιδιόκτητη κατοικία 4 υπνοδωματίων. Αντιμετωπίζει προβλήματα κινητικότητας λόγω της μόνιμης αγκυλοποιητικής σπονδυλοπάθειας η οποία του προκαλεί πόνους έχοντας επηρεάσει σοβαρά την οδοντοστοιχία του, ενώ έχει υποβληθεί σε εγχείριση στο πόδι όπου έχουν τοποθετηθεί βίδες. Αντιμετωπίζει επίσης, όπως ανέφερε, πολύποδα στο έντερο και κοίλη που χρειάζονται χειρουργική επέμβαση. Στην κοινωνική λειτουργό που ετοίμασε την έκθεση δεν αναφέρθηκαν προβλήματα εθισμού σε αλκοόλ και ουσίες Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ. 2, (Πανίκο Καλαϊτζή) αναφέρεται σε σχετική κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε επίσης από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας για τον πιο πάνω σκοπό, ότι ο τελευταίος γεννήθηκε στην Ίνια της επαρχίας Πάφου και είναι ο μικρότερος από έξι αδέλφια. Οι γονείς του έχουν αποβιώσει. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται ως καλές. Φοίτησε μέχρι το δημοτικό, πλην όμως για οικονομικούς λόγους αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του. Υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία, ενώ μέχρι και το 2014 διατηρούσε δικό του κατάστημα με ελαστικά αυτοκινήτων, του οποίου όμως τη λειτουργία αναγκάστηκε να τερματίσει ενόψει μείωσης του κύκλου εργασιών και δημιουργίας χρεών. Ο ίδιος έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ενώ έκτοτε, λόγω ανεργίας, συντηρείται με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Το 1988 παντρεύτηκε, πλην όμως μετά από 25 χρόνια έγγαμου βίου, λόγω προβλημάτων στο γάμο του, χώρισε. Από το γάμο του απέκτησε 4 παιδιά, ηλικίας 28, 24, 23 και 22 ετών με τα οποία δεν διατηρεί οποιεσδήποτε σχέσεις. Παρά το γεγονός ότι στην ως άνω έκθεση καταγράφεται από τη λειτουργό που την ετοίμασε ότι ο ίδιος σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται δηλώνει αθώος, αναφέροντας ότι έχει εξαπατηθεί, ενώ σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του αναφέρεται ότι εκτός από διαβήτη, για τον οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή δεν παρουσιάζει άλλα προβλήματα υγείας ή και εθισμό σε αλκοόλ και ουσίες, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, δήλωσε ότι δεν υιοθετείται από την πλευρά του κατηγορούμενου αρ.2 η ως άνω θέσεις, μεταφέροντας ταυτόχρονα στο Δικαστήριο την παραδοχή του κατηγορουμένου, τη συγνώμη και τη μεταμέλεια του για τα αδικήματα που κρίθηκε ότι διέπραξε σε βάρος του παραπονούμενου, θέτοντας ταυτόχρονα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα προβλήματα ψυχικής υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, με παραπομπή σε ανάλογες ιατρικές βεβαιώσεις. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον κατηγορούμενο αρ. 1 και τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 2 κατά την αγόρευση τους για μετριασμό της ποινής, στην έκταση που τούτο μπορεί να αξιολογηθεί για τον πιο πάνω σκοπό και στο βαθμό που βεβαίως νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Λάβαμε επίσης υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο των εκθέσεων κοινωνικής έρευνας αλλά και όσα η πλευρά του κάθε κατηγορούμενου υπέδειξε, συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες των τελευταίων, υπό την αίρεση βεβαίως ότι οι αναφορές και τοποθετήσεις τους δεν συγκρούονται με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως επίσης τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό μας. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι κρίθηκε ότι διέπραξαν, εναργώς αντανακλάται στο ύψος της προβλεπόμενης κατά ανώτατο όριο ποινής στο Νόμο. Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000,00 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η ίδια κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης, προβλέπεται και για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κλοπής υπό αντιπροσώπου σε σχέση με τις κατηγορίες 43 και 44 (Ν. 84(Ι)/2012ημερ. 29.06.2012). Σημειώνουμε ότι για το ίδιο αδίκημα (κλοπή υπό αντιπροσώπου) που αφορά η κατηγορία 42, ενόψει του χρόνου διάπραξης του, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα δέκα χρόνια. Για τα αδικήματα των δόλιων συναλλαγών σε ακίνητη περιουσία προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης 7 ετών, ενώ η ίδια ποινή φυλάκισης προβλέπεται και στη συνωμοσία προς διάπραξη του εν λόγω κακουργήματος. Για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ενώ η ίδια ποινή φυλάκισης προβλέπεται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του εν λόγω κακουργήματος. Για το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ενώ για το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια. Η ίδια ποινή φυλάκισης προβλέπεται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του εν λόγω κακουργήματος. Για το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια, ενώ ποινή φυλάκισης 2 ετών προβλέπεται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος. Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με τη αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλέπε σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, σελ. 3 του Γ. Ν. Πική και Republic v. Georghiou 22 C.L.R. 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά και της κοινωνίας στο σύνολο της. Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα, αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο και πολλές φορές βασανιστικό έργο της επιμέτρησης της ποινής (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 και Γεν. Εισαγγελέας v Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402, όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Αποτελεί άλλωστε αξίωμα ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση, δεν μειώνεται η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή, στη βάση των ειδικότερων γεγονότων που την περιβάλουν, να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Ταυτόχρονα, όμως, η διεργασία της εξατομίκευσης της ποινής, δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που δυνατόν να επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Ομοίως δεν θα πρέπει να πλήττει, κατά τρόπο που να εξουδετερώνει, την αποτελεσματικότητα του νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, Ilie κ.α. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282). Επιβάλλεται, πάντα, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας των συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τις συνθέτουν, ως επίσης με τις ιδιαιτερότητες του συνθηκών του παραβάτη (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Έφ. 212/2013, ημερ. 05.02.2015 και L.C.A. DOMIKH LTD ν. R. Κ. A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α. Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.03.2015). Παραμένοντας στο πεδίο της χρησιμότητας του δικαστικού προηγούμενου στο πεδίο της ποινολογικής μεταχείρισης, παραπέμπουμε στον λόγο της Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 όπου σημειώθηκαν, διά του Νικήτα, Δ. σχετικά τα ακόλουθα: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι΄ αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοϊνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο.» Αναφορικά με τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο πρώτος κατηγορούμενος, στα πλαίσια της θεμιτής του στόχευσης να οριοθετήσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ποινολογικής μεταχείρισης του - την οποία μελετήσαμε πολύ προσεκτικά όπως και άλλη σχετική - θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καμιά από τις προβληθείσες αυθεντίες δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πανομοιότυπη ή έστω παρόμοια με την παρούσα, αφού κάθε μια από αυτές διακρίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επί ουσιαστικών πτυχών, όπως σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την ύπαρξη ιδιάζουσων προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων των κατηγορουμένων, την ύπαρξη ή ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών, την έκταση της εμπλοκής των κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων, το νεαρό ή το προχωρημένο της ηλικίας τους, τη θέση και το ρόλο τους στo οικογενειακό τους περιβάλλον και άλλα. Αυτονόητο είναι βέβαια και καλά συνταγματικά κατοχυρωμένο, το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να αρνηθεί τις κατηγορίες οι οποίες του αποδίδονται. Η άρνηση κάποιου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για την ποινή. Δεν μπορεί ασφαλώς να τιμωρηθεί για αυτό. Ωστόσο, η άρνηση εκ μέρους ενός κατηγορούμενου στις κατηγορίες που του αποδίδονται στερεί από τον τελευταίο τις περαιτέρω εκείνης επιείκειας που επιδεικνύεται προς ένα πρόσωπο που άμεσα και ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας παραδέχεται τα εγκλήματα του (βλ. Kolev ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197). Ως έχει υποδειχθεί άλλωστε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή δεδομένου ότι καταδεικνύει εμπράκτως την μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου και θέτει τέρμα στη διαπίστωση της ενοχής του μέσα από ακροαματική διαδικασία, διασώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο και χρήμα. Δεν παραβλέπουμε την εκφρασθείσα μεταμέλεια του κατηγορούμενου αρ. 2 και τη συγνώμη του προς τον παραπονούμενο αλλά και ευρύτερα προς το κοινωνικό σύνολο για τα αδικήματα που διέπραξε σε βάρος του παραπονούμενου, όπως αυτή μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε την άρνηση του στο σύνολο των κατηγοριών που του αποδίδονταν. Μειωμένο ασφαλώς το εκτόπισμα της, ως η νομολογία υποδεικνύει, αφού ήλθε πολύ καθυστερημένα, μετά την καταδίκη του και πριν την επιβολή της ποινής (βλ. Ισιδώρου v. G.M. Cristofi Enterpr. Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60 και Χαραλάμπους Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Η υπόδειξη δε του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι εξαρχής ο κατηγορούμενος αρ. 2 επέδειξε διάθεση συνεργασίας με τις αστυνομικές αρχές προβαίνοντας σε θεληματική κατάθεση και δηλώνοντας την πρόθεση του να αξιοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, (την θεληματικότητα της οποίας εν πάση περιπτώσει αρνήθηκε κατά το στάδιο που επιχειρήθηκε η παρουσίαση της στο Δικαστήριο) δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίδραση, με δεδομένη, την ωφελιμιστική προσέγγισή του στο όλο ζήτημα, αδιαφορώντας προφανώς για την υποχρέωσή του να βοηθήσει το Δικαστήριο στην κατάδειξη της αλήθειας, εμμένοντας στην άρνηση του στη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, στις 02.08.2017. Σε ότι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, τις οποίες επίσης λαμβάνουμε υπόψη, έχουμε πάντα κατά νου το περιεχόμενο των κοινωνικοοικονομικών εκθέσεων του αρμόδιου Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για τους ως άνω κατηγορούμενους, ως επίσης όσα συμπληρωματικά έχουν τεθεί υπόψη μας για το ζήτημα από την πλευρά τους, τα οποία και συνεκτιμούμε, όπως λαμβάνουμε επίσης υπόψη προς όφελός τους, την ηλικία τους και τα διάφορα προβλήματα υγείας που ο κάθε ένας από αυτούς αντιμετωπίζει. Έχουμε πάντα κατά νου τη νομολογιακή υπόδειξη, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Khalife ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, πως αν λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Συνεκτιμήσαμε την ταλαιπωρία την οποία λογικά αναμένεται ότι θα επέλθει στους κατηγορούμενους συνεπεία των διαφόρων προβλημάτων υγείας που ο κάθε ένας από αυτούς αντιμετωπίζει σε περίπτωση εγκλεισμού τους στις κεντρικές φυλακές (βλ. κατά αναλογία Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 144). Σημειώνουμε, ωστόσο, πως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αυτής της ποινής (βλ. Attorney General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 A.A.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Πoιν. Έφ. 28/2014 ημερ. 24.02.2014 και R. v. Hall
(2013)Cr.L.R. 426, C.A.) Άλλωστε, σε κάθε τέτοια περίπτωση, αναμένεται ότι οι αρχές του σωφρονιστικού ιδρύματος, επιδεικνύοντας την ανάλογη και απαιτούμενη προσοχή και φροντίδα, αν παραστεί ανάγκη και απαιτηθεί, θα παράσχουν, σε κάθε κατηγορούμενο που το έχει ανάγκη, κάθε απαραίτητη ιατρική φροντίδα και βοήθεια. Υποδείχθηκε περαιτέρω από την πλευρά του κατηγορουμένου αρ. 1, ως επιπρόσθετος μετριαστικός παράγοντας, η αγωνία του για την εξέλιξη της υπόθεσης και η ταλαιπωρία που έχει υποστεί τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του καθ' όλο το διάστημα από τη σύλληψη του στα πλαίσια της αστυνομικής διερεύνησης της υπόθεσης μέχρι και σήμερα, σε συνδυασμό τούτο με την ανεπανόρθωτη ζημιά του στον επαγγελματικό τομέα, αποτέλεσμα της δημοσιότητας που έλαβε η υπό συζήτηση υπόθεση. Λαμβάνουμε ασφαλώς υπόψη τις συνέπειες που αναπόφευκτα θα προκληθούν ένεκα της καταδίκης του κατηγορουμένου αρ. 1 στην επαγγελματική του φήμη και το ορατό ενδεχόμενο, ως τέθηκε υπόψη μας χωρίς να αμφισβητηθεί, να απωλέσει την επαγγελματική του άδεια ως κτηματομεσίτης. Παραπέμποντας στον λόγο της Σουτζιής ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, δεν μπορούμε ασφαλώς παρά να υποδείξουμε ότι η όποια δημοσιότητα σε σχέση με την πορεία της υπό συζήτηση υπόθεσης, αποτελεί ουσιαστικά εξωγενή παράγοντα, ο οποίος δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως εξωδικαστική τιμωρία δυνάμενη να οδηγήσει στη μείωση της ποινής. Το ανθρωπίνως κατανοητό εξάλλου συναίσθημα του άγχους και της αγωνίας που προφανώς διακατέχει έναν κατηγορούμενο για την εξέλιξη μιας ποινικής διαδικασίας που τον αφορά, ανάλογα συνεκτιμάται, πλην όμως δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως με δεδομένη την άρνηση στις κατηγορίες που του αποδίδονταν, ακολουθήθηκε η εκ του νόμου ενδεδειγμένη πορεία της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας για την απονομή της δικαιοσύνης. Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, αποτελεί επίσης παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της επιβολής της ποινής, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο όσον αφορά την έκταση αλλά και το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί. Η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής με την τελευταία να μην ασκεί τον αναμορφωτικό της ρόλο για τον κατηγορούμενο, ενώ ορατό είναι το ενδεχόμενο οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο μεσοδιάστημα να αλλάξουν ριζικά, κατά τρόπο που αυτό να δύναται να επιδράσει - ορισμένες φορές καταλυτικά - στην επιλογή του είδους της ποινής. Η καθυστέρηση εξάλλου, τόσο στη διερεύνηση της υπόθεσης όσο και στην καταχώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι αυταπόδεικτο ότι υπήρξε παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των διαφόρων αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι κρίθηκε ότι διέπραξαν, μέχρι την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Χωρίς επ' ουδενί να παραγνωρίζουμε την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν παραβλέπουμε, ταυτόχρονα, την πληθώρα ζητημάτων που θα έπρεπε να διερευνηθούν και να αξιολογηθούν από τους ανακριτές και την αναγκαιότητα αναζήτησης και συγκέντρωσης πληθώρας στοιχείων και μαρτυρίας στο πλαίσιο της διερεύνησης μιας πολύπλοκης όσον αφορά τα γεγονότα υπόθεσης. Ούτε παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου να προωθήσει με την δέουσα σπουδή και αποφασιστικότητα την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης, όπως αυτές αποτυπώνονται στα πρακτικά της διαδικασίας, οφειλόταν σε κάποιο βαθμό και στους ίδιους τους κατηγορουμένους, είτε ως αποτέλεσμα (σε κάποιες περιπτώσεις) αχρείαστα εκτεταμένης αντεξέτασης μαρτύρων, (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671) είτε ως αποτέλεσμα της αναγκαιότητας που προέκυπτε για αλλαγή δικηγόρων των κατηγορουμένων, είτε ως αποτέλεσμα ασθενειών, τραυματισμών, ακόμα και χειρουργικών επεμβάσεων κατηγορουμένων που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, στη βάση των αρχών της νομολογίας, η παρέλευση ικανού χρόνου από τη διάπραξη του κάθε αδικήματος για το οποίο οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 καταδικάστηκαν, δεν μπορεί παρά να έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που θα έδει να επιβληθεί. Το Δικαστήριο και στην υπό συζήτηση περίπτωση εκτιμά το χρόνο που έχει έκτοτε διαρρεύσει, ως ένα επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα χωρίς όμως να προσεγγίζει το ζήτημα κατά τρόπο απομονωμένο. Ως η νομολογία καταδεικνύει, ο παράγοντας αυτός, αν και μετριαστικός δεν μπορεί από μόνος του να εξουδετερώνει τους σκοπούς μιας ποινής και κάθε άλλο στοιχείο και επιβαρυντικό παράγοντα, όπως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση διέπραξαν (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003 2 Α.Α.Δ. 123 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποιν. Έφ. 5/2016, ημερ. 01.03.2016). Η αναστολή της ποινικής δίωξης σε βάρος των πρώην κατηγορουμένων αρ. 3 και 4, συγκατηγορούμενων των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 για κάποια τουλάχιστον από τα αδικήματα που οι τελευταίοι κρίθηκε ότι διέπραξαν, με δεδομένο ότι η ως άνω αναστολή της διαδικασίας σε βάρος τους δεν οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση των συγκεκριμένων προσώπων, αλλά ήταν το αποτέλεσμα, αφενός για την υπερήλικη κατηγορούμενη αρ. 3, του γεγονότος ότι ιατροσυμβούλιο κατέληξε πως η τελευταία λόγω ψυχιατρικών προβλημάτων αδυνατούσε να διαχειριστεί τις προσωπικές της υποθέσεις, μεταξύ αυτών και τις δικαστικές, ενώ για την υπερήλικη κατηγορούμενη αρ. 4, πέραν της προχωρημένης της ηλικίας, λόγω σειράς προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε -περιλαμβανομένης χειρουργικής επέμβασης στην οποία υπεβλήθη - με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ομαλή προώθηση της ακροαματικής διαδικασίας, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως ένας επιπρόσθετος μετριαστικός παράγοντας για την πλευρά των κατηγορουμένων. Η προβληθείσα θέση του κατηγορουμένου αρ. 1, ότι δηλαδή η ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει την ποινή που θα επιβληθεί στα γενεσιουργά αδικήματα, υποδεικνύοντας ότι δεν θα ήταν ορθό, καθ΄ ην έκταση θα τιμωρηθεί για το γενεσιουργό αδίκημα το οποίο αποτελεί τον πυρήνα του εγκλήματος να επιβληθεί ποινή μεγαλύτερη για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, το οποίο πηγάζει ουσιαστικά από τα γεγονότα του γενεσιουργού αδικήματος, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να τιμωρηθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, αποτελεί θέση που δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε. Έχοντας κατά νου το λόγο της Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, είναι φανερό πως η κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διακρίνεται νομοθετικά (με διαφορετικό και το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής) από το γενεσιουργό κάθε φορά αδίκημα. Το ζήτημα, φαίνεται να απασχόλησε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.2016, όπου υποδείχθηκε, αφενός μεν ότι δεν έχει καθιερωθεί νομική αρχή ότι είναι αντινομικό ή παράλογο να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο δεύτερο, διακεκριμένο νομοθετικά από το πρώτο αδίκημα, ενώ παράλληλα υπεδείχθη ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το νομοθέτη και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν. Στην ίδια απόφαση, σημειώθηκε περαιτέρω ότι αντίθετη προσέγγιση, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση της δικαστικής στη νομοθετική εξουσία και κατά συνέπεια παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (βλ. επίσης την πρόσφατη απόφαση στην Ορέστης Βασιλείου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 12-17/2015, ημερ. 04.07.2017, όπου επιβεβαιώθηκε ο λόγος της Μαληκκίδη (ανωτέρω) για το ζήτημα). Δεν παραβλέπουμε ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν σε βάρος του παραπονούμενου, έχουν, σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης, υπονομεύοντας τις συναλλαγές, πραγματικότητα που από μόνη της επιβάλει την αυστηρή αντιμετώπιση μέσω της επιβολής ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ κατ' αναλογία Φίλιππος Τάσσου Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505). Τα γεγονότα που περιβάλουν εξάλλου την παρούσα υπόθεση, ως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο, καθιστούν τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ιδιαίτερα επιβαρυντικές, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε ενδοιασμό ή αναστολή, προκειμένου να επιτύχουν το στόχο τους. Εκμεταλλευόμενοι με το χειρότερο δυνατό τρόπο την εμπιστοσύνη που επιδείκνυε στο πρόσωπο τους ο υπερήλικας παραπονούμενος, στηριζόμενος στην επαγγελματική ιδιότητα του κατηγορούμενου αρ. 1 αλλά και στη σχέση που ανέπτυξε με τον τελευταίο και τον κατηγορούμενο αρ. 2, έδρασαν σε βάρος του, κατ΄ επανάληψη, όχι μόνο κατά τρόπο απαράδεκτο αλλά και θρασύ. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, στο πλαίσιο της εξαπάτησης και της οικονομικής αφαίμαξης του παραπονούμενου που επιχειρούσαν, δεν δίστασαν, όχι μόνο να του εισηγηθούν και να του «πωλήσουν» ακίνητα για τα οποία δεν είχαν καμία εξουσιοδότηση προς τούτο, αλλά παράλληλα ο παραπονούμενος οδηγήθηκε από αυτούς να συμφωνήσει στην δήθεν επιστροφή ακινήτων τα οποία αρχικά του υπέδειξαν να «αγοράσει», (ως μέρος δήθεν τιμήματος αγοράς «ανύπαρκτου» ακινήτου το οποίο του εισηγήθηκαν να «αγοράσει») πείθοντας τον στη συνέχεια να «επαναγοράσει» τα ως άνω ακίνητα. Απασχόλησε το Δικαστήριο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου αρ. 2 για διαφοροποίηση των ποινών μεταξύ των κατηγορουμένων. Η διαφοροποίηση της ποινής κατηγορουμένων στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, οι οποίοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για τα ίδια αδικήματα, είναι κάτι επιτρεπτό όταν οι δύο περιπτώσεις δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή και δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 28
(1)του Συντάγματος. (βλ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 354). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος, δεν αποδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, διασφαλίζοντας μόνο έναντι αυθαίρετων διακρίσεων, χωρίς ταυτόχρονα να αποκλείει εύλογες διακρίσεις τις οποίες δυνατόν να δικαιολογούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Στην Παναγιώτου (ανωτέρω) υιοθετείται το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 45 του συγγράμματος Sentencing References 1998 του David Thomas: «There is no disparity if a difference in sentence reflects a difference in the respective responsibilities of the offenders, or a difference in their ages, previous convictions, or the existence of personal mitigating factors peculiar to one of them. Where one offender has the benefit of the personal mitigation which is not available to the other offenders, the other offenders should not be given the benefit of that mitigation.» Σε μετάφραση: «Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών, ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού.» Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο είναι γεγονός ότι τον πρώτο λόγο στην εξέλιξη των γεγονότων, είχε ο κατηγορούμενος αρ.
  1. Ο αναβαθμισμένος του ρόλος στην εξέλιξη των γεγονότων και στο σχεδιασμό της όλης εξαπάτησης του παραπονούμενου, που με ευκολία αναδύονται από τα γεγονότα που περιβάλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, παρά τον μεθοδικό τρόπο με τον οποίο φρόντιζε να αποστασιοποιηθεί από ενέργειες που θα μπορούσαν να τον συνδέσουν άμεσα με την εξέλιξη τους, κρίνουμε ότι δικαιολογεί τη διαφοροποίηση στην ποινή που θα επιβληθεί στους δύο. Τα γεγονότα της υπόθεσης και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία και περιστατικά που συνθέτουν το πρόσωπο και ενέργειες του κάθε ενός από τους δύο κατηγορούμενους, δικαιολογούν διαφορετική ποινολογική μεταχείριση μεταξύ του κατηγορουμένου αρ. 1 και του μεταμεληθέντα κατηγορούμενου αρ.
  2. Το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να ανιχνευθούν, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη επιβολής ποινών ικανών να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς του νόμου. Δεν παραβλέπουμε επ' ουδενί ότι η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει παράλληλα να ανταποκρίνεται στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και την προσωπικότητα ενός εκάστου των κατηγορουμένων, χωρίς ταυτόχρονα η ποινή να είναι εξοντωτική, στερώντας από τους τελευταίους τη δυνατότητα να ζήσουν όσο το δυνατό φυσιολογική ζωή μετά την αποφυλάκιση τους (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 98 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πατατάρης
(1994)2 Α.Α.Δ. 128). Ως άλλωστε κατ΄ επανάληψη έχει υποδειχθεί, η ποινή της φυλάκισης αποτελεί καθ΄ όλα θεμιτό μέτρο και στην περίπτωση παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο, αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται επιβεβλημένο και αναπόφευκτο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης έχοντας υπόψη ότι ποινή στερητική της ελευθερίας επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται αναπόφευκτη αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω με προσοχή και εξαντλώντας προς όφελος των κατηγορουμένων κάθε περιθώριο επιείκειας υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε: Στον κατηγορούμενο αρ. 1 (Νικόλα Λεμονάρη): Στην κατηγορία 2 (συνωμοσία προς καταδολίευση) ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 4 (εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 5 (πλαστογραφία) ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 7 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου) ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στις κατηγορίες 21, 23, 25, 27 και 51 (δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον) ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών σε κάθε μία από αυτές. Στην κατηγορία 42 (κλοπή υπό αντιπροσώπου) ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 43 (κλοπή υπό αντιπροσώπου) ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 44 (κλοπή υπό αντιπροσώπου) ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 53 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στον κατηγορούμενο αρ. 2 (Πανίκο Καλαϊτζή): Στην κατηγορία 2 (συνωμοσία προς καταδολίευση) ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 4 (εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις) ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στις κατηγορίες 21, 23, 25, 27 και 51 (δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον) ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών σε κάθε μία από αυτές. Στην κατηγορία 54 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 δεν επιβάλλουμε ποινή στις κατηγορίες 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40 και 50 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) και στην κατηγορία 3 (συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος) καθότι ο σκοπός των συνωμοσιών υλοποιήθηκε με τα γεγονότα τους να απορροφούνται στα γεγονότα που περιλαμβάνονται και τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα στη συνέχεια αδικήματα (βλ. Χασάν κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 196/2013 και 197/2013, ημερ. 10.10.2014 και Κουλουντή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 154/2015, ημερ. 02.12.2015). Επίσης, δεν επιβάλουμε οποιαδήποτε ποινή στους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 στις κατηγορίες 9, 11, 13, 15, 17 και 19 (απάτη κατά την πώληση) και στις κατηγορίες 29, 31, 33, 35, 37, 39 και 41 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στα γεγονότα που αφορούν τις υπόλοιπες κατηγορίες στις οποίες τους επιβλήθηκε ποινή. Ως έχει υποδειχθεί άλλωστε από τη νομολογία, όπου τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετούν κατηγορίες πέραν της μίας, το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή μόνο στη μία από αυτές, συνήθως στη σοβαρότερη και όχι σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες καταχωρείται καταδίκη (βλ. Αλεξάνδρου ν. Director of Customs
(1985)2 C.L.R. 47 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.ΑΔ. 22). Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν επιβάλλουμε οποιαδήποτε ποινή στον κατηγορούμενο αρ. 1 στις κατηγορίες 46, 47 και 48 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις) με δεδομένη την επιβολή ποινής στις κατηγορίες 42, 43 και 44 για τις οποίες καταδικάστηκε. Οι ως άνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης στους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 να συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ. 2 εισηγήθηκε ουσιαστικά ότι η εξάντληση της επιείκειας του Δικαστηρίου θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στον τελευταίο. Ενόψει του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν σε κάποιες από τις κατηγορίες, στις οποίες ο κατηγορούμενος αρ. 2 κρίθηκε ένοχος, οι οποίες συντρέχουν, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ενδεχομένου αναστολής τους, προσέγγιση που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μια από τις επιλογές του Δικαστηρίου σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ. 2. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που το ζήτημα θα μπορούσε να απασχολήσει το Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας και εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου αρ. 2, (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) αποτελεί κατάληξη μας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Με αδιαμφισβήτητη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που και ο κατηγορούμενος αρ. 2 διέπραξε και έχοντας ήδη ληφθεί υπόψη, δεόντως και επαρκώς όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής, κρίνουμε ότι διαφορετική αντιμετώπιση δεν θα βρισκόταν σε αρμονία με σχετική νομολογία για την ποινολογική αντιμετώπιση αδικημάτων της φύσης που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν, ενώ παράλληλα θα ματαίωνε τους σκοπούς της σχετικής νομοθεσίας. Ο χρόνος που ο κάθε ένας από τους κατηγορούμενους τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάση του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα της διαδικασίας, ύψους €710, ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.