Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Θεανώ Δημητρίου Τσιγκοπούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6644/17, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6644/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Θεανώ Δημητρίου Τσιγκοπούλου
- Δημήτριος Σωτηρίου Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τους κατηγορούμενους: κα Ε. Μαλά Κατηγορούμενοι - παρόντες --------------- ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη 1, κρίθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή στις κατηγορίες 2, 3 και 5, ενώ ο Κατηγορούμενος 2, επίσης μετά από δική του παραδοχή, στην κατηγορία
- Η ποινική δίωξη σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 4 αναστάληκε, ενώ σε σχέση με την κατηγορία 3 αναστάληκε μόνο αναφορικά με τον Κατηγορούμενο
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, όπως ήδη αναφέρθηκε, παραδέχθηκαν το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, ήτοι το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, παραδέχθηκαν ότι στις 02.11.17 έκλεψαν από τον Αντώνη Σταυρινού, ιδιοκτήτη κατοικίας που βρίσκεται στο Πολέμι της επαρχίας Πάφου, το ποσό των €221,00 και κατά, αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησαν εναντίον του πραγματική βία. Στην πέμπτη κατηγορία η Κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας και συγκεκριμένα ότι στις 05.05.17 έκλεψε από την Λουκία Δημητρίου, ιδιοκτήτρια κατοικίας στην Αγία Βαρβάρα της επαρχίας Πάφου ένα πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των €20,00 και κατά, αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε εναντίον της πραγματική βία. Επιπρόσθετα, η Κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και συγκεκριμένα ότι στις 02.11.17 είχε στην κατοχή της μία καδένα λαιμού χρυσού χρώματος για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Το σύνολο των γεγονότων, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Συνοπτικά αναφέρω ότι σε σχέση με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας το θύμα ήταν ηλικίας 90 ετών και η Κατηγορούμενη 1 κατά την είσοδο της στην οικία του ανέφερε ότι την έστειλε ο ιερέας του χωριού για να του δωρίσει μία εκκλησιαστική εικόνα μεγάλης αξίας. Αφού του έδωσε την εικόνα, ζήτησε οικονομική βοήθεια και τότε το θύμα κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο του, όπου έβγαλε από την τσέπη του €400,00 τα οποία τοποθέτησε στο κρεβάτι του και ενώ ήταν έτοιμος να δώσει €20,00 στην Κατηγορούμενη 1, η τελευταία άρπαξε τα χρήματα και προσπάθησε να διαφύγει. Παρεμποδίστηκε από την οικιακή βοηθό του θύματος και το θύμα. Μάλιστα το θύμα κτύπησε την Κατηγορούμενη 1 στο κεφάλι με το μπαστούνι του, και η τελευταία τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Εν τέλει κατάφερε να διαφύγει και κατευθύνθηκε στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2 με το οποίο απομακρύνθηκαν παίρνοντας μαζί τους το ποσό των €221,
- Το όχημα ανακόπηκε στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου, ενώ οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο 2 με μεγάλη ταχύτητα. Σε σχέση με το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη 1 εισήλθε στην οικία του θύματος λέγοντας ότι πωλούσε εκκλησιαστικές εικόνες. Όταν το θύμα πληροφόρησε την Κατηγορούμενη 1 ότι δε ενδιαφερόταν, τότε η τελευταία άρπαξε το πορτοφόλι της από την τσέπη της. Στην προσπάθεια του θύματος να αποτρέψει την κλοπή, η Κατηγορούμενη 1 την χτύπησε στο δεξί χέρι της και κατάφερε τελικά να της αποσπάσει το πορτοφόλι και το ποσό των €20,
- Το θύμα μεταφέρθηκε στο Τ.Α.Ε.Π του Γ.Ν. Πάφου όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση αριστερής και δεξιάς πηχεοκαρπικής περιοχής και αριστερού ώμου. Αναφορικά τώρα με την τρίτη κατηγορία, η καδένα λαιμού χρυσού χρώματος εντοπίστηκε εντός του στηθόδεσμού της Κατηγορούμενης 1, η οποία όμως δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για την προέλευση της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου, ενώ όσον αφορά τα χρηματικά ποσά που κλάπηκαν δήλωσε ότι αυτά δεν επιστράφηκαν. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων στην αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής υιοθέτησε το περιεχόμενο των κοινωνικοοικονομικών εκθέσεων που ετοιμάστηκαν για τους Κατηγορούμενους στα πλαίσια των αιτήσεων τους για έκδοση πιστοποιητικών δωρεάν νομικής αρωγής. Σύμφωνα με τα κοινά στοιχεία που παρουσιάζονται στις εν λόγω εκθέσεις, οι Κατηγορούμενοι είναι σύζυγοι, κατάγονται από την Ελλάδα και ανήκουν στην τσιγγάνικη φυλή. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο θυγατέρες οι οποίες είναι έγγαμες. Οι Κατηγορούμενοι διέμεναν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα σε κυβερνητική οικία στο Αιγάλεω και εργάζονταν ως πλανόδιοι μικροπωλητές για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας τους. Από το 2012, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν και ανικανότητας τους για εργασία, λάμβαναν μηνιαίο επίδομα ύψους €600,
- Το προαναφερόμενο επίδομα διακόπηκε πριν τρεις περίπου μήνες και για να επανεγκριθεί η καταβολή του θα πρέπει να υποβάλουν νέο αίτημα στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και να εξεταστούν εκ νέου από ιατροσυμβούλιο πράγμα το οποίο δεν έπραξαν μέχρι σήμερα. Τα τελευταία χρόνια πηγαινοέρχονται στην Κύπρο για να επισκέπτονται τη μία θυγατέρα τους και τα εγγόνια τους που διαμένουν στην επαρχία Λεμεσού και την 01.10.17 ήλθαν για μόνιμη πλέον εγκατάσταση. Πριν τη σύλληψη τους για την παρούσα υπόθεση, διέμεναν σε πανδοχείο της επαρχίας Λεμεσού και για την κάλυψη των εξόδων διαμονής και διατροφής τους εργάζονταν παράνομα ως πλανόδιοι μικροπωλητές. Περαιτέρω, στις κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις αναφέρεται ότι και οι δύο φοίτησαν μόνο στο Δημοτικό σχολείο, η μεν Κατηγορούμενη 1 για δύο έτη, ο δε Κατηγορούμενος 2 για ένα έτος. Ειδικότερα όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 καταγράφεται ότι αντιμετωπίζει τα τελευταία 30 χρόνια σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας για τα οποία παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ αρκετές φορές χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε ψυχιατρικά κέντρα της Αθήνας. Προβλήματα υγείας καταγράφονται και για τον Κατηγορούμενο
- Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά σε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει από το 2012 για τα οποία παρακολουθείται από αρμόδιους ιατρούς. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος του παρουσίασε ως Τεκμήριο Γ σχετική έκθεση νοσηλείας ημερομηνίας 16.12.08 στην οποία αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και διαγνώστηκε με στεφανιαία νόσο. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η κα. Μαλά τόνισε ότι διαφοροποιείται από τις σοβαρές του είδους, καθώς η βία που ασκήθηκε δεν ήταν σοβαρού βαθμού, ενώ ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Σημείωσε επίσης ότι η ψυχωσική συνδρομή από την οποία πάσχει η Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήρια Α και Β) ελαττώνει την ικανότητα της να αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες των πράξεων της. Ειδικότερα όσον αφορά το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, η κα Μαλά υπέδειξε ότι η Κατηγορούμενη 1 παρασύρθηκε από τη θέα των χρημάτων και οδηγήθηκε στη διάπραξη του αδικήματος. Επιπρόσθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων, τη συνεργασία τους με την αστυνομία και το λευκό ποινικό μητρώο τους σε συνάρτηση με την ηλικία τους. Τέλος, μετέφερε την πρόθεση των Κατηγορουμένων να αποζημιώσουν τα θύματα μέσω της έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία οι Κατηγορούμενοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Οι πρόνοιες του άρθρου 283 είναι ενδεικτικές της αυστηρότητας με την οποία ο νομοθέτης αντικρύζει το αδίκημα της ληστείας. Συγκεκριμένα το άρθρο 283 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όποιος διαπράττει το ποινικό αδίκημα της ληστείας υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.» Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 έτη, ωστόσο η σοβαρότητα που προσδίδεται στο έγκλημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Άλλωστε, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 632, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαιτέρως αυτού της ληστείας, έχει τονιστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μάλιστα τονίστηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μία προσπάθεια αναχαίτισης αφενός της ολοένα αυξανόμενης συχνότητας με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης διαπράττονται και αφετέρου των ζημιογόνων συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Η νομολογία που ακολουθεί αμέσως πιο κάτω δεν παρατίθεται ως περιλαμβάνουσα περιστάσεις όμοιες με αυτές της παρούσας υπόθεσης, αλλά ως ένδειξη της αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης. Στην Κώστας Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224, η οποία αφορούσε ληστεία με τη χρήση βίας, καθώς επίσης και τέσσερα άλλα αδικήματα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών σε νεαρό πρόσωπο το οποίο κατά τη διάρκεια της νύχτας επιτέθηκε σε γυναίκα και με τη χρήση βίας της απέσπασε την τσάντα της. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας: «Η σοβαρότητα που αποδίδεται από το νόμο στο έγκλημα της ληστείας με χρήση βίας αντανακλά τις κοινωνικές ζημιογόνες συνέπειες του εγκλήματος και το πλήγμα που μπορεί να επιφέρει στο θύμα του εγκλήματος.» Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50 το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως αυστηρή, αλλά όχι έκδηλα υπερβολική την ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο η οποία συνίστατο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας 8 ετών. Τα γεγονότα ήταν αρκούντως σοβαρά αφού οι εφεσείοντες εισήλθαν κατά τη διάρκεια της νύχτας στο διαμέρισμα των θυμάτων κρατώντας από ένα μαχαίρι, χτύπησαν τα θύματα και απέσπασαν από τις τσάντες τους χρηματικά ποσά. Οι εφεσείοντες ήταν νεαρά πρόσωπα ηλικίας 19 και 23 ετών και παραδέχθηκαν, μετά από μερική ακρόαση, δύο κατηγορίες ληστείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αφορμή τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, εξέφρασε την αγωνία και τον έντονο προβληματισμό του για την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων. Περαιτέρω, στην υπόθεση ABED v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 128 επικροτήθηκε η αυστηρότητα με την οποία αντιμετώπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο το αδίκημα της ένοπλης ληστείας κατά παράβαση του άρθρου 283. Συγκεκριμένα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών. Το εφετείο αφουγκραζόμενο την έντονη αγωνία του κοινού από την έξαρση της παρανομίας η οποία επηρεάζει τις συνήθειες των κατοίκων της πατρίδας μας και θέτει σε κίνδυνο την καλή ποιότητα ζωής ανέφερε τα εξής: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα.» Τέλος, στην υπόθεση Κουλουντή ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 154/15 ημερ.02.12.15 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως έκδηλα υπερβολική την ποινή φυλάκισης των 2 ετών και αντικατέστησε αυτήν με ποινή φυλάκισης 1 έτους. Συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη υπόθεση λήφθηκαν ιδιαιτέρως υπόψη το νεαρό της ηλικίας του εφεσείοντα (22 ετών), η άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του και η αποζημίωση του θύματος σε συνάρτηση και με τις λοιπές προσωπικές του περιστάσεις και συγκεκριμένα το ότι είχε αρραβωνιαστεί και η μέλλουσα σύζυγος του ήταν έγκυος. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη ( Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω)). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων, την άμεση παραδοχή τους και την απολογία τους. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι οι Κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία, προβαίνοντας μάλιστα και σε υποδείξεις σκηνών. Η άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων και η συνεργασία τους με την αστυνομία σε συνάρτηση με την δεδηλωμένη πρόθεση τους να αποδεχθούν την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, όπως αυτές καταγράφονται στις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις. Προσμετρώ επίσης τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν και οι δύο Κατηγορούμενοι (Τεκμήρια Α - Γ). Ειδικότερα, όσον αφορά τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 σημειώνω ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής εφόσον αυτή μειώνει το αίσθημα ευθύνης του ή εμποδίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο παρορμητικών ενεργειών του. Πρόσωπα που πάσχουν από διανοητικά προβλήματα ή προβλήματα ψυχικής υγείας δικαιούνται στην επίδειξη επιείκειας ένεκα της μειωμένης αντίληψης των πράξεών τους και των συνεπειών που αυτές επιφέρουν (Sentencing in Cyprus 2η έκδοση, Γ.Μ. Πική, σελίδες 66-67 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Demetriou v. The Republic
(1984)2 C.L.R 323 λέχθηκε ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός Κατηγορούμενου αποτελεί σχετικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο Κατηγορούμενος έχει μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης για λόγους πέραν του ελέγχου του, τότε, αυτό αποτελεί παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός της σοβαρότητας του αδικήματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαι διατεθειμένος να δεχθώ τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 και, γενικά, την ψυχοπνευματική κατάσταση υπό την οποία τελούσε ως παράγοντα που τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων. Σημειώνω ωστόσο ότι σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 C.L.R 20 και CHRISTINEL v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 742). Περαιτέρω, στην υπόθεση Voudaskas v. The Republic
(1967)2 C.L.R 109 υποδείχθηκε ότι στις περιπτώσεις προβλημάτων ψυχικής υγείας ενός Κατηγορούμενου τα εν λόγω προβλήματα εξυπηρετούνται κατάλληλα από τις Ιατρικές Αρχές των Φυλακών. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μου, οι πράξεις των Κατηγορουμένων στρέφονται τόσο εναντίον της περιουσίας, όσο και εναντίον της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας και ως τέτοιες μόνο καταδικαστέες μπορούν να είναι. Οι Κατηγορούμενοι έχοντας ως σκοπό την απόκτηση παράνομου οικονομικού οφέλους επέδειξαν πλήρη έλλειψη σεβασμού στην ξένη περιουσία, αλλά και στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των Παραπονουμένων, οι οποίοι ανυποψίαστα και καλόπιστα άνοιξαν τα σπίτια τους στην Κατηγορούμενη 1. Επιβαρυντικό παράγοντα σε σχέση με τα υπό τιμωρία αδικήματα συνιστά και το γεγονός ότι τα θύματα ήταν ηλικιωμένα πρόσωπα, ηλικίας 90 και 86 ετών αντίστοιχα, τα οποία κατά τεκμήριο είναι πιο ευάλωτα στην απόσπαση χρημάτων. Αποτιμώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διαπράξεις τους και την ανάγκη η ποινή να προσλάβει αποτρεπτικό χαρακτήρα από τη μία και από την άλλη τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στους Κατηγορούμενους 1 και 2 επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: · Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε έκαστο των Κατηγορουμένων 1 και 2. · Στην τρίτη κατηγορία στην Κατηγορούμενη 1 ποινή φυλάκισης 15 ημερών. · Στην πέμπτη κατηγορία στην Κατηγορούμενη 1 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου των Κατηγορουμένων για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373). Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Εν προκειμένω θεωρώ ότι ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης, αλλά ούτε και τα προσωπικά περιστατικά των Κατηγορουμένων είναι τέτοια που να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που τους έχουν επιβληθεί. Όπως ήδη αναφέρθηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών απαραίτητη. Από την άλλη οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης, ούτε και τέθηκε ενώπιον μου οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ της αναστολής εκτέλεσης. Οι ποινές φυλάκισης θα αρχίζουν από τις 08.11.17, ημερομηνία από την οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Αναμένεται ότι οι Αρχές των Φυλακών θα μεριμνήσουν έτσι ώστε να παρασχεθεί η απαιτούμενη ιατροφαρμακευτική φροντίδα στους Κατηγορούμενους 1 και 2. Εκδίδεται εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 διάταγμα αποζημίωσης του Αντώνη Σταυρινού για το ποσό των €221,00 και της Λουκίας Δημητρίου για το ποσό των €20,00. Τα διατάγματα αποζημίωσης θα ενεργοποιηθούν 1 μήνα μετά την αποφυλάκιση των Κατηγορουμένων 1 και 2. Οι δειγματοληψίες και τα παρειακά επιχρίσματα να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο