Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Λεωνίδα Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 2675/14, 8/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2675/14 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Λεωνίδα Αντωνίου Κατηγορούμενου ------------ Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Δανιήλ Κατηγορούμενος - παρών -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 20.10.2013 στον χώρο στάθμευσης του αεροδρομίου Πάφου επιτέθηκε εναντίον του Δημήτριου Σπυριάδη προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Η Κατηγορούσα Αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσης, κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.1) και τον Αστυφύλακα 739 Θεόδωρο Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.2). Σημειώνω ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, το περιεχόμενο του ιατρικού εντύπου εξέτασης του Παραπονούμενου - Τεκμήριο 2. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A&G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafav. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Παραπονούμενος, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 20.10.2013 και ενώ βρισκόταν στο αεροδρόμιο Πάφου παράγγειλε φαγητό σε κάποιον Λεωνίδα (προφανώς τον Κατηγορούμενο). Η παραγγελία έγινε περί ώρα 17:59 και ο προαναφερόμενος Λεωνίδας είπε ότι σε 25 περίπου λεπτά η παραγγελία θα έφτανε κοντά του. Περί ώρα 18:30, ο Παραπονούμενος τηλεφώνησε εκ νέου διότι το φαγητό δεν είχε φτάσει μέχρι εκείνη την ώρα, και τον πληροφόρησαν ότι σε δέκα λεπτά θα ξεκινούσε ο διανομέας για να του παραδώσει το φαγητό. Ακολούθως περί ώρα 18:41 έλαβε τηλέφωνο από κάποια κοπέλα η οποία ζητούσε να την καθοδηγήσει για το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Όταν έφτασε κοντά του η εν λόγω κοπέλα, ο Παραπονούμενος την πληροφόρησε ότι δεν ήθελε πλέον το φαγητό διότι είχε καθυστερήσει και την ώρα εκείνη τοποθετούσε βαλίτσες ταξιδιωτών στο λεωφορείο που οδηγούσε. Η κοπέλα αποχώρησε και μετά πάροδο ορισμένων λεπτών του τηλεφώνησε ο Λεωνίδας ο οποίος άρχισε να τον βρίζει. Στη συνέχεια ο Λεωνίδας ήρθε κοντά του, τον ρώτησε αν ονομάζεται Δημήτρης και όταν απάντησε καταφατικά τον χτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο δυο φορές με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Ενώ βρισκόταν στο έδαφος τον έπιασε από το πόδι για να σταματήσει να τον χτυπά και επεμβήκαν άλλοι παρευρισκόμενοι οδηγοί οι οποίοι τον τράβηξαν προς τα πίσω. Στη δια ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε ότι το πρόσωπο με το όνομα Λεωνίδας που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 είναι ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με τον τρόπο που του επιτέθηκε ο Κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι ενώ ήταν σκυμμένος και τοποθετούσε βαλίτσες στο λεωφορείο κάποιος τον έπιασε από το λαιμό, τον έβαλε κάτω και τον χτυπούσε στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού του λίγο πιο πάνω από το αριστερό φρύδι. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ούτε και είχε κατά το παρελθόν οποιαδήποτε προβλήματα μαζί του. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του τηλεφώνησε για να του εξηγήσει ότι δεν καθυστέρησε η διανομή του φαγητού και ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος κατά το τηλεφώνημα του τον έβριζε. Κατά την ώρα της επίδικης επίθεσης υπήρχαν αρκετά άτομα δίπλα του και δεν θυμάται κατά πόσο το πόδι που έπιασε όταν βρισκόταν στο έδαφος ήταν του Κατηγορούμενου ή κάποιου άλλου προσώπου. Επίσης δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσα ακριβώς ήταν τα χτυπήματα που δέχθηκε λέγοντας όμως ότι χτυπήθηκε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα λίγο πιο πάνω από το αριστερό του φρύδι. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι ο τραυματισμός του προήλθε από συμπλοκή που είχε με τον Κατηγορούμενο, λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε και μετά το χτύπημα ο ίδιος επιχείρησε να κινηθεί εναντίον του Κατηγορούμενου αλλά δεν τον άφησαν οι άλλοι παρευρισκόμενοι οδηγοί. Καταληκτικά ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι ο τραυματισμός του δεν προκλήθηκε από χτύπημα που δέχτηκε από τον πελάτη του, αλλά από σπρωξίματα διαφόρων προσώπων που βρίσκονταν τη δεδομένη στιγμή στον επίδικο χώρο. Ο Παραπονούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονται από ευθύτητα και αμεσότητα και περαιτέρω σημειώνω ότι παρουσιάζουν λογική συνοχή. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν διαπίστωσα να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση, ούτε και προέκυψε ότι υποκινήθηκε από αλλότρια κίνητρα στην υποβολή του επίδικου παραπόνου εναντίον του Κατηγορούμενου. Αντιθέτως, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο ούτε καν γνώριζε πριν το επίδικο συμβάν, ενώ μετά από αυτό έδρασε άμεσα καταγγέλλοντας τον Κατηγορούμενο αυθημερόν. Οι ισχυρισμοί του δε ότι τραυματίστηκε στο αριστερό μέρος του προσώπου του επιβεβαιώνονται από το ιατρικό έντυπο - Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους ως παραδεκτό. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο Παραπονούμενος είναι το γεγονός ότι δεν δίστασε να δηλώσει ότι μετά το επίδικο περιστατικό επιχείρησε να επιτεθεί στον Κατηγορούμενο, καθώς και ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο να τον χτυπά. Επί του τελευταίου σημείου ρωτήθηκε κατ' επανάληψη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου. Ο κ. Δανιήλ προέβαλε το εν λόγω σημείο ως το βασικό επιχείρημα του κατά την τελική του αγόρευση. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι από τη στιγμή που ο Παραπονούμενος δεν είδε τον Κατηγορούμενο να τον χτυπά, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο τραυματισμός του πρώτου προκλήθηκε από επίθεση του δεύτερου. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω ότι το εν λόγω επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου θα σχολιαστεί πιο κάτω κατά την παράθεση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Επανερχόμενος στην αξιολόγηση του Παραπονούμενου είναι μεν γεγονός ότι ο τελευταίος δεν είδε τον Κατηγορούμενο να τον χτυπά, ωστόσο οι ισχυρισμοί του ότι, μετά την άρνηση του να παραλάβει το φαγητό που παρήγγειλε ήλθε στο αεροδρόμιο ο Κατηγορούμενος, τον προσέγγισε ρωτώντας τον αν ήταν αυτός το πρόσωπο που παρήγγειλε το φαγητό και ότι αμέσως μετά την καταφατική απάντηση του δέχθηκε επίθεση και τραυματίστηκε στην αριστερή πλευρά του προσώπου του δεν κλονίστηκαν. Όπως δεν κλονίστηκε και ο ισχυρισμός του ότι μετά την επίθεση που δέχθηκε, είδε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν παρών στον χώρο του επεισοδίου, καθώς και ότι άλλοι παρευρισκόμενοι τον συγκράτησαν για να μην επιτεθεί στον Κατηγορούμενο. Η θέση που προέβαλε η υπεράσπιση ήταν ότι υπήρξε συμπλοκή και ότι ο τραυματισμός του Παραπονούμενου προκλήθηκε από σπρωξίματα διαφόρων προσώπων που παρευρίσκονταν τη δεδομένη στιγμή στον χώρο του επεισοδίου. Η εν λόγω θέση όμως παρέμεινε γράμμα κενό, αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι ο Παραπονούμενος δέχθηκε σπρωξίματα στο πρόσωπο ή ότι από τα σπρωξίματα χτύπησε είτε στο έδαφος, είτε οπουδήποτε αλλού με το πρόσωπο, έτσι ώστε να δικαιολογούνται τα τραύματα που περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, καθίσταται έκδηλο ως θέμα κοινής λογικής ότι τα σπρωξίματα δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκδορές, δηλαδή γρατζουνιές, παρειάς και φρυδιού. Για τους ίδιους λόγους στερείται ερείσματος και η διαζευκτική θέση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση, ήτοι ότι ο τραυματισμός του Παραπονούμενου δεν προήλθε από επίθεση του Κατηγορούμενου αλλά από σπρωξίματα που έγιναν μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου συνάδει και με την προφορική παραδοχή του Κατηγορούμενου στον Μ.Κ.2 για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.
- Δεν παραγνωρίζω ότι ο Παραπονούμενος στη γραπτή κατάθεση του - Τεκμήριο 1, δήλωσε ότι ο Παραπονούμενος τον χτύπησε δύο φορές στο πρόσωπο, ενώ κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι δεν θυμάται πόσα χτυπήματα δέχθηκε. Θεωρώ ότι το εν λόγω ζήτημα δεν είναι ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Ο αριθμός των χτυπημάτων που δέχθηκε ο Παραπονούμενος δεν είναι ουσιώδες ζήτημα. Το ουσιώδες συνίσταται, κατά την κρίση μου, στο κατά πόσο δέχθηκε επίθεση και κατά πόσο εξ αυτής προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη. Επί των εν λόγω ζητημάτων η μαρτυρία του Παραπονούμενου δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Το μοναδικό σημείο από τη μαρτυρία του Παραπονούμενου που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αφορά τον ισχυρισμό του ότι χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω ο Παραπονούμενος δεν είδε τον Κατηγορούμενο να του επιτίθεται και η πιο πάνω αναφορά του αποτελεί ουσιαστικά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Είναι καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο σε σχέση με γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης ή συμπερασμάτων, πλήν καθορισμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Με εξαίρεση επομένως το σημείο που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, η μαρτυρία του Παραπονούμενου κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του - Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.10.2013 και περί ώρα 22:20 ο Παραπονούμενος κατήγγειλε ότι του επιτέθηκε και τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος. Την ίδια μέρα και περί ώρα 23:05 κάλεσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών τον Κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι υπάρχει μαρτυρία ότι επιτέθηκε εναντίον του Παραπονούμενου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Κατά την προφορική ανάκριση του Κατηγορούμενου και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, ο τελευταίος παραδέχθηκε προφορικά ενοχή αναφέροντας όμως ότι στη γραπτή κατάθεση του δεν θα παραδεχόταν τη διάπραξη του αδικήματος και δεν θα περιέγραφε τα γεγονότα όπως αυτά εκτυλίχθηκαν. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 το ημερολόγιο ενεργείας του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών στο οποίο καταγράφει ότι κατά την προφορική ανάκριση του Κατηγορούμενου ο τελευταίος παραδέχθηκε ενοχή, καθώς και ότι στη γραπτή κατάθεση του δεν θα περιέγραφε τα πραγματικά γεγονότα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι όταν λάμβανε τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου δεν του έθεσε το ζήτημα της προηγούμενης προφορικής παραδοχής του και ότι απλώς περιορίστηκε στο να καταγράψει όσα δήλωσε ο Κατηγορούμενος. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι παρερμήνευσε τα όσα του δήλωσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος απλώς παραδέχθηκε ότι υπήρξε διαπληκτισμός και συμπλοκή μεταξύ του ιδίου και του Παραπονούμενου. Ο Μ.Κ.2 επανέλαβε ότι όταν προσήλθε ο Κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό τον πληροφόρησε ότι υπάρχει μαρτυρία εναντίον του ότι χτύπησε τον Παραπονούμενο και ο Κατηγορούμενος ήταν αυτό το αδίκημα που παραδέχθηκε. Διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι δεν διερεύνησε την υπόθεση για να διακριβώσει κατά πόσο όντως ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του Παραπονούμενου ή υπήρξε μεταξύ τους συμπλοκή, λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί προφορικά ότι επιτέθηκε και προκάλεσε σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο δηλώνοντας μάλιστα ότι στην κατάθεση του δεν θα έλεγε την αλήθεια. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι προσπάθησε να λάβει κατάθεση και από άλλα άτομα που πιθανόν να είδαν την επίδικη επίθεση, όμως κανείς δεν ήθελε να δώσει κατάθεση. Κατά την επανεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Μ.Κ.2 διευκρίνισε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο καθώς αυτός διαμένει σε περιοχή που αστυνομεύει, δεν έχει όμως οποιεσδήποτε φιλικές ή εχθρικές σχέσεις μαζί του. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο η πρώτη φορά που τον συνάντησε ήταν την ημέρα που υπέβαλε το παράπονο του. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια περιγράφοντας τις ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε στη δήλωση του ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε προφορικά ότι επιτέθηκε και προκάλεσε σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο. Ο μάρτυρας παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του περί παραδοχής του Κατηγορούμενου ότι επιτέθηκε και χτύπησε τον Παραπονούμενο. Ο Μ.Κ. 2 ήταν πειστικός στη θέση του, η οποία αποτυπώθηκε και στο ημερολόγιο ενεργείας του αστυνομικού σταθμού Κουκλιών στις 20.10.13 (Τεκμήριο 4), τη μέρα δηλαδή που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και κλήθηκε ο Κατηγορούμενος για να δώσει κατάθεση. Μάλιστα, στο Τεκμήριο 4 καταγράφεται ρητά ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι επιτέθηκε του Παραπονούμενου στον χώρο του αεροδρομίου Πάφου και του προκάλεσε σωματική βλάβη. Επομένως, κρίνεται ως ανεδαφική η θέση της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.2 παρερμήνευσε όσα του δήλωσε ο Κατηγορούμενος και κατέληξε από μόνος του σε συμπέρασμα ότι ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι επιτέθηκε και προκάλεσε σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Μ.Κ.2 ήταν πρόσωπο σε εξουσία, ως ο εξεταστής της υπόθεσης, όταν ο Κατηγορούμενος προέβη στην προφορική παραδοχή. Από τη μαρτυρία ωστόσο που υπάρχει ενώπιον μου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβη ελεύθερα στην παραδοχή της διάπραξης του αδικήματος χωρίς να του ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση. Άλλωστε σημειώνω ότι τέτοιο ζήτημα περί απόσπασης της ομολογίας με τη χρήση παράνομων μεθόδων από τον Μ.Κ.2 δεν τέθηκε. Αυτό το οποίο έθεσε υπό αμφισβήτηση η υπεράσπιση ήταν ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος προέβη σε παραδοχή του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, σημειώνω ότι από την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος είχε οποιοδήποτε λόγο να βλάψει ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του Κατηγορούμενου, αλλά ούτε και να ευνοήσει τον Παραπονούμενο. Από την άλλη, η θέση που υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ότι ο λόγος που ώθησε τον Μ.Κ.2 να προβεί στη δήλωση περί προφορικής παραδοχής του Κατηγορούμενου ήταν για να μην εκτελέσει σωστά την εργασία του παρέμεινε σε επίπεδο υποβολής αφού τίποτα χειροπιαστό δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης. Επίσης κρίνω ως απόλυτα δικαιολογημένη την αντίδραση του Μ.Κ.2, ο οποίος κατά την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου δεν έθιξε το ζήτημα της προηγούμενης προφορικής παραδοχής του, από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος του είχε ήδη αναφέρει ότι στην ανακριτική του κατάθεση δεν θα παραδεχόταν. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι ορθά ενήργησε ο Μ.Κ.2 αφού, ως εξεταστής της υπόθεσης, ο ρόλος του κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης ήταν να ενεργήσει αντικειμενικά (βλ. Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές & Ουσιαστικές Πτυχές των κκ. Ηλιάδη και Σάντη σελ.866) και να καταγράψει τις δηλώσεις του Κατηγορούμενου και όχι να έλθει σε αντιπαράθεση μαζί του ή να τον υποβάλει σε αντεξέταση σε σχέση με την προηγηθείσα παραδοχή του. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του - Τεκμήριο
- Στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 5) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το φαγητό που παρήγγειλε ο Παραπονούμενος ετοιμάστηκε σε χρόνο 30 - 35 λεπτών μετά την παραγγελία και ακολούθως μετέβηκε η θυγατέρα του στο αεροδρόμιο για να το παραδώσει στον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος εξήγησε στη θυγατέρα του που ακριβώς βρισκόταν και όταν η τελευταία τον εντόπισε της ανέφερε ότι επειδή άργησε η παράδοση του φαγητού δεν το ήθελε. Στη συνέχεια τηλεφώνησε ο ίδιος στον Παραπονούμενο λέγοντας του ότι η παράδοση του φαγητού έγινε εντός των τριάντα λεπτών που του είχε αναφέρει και ο Παραπονούμενος επανέλαβε πως δεν ήθελε το φαγητό. Υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση μέσω του τηλεφώνου και όταν μετέβαινε στο αεροδρόμιο για να παραδώσει άλλη παραγγελία ο Παραπονούμενος τον προκάλεσε να έρθει να τον βρει. Ρώτησε κάποιο συνάδελφο του Παραπονούμενου για να του τον υποδείξει και τότε μετέβηκε κοντά του για να του δείξει στο τηλέφωνο του την ώρα που παράγγειλε. Ο Παραπονούμενος τον έβρισε, αλληλοσπρωχθήκαν, δέχθηκε κλοτσιά από τον Παραπονούμενο και όταν αποχώρησε για να μεταβεί προς το αυτοκίνητο του ο Παραπονούμενος τον ακολούθησε βρίζοντας τον και φωνάζοντας του ότι θα τον σκοτώσει. Αργότερα την ίδια μέρα ο Παραπονούμενος του τηλεφώνησε και τον απείλησε εκ νέου ότι θα τον σκοτώσει. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, αρνήθηκε ότι παραδέχθηκε στον Μ.Κ.2 ότι επιτέθηκε και χτύπησε τον Παραπονούμενο. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι όταν έφθασε στο αεροδρόμιο για να παραδώσει άλλη παραγγελία βρήκε κάποιους συναδέλφους του Παραπονούμενου και τους παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά του. Κάποιος από τους οδηγούς λεωφορείων του ανέφερε ότι ήταν κοντά ο Παραπονούμενος και τότε τον προσέγγισε και του είπε να έρθει να δει ο ίδιος το τηλέφωνο για να διαπιστώσει την ώρα της παραγγελίας λέγοντας του μάλιστα ότι δεν είναι κορόιδα από τη μια να καθοδηγεί τη θυγατέρα του να έρθει για να του παραδώσει το φαγητό και από την άλλη να αρνείται να το παραλάβει διότι καθυστέρησε. Τότε ο Παραπονούμενος έβρισε τόσο τον ίδιο όσο και τη θυγατέρα του και όταν τον προσέγγισε για να του δείξει το τηλέφωνο τον έσπρωξε. Ακολούθως έσπρωξε και ο ίδιος τον Παραπονούμενο και τότε επέμβηκαν άλλοι παρευρισκόμενοι για να τους απομακρύνουν. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στην προφορική μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο με περισσότερη λεπτομέρεια απ' ότι στο Τεκμήριο 5, ο Κατηγορούμενος είπε ότι εκπλάγηκε όταν είδε το Τεκμήριο 5 και διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.2 δεν είχε καταγράψει όλα όσα του ανέφερε. Κληθείς να διευκρινίσει που ακριβώς βρισκόταν όταν μέσω του τηλεφώνου ήρθε σε λεκτική αντιπαράθεση με τον Παραπονούμενο, ο Κατηγορούμενος είπε πως δεν θυμόταν που ακριβώς βρισκόταν και αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση πως στο αεροδρόμιο μετέβηκε με σκοπό να επιτεθεί στον Παραπονούμενο και όχι για να παραδώσει οποιαδήποτε παραγγελία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι επιδίωξη του ήταν να υποδείξει στον Παραπονούμενο ότι η παραγγελία που έκανε παραδόθηκε κανονικά εντός του χρονικού πλαισίου που του είχε αναφέρει. Στην ερώτηση του κ. Συμεού για ποιο λόγο δεν προχώρησε στην καταγγελία του Παραπονούμενου εφόσον, ως ισχυρίζεται, τον έβρισε, τον κλότσησε και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, ο τελευταίος απάντησε ότι θεώρησε πως το θέμα είχε λήξει. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι δεν γνώριζε από πριν τον Παραπονούμενο και αρνήθηκε τη θέση του κ. Συμεού ότι παραδέχθηκε προφορικά στον Μ.Κ.2 ότι επιτέθηκε και προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Παραπονούμενο. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι προκάλεσε στον Παραπονούμενο εκδορά αριστερής παρειάς και αριστερού φρυδιού λέγοντας ότι δεν τον χτύπησε αλλά απλώς τον έσπρωξε. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού αυτή βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την προφορική παραδοχή του προς τον Μ.Κ.2, αλλά και με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Παραπονούμενου. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει, κατά την άποψη μου, λογική συνοχή. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ο λόγος για τον οποίο ήθελε να συναντήσει τον Παραπονούμενο ήταν για να του εξηγήσει ότι δεν καθυστέρησε η παράδοση της παραγγελίας του. Όμως, όπως ο ίδιος ανέφερε, πριν συναντήσει τον Παραπονούμενο είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση. Με αυτά τα δεδομένα δεν πείθει ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι επιδίωξε να συναντήσει τον Παραπονούμενο για να του εξηγήσει πρόσωπο προς πρόσωπο πλέον ότι δεν καθυστέρησε η παραγγελία. Εφόσον το κλίμα μεταξύ των δύο ήταν ήδη τεταμένο, το λογικά αναμενόμενο από μία τέτοια συνάντηση θα ήταν ότι τα πνεύματα θα οξύνονταν ακόμα περισσότερο. Ενδεικτικό της ποιότητας της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου είναι και το γεγονός ότι ενώ στην κυρίως εξέταση υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 5), στη συνέχεια κατά την αντεξέταση είπε ότι εκπλάγηκε βλέποντας το Τεκμήριο 5 διότι ο Μ.Κ.2 δεν κατέγραψε όσα του ανέφερε. Πέραν του ότι με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό αυτοαναιρείται ο Κατηγορούμενος, σημειώνω επιπλέον ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τέθηκε στον Μ.Κ.
- Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551, τονίστηκε ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν, με την εν λόγω υποχρέωση να καθίσταται βαρύνουσας σημασίας όταν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. Τέλος, σημειώνω ότι εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της εκδοχής του Κατηγορούμενου ότι δέχθηκε κλοτσιές, ύβρεις και απειλές από τον Παραπονούμενο και ότι δεν τον κατάγγειλε διότι θεώρησε το όλο θέμα λήξαν. Η προηγηθείσα συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ο οποίος, μη αποδεχόμενος την επιστροφή της παραγγελίας, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Παραπονούμενο, είχαν λεκτική αντιπαράθεση μέσω του τηλεφώνου και στη συνέχεια επιδίωξε να συναντηθεί και μαζί του, δεικνύει ότι ενοχλήθηκε σε μεγάλο μάλιστα βαθμό από τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου. Εάν στα πιο πάνω προστεθεί και ο ισχυρισμός του ότι δέχθηκε κλοτσιές και απειλές, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση του ότι προσπέρασε το όλο συμβάν και το θεώρησε ως λήξαν. Ακόμη όμως και έτσι να έγινε, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν κατάγγειλε και ο ίδιος την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Παραπονούμενου, όταν πλέον κλήθηκε να δώσει ανακριτική κατάθεση ενόψει της καταγγελίας του τελευταίου. Για όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και έχοντας επίσης υπόψη μου το παραδεκτό γεγονός που δήλωσαν οι συνήγοροι και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 20.10.13 και περί ώρα 18:00 ο Παραπονούμενος, ενώ βρισκόταν στον χώρο του αεροδρομίου Πάφου, παράγγειλε τηλεφωνικά στον Κατηγορούμενο φαγητό. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Παραπονούμενο ότι η παραγγελία θα παραδιδόταν σε αυτόν σε 25 λεπτά. Η παράδοση της παραγγελίας καθυστέρησε και όταν τελικά η θυγατέρα του Κατηγορούμενου μετέφερε το φαγητό ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να το παραλάβει. Ο Κατηγορούμενος αντέδρασε και τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο, με αποτέλεσμα να έλθουν σε λεκτική αντιπαράθεση. Ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στον χώρο του αεροδρομίου Πάφου και προσέγγισε τον Παραπονούμενο, ο οποίος τη στιγμή εκείνη ήταν απασχολημένος με την τοποθέτηση βαλιτσών στο λεωφορείο που οδηγούσε. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Παραπονούμενο αν είναι ο Δημήτρης και όταν ο τελευταίος απάντησε θετικά, τον χτύπησε με τα χέρια του στην αριστερή πλευρά του προσώπου του. Από το προαναφερόμενο χτύπημα ο Παραπονούμενος υπέστη εκδορά αριστερής παρειάς και αριστερού φρυδιού. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε προφορικά στον Αστ.739 Θεόδωρο Κωνσταντινίδη ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο επιτέθηκε στον Παραπονούμενο και του προκάλεσε σωματική βλάβη. Νομική Πτυχή Το άρθρο 243 του Κεφ.154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ο ορισμός της σωματικής βλάβης δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154 ως ακολούθως: «"σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 243 του Κεφ.154 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι δύο και συγκεκριμένα η επίθεση και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Αφ' ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Τέλος σημειώνεται ότι δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) ή μόνιμου χαρακτήρα (Smith & Hogan's, Criminal Law, 13η έκδοση, σελίδα 646 - 647 και Archbold Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases, 37η έκδοση παρ. 2634). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Kατηγορούσα Aρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Στη βάση της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στον Μ.Κ.2 ότι διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον Παραπονούμενο. Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 η ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου έγινε με ελεύθερη βούληση, χωρίς ο Μ.Κ.2 να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε παράνομα μέσα. Επιπρόσθετα ήταν ρητή, πράγμα το οποίο υποδηλοί ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση του τι παραδεχόταν (βλ. και Τεκμήριο 4). Σημειώνω επίσης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση από μέρους της υπεράσπισης κατά την παράθεση του συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.2. Σύμφωνα με τη νομολογία η προφορική ομολογία ενοχής δεν στερείται αποδεικτικής αξίας και ένα Δικαστήριο μπορεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να στηρίξει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτήν. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ομολογία: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Mάρτινv. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ 65. Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αξίζει να μεταφέρουμε τη σύνοψη της υπόθεσης: "Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a convinction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts." To παραπάνω κείμενο μπορεί να αποδοθεί ως εξής στα ελληνικά: "Αποφασίστηκε, αναφορικά με το λόγο εκείνο, ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου που συνάγεται από τις αυθεντίες, καθολικής ή γενικής εφαρμογής, ότι καταδίκη η οποία εξολοκλήρου ή κυρίως βασίζεται σε μαρτυρία προφορικής ομολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ασφαλής ή ικανοποιητική. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστατικών της." Το όλο θέμα παρουσιάζεται σε σχόλιο που ακολουθεί στην ίδια σελίδα. Το παραθέτουμε για τη λακωνική πυκνότητατου: "Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice." To μεταφράζουμε: "Έχει λεχθεί ότι "όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί": Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί τη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ' αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής.» Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, θεωρώ ότι η ομολογία του Κατηγορούμενου είναι αυθεντική και αληθινή και ως αποτέλεσμα αυτού κρίνω ότι είναι ασφαλές να βασιστώ σε αυτή. Η ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου συνάδει άλλωστε και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, αλλά και με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Παραπονούμενου. Περαιτέρω, η καταδίκη του Κατηγορούμενου μπορεί να στηριχθεί και επί της περιστατικής μαρτυρίας. Η νομολογία είναι σαφής και σύμφωνα με αυτήν η περιστατική μαρτυρία δεν στερείται της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε καταδίκη (Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 505 και Καλογήρου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 61). Στην υπόθεση Παφίτης κ.α ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 102 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ότι αποδεικνύει την ενοχή των εφεσειόντων συνίσταται εξ ολοκλήρου, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, από περιστατική μαρτυρία. Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινουλάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournidesv. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Παραθέτω στη συνέχεια την περιστατική μαρτυρία η οποία οδηγεί, κατά την κρίση μου, στην ενοχή του Κατηγορούμενου. Καταρχάς αποτελεί κοινό έδαφος ότι μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου υπήρξε παρεξήγηση, η οποία προηγήθηκε της επίθεσης που δέχθηκε ο Παραπονούμενος και του τραυματισμού του. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνάντησε τον Παραπονούμενο στο αεροδρόμιο Πάφου. Επίσης, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης το ότι ο Κατηγορούμενος προσέγγισε τον Παραπονούμενο ρωτώντας τον αν είναι ο Δημήτρης. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να αναφέρω ότι το πιο πάνω γεγονός συνάδει και με τη λογική, εφόσον τα δύο αυτά πρόσωπα δεν γνωρίζονταν. Μετά την καταφατική απάντηση που έδωσε ο Παραπονούμενος δέχθηκε αμέσως επίθεση και τραυματίστηκε. Ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της επίθεσης ήταν παρών και μάλιστα αμέσως μετά την επίθεση ο Παραπονούμενος επιχείρησε να κινηθεί εναντίον του. Το μοναδικό λογικό συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί το σύνολο της πιο πάνω αναφερόμενης περιστατικής μαρτυρίας είναι ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που επιτέθηκε στον Παραπονούμενο. Είναι καλά γνωστό ότι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται, ό,τι επιτρέπεται όμως είναι η εξαγωγή αδιαμφισβήτητων συμπερασμάτων από αποδεδειγμένα γεγονότα (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Hiscock v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση αρ.183/15 ημερομηνίας 19.10.17). Τα πιο πάνω αναφερόμενα σε σχέση με την ομολογία και την περιστατική μαρτυρία απαντούν στο επιχείρημα του κ. Δανιήλ περί απουσίας μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι η επίθεση και ο τραυματισμός που υπέστη ο Παραπονούμενος προήλθαν από τον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα ο Κατηγορούμενος άσκησε βία στον Παραπονούμενο με πρόθεση χωρίς την θέληση ή την συγκατάθεσή του και, επομένως, παράνομα εφόσον τον χτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο του. Η επίθεση, επομένως, στοιχειοθετήθηκε. Οι τραυματισμοί δε που προκλήθηκαν στον Παραπονούμενο ήταν το αποτέλεσμα της επίθεσης του Κατηγορούμενου. Τα τραύματα τώρα που υπέστη ο Παραπονούμενος, ήτοι εκδορά αριστερής παρειάς και αριστερού φρυδιού (βλ. Τεκμήριο 2), υπάγονται στην έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης του άρθρου 243 του Κεφ.154 (Georghiades v. Police ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο