← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Λευτέρη Χάμπιαουρη, Αρ. Υπόθεσης: 9995/13, 20/10/2017

Αστυνομίας ν. Λευτέρη Χάμπιαουρη, Αρ. Υπόθεσης: 9995/13, 20/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9995/13 Μεταξύ: Αστυνομίας εναντίον Λευτέρη Χάμπιαουρη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο: κα Ρ. Ξιναρή Κατηγορούμενος - παρών ------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex - tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράλειψης λήψης προφυλάξεων κατά πιθανού κινδύνου από ζώο, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του κατά παράβαση των Άρθρων 236 (δ)και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Στις κατηγορίες 2 και 3 αντιμετωπίζει το αδίκημα της διατήρησης σκύλου άνευ άδειας κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 18 (α) (στ) του περί Σκύλων Νόμου, Νόμος 184

(1)του 2002 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία επιχειρηματολογώντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η οποία σ' αυτό το στάδιο δεν υπόκειται σε αξιολόγηση, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε πέντε συνολικά μάρτυρες. Συγκεκριμένα ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Σταύρος Ιακωβίδης, ως ΜΚ2 ο Αστυφύλακας 2588 Ανδρέας Παπακλεοβούλου, ως ΜΚ3 ο Αστυφύλακας 2886 Αλέκος Αλεξάνδρου, ως ΜΚ4 η παραπονούμενη Μαρία Ιακωβίδου Παπασάββα και ως ΜΚ5 η εξεταστής της υπόθεσης Αστυφύλακας 921 Φωτειάνα Βασιλείου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Στη συνέχεια θα προβώ σε συγκεκριμένη αναφορά σε μέρη της μαρτυρίας, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Η ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου προς υποστήριξη της εισήγησης της για απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο επικεντρώθηκε κυρίως στο ότι από τη μαρτυρία, η οποία έχει προσαφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο πελάτης της. Ιδιαίτερα τόνισε η κα Ξιναρή, ότι ουδείς εκ των μαρτύρων που κλήθηκαν να καταθέσουν έχει δώσει περιγραφή των σκύλων, οι οποίοι αναφέρονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση Αζίνας v. The Republic
(1981)2 C.L.R. 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 στην οποία και καθορίζονται τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη Πρακτική η απαλλαγή κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτήν. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε απολογία. Ο όρος εκ πρώτης όψεως χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά μόνο σε προκαταρκτική θεώρηση της. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' αυτό στο στάδιο έχει καθαρά αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του '62, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Στη βάση των προαναφερόμενων αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Ξεκινώντας από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αφορά παράβαση του Άρθρου 236 (δ) του Ποινικού Κώδικα θεωρώ ότι από τη μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτεται μαρτυρία, η οποία αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του εν λόγω άρθρου. Όσα ανάφερε η κα Ξιναρή κατά την επιχειρηματολογία της, η οποία επαναλαμβάνω επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε περιγραφή των σκύλων που κατ' ισχυρισμό κατείχε ο κατηγορούμενος, θεωρώ ότι άπτονται ζητημάτων που αφορούν την αξιολόγηση και την εις βάθος θεώρηση της μαρτυρίας. Όπως όμως ήδη ανέφερα σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε σχέση όμως με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας η επισήμανση της κας Ξιναρή περί μη περιγραφής των σκύλων άπτεται πλέον συστατικού στοιχείου του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις εν λόγω κατηγορίες. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 2 και 3 εδράζεται επί του άρθρου 18 (α) και (στ) του Ν. 184(I)/2002, το οποίο προνοεί ότι: «Οποιοδήποτε πρόσωπο (α) Κατέχει σκύλο χωρίς άδεια κατοχής ή σκύλο που δεν είναι εγγεγραμμένος, ................................... (στ) παραβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές.». Από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου προκύπτει ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο στη διάπραξη του αδικήματος που καθιερώνει το εν λόγω άρθρο είναι η κατοχή σκύλου. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του εν λόγω νόμου στην έννοια σκύλος δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία: «Σκύλος για τους σκοπούς του παρόντος νόμου περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών.». Καθίσταται επομένως σαφές ότι για την εφαρμογή του παρόντος νόμου θα πρέπει ο σκύλος ή οι σκύλοι στην προκειμένη περίπτωση στους οποίους αναφέρεται το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος να είναι ηλικίας άνω των 3 μηνών. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την ηλικία των σκύλων. Συγκεκριμένα η μεν παραπονούμενη ΜΚ4 και ο σύζυγος της ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να δώσουν οποιανδήποτε περιγραφή των εν λόγω σκύλων και ούτε με τη μαρτυρία τους δόθηκε οποιαδήποτε ένδειξη όσον αφορά την ηλικία τους. Οι Αστυφύλακες ΜΚ2 και ΜΚ3 περιορίστηκαν ο μεν πρώτος στη φωτογράφηση της μπλούζας της παραπονούμενης, ο δε δεύτερος στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και τη διατύπωση της γραπτής καταγγελίας εις βάρος του. Τέλος η εξεταστής της υπόθεσης, ΜΚ5, ανάφερε στη μαρτυρία της ότι ουδέποτε είδε τους συγκεκριμένους σκύλους. Από τη μαρτυρία επομένως που έχει τεθεί ενώπιον μου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην ηλικία των σκύλων και κατά συνέπεια το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή ότι οι σκύλοι που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 είναι σκύλοι εν τη εννοία του Ν. 184
(1)/2002 ελλείπει. Θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω στο παρόν στάδιο ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ποινικού μας συστήματος ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Οποιαδήποτε κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων αφήνει την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363). Υπό το φως των πιο πάνω και της απουσίας συστατικού στοιχείου που αφορά τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στις κατηγορίες 2 και 3 θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία σε σχέση με τις προαναφερόμενες κατηγορίες αναφορικά με τις οποίες ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Όσον αφορά όμως την πρώτη κατηγορία, για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.