Δημοκρατία ν. IRAKLI GURULI, Αρ. Υπόθεσης: 3482/16, 24/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3482/16 Δημοκρατία εναντίον IRAKLI GURULI Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ξένια Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ελίζα Πατσαλίδη Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει συνολικά έξι
(6)κατηγορίες. Την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία), της ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η Κατηγορία), της απόπειρας ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 284 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η Κατηγορία), της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 44, 51
(1)και πρώτο παράρτημα του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η Κατηγορία), της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 28
(1), 51
(1)και πρώτο παράρτημα του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η Κατηγορία) και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η Κατηγορία). Αποτελεί, συνοπτικώς, εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εμφαίνεται και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ότι στις 26.12.2015 στην Πάφο ο κατηγορούμενος συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 έως 5 (1η κατηγορία). Περαιτέρω, ότι την ίδια ημερομηνία, στο εστιατόριο με την ονομασία «GOLFIANA VIEW», που βρίσκεται στην περιοχή «Σταυρός της Μίνθης», έδαφος του χωριού Τσάδα της επαρχίας Πάφου, μαζί με άλλο πρόσωπο, ενώ ήταν οπλισμένοι με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο, δηλαδή ένα μαχαίρι, έκλεψαν από τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου Κυριάκο Ιωσήφ από την Τσάδα, το χρηματικό ποσό των €50, μια χρυσή καδένα λαιμού με ένα σταυρό, ένα χρυσό δακτυλίδι αντίκα, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA X2, ένα κυνηγετικό όπλο μάρκας Valmet με αριθμό κατασκευής 65075, όλα συνολικής αξίας €1995 και ότι κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησαν πραγματική βία εναντίον του, δηλαδή τον κτύπησαν με τα χέρια και τα πόδια τους σε διάφορα μέρη του σώματός του, του έδεσαν τα χέρια του με κολλητική ταινία πίσω από την πλάτη, τον τράβηξαν σέρνοντάς τον σε άλλο χώρο του εστιατορίου του και του έδεσαν τα πόδια του με κολλητική ταινία, με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνων που εκλάπηκαν ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβαλλόταν (2η κατηγορία). Επίσης, ότι στην ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο, ο κατηγορούμενος, μαζί με το άλλο πρόσωπο, ενώ ήταν οπλισμένοι με το μαχαίρι, επιτέθηκαν εναντίον του Κυριάκου Ιωσήφ, με σκοπό την κλοπή από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BBG 430 και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της επίθεσης χρησιμοποίησαν πραγματική βία εναντίον του, δηλαδή τον κτύπησαν με τα χέρια και τα πόδια τους σε διάφορα μέρη του σώματός του, του έδεσαν τα χέρια με κολλητική ταινία πίσω από την πλάτη, τον τράβηξαν σέρνοντάς τον σε άλλο χώρο του εστιατορίου και του έδεσαν με κολλητική ταινία τα πόδια του, με σκοπό απόκτησης του πράγματος στο οποίο απέβλεπαν στην κλοπή (3η κατηγορία). Περαιτέρω ότι την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο, ο κατηγορούμενος, μαζί με το πιο πάνω άλλο πρόσωπο, είχαν στην κατοχή τους και μετέφεραν, χωρίς άδεια κατοχής, το κυνηγετικό όπλο μάρκας Valmet, με αριθμό εγγραφής P 4700 και αριθμό κατασκευής 65075, (κατηγορίες 4 και 5) και ότι επιτέθηκαν παράνομα εναντίον του ανωτέρω Κυριάκου Ιωσήφ, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη (6η κατηγορία). Παρουσιάζοντας την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε συνολικά εικοσιένα
(21)μάρτυρες κατηγορίας, από τους οποίους ο Μ.Κ.11, μετά από την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, ημερ. 15.05.2017, (βλέπε σχετικά κατωτέρω) με τη σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης και την άδεια του δικαστηρίου, επανακλήθηκε. Παράλληλα, προσέφερε στην πλευρά της υπεράσπισης τη δυνατότητα να αντεξετάσει, αν το επιθυμούσε, το σύνολο των υπολοίπων μαρτύρων, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Προς το σκοπό αυτό, η υπεράσπιση ζήτησε την κλήτευση τριών εκ των ως άνω προσώπων, των Μ.Κ.22, Μ.Κ.23 και Μ.Κ.24, τους οποίους αντεξέτασε. Ο κατηγορούμενος, όπως είχε κάθε δικαίωμα, κληθείς να παρουσιάσει την υπόθεση του επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, καλώντας περαιτέρω δεκαοκτώ
(18)μάρτυρες υπεράσπισης. Στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται επίσης, 27 έγγραφα και 203 τεκμήρια. Ανάμεσα στα τελευταία, περιλαμβάνεται γραπτό κείμενο (τεκμήριο 37) που αρχικά (στις 29.11.2016) κατατέθηκε εκ συμφώνου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός (βάση του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτό, αποτελούσε παραδεκτό γεγονός ότι: «Η σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης». Στην εξέλιξη της ακρόασης όμως, μετά από σχετικό αίτημα της υπεράσπισης, το δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, ημερ. 15.05.2017, επέτρεψε την ανάκληση του ως άνω παραδεκτού γεγονότος σε σχέση με τα τεκμήρια 8, 9, 13, 22, 23, 24, 25 και
- Περαιτέρω εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, τα ακόλουθα γεγονότα «Το βράδυ στις 26.12.2015 ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, Κυριάκος Ιωσήφ μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάστηκε από την επί καθήκοντι γιατρό των Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου, Ελένη Πορφυριάδου. Αυτή διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος, Κυριάκος Ιωσήφ, έφερε ό,τι διαπίστωσε, ό,τι αναφέρεται στο τεκμήριο δικαστηρίου
- Επίσης σύμφωνα με την ίδια ο παραπονούμενος αισθανόταν πόνο στη θωρακική χώρα. Λόγω των τραυμάτων του κρατήθηκε για νοσηλεία στο Νοσοκομείο Πάφου. Την επόμενη ημέρα 27.12.2015 ο παραπονούμενος εξετάστηκε από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου η οποία και ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία κατατίθεται στο Δικαστήριο ως τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της. Το δε πρόσωπο που ονομάζεται ως Κυριάκος Ιωσήφ είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση». Το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης της Δρ. Ελένης Αντωνίου, (τεκμήριο 39) κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η Δρ. Αντωνίου στην ως άνω έκθεση κατέγραψε: «Σήμερα 27/12/2015 στο Γ.Ν. Πάφου εξέτασα τον Κυριάκο Ιωσήφ από την Τσάδα Πάφου, με ημερομηνία γεννήσεως 25/12/1949 και ΑΔΤ 432860 για υπόθεση ληστείας με απαγωγή. Εξεταστής της υπόθεσης ο Αστ.
- Το περιστατικό φωτογράφησε ο Αστ.
- Κατά την εξωτερική εξέταση που έκανα στον Κυριάκο Ιωσήφ διαπίστωσα ότι φέρει αριστερή περιοφθαλμική εκχύμωση. Επίσης φέρει στην αριστερή παρειά μικρή επιπόλαια εκδορά. Του ιδίου τύπου εκδορές φέρει στο αριστερό αντιβραχιόνιο και στην ράχη του αριστερή χεριού. Φέρει εκχύμωση διαμέτρου 1 εκ. στο δεξιό βραχιόνιο». Σύμφωνα δε με τις διαπιστώσεις της Δρ. Ελένης Πορφυριάδου, ως καταγράφονται στο Τεκ. 110: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός. Κλινική εξέταση ΑΠ 122/67 ΣΦ 71 SPO2 98% Απύρετος. S1 - S2 - Ρυθμικοί, ευκρινείς ΑΨ - 8 χωρίς εμφανή παθολογικά ευρήματα. Κοιλία - 8 Μαλακή, ευπίεστη, ανώδυνη εντ. ήχοι. Κόρες ισομεγέθεις αντιδρούσες. Προσανατολισμένος στο χρόνο, τόπο, στοιχεία ταυτότητας. Παρουσιάζει μώλωπα (ΑΡ) οφθαλμού + αιμάτωμα. Αναφέρει άλγος κάτω θωρακικής χώρας και ΟΜΣΣ κατά την ψηλάφηση». Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας, του κατηγορούμενου και των μαρτύρων υπεράσπισης, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Το Δικαστήριο, καθηκόντως, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα τα συνάρθρωσε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399). Ταυτόχρονα εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της κατηγορούσας αρχής. Ακολουθεί, η σύνοψη της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορούμενου και των μαρτύρων που κλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης, ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η εκδοχή του κατηγορούμενου για την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ απασχολούν. Ο Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1830, Νεόφυτος Παπαριστοδήμου, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου, ως υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων, αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής. Υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Α) και τον κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων που ετοίμασε, (Έγγραφο Α1) καταθέτοντας στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 1-26 τα οποία και αντιστοίχησε με τα τεκμήρια που περιγράφονται στον ως άνω κατάλογο (Έγγραφο Α1). Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα ως άνω τεκμήρια, όπως φαίνεται και στον σχετικό κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων, μέχρι την κατάθεσή τους στο δικαστήριο, ήταν φυλαγμένα στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου, στην κατάσταση που ο ίδιος τα παρέλαβε, κλειστά και σφραγισμένα. Μ.Κ.2, κατέθεσε o Α/Λοχίας με αρ. μητρώου 2566, Μιχάλης Σάββα, ο οποίος εργάζεται στο Εργαστήριο Διερεύνησης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο του βιογραφικού του σημειώματος (τεκμήριο 27), κατέθεσε στο δικαστήριο, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, δυο εκθέσεις, ημερ. 22.01.2016 και 20.07.2016 (Έγγραφα Β και Β1 αντίστοιχα), διορθώνοντας, στη δεύτερη και τέταρτη γραμμή της τέταρτης παραγράφου της πρώτης σελίδας του Εγγράφου Β τον αριθμό δεκατρία με τον αριθμό δεκαπέντε (αριθμητικά και ολογράφως). Σύμφωνα με τις υπό αναφορά εκθέσεις του και την ένορκη μαρτυρία του, στις 27.12.2015 και ώρα 09:30, μετέβη με το βοηθό του, αστ. 3502, Φικάρδο και τον αστ. 3274, Χρ. Παπασάββα (Μ.Κ.3) στο εστιατόριο Golfiana View, σχετικά με την υπό συζήτηση υπόθεση. Παρόντες στη σκηνή, έξω από το χώρο ο οποίος είχε αποκλειστεί με κίτρινη λωρίδα σηματοδότησης, ήταν οι Λοχίας 3990 Ζ. Γεωργίου, αστ. 4857 Μ. Μπαρής, αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.4) του ΤΑΕ Πάφου και ο αστ. 2190 Σ. Φιλίππου (Μ.Κ.15) του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού, ο οποίος φρουρούσε τη σκηνή. Ο μάρτυρας, αφού έκανε μακροσκοπικό έλεγχο της σκηνής, έλεγξε δηλαδή τα σημεία που είχαν αποκλειστεί, εισήλθε, αρχικά μόνος του και ακολούθως με το βοηθό του στη σκηνή, αφού φόρεσαν ειδικά προστατευτικά νάιλον παπουτσάκια και γάντια, όπου ο Μ.Κ.2 τοποθέτησε 15 αριθμούς σε διάφορα σημεία εντός του εστιατορίου, όπως τα εξήγησε. Στη συνέχεια εισήλθε στη σκηνή και ο Μ.Κ.3, λαμβάνοντας καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2, 99 γενικές και ειδικές φωτογραφίες, τόσο της σκηνής, όσο και των ως άνω 15 σημείων (τεκμήριο 28). Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 παρέλαβε τα τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14, 15, 17 και 24 και έλαβε δειγματοληψίες (τεκμήρια 1, 11, 16, 18, 19, 20, 21, 22 και 23) από συγκεκριμένα σημεία της σκηνής, τα οποία υπέδειξε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 28, ενώ στη συνέχεια εξέτασε δακτυλοσκοπικά τη σκηνή, με αρνητικό αποτέλεσμα. Όλα τα πιο πάνω τεκμήρια, αφού τα συσκεύασε, τα σφράγισε με αυτοκόλλητη κολλητική ταινία, μαύρου χρώματος, με την ένδειξη «ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΥΠΡΟΥ», την υπέγραψε και στις 13:10 της ίδιας ημέρας τα παρέδωσε στον αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου, (Μ.Κ.4). Υιοθετώντας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, (Έγγραφο Β2) υπέδειξε ότι στις 05.07.2016 και ώρα 10:45 παρέλαβε από τον αστ. 1574 Κ. Αντωνίου, (Μ.Κ.20) μεταξύ άλλων, το αναλογικό ρολόι χειρός μάρκας ORIENT, (τεκμήριο 13) στην ίδια κατάσταση, όπως δηλ. το είχε συσκευάσει και σφραγίσει όταν το είχε βρει στο πάτωμα της κουζίνας καθ΄ ον χρόνο εξέτασε τη σκηνή, (βλέπε σχετικά φωτογραφίες 62, 64, 69, 70 και 72 τεκμηρίου 28) το οποίο, αφού εξέτασε δακτυλοσκοπικά, χωρίς να βρει κανένα ίχνος αποτυπώματος, σφράγισε τη συσκευασία του με αυτοκόλλητη κολλητική ταινία πράσινου χρώματος και το παρέδωσε στις 07.07.2016 και ώρα 11:30 στον αστ. 4964 Π. Ανδρονίκου (Μ.Κ.12). Στη μακρά αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων, στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων του στη σκηνή, επεξηγώντας τις συνθήκες ανεύρεσης των τεκμηρίων και τον τρόπο περισυλλογής τους. Μ.Κ.3 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 3274, Χριστόφορος Παπασάββας, ο οποίος υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι αποσπασμένος στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας & Γραφικών. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο του βιογραφικού του σημειώματος (τεκμήριο 31), κατέθεσε στο δικαστήριο, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Έγγραφο Γ). Πρόκειται για τον αστυνομικό που όπως προαναφέρθηκε, έλαβε, καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.2, τις φωτογραφίες του τεκμηρίου
- Η διαδικασία, που ακολούθησε, για τη λήψη και εκτύπωση των εν λόγω φωτογραφιών και την ετοιμασία του τεκμηρίου 28, καταγράφεται αναλυτικά στο Έγγραφο Γ. Σημειωτέον, ότι προφορικά ο Μ.Κ.3 προέβη σε δυο διορθώσεις στον αναλυτικό πίνακα του Εγγράφου Γ (συγκεκριμένα στην περιγραφή των φωτογραφιών 34-39 και 58-59), οι οποίες, όπως επισήμανε, ισχύουν και για τον αντίστοιχο πίνακα του τεκμηρίου
- Η ένορκη μαρτυρία του αναλώθηκε σε ερωτήσεις γύρω από τα τεκμήρια 28 και 29 (ψηφιακός δίσκος το τελευταίο που περιέχει 220 φωτογραφίες από τις οποίες ο Μ.Κ.3, όπως εξήγησε, επέλεξε, για τους λόγους που ανέφερε, με τη βοήθεια του Μ.Κ.2, τις 99 φωτογραφίες του τεκμηρίου 28). Όταν έφθασαν στη σκηνή με το Μ.Κ.2 και τον αστ. 3502 Φικάρδο, υπέδειξε, δεν υπήρχε κανένας εντός αυτής. Όσοι εισήλθαν στη σκηνή φορούσαν τα ειδικά προστατευτικά νάιλον παπουτσάκια και γάντια ενώ η γενική αρχή που διατύπωσε, ότι δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν μετακινούν οποιοδήποτε τεκμήριο σε μια σκηνή εγκλήματος, εκτός και αν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος και εφόσον ληφθούν μέτρα προστασίας για να μην επηρεαστούν τεκμήρια ή επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να εξαχθεί από αυτά, ακολουθήθηκε και στην προκείμενη περίπτωση. Μ.Κ.4 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 2588, Ανδρέας Παπακλεοβούλου, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι αποσπασμένος στο Κλιμάκιο Φωτογράφων και Δακτυλοσκόπων του ΤΑΕ Πάφου. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, (Έγγραφο Δ) επιβεβαίωσε ότι στις 27.12.2015 και ώρα 13:10 παρέλαβε από το Μ.Κ.2 συσκευασμένα και σφραγισμένα τα τεκμήρια 1 έως 24, τα οποία παρέδωσε, μαζί με το Έγγραφο Δ, την ίδια ημέρα, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον αστ. με αρ. μητρώου 2495, Ανδρόνικο Τσαππή, (Μ.Κ.6) του ΤΑΕ Πάφου. Διευκρίνισε ότι βρισκόταν στη σκηνή από τις 09:00 της 27.12.2015, πλην όμως δεν χρειάσθηκε να βοηθήσει και ότι πέραν της παραλαβής των τεκμηρίων, δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Αποχώρησε από τη σκηνή, η οποία φρουρείτο από αστυνομικό της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, πέντε-έξι λεπτά μετά την παραλαβή των τεκμηρίων. Μ.Κ.5 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 3894, Ανδρέας Γερμανός, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ Πάφου. Επίσης είναι ειδικός φωτογράφος. Υιοθετώντας γραπτή του κατάθεση, (Έγγραφο Ε) επιβεβαίωσε ότι στις 27.12.2015 και μεταξύ των ωρών 08:35 και 09:30 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου έλαβε κατάθεση (τεκμήριο 33) από τον Κυριάκο Ιωσήφ (παραπονούμενο-Μ.Κ.10), υποδεικνύοντας ότι κατά τη λήψη της, αυτός ήταν χτυπημένος, εξ' ου και είχε κρατηθεί για νοσηλεία και φανερά σοκαρισμένος. Ακολούθως την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο, μεταξύ των ωρών 12:00 και 12:03, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της ιατροδικαστή Δρ. Ε. Αντωνίου έλαβε δώδεκα φωτογραφίες (τεκμήριο 32) του παραπονούμενου, κατά την ιατροδικαστική του εξέταση, επεξηγώντας στο δικαστήριο τι απεικονίζουν. Αναφερόμενος στην ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 35), που έλαβε αργότερα την ίδια ημέρα στο ΤΑΕ Πάφου από κάποιο Μάριο Κάϊζερ, το αυτοκίνητο του οποίου είχε καταγραφεί από κάμερα να περνά πλησίον από το χώρο που διαπράχθηκε το αδίκημα, υπέδειξε ότι το ως άνω πρόσωπο, παρόλο που συνελήφθη και ανακρίθηκε, από τις εξετάσεις δεν προέκυψε οτιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον του και αφέθηκε ελεύθερος. Διαπιστώθηκε ότι στις 19:30 της 26.12.2015, το πιο πάνω πρόσωπο ήταν μαζί με δυο φίλους του σε συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής στην οδό Νεόφυτου Νικολαϊδη, στην Πάφο, ενώ αποτυπώματα και παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από το ως άνω πρόσωπο, υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε. Ο παραπονούμενος, υπέδειξε, πέραν των όσων καταγράφονται στην κατάθεσή του, (τεκμήριο 33) του ανάφερε προφορικά, ότι είχε δει, υπό τις συνθήκες που εξήγησε, το πρόσωπο του ενός από τους δυο δράστες και ότι αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας κινητά τηλέφωνα, χωρίς να ακούσει όμως τι έλεγαν. Μ.Κ.6 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 2495, Ανδρόνικος Τσαππής, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ Πάφου. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, (Έγγραφο ΣΤ) επιβεβαίωσε ότι στις 27.12.2015 παρέλαβε από το Μ.Κ.4, συσκευασμένα, σφραγισμένα και δεόντως υπογραμμένα, τα τεκμήρια 1 έως 24, τα οποία παρέδωσε στις 31.12.2015, περί τις 16:00 με 17:00, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Α/αστ. με αρ. μητρώου 2459, Θεόδωρο Νικολάου, (Μ.Κ.19) του Αστυνομικού Σταθμού Πέγειας, για να τα μεταφέρει για επιστημονικές εξετάσεις στη Λευκωσία. Εκτός από τις ανωτέρω ενέργειες, την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων (26.12.2015) μετέφερε στη σκηνή το βοηθό υπεύθυνο του ΤΑΕ Πάφου, υπαστυνόμο Μιχάλη Ιωάννου, διευκρινίζοντας ότι η σκηνή ήταν αποκλεισμένη με αστυνομική κορδέλα και ότι ό ίδιος δεν εισήλθε εντός αυτής αναμένοντας τον εν λόγω αξιωματικό μέχρι να φύγουν από εκεί. Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Α/αστ. με αρ. μητρώου 1898, Λούης Γεωργιάδης, ο οποίος υπηρετεί στο Κλιμάκιο Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου. Παραπέμποντας και υιοθετώντας μέρος της γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Ζ) επιβεβαίωσε ότι στις 10.04.2016 (στα πλαίσια εξέτασης και αστυνομικής διερεύνησης άλλης υπόθεσης από την υπό συζήτηση), δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου που εξασφάλισε με τη βοήθεια του διερμηνέα Μπάτρι Νανοπασβίλι, (τεκμήριο 36-μετάφραση τεκμήριο 36Α) έλαβε από αυτόν τα αποτυπώματα δακτύλων και παλάμης του ως επίσης τα παρειακά του επιχρίσματα. Ακολούθως τα τοποθέτησε σε φάκελο, (τεκμήριο 26) τον οποίο, αφού τον σφράγισε και υπέγραψαν επ' αυτού τόσο ο ίδιος, όσο και ο διερμηνέας και ο κατηγορούμενος, τον παρέδωσε στις 12.04.2016 και ώρα 07:00 στον Αστ. 4415 Βάσο Βασιλείου (Μ.Κ.18) για να μεταφερθούν για επιστημονικές εξετάσεις, από τα αποτελέσματα των οποίων, όπως ο ίδιος γνωρίζει, δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση του κατηγορούμενου με την άλλη υπόθεση, αλλά με τεκμήρια της υπό συζήτηση υπόθεσης, παραπέμποντας για πληρέστερη ενημέρωση στον αρμόδιο εξεταστή. Στο σημείο αυτό, παρεμβάλλεται δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την οποία οι πιο πάνω ενέργειες του Μ.Κ.7 έγιναν νομότυπα και είναι παραδεκτές από την πλευρά του κατηγορούμενου, ως επίσης, ότι γενικότερα, οποιαδήποτε (ανακριτική) ενέργεια γινόταν με τη βοήθεια διερμηνέα, αυτή επεξηγείτο στον κατηγορούμενο στη γλώσσα του τελευταίου. Ο Μιχάλης Σάββα, (Μ.Κ.8) είναι γιός του παραπονούμενου. Από την κατάθεσή του, (Έγγραφο Η) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και την ένορκη μαρτυρία του, προκύπτει ότι στις 26.12.2015 και ώρα 20:36 του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος-πατέρας του, από το τηλέφωνο, ως πιθανολόγησε, του φρουρού ασφαλείας στην είσοδο του Minthis Hills και του είπε να πάει γρήγορα στο εστιατόριο, γιατί τον είχαν ληστέψει, πράγμα που έκανε. Φθάνοντας στο εστιατόριο, γύρω στις 20:55, βρήκε τον πατέρα του να κάθεται σε καρέκλα (εικόνες του χώρου στον οποίον καθόταν ο πατέρας του μάρτυρα απεικονίζονται στις φωτογραφίες 40 και 44, 45 και 46 του τεκμηρίου 28). Μαζί του ήταν και αστυνομικός ή αστυνομικοί. Ο πατέρας του ήταν σε άθλια κατάσταση, σε κατάσταση σοκ, χτυπημένος και τρομοκρατημένος. Επειδή τα ρούχα του τελευταίου ήταν βρεγμένα και κρύωνε, ο μάρτυρας αφού τον βοήθησε, με τη συνδρομή αστυνομικού να ξαπλώσει σε τραπεζομάντηλο που έστρωσε στο πάτωμα, σκεπάζοντας τον για να μην κρυώσει, στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο που διέμενε ο πατέρας του, σε άλλο χώρο του εστιατορίου, (την είσοδο του οποίου υπέδειξε στη φωτογραφία 38 του τεκμηρίου 28) και πήρε ένα ζευγάρι φόρμες, τις οποίες τον βοήθησε να φορέσει. Σημείωσε πως όταν μπήκε στο δωμάτιο που διέμενε ο πατέρας του, αντιλήφθηκε, ότι είχε κλαπεί το κυνηγετικό του όπλο μάρκας "Valmet", (με αριθμό εγγραφής Ρ 4700 και αριθμό κατασκευής 65075) αξίας περίπου €600, το οποίο είχε φυλάξει, αποσυναρμολογημένο, στο συγκεκριμένο χώρο. Πέραν του πιο πάνω δωματίου, δεν κινήθηκε σε οποιοδήποτε άλλο χώρο του εστιατορίου και δη στην κουζίνα. Όπως του είπε ο πατέρας του, τον είχαν ληστέψει δυο κουκουλοφόροι, χωρίς να του διευκρινίσει εάν είχε δει τα πρόσωπά τους ή αν αντιλήφθηκε τι γλώσσα μιλούσαν, και ότι, του είχαν κλέψει το κινητό, το σταυρό και το δαχτυλίδι του. Ενόψει της κατάστασης της υγείας του πατέρα του, ο οποίος ως εξήγησε είχε πρόσφατα υποβληθεί σε εγχείρηση καρδίας, δεν συζήτησαν οτιδήποτε άλλο σχετικό με την υπόθεση. Μετά από πάροδο δε 15-20 λεπτών έφθασε στο χώρο ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον πατέρα του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ακολούθως, ως οι οδηγίες του αστυνομικού, ο ίδιος βγήκε στο δρόμο, έξω από το εστιατόριο, ενώ ο αστυνομικός απέκλεισε τη σκηνή με αστυνομική κορδέλα. Μ.Κ.9 κατέθεσε ο Παναγιώτης Παναγιώτου ιδιοκτήτης της εταιρείας Pan Everguard, η οποία έχει έδρα την Πάφο και ασχολείται με τη φύλαξη ιδιωτικών περιουσιών. Όπως προκύπτει από την κατάθεσή του, (Έγγραφο Θ) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και την ένορκη μαρτυρία του, στις 26.12.2015 και ώρα 20:33 τον πήρε τηλέφωνο ο υπάλληλός του Svetoslav Pavlov, (Μ.Κ.23) που εκτελούσε χρέη φρουρού ασφαλείας στο Minthis Hills στην Τσάδα και του έδωσε στο τηλέφωνο τον παραπονούμενο, ο οποίος του είπε ότι τον χτύπησαν, τον έδεσαν και τον έκλεψαν, παρακαλώντας τον να τηλεφωνήσει στην αστυνομία, πράγμα το οποίο ο μάρτυς έκανε άμεσα, καταγγέλλοντας την υπόθεση στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού, ενόσω κατευθυνόταν, με το αυτοκίνητό του, προς το Minthis Hills από την Κάτω Πάφο όπου διαμένει. Φθάνοντας στο φυλάκιο στην είσοδο του συγκροτήματος Minthis Hills (φωτογραφία 1 τεκμηρίου 28) και αφού παρέλαβε από εκεί τον παραπονούμενο, κατευθύνθηκαν προς το εστιατόριο, ακολουθούμενοι από δυο αστυνομικούς, οι οποίοι επέβαιναν σε αστυνομικό όχημα. Στη διαδρομή, ο παραπονούμενος, ο οποίος ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο, φαινόταν κακοποιημένος, δεν μιλούσε καλά και φαινόταν κάπως συγχυσμένος, απαντώντας σε ερωτήσεις του, του είπε, ότι είχε δει τους δράστες, είχε δει «κάποια πράγματα», αλλά δεν τους ήξερε, ούτε τους είχε ξαναδεί και ότι μιλούσαν «σπαστά ελληνικά και κυπριακά, ελληνικά σπαστά». Όταν έφθασαν στο εστιατόριο, στο οποίο μπήκαν από την πλαϊνή είσοδο, ο ίδιος μαζί με τον παραπονούμενο, παρέμειναν σε συγκεκριμένο χώρο όπως αυτός απεικονίζεται στη φωτογραφία 40 του τεκμηρίου 28, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε γίνει, ενώ οι δυο αστυνομικοί προέβησαν σε εξετάσεις στο χώρο και έκαναν ερωτήσεις στον παραπονούμενο, σε σχέση με το περιστατικό. Ο ίδιος προσπάθησε να βοηθήσει τον παραπονούμενο, ο οποίος φαινόταν ότι ήταν σοβαρά χτυπημένος. Μετά από 5-6 λεπτά προσήλθε στο χώρο ο γιός του παραπονούμενου, (Μ.Κ.8) ο οποίος έφερε στον κατηγορούμενο ρούχα και άλλαξε. Ο τελευταίος, σε κάποια στιγμή έκανε εμετό. Τον έβαλαν να ξαπλώσει στο πάτωμα και κάλεσαν ασθενοφόρο. Αφού έμεινε στο εστιατόριο για δεκαπέντε περίπου λεπτά, επέστρεψε στο φυλάκιο και έλεγξε τις τρεις κάμερες παρακολούθησης που ήταν σε λειτουργία κατά τον επίδικο χρόνο, διαπιστώνοντας ότι είχαν καταγράψει τρία αυτοκίνητα να κινούνται στην περιοχή, των οποίων σημείωσε τα νούμερα. Έχοντας υπ' όψη ότι ο παραπονούμενος του είχε πει ότι οι δράστες ήταν δυο, οι οποίοι, όπως αντιλήφθηκε ότι του είπε, φορούσαν μαντίλια (η ακριβής έκφραση του μάρτυρα ήταν «κάτι μου είπε για μαντίλια, ξέρω εγώ, κάτι ότι είχαν μαντίλια, κάτι»), έδωσε στην αστυνομία τα νούμερα μόνο του ενός από τα τρία αυτοκίνητα, στο οποίο φαινόταν ότι επέβαιναν τέσσερα άτομα σε αντίθεση με τα άλλα που επέβαινε μόνο ένα άτομο. Τις ίδιες κάμερες έλεγξαν αργότερα, την ίδια ημέρα και αστυνομικοί. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα ο παραπονούμενος, (Μ.Κ.10) ηλικίας 67 ετών κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρος και ιδιοκτήτης του επίδικου εστιατορίου με την ονομασία «Golfiana View», που βρίσκεται στην περιοχή «Σταυρός της Μίνθης», στο χωριό Τσάδα, αφού υιοθέτησε τις γραπτές του καταθέσεις, ημερ. 27.12.2015, 05.01.2016 και 03.05.2016 (τεκμήριο 33 και Έγγραφα Ι και Ι
(1)αντίστοιχα) υπέδειξε, διευκρινίζοντας σχετική αναφορά του στην πρώτη, ότι ο ένας δράστης (που στο εξής θα καλείται «ο άγνωστος»), του οποίου περιέγραψε τα χαρακτηριστικά, φορούσε την κουκούλα του σάκου του, η οποία κάλυπτε το πρόσωπό του πάνω από τα φρύδια του και ο άλλος που αναγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, (που στο εξής θα καλείται «ο κατηγορούμενος») άσπρο μαντήλι, το οποίο ήταν χαλαρό και κάλυπτε το πρόσωπό του κάτω από τη μύτη μέχρι πάνω από τα αυτιά του. Ο παραπονούμενος υπέδειξε επίσης ότι στις 25.12.2015, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα της ληστείας, στο υπ' αναφορά εστιατόριο, το οποίο είναι οικογενειακή επιχείρηση, καθώς σε αυτό εργάζονται ο ίδιος, ο γιός του, η κόρη του και οι δυο εγγονές του, ηλικίας 16 και 17 χρονών αντίστοιχα, είχε γιορτάσει τα γενέθλιά του, σε στενό οικογενειακό κύκλο, με καλεσμένους μόνο τα παιδιά του, τη συμπεθέρα του και μια κόρη της τελευταίας, με τους οποίους συνέφαγε. Αμέσως μετά, τόσο το εστιατόριο γενικά, όσο και ειδικότερα η κουζίνα του, σφουγγαρίσθηκε και καθαρίσθηκε (έγινε "deluxe", όπως ανέφερε χαρακτηριστικά). Το εστιατόριο, υπέδειξε, για πενήντα ημέρες πριν από την ανωτέρω ημερομηνία, δεν είχε λειτουργήσει, λόγω της νηστείας που προηγείται της εορτής των Χριστουγέννων. Περιγράφοντας τα γεγονότα, όπως εκτυλίχθηκαν στις 26.12.2015, ανέφερε ότι η ώρα 18:50 περίπου, επέστρεψε στο εν λόγω εστιατόριο, που εκτός από το χώρο εργασίας αποτελεί και το χώρο διαμονής του και έκατσε στο τραπέζι (μπροστά από το δίσκο με το φαγητό, που φαίνεται στη φωτογραφία 41 του τεκμηρίου 28) για να φάει και να δει τις ειδήσεις από το τηλεοπτικό κανάλι euronews. Φορούσε τις τεχνητές οδοντοστοιχίες του (άνω και κάτω γνάθου-τεκμήριο 28, φωτογραφίες 73 80 και 66) και τα γυαλιά του (φωτογραφίες 61 και 63 τεκμηρίου 28) και καθόταν στην καρέκλα, που φαίνεται αναποδογυρισμένη στο σημείο 1 της φωτογραφίας 41 του τεκμηρίου
- Όπως συνήθιζε πάντα, στο αριστερό του χέρι φορούσε το ρολόι του, (τεκμήριο 13) (φωτογραφία 72 τεκμηρίου 28) το οποίο είχε αγοράσει πριν από τέσσερα χρόνια από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο, φορώντας το έκτοτε ανελλιπώς στο ίδιο χέρι μέχρι την 26.12.2015 που έπεσε θύμα ληστείας, ενώ στην αριστερή πλευρά του παντελονιού του, (στο ύψος της τσέπης) είχε τη θήκη με το κινητό του τηλέφωνο (φωτογραφία 71 τεκμηρίου 28). Γύρω στις 19:15, αφού έφαγε και ολοκληρώθηκαν οι ειδήσεις στο συγκεκριμένο κανάλι που παρακολουθούσε, καθώς καθόταν, ήρθε ο ένας δράστης από πίσω του, τον έπιασε από το στόμα και του είπε «Μη μιλάς». Ο ίδιος, αντιδρώντας, του είπε «άσε με ρε» «παρέτα ρε» (ή «άστε με, παρετάτε με»). Τότε ο άλλος δράστης άρχισε να τον κτυπά με γροθιές στο κεφάλι («στα μούτρα», όπως είπε χαρακτηριστικά). Χωρίς να του πουν οτιδήποτε άλλο και οι δυο δράστες συνέχισαν να τον κτυπούν, τον έσπρωξαν και αφού τον έριξαν κάτω από την καρέκλα, η οποία μετακινήθηκε και κατέληξε αναποδογυρισμένη στο σημείο 1 της φωτογραφίας 41 του τεκμηρίου 28, όπως ήταν πεσμένος ανάσκελα, τον κλωτσούσαν στην κοιλιά. Ο παραπονούμενος, για να προφυλαχθεί και να αποφύγει τις κλωτσιές στην κοιλιά, γύρισε το σώμα του, προκειμένου να δέχεται τις κλωτσιές στη ράχη και τότε οι δράστες του έδεσαν για πρώτη φορά τα χέρια, σφικτά και σταυρωτά πίσω από το σώμα, με κολλητική ταινία, (τέλα) την οποία είχαν φέρει μαζί τους και τον έσυραν «κωλοσυρτό» (περνώντας μέσα από την κουζίνα-φωτογραφίες 64, 74 και 75 τεκμηρίου 28) στο διάδρομο της κουζίνας (φωτογραφία 79 τεκμηρίου 28). Στη διαδρομή ο ίδιος φώναζε, γιατί πονούσε, ενώ οι δράστες του έκλεψαν από την τσέπη του παντελονιού του πενήντα ευρώ περίπου, σε διάφορα χαρτονομίσματα και ένα δελτίο τζόκερ που είχε παίξει πριν από λίγες ημέρες, αξίας πέντε ευρώ. Καθ' οδόν προς το διάδρομο της κουζίνας, στο χώρο της κουζίνας (στο σημείο που φαίνεται στη φωτογραφία 69 του τεκμηρίου 28) του έδεσαν για δεύτερη φορά τα χέρια με την κολλητική ταινία, πράγμα το οποίο επανέλαβαν, για τρίτη φορά, στο διάδρομο της κουζίνας, όπου ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατούσε σουγιά, χρώματος ασημί, με μικρή λεπίδα, τον οποίο κουνούσε επιδεικτικά πάνω κάτω, παρέμεινε μαζί του, προσέχοντάς τον για να μην τρέξει και διαφύγει, ενώ ο άγνωστος δράστης πηγαινοερχόταν στο εστιατόριο ψάχνοντας να βρει κάτι για να κλέψει. Επέστρεψε σε κάποια στιγμή με συναρμολογημένο, αλλά χωρίς φυσίγγια, το κυνηγετικό όπλο του γιού του, το οποίο ο τελευταίος είχε φυλαγμένο και αποσυναρμολογημένο σε τρία κομμάτια, στο δωμάτιο που διέμενε ο παραπονούμενος εντός του εστιατορίου (φωτογραφία 89 τεκμηρίου 28). Αναφορικά με τα όσα διαδραματίσθηκαν στο διάδρομο της κουζίνας, ανέφερε, ότι οι δράστες, αφού τον έσυραν εκεί, τον υποχρέωσαν να παραμείνει ξαπλωμένος στο έδαφος, στη δεξιά του πλευρά, (στο σημείο που απεικονίζεται πεσμένο παγούρι στη φωτογραφία 79 του τεκμηρίου 18) και να κοιτά προς τον τοίχο (προς την πλευρά που είναι τα παγούρια που απεικονίζονται στην εν λόγω φωτογραφία). Ο κατηγορούμενος τον ρωτούσε συνέχεια «που είναι το safe» και αυτός, αντιλαμβανόμενος ότι σκοπός τους ήταν το χρηματοκιβώτιο, του απαντούσε «δεν έχω χρηματοκιβώτιο». Μετά από λίγο ο άγνωστος έφυγε, για περίπου δέκα λεπτά, χωρίς ο παραπονούμενος να δει που πήγε, υποψιαζόμενος όμως ότι πήγε στους υπόλοιπους χώρους του εστιατορίου για να βρει πράγματα να κλέψει, ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην είσοδο του διαδρόμου και τον επιτηρούσε. Κάθε φορά που ο παραπονούμενος προσπαθούσε να γυρίσει, ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε για να μην τον δει και για να συνεχίσει να βλέπει τον τοίχο. Γύρω στις 19:50 περίπου, αφού ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε ότι ήθελαν λεφτά, τους είπε ότι «έχω λεφτά στο αυτοκίνητο τα κλειδιά είναι πάνω στο γραφείο και καλή χρονιά», εννοώντας το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής BBG 430, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου (φωτογραφίες 16 και 17 του τεκμηρίου 28). Πράγματι οι δράστες έκαναν ότι τους είπε, αλλά μετά από λίγο επέστρεψαν, χωρίς να ανοίξουν ως διαφάνηκε εκ των υστέρων το αυτοκίνητο, κάνοντας λάθος ως υπολόγισε στο κλειδί του αυτοκινήτου. Ακολούθως, αφού του έδεσαν και τα πόδια με την ίδια κολλητική ταινία, ο κατηγορούμενος του είπε «να περάσει λίγη ώρα και μετά να φκείς έξω» και έφυγαν, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος έφερε δίπλα του μια βαλίτσα (ιδιοκτησίας του παραπονούμενου) με διάφορα μαχαίρια, (φωτογραφία 77 τεκμηρίου 28), υποδεικνύοντας του όταν θα φύγουν να κόψει με αυτά την ταινία. Όπως ο παραπονούμενος υπολόγισε, ο χρόνος που διέρρευσε από τη στιγμή που του επιτέθηκαν οι δράστες μέχρι τη στιγμή που έφυγαν, ήταν περίπου 40 λεπτά, ενώ ο ίδιος χρειάσθηκε περίπου 10 λεπτά για να κόψει την κολλητική ταινία, με τον τρόπο που εξήγησε, και να απελευθερωθεί. Υπολόγισε επίσης ότι χρειάστηκε άλλα 20 με 30 λεπτά για να περπατήσει στην κατάσταση που ήταν από το εστιατόριο μέχρι το φυλάκιο του φρουρού ασφαλείας, (Μ.Κ.23) όπου από το τηλέφωνο του τελευταίου τηλεφώνησε στο γιό του (Μ.Κ.8) και στον ιδιοκτήτη της εταιρείας Pan Evergard, (Μ.Κ.9) αναφέροντας τους τι είχε συμβεί. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, οι δράστες, πέραν από το κυνηγετικό όπλο του γιού του, τα μετρητά και το δελτίο τζόκερ, του έκλεψαν ένα χρυσό σταυρό με την αλυσίδα του, που φορούσε στο λαιμό και ένα δακτυλίδι που φορούσε στο χέρι του, συνολικής αξίας, όπως εξήγησε, 1.300 ευρώ, καθώς και το κινητό του τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ Χ2, χρώματος γκρίζου, που είχε αγοράσει 95 ευρώ δυο χρόνια προηγουμένως. Πέραν των όσων επισυνέβησαν σε βάρος του στο εστιατόριό του, στις 26.12.2015, ο παραπονούμενος υπέδειξε ότι τον Ιούλιο του 2016, στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, υπό τις περιστάσεις που εξήγησε, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον ένα από τους δράστες, ειδικότερα αυτόν με το μαντήλι στο πρόσωπο, γεγονός το οποίο ανέφερε στον εξεταστή της υπόθεσης Κάρολο Αντωνίου, (Μ.Κ.20). Ο τελευταίος τον συμβούλευσε ότι θα έπρεπε να το πει στο δικαστήριο, όταν θα έδιδε ένορκη μαρτυρία, όπως και έπραξε. M.K.11, κατέθεσε ο Δρ. Μάριος Καριόλου, Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής (ΕΔΙΓ) του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ), εργαστήριο που μεταξύ άλλων, διεξάγει και εξετάσεις σε αστυνομικά τεκμήρια σε επίπεδο γενετικού υλικού. Τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα στο συγκεκριμένο τομέα, αναδεικνύονται από το βιογραφικό του σημείωμα, (τεκμήριο 41) το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σημειωτέον, ότι, κατά το στάδιο της κατάθεσης του τεκμηρίου 41, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την εμπειρογνωμοσύνη του, επιφυλάσσοντας παράλληλα το δικαίωμά της να υποβάλει κάποια ερώτηση, σχετικά με αυτό το ζήτημα, στην αντεξέταση, εάν το κρίνει σκόπιμο. Υιοθετώντας το περιεχόμενο των τριών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, με αριθμούς 6974/15, 1812/16 και 2840/2016 (Έγγραφα ΙΑ, ΙΑ1 και ΙΑ2 αντίστοιχα), που ο ίδιος ετοίμασε, κατόπιν σχετικών αιτημάτων της αστυνομίας, (τεκμήρια 42, 43 και 44 αντίστοιχα) αναφέρθηκε στα αντικείμενα που παραδόθηκαν, συσκευασμένα και σφραγισμένα στο ΕΔΙΓ, στις επιστημονικές εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού που διενεργήθηκαν σε αυτά και στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Όπως διαφαίνεται από τις εκθέσεις του και επεξήγησε στο δικαστήριο, στις 31.12.2015 η Βάσω Stribley (Μ.Κ.16), επιστημονικό προσωπικό του ΕΔΙΓ, παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, τα τεκμήρια 1 έως 24, τα οποία υποβλήθηκαν στις σχετικές γενετικές εξετάσεις μεταξύ 05.01.2016 και 03.02.2016, από τις οποίες, από την εξωτερική πλευρά του αναλογικού ρολογιού του παραπονούμενου, (τεκμήριο 13) απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, δότης μέρους του οποίου ήταν άγνωστος άνδρας (βλέπε συμπέρασμα 14 Εγγράφου ΙΑ). Ακολούθως, στις 12.04.2016, η Μαριλένα Χατζηβασιλείου (Μ.Κ.17), επιστημονικό προσωπικό του ΕΔΙΓ, παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, δυο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου, (τεκμήριο 26) τα οποία υποβλήθηκαν στις σχετικές γενετικές εξετάσεις μεταξύ 12.04.2016 και 27.04.2016, από τις οποίες προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος και άγνωστος άνδρας ήταν δότες του μικτού γενετικού υλικού που είχε απομονωθεί από την εξωτερική πλευρά του ρολογιού (τεκμήριο 13) (βλέπε συμπέρασμα 2 Εγγράφου ΙΑ1). Στη συνέχεια, στις 09.06.2016, η Βάσω Stribley (Μ.Κ.16) παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, δυο παρειακά επιχρίσματα του παραπονούμενου, (τεκμήριο 25) τα οποία υποβλήθηκαν στις σχετικές γενετικές εξετάσεις μεταξύ 14.06.2016 και 05.07.2016, από τη μελέτη των οποίων, προέκυψε, ότι το μεικτό γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού, που απομονώθηκε από την εξωτερική πλευρά του ρολογιού (τεκμήριο 13), στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό, είναι 80.000.000.000 φορές πιο πιθανό να παρατηρηθεί εάν είναι μίγμα που προέρχεται από τον παραπονούμενο, τον κατηγορούμενο και ένα άγνωστο άτομο, παρά από τον παραπονούμενο και δυο άγνωστα άτομα, σημειώνοντας ότι η συνεισφορά του τρίτου ατόμου στο μεικτό γενετικό υλικό είναι πολύ χαμηλή και παρατηρείται σε πολύ μικρό αριθμό χρωμοσωμικών θέσεων (βλέπε συμπέρασμα 13 Εγγράφου ΙΑ2). Δεν εξυπηρετεί στο στάδιο αυτό η αναφορά σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας του μάρτυρα Καριόλου, τόσο, κατά την αρχική του κλήση, όσο και την επανακλήτευσή του (μετά από σχετικό αίτημα της κατηγορούσας αρχής, με τη σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης και σχετική άδεια του δικαστηρίου). Αρκεί η γενική επισήμανση, ότι ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε, με κάθε λεπτομέρεια, σε όλες τις ενέργειες του ιδίου προσωπικά και του προσωπικού του εργαστηρίου του, τόσο σε σχέση με τη διακίνηση των τεκμηρίων εντός του ΕΔΙΓ (από την παραλαβή τους από την αστυνομία μέχρι την παράδοσή τους σε αυτή), όσο και στις επιστημονικές εξετάσεις και αναλύσεις, σε επίπεδο γενετικού υλικού, στις οποίες αυτά υποβλήθηκαν, αλλά και στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, τα οποία επεξήγησε, τεκμηριώνοντάς τα με αναφορά σε σχετικά τεκμήρια (τεκμήρια 45, 45Α, 45Β, 46, 47, 49, 50, 52 και 53), τα οποία κατέθεσε και ανέλυσε, υποδεικνύοντας ότι για τους λόγους που εξήγησε, κατά τη δική του επιστημονική εκτίμηση, αποκλείεται η δευτερογενής μεταφορά του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού του παραπονούμενου ή η επιμόλυνσή της με αυτό. Αντίθετα από την πλευρά του προκρίνεται η απευθείας μεταφορά του από τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, διευκρινίζοντας ωστόσο, ότι αυτό είναι ένα ζήτημα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο, στη βάση του συνόλου της ενώπιον του μαρτυρίας. Μ.Κ.12 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 4964, Πέτρος Ανδρονίκου, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, (Έγγραφο ΙΒ) επιβεβαίωσε ότι στις 07.07.2016 και ώρα 11:30 παρέλαβε στο γραφείο διερεύνησης από τον Α/Λοχία 2566 Μιχάλη Σάββα, (Μ.Κ.2) συσκευασμένα, σφραγισμένα και υπογραμμένα, το αναλογικό ρολόι μάρκας Orient (τεκμήριο 13) και ένα μικρό μεταλλικό φαναράκι χρώματος πορτοκαλί (τεκμήριο 24), που αναγνώρισε στο δικαστήριο, τα οποία στις 19:00 της ίδιας ημέρας παρέδωσε στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, δηλ. συσκευασμένα, σφραγισμένα και υπογραμμένα, στον αστ. με αρ. μητρώου 1574, Κ. Αντωνίου (Μ.Κ.20). Μ.Κ.13 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 1923 Γιαννάκης Ταμάνης, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΙΓ) επιβεβαίωσε, ότι στις 09.06.2016 και ώρα 07:00 παρέλαβε από τον Α/Αστ. 1985 Μάριο Παπαγεωργίου (Μ.Κ.14) του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού, ένα σφραγισμένο φάκελο, που περιείχε δυο παρειακά επιχρίσματα του παραπονούμενου, τον οποίο αναγνώρισε ως το τεκμήριο 25, τον οποίο την ίδια ημέρα παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τον παρέλαβε, μαζί με το σχετικό συνοδευτικό έντυπο Αστ. 161 (τεκμήριο 44, στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις, υποδεικνύοντας στο τεκμήριο 44 την υπογραφή της Βάσως Stribley, (Μ.Κ.16) που τον παρέλαβε. Μ.Κ.14 κατέθεσε ο Α/Αστ. με αρ. μητρώου 1985 Μάριος Παπαγεωργίου, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΙΔ) επιβεβαίωσε, ότι στις 07.07.2016 και ώρα 11:45, με οδηγίες της Σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού, Λοχία 2323 Μίνας Νικολάου, έλαβε από τον παραπονούμενο δυο παρειακά επιχρίσματα, μετά από γραπτή του συγκατάθεση (τεκμήριο 55), που τοποθέτησε σε χάρτινο φάκελο, τον οποίο σφράγισε με αστυνομική κολλητική ταινία και παρέδωσε, μαζί με το συνοδευτικό έντυπο Αστ. 161 (τεκμήριο 44), στις 09.06.2016 στο Μ.Κ.13 για να τα μεταφέρει στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις. Μ.Κ.15 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 2190, Σάββας Φιλίππου, ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΙΕ) ανέφερε, ότι στις 27.12.2015 και ώρα 09:00 ανέλαβε καθήκον φρούρησης της σκηνής στο εστιατόριο «Golfiana View», που αναγνώρισε στη φωτογραφία 14 του τεκμηρίου 28, αντικαθιστώντας τον Αστ. Κάρολο Αντωνίου (Μ.Κ.20). Κατά τη διάρκεια που βρισκόταν εκεί κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δεν εισήλθε στη σκηνή. Την ίδια ημέρα και ώρα 13:15, με την ολοκλήρωση των εξετάσεων της ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου, η σκηνή απελευθερώθηκε. Αναφερόμενος σε σχετικές καταχωρήσεις του σε ημερολόγιο ενεργείας, (τεκμήριο 56-καταχωρήσεις 13 έως 18) υπέδειξε ότι ο Λοχίας Ζωνάκης έφθασε στη σκηνή στις 09:30, αλλά δεν εισήλθε μέσα σε αυτή, αναμένοντας την άφιξη της ΥΠΕΓΕ, η οποία αφίχθη στη σκηνή στις 09:
- Ακολούθως, τόσο τα μέλη της ΥΠΕΓΕ, όσο και ο Ζωνάκης, αλλά και ο Αστ. 2588 Παπακλεοβούλου, που υπηρετεί στο Τμήμα Δακτυλοσκοπίας του ΤΑΕ Πάφου, αφού φόρεσαν γάντια και καλύμματα στα παπούτσια τους, εισήλθαν στη σκηνή, ενώ ο Αναπληρωτής Αστυνομικός Διευθυντής Αντωνάκης Γεωργίου, που αφίχθηκε στη σκηνή στις 11:40 δεν εισήλθε σε αυτή, παρά μόνο, αφού ενημερώθηκε αποχώρησε. Διευκρίνισε περαιτέρω, ότι, πριν αναλάβει τη φρούρηση της σκηνής, είχε επισκεφθεί στις 08:00 το χώρο με τη Σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού Λοχία Μίνα Νικολάου, με την οποία έκαναν έρευνες στην περιοχή για εντοπισμό τεκμηρίων, χωρίς να εντοπίσουν οτιδήποτε, συμφωνώντας με τη σχετική σημείωση με αρ. 11 στο ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 56). Κατά τη διάρκεια που φρουρούσε τη σκηνή, έλαβε κατάθεση από τον Αβραάμ Σάββα, (τεκμήριο 58) διευκρινίζοντας, ότι έπραξε τούτο ευρισκόμενοι έξω από την αστυνομική ταινία, με την οποία είχε αποκλειστεί η σκηνή. Υπέδειξε τέλος ότι έλαβε, με οδηγίες της Σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού, τη συμπληρωματική κατάθεση του παραπονούμενου (Έγγραφο Ι1), διευκρινίζοντας πως όταν ο παραπονούμενος πήγε στο σταθμό, αυτός και η Σταθμάρχης τον ενημέρωσαν ότι είχε βρεθεί γενετικό υλικό άγνωστου προσώπου στο ρολόι. Καταθέτοντας η Βάσω Stribley (Μ.Κ.16), η οποία εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από το 2009, αναγνώρισε την Αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (έντυπο Αστ. 161 με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε: 6974/2015 - τεκμήριο 42) και τις υπογραφές της σε αυτή, υποδεικνύοντας, ότι στις 31.12.2015 και ώρα 11:45 παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, από τον Α/Αστ. 2459 Θεόδωρο Νικολάου (Μ.Κ.19), μεταξύ άλλων, τα αντικείμενα 1-24, που καταγράφονται σε αυτό, τα οποία αντιστοίχησε με τα τεκμήρια 1-24 και τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 13:00, με το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικαστικής γενετικής (τεκμήριο 64), παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Δρ. Καριόλου. Περαιτέρω αναγνώρισε την Αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (έντυπο Αστ. 161 με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε: 2849/16 - τεκμήριο 44) και την υπογραφή της σε αυτή, υποδεικνύοντας, ότι στις 09.06.2016 και ώρα 11:15 παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, από τον αστ. 1923 Γιαννάκη Ταμάνη, (Μ.Κ.13) δυο παρειακά επιχρίσματα του παραπονούμενου, (Τεκμήριο 25) τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 15:00, με το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικανικής γενετικής, (τεκμήριο 65) παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Δρ. Καριόλου. Μ.Κ.17 κατέθεσε η Μαριλένα Χατζηβασιλείου, η οποία εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από το
- Αναγνώρισε το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικαστικής γενετικής (τεκμήριο 67), υποδεικνύοντας, ότι στις 10.02.2016 και ώρα 08:30 παρέλαβε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, από τον Δρ. Καριόλου, μεταξύ άλλων, τα αντικείμενα 1-24 της Αναφοράς Υπ.ΕΓ.Ε 6974/15 (τεκμήριο 42), τα οποία αντιστοίχησε με τα τεκμήρια 1-24 στη διαδικασία και τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 11:55, με το δελτίο επιστροφής τεκμηρίων/αντικειμένων (τεκμήριο 68), παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Α/Αστ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1). Περαιτέρω αναγνώρισε την αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (έντυπο Αστ. 161 με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε: 1812/16 - τεκμήριο 43) και την υπογραφή της σε αυτή, υποδεικνύοντας, ότι στις 12.04.2016 και ώρα 13:00 παρέλαβε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, από τον Αστ. 4415 Βασίλειο Βασιλείου (Μ.Κ.18) ένα αντικείμενο, που αναγνώρισε ως το τεκμήριο 26 (δυο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου), το οποίο την ίδια ημέρα και ώρα 15:00, με το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικανικής γενετικής (τεκμήριο 69), παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον Δρ. Καριόλου, από τον οποίο το παρέλαβε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στις 03.06.2016 και ώρα 08:30, με το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικανικής γενετικής (τεκμήριο 70) και το παρέδωσε την ίδια ημέρα και ώρα 12:25, με το δελτίο επιστροφής τεκμηρίων/αντικειμένων (τεκμήριο 71), στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον Α/Αστ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1). Τέλος αναγνώρισε το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικανικής γενετικής, (τεκμήριο 72) υποδεικνύοντας ότι στις 27.09.2016 και ώρα 08:30 παρέλαβε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, από τον Δρ. Καριόλου, ένα αντικείμενο που αναγνώρισε ως το τεκμήριο 25 (δυο παρειακά επιχρίσματα του παραπονούμενου), το οποίο την ίδια ημέρα και ώρα 12:15, με το δελτίο επιστροφής τεκμηρίων/αντικειμένων (τεκμήριο 73), παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον Αστ. 1574 Κάρολο Αντωνίου (Μ.Κ.20). Μ.Κ.18 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 4415, Βασίλειος Βασιλείου, ο οποίος υπηρετεί στο κλιμάκιο Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΙΣΤ) επιβεβαίωσε, ότι στις 12.04.2016 και ώρα 07:00 παρέλαβε από τον Αστ. 1898 Λούη Γεωργιάδη (Μ.Κ.7), μεταξύ άλλων, συσκευασμένα και σφραγισμένα, δυο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου, που αναγνώρισε ως το τεκμήριο 26, τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 13:00 παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, μαζί με το συνοδευτικό έντυπο Αστ. 161 (τεκμήριο 43), στη Μαριλένα Χατζηβασιλείου (Μ.Κ.17) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Μ.Κ.19 κατέθεσε ο Α/αστ. με αρ. μητρώου 2459, Θεόδωρος Νικολάου, ο οποίος υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο ΙΖ) επιβεβαίωσε, ότι στις 31.12.2015 και ώρα 07:00 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου παρέλαβε, με την Αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων (έντυπο Αστ. 161 με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε: 6974/2015 - τεκμήριο 42), από τον Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικο Τσαππή του ΤΑΕ Πάφου (Μ.Κ.6), μεταξύ άλλων, συσκευασμένα και σφραγισμένα, τα αντικείμενα 1-24, που καταγράφονται σε αυτή, που αντιστοίχησε με τα τεκμήρια 1-24, τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 11:45, με το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του εργαστηρίου δικανικής γενετικής (τεκμήριο 64), παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στη Μαριλένα Χατζηβασιλείου (Μ.Κ.19) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Καταθέτοντας ο εξεταστής της υπόθεσης, αστ. 1574 Κάρολος Αντωνίου, (Μ.Κ.20) ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού, υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεών του, (Έγγραφα ΙΗ και ΙΗ1) εκτός από το περιεχόμενο της τέταρτης παραγράφου του Εγγράφου ΙΗ, διευκρινίζοντας ότι εκ λάθους κατέγραψε στην εν λόγω παράγραφο, ότι παρέλαβε και παρέδωσε, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, τα τεκμήρια 1-24 αφού η πρώτη φορά που περιήλθαν στην κατοχή του τα τεκμήρια αυτής της υπόθεσης ήταν στις 26.02.2016, όπως αναφέρεται στο έγγραφο ΙΗ
- Αναφερόμενος στις ανακριτικές ενέργειες που έκανε και σε γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή του, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, υπέδειξε, ανάμεσα σε άλλα, ότι, όταν επισκέφθηκε τη σκηνή στις 26.12.2015, ο παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, του ανέφερε ότι είδε τους ληστές, αλλά όπως του είπε «εν πλάσματα που εν ξέρω», ότι ήταν λίγο πιο ψηλοί του, δηλαδή 1.70 περίπου και ότι ο ένας είχε μαντήλι στο στόμα και ο άλλος φορούσε τρικό (φούτερ) με κουκούλα, που κάλυπτε το τριχωτό της κεφαλής του και τα αυτιά του. Το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 81) εκδόθηκε στις 28.04.2016, μετά που ενημερώθηκε από τον Κόκο Κλεάνθους, υπεύθυνο του Κλιμακίου Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου, ότι το γενετικό του υλικό είχε ταυτισθεί από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, με γενετικό υλικό που είχε εντοπισθεί σε τεκμήριο της υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια λήψης της ανακριτικής κατάθεσής του κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές στις 04.05.2016, με τη βοήθεια διερμηνέα της γεωργιανής γλώσσας, (τεκμήριο 38 και 38Α), αντιλήφθηκε από τις αντιδράσεις του κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος αντιλαμβανόταν τα ελληνικά. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο λόγο προσέλευσης του παραπονούμενου στο δικαστήριο το καλοκαίρι του 2016 ως επίσης στα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή του μάρτυρα κατά τη συγκεκριμένη ημέρα, ειδικότερα στο γεγονός ότι ο παραπονούμενος, μετά το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, του ανέφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, λέγοντάς του, ότι ήταν απόλυτα σίγουρος ότι: «εν τούτος ο ληστής που με λήστεψε, εν τούτος που έσιει και το λουκκούι όπως τον ληστή». Την ίδια μέρα, υπέδειξε ο μάρτυρας, αμέσως μετά το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου προσπάθησε να αποδράσει, μετά από σύντομη καταδίωξη όμως, συνελήφθηκε από την αστυνομία. Μ.Κ.21 κατέθεσε ο Ε/Αστ. με αρ. μητρώου 5592 Χρίστος Κουμή, ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στην Εισαγγελία Πάφου, με καθήκοντα ασφαλείας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Θ) επιβεβαίωσε, ότι στις 13.06.2017 ανέλαβε καθήκον στις 07:00 για συνεχιζόμενη υπηρεσία μέχρι τις 15:00 της ίδιας μέρας και ότι, κατά το μεσημέρι, όταν πήγε στο χώρο κρατητηρίων του δικαστηρίου, όπου βρισκόταν κρατούμενη, κάποια Ιφιγένεια Κίτσιου, με σκοπό να εξακριβώσει κατά πόσο είχε στην κατοχή της τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, καθώς της είχαν τεθεί περιοριστικοί όροι από το δικαστήριο στην υπόθεση 2783/2017, και ενώ μιλούσε στην Κίτσιου, άκουσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν στο απέναντι κελί, να της λέει με σπαστά ελληνικά «Έλα Ιφιγένεια, φραπέ». Όπως προαναφέρθηκε οι Μ.Κ.22, 23 και 24 κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, μετά από σχετικό αίτημα της υπεράσπισης και αντεξετάσθηκαν. Αντεξεταζόμενη η Νίνο Νιγκοκόσοβα (Μ.Κ.22), αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της (πρωτότυπο κείμενο-τεκμήριο 99Α), υπέδειξε, ότι εκτέλεσε χρέη διερμηνέα, από τη γεωργιανή στην ελληνική γλώσσα και αντιστρόφως, στις 04.05.2016 στις Κεντρικές Φυλακές, όταν ο Μ.Κ.20 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για την παρούσα υπόθεση, του έδωσε γραπτό κείμενο με τα δικαιώματά του στη γεωργιανή γλώσσα (τεκμήριο 80) και του έλαβε ανακριτική κατάθεση, διευκρινίζοντας, ότι από την πρώτη στιγμή ο κατηγορούμενος ήταν αντιδραστικός και δεν συνεργαζόταν και ότι αρνήθηκε να υπογράψει την ανακριτική του κατάθεση και να υπογράψει και να παραλάβει το τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Svetoslav Pavlov, (Μ.Κ.23) αφού υιοθέτησε την κατάθεσή του, (τεκμήριο 95) απάντησε σε ερωτήσεις, σε σχέση με γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψή του στις 26.12.2015, όταν, κατά τον επίδικο χρόνο, εκτελώντας χρέη φρουρού ασφαλείας στην εταιρεία Pan Everguard (ιδιοκτησίας του Μ.Κ.9), βρισκόταν σε μικρό δωμάτιο στην είσοδο του Minthis Hills (φωτ. 2 τεκμηρίου 28) και έλεγχε τις κάμερες παρακολούθησης, που ήταν εγκαταστημένες στο εν λόγω συγκρότημα. Αντεξεταζόμενη η ιατρός Ελένη Πορφυριάδου (Μ.Κ.24), η οποία στις 26.12.2015 εργαζόταν στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου, αφού αναγνώρισε τα γράμματα και την υπογραφή της στο ιατρικό έντυπο τεκμήριο 110, υπέδειξε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον παραπονούμενο όπως αυτός της υπεδείχθη στη φωτ. 5 του τεκμηρίου 32, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος, που είχε μεσολαβήσει από την ημερομηνία που τον εξέτασε. Πέραν δε των όσων η ίδια είχε καταγράψει στο τεκμήριο 110, τα οποία, όπως σημείωσε, προέκυψαν από την κλινική εξέταση του παραπονούμενου, δεν θυμόταν οτιδήποτε περαιτέρω. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο τελευταίος επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία, στο πλαίσιο της οποίας επανέλαβε ότι είναι αθώος, αρνούμενος την οποιαδήποτε εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση. Συνοψίζοντας την εκδοχή του για την ανεύρεση του γενετικού του υλικού στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού του παραπονούμενου, (τεκμήριο 13) αυτή είναι, ότι, κατά τη διάρκεια της σύλληψης και κράτησής του για άλλη υπόθεση, τον Απρίλιο του 2016, η αστυνομία πήρε με κάποιο τρόπο το γενετικό του υλικό, είτε από τα πράγματα που είχε στο σπίτι του (κοσμήματα, ρολόγια, χρυσαφικά κλπ.) και κατασχέθηκαν από την αστυνομία, είτε από τη φανέλα που φορούσε κατά τη διάρκεια της κράτησής του και η οποία επίσης κατασχέθηκε από την αστυνομία και το μετέφερε στο ρολόι του παραπονούμενου, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει. Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την ένορκη μαρτυρία του, δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο, δεν ήρθε ποτέ σε επαφή μαζί του σε οποιοδήποτε τόπο και χρόνο, δεν επισκέφθηκε ποτέ το εστιατόριο του και δεν συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος της υπό συζήτηση υπόθεσης. Η μόνη γλώσσα που γνωρίζει και μιλά είναι η μητρική του (γεωργιανά). Γνωρίζει επίσης λίγες ρώσικες και αγγλικές λέξεις και λίγες ελληνικές, τις οποίες έμαθε όμως στις Κεντρικές Φυλακές. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο αστ. με αρ. μητρώου 2168 Γρηγόρης Χριστοφίδης, ο οποίος υπηρετεί στη Μηχανοκίνητη Μονάδα Άμεσης Δράσης και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Μεταγωγών της επαρχίας Πάφου από το τέλος του 2016, ως υπεύθυνος των κρατητηρίων στο δικαστήριο. Μεταξύ άλλων ανέφερε, ότι συμμετείχε, με άλλους συναδέλφους του, στη μεταφορά, σε διάφορες ημερομηνίες, του κατηγορούμενου από τις Κεντρικές Φυλακές στο δικαστήριο Πάφου για εκδίκαση της υπό συζήτηση υπόθεσης και ήταν υπεύθυνος για τη φρούρησή του. Ποτέ δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να μιλά στην ελληνική γλώσσα, τουλάχιστον όσες φορές έτυχε να τον μεταφέρει ο ίδιος προσωπικά. Κάποιες φορές ο κατηγορούμενος του ζήτησε σε σπαστά αγγλικά, με την έννοια της χρήσης λέξεων (π.χ. cigarettes, radio) και όχι τη διατύπωση προτάσεων, να του δώσει τσιγάρο και να του ανάψει το ράδιο για να ακούσει μουσική. Καταθέτοντας ο αστ. με αρ. Μητρώου 5151 Κώστας Τσιανάς (Μ.Υ.2), ο οποίος υπηρετεί στο Κλιμάκιο Μεταγωγών της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης, ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι μετέφερε τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, τον κατηγορούμενο από τις Κεντρικές Φυλακές στο δικαστήριο και σχεδόν κάθε φορά τον συνόδευε από τα κρατητήρια στην αίθουσα. Δεν είχε προσωπική σχέση με τον κατηγορούμενο, δεν του μίλησε ποτέ και δεν τον άκουσε ποτέ να μιλά στην ελληνική γλώσσα. Μ.Υ.3 κατέθεσε ο αστ. με αρ. Μητρώου 5256 Ανδρέας Μηνάς, ο οποίος υπηρετούσε στο Κλιμάκιο Μεταγωγών της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ρόλος του ήταν να μεταφέρει τον κατηγορούμενο από τα κρατητήρια του δικαστηρίου στην αίθουσα και ότι ουδέποτε τον άκουσε να μιλά ελληνικά, χωρίς όμως να γνωρίζει εάν καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα. Καταθέτοντας ο Υπαστυνόμος Μιχάλης Ιωάννου, (Μ.Υ.4) βοηθός υπεύθυνος του ΤΑΕ Πάφου από το 2008 και υπεύθυνος από το Μάρτιο του 2017, αφού αναγνώρισε και κατέθεσε στο δικαστήριο αλληλογραφία μεταξύ του τμήματός του και του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται η συνήγορος υπεράσπισης, (τεκμήρια 115 έως 118) απάντησε σε ερωτήσεις που αφορούσαν τη διαχείριση τεκμηρίων που παραλήφθηκαν και κατακρατήθηκαν από την αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης άλλης υπόθεσης, που αφορούσε διαρρήξεις και κλοπές, που εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορουμένου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (υπόθεση αρ. 2634/16). Ερωτήθηκε και τοποθετήθηκε, μεταξύ άλλων, σε διάφορα ζητήματα που αφορούν τη γενικότερη λειτουργία του ΤΑΕ, τα αστυνομικά καθήκοντα και τη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου (αστυνομικές διατάξεις, ημερολόγια καθηκόντων, παραπόνων, σταθμού, ημερολόγια ενεργείας, περισυλλογή και διαχείριση τεκμηρίων κλπ.). Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος δεν χτυπήθηκε από οποιονδήποτε αστυνομικό του ΤΑΕ Πάφου, κατά τη διάρκεια της προσωποκράτησής του για την υπόθεση 2634/16 και ότι ουδέποτε κατήγγειλε κάτι τέτοιο στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Διερεύνησης Παραπόνων. Απέρριψε κατηγορηματικά την εκδοχή του κατηγορούμενου περί μεταφοράς από αστυνομικούς του ΤΑΕ του γενετικού υλικού του από τεκμήρια της ανωτέρω υπόθεσης στο ρολόι του παραπονούμενου, (τεκμήριο 13) προκειμένου να τον ενοχοποιήσουν. Μ.Υ.5 κατέθεσε η Γιάννα Παυλίδου, που εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Κατέθεσε στο δικαστήριο τα πρακτικά της υπόθεσης 2634/16 (τεκμήριο 119), υποδεικνύοντας ότι στις 31.01.2017 καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου. Όπως ανέφερε, ως εκ της θέσης της, γνωρίζει τον κατηγορούμενο, ο οποίος επισκέφθηκε το τμήμα της για να καταχωρήσει αίτηση για νομική αρωγή για την παρούσα υπόθεση, διευκρινίζοντας, ότι συνοδευόταν από διερμηνέα της γεωργιανής γλώσσας, με τη συνδρομή του οποίου, συμπλήρωσε τη σχετική αίτηση. Η ίδια δεν τον άκουσε να μιλά ελληνικά, υποδεικνύοντας ότι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει εάν γνώριζε ελληνικά και προσποιείτο ότι δεν ήξερε. Καταθέτοντας η Φαίδρα Αυγουστή (Μ.Υ.6), η οποία επίσης εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ανέφερε, ότι συμπλήρωσε την ένορκη δήλωση (τεκμήριο 107), μετά από παράκληση, όπως εκτίμησε, κάποιου αστυνομικού, χωρίς όμως το πρόσωπο που αφορά, δηλ. η Ιφιγένεια Κίτσιου, να υπογράψει ενώπιόν της, υποδεικνύοντας, ότι, μετά από αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης, ερεύνησε το φάκελο της υπόθεσης 2011/16, στην οποία η Κίτσιου είναι κατηγορούμενη, μαζί με άλλα δυο πρόσωπα, χωρίς να εντοπίσει την εν λόγω ένορκη δήλωση και ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν η Κίτσιου υπέγραψε τελικά αυτή τη δήλωση και ενώπιον ποιού προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, δήλωσε, η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν το συγκεκριμένο έγγραφο είχε τοποθετηθεί και βρισκόταν στο φάκελο που διατηρεί η Εισαγγελική αρχή για την εν λόγω υπόθεση. Μ.Υ.7 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Κυριάκος Λαγού, ο οποίος υπηρετεί στο Γραφείο Μελετών και Ερευνών της Αστυνομικής Ακαδημίας και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η τήρηση του αρχείου με τις αστυνομικές διατάξεις που εκδίδει ο Αρχηγός Αστυνομίας, η τροποποίηση των αστυνομικών διατάξεων και η δημοσίευση τους, καθώς και η τήρηση αρχείου για τα μαθήματα αστυνομικής πρακτικής και νομικής φύσεως που διδάσκονται στην Αστυνομική Ακαδημία. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από συγκεκριμένες αστυνομικές διατάξεις με αναφορά στο χρόνο δημοσίευσης και ισχύος τους και στο πεδίο εφαρμογής τους. Κατέθεσε επίσης στο δικαστήριο έντυπα για διάφορα μαθήματα που παραδίδονται στην αστυνομική ακαδημία, (τεκμήρια 125-127 και 131) τους κανόνες δικαστών, (τεκμήριο 128) και επεξήγησε τη διαφορά μεταξύ αστυνομικών διατάξεων και μαθημάτων και το σκοπό δημοσίευσής τους στην εσωτερική ενημερωτική ιστοσελίδα της αστυνομίας. Υπέδειξε την αυτονόητη υποχρέωση κάθε αστυνομικού να εφαρμόζει τις αστυνομικές διατάξεις, διευκρινίζοντας, ότι, σε περίπτωση που κάτι δεν προβλέπεται σε αυτές, ο αστυνομικός θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη λογική του. Καταθέτοντας ο Πυθαγόρας Γκαλτσίδης, (Μ.Υ.8) ο οποίος λειτουργεί ως μεταφραστής της γεωργιανής γλώσσας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ανέφερε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο στις 25.03.2017, όταν κλήθηκε να εκτελέσει χρέη μεταφραστή σε διαδικασία προσωποκράτησής του (για ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε για απόδρασή του από τις Κεντρικές Φυλακές). Συνολικά εκτέλεσε χρέη μεταφραστή για τον κατηγορούμενο επτά φορές, έξι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (συμπεριλαμβανομένης της προσωποκράτησης του και επίσκεψη στο Νοσοκομείο) και μια στις Κεντρικές Φυλακές, υποδεικνύοντας, ότι, κατά την άποψή του, για τους λόγους που εξήγησε, ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, ούτε μπορεί να πει μια λέξη ή πρόταση στα ελληνικά ενώ αποκλείεται να μιλά ή να επικοινωνεί με ελληνόφωνους. Μ.Υ.9 κατέθεσε ο Σάββας Ομήρου, ο οποίος είναι κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές και συγκρατούμενος, στην ίδια πτέρυγα, με τον κατηγορούμενο. Ισχυρίσθηκε ότι δεν άκουσε ποτέ τον κατηγορούμενο να μιλά οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, πέραν της γεωργιανής, υποδεικνύοντας ότι με τους συγκρατούμενους που δεν είναι ομοεθνείς του, συνεννοείται με νοήματα. Αναφερόμενος στο περιστατικό με το φραπέ, που σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.21 ο κατηγορούμενος στις 13.06.2017, στα κρατητήρια του Δικαστηρίου Πάφου, φέρεται να έδωσε στην Ιφιγένεια Κίτσιου, λέγοντάς της «Έλα Ιφιγένεια φραπέ», ισχυρίσθηκε ότι είναι ο ίδιος που ρώτησε την συγκεκριμένη μέρα την Κίτσιου εάν ήθελε το φραπέ που του είχε δώσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος και ότι ήταν ο ίδιος που της τον έδωσε, μέσω κάποιου αστυνομικού της ΜΜΑΔ που ήταν εκεί. Καταθέτοντας ο Αρχιδεσμοφύλακας με αρ. μητρώου 209 Παναγιώτης Τσολιά, (Μ.Υ.10) ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Φυλακών και μεταξύ άλλων είναι επόπτης του Γραφείου Παραλαβών και Απολύσεων, όπου τηρούνται η αλληλογραφία και οι προσωπικοί φάκελοι των κρατουμένων και των κατάδικων, αναφέρθηκε σε αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ του τμήματός του και του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται η συνήγορος υπεράσπισης, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια, (τεκμήρια 137 έως 143) ως επίσης σε ενέργειες που έκανε ανταποκρινόμενος σε διάφορα αιτήματα της υπεράσπισης προς το τμήμα του. Μ.Υ.11 κατέθεσε ο Badri Nanobashvili, μεταφραστής της γεωργιανής γλώσσας που κατ' επανάληψη βοήθησε το δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία, μεταφράζοντας από τα γεωργιανά στα ελληνικά και αντιστρόφως. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, (Έγγραφο Κ) στο οποίο κάνει αναφορά σε τέσσερις ημερομηνίες (10.04.2016, 11.04.2016, 13.04.2016 και 14.04.2016) στις οποίες κλήθηκε στο ΤΑΕ Πάφου και εκτέλεσε χρέη διερμηνέα του κατηγορούμενου, στα πλαίσια διερεύνησης άλλης υπόθεσης από την παρούσα, (της υπόθεσης 2643/16) απάντησε, μεταξύ άλλων, σε ερωτήσεις σε σχέση με γεγονότα που επισυνέβησαν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου στις 14.04.2016, όταν αστυνομικός ζήτησε και πήρε, με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου, τη φανέλα (το πάνω μέρος αθλητικής φόρμας) που ο τελευταίος φορούσε και την εναπόθεσε σε τραπέζι, στο οποίο υπήρχε μεγάλος αριθμός αντικειμένων (κοσμημάτων, καδένων, σταυρών, ανδρικών και γυναικείων ρολογιών, τσαντών, τηλεφώνων). Τοποθετήθηκε αρνητικά στο εάν και κατά πόσο ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται και μιλά την ελληνική γλώσσα, υποδεικνύοντας, ότι ο ίδιος πιστεύει ότι μπορεί να ξέρει μόνο λέξεις που ακούει στη φυλακή ή στο δρόμο ( όπως γειά σου, κάτσε, σήκου, έλα). Καταθέτοντας ο Μάριος Κάιζερ (Μ.Υ.12), φοιτητής στην Αγγλία, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, (τεκμήριο 35) διευκρινίζοντας ότι στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος, επέβαιναν ακόμη τρία άτομα και όχι δυο, όπως αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση, τους οποίους και κατονόμασε. Ούτε ο ίδιος, ούτε οι άλλοι τρεις φίλοι του, υπέδειξε, είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Μ.Υ.13 κατέθεσε ο Γεώργιος Φιτσιάλος, ο οποίος, αφού ανέφερε ότι είναι διδάκτωρ γενετιστής και ιδρυτής του πρώτου στην Ελλάδα δικανικού εργαστηρίου αναλύσεων DNA (DNALOGY), στο οποίο ασκεί καθήκοντα Διευθύνοντα Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή, αναφέρθηκε στις ακαδημαϊκές του σπουδές, τα επαγγελματικά του προσόντα, τις διαπιστεύσεις του εργαστηρίου του και τους τομείς στους οποίους αυτό ειδικεύεται και δραστηριοποιείται, καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια (τεκμήρια 145 έως 154). Αναγνώρισε και κατέθεσε την έκθεση εργαστηριακής γνωμοδότησης που ετοίμασε, (τεκμήριο 155) αφού αξιολόγησε όλα τα επιστημονικά αποτελέσματα του Δρ. Καριόλου (Μ.Κ.11). Από τη μαρτυρία του προκύπτει, ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων και αναλύσεων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής, σε επίπεδο γενετικού υλικού, (DNA) που περιέχονται στις εκθέσεις του Δρ. Καριόλου (Έγγραφα ΙΑ, ΙΑ1 και ΙΑ2) είναι ορθά και ότι η μόνη ουσιαστική διαφωνία του με το Μ.Κ.11 είναι η επιστημονική εκτίμηση του τελευταίου, ότι η ανεύρεση του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού του παραπονούμενου (τεκμήριο 13) είναι αποτέλεσμα πρωτογενούς μεταφοράς του από τον κατηγορούμενο, με το Μ.Υ.13 να εκφράζει την άποψη ότι μια τέτοια επιστημονική εκτίμηση δεν επιτρέπεται να υποστηρίζεται από ένα γενετιστή, καθώς δεν είναι, για τους λόγους που εξήγησε, στο παρόν στάδιο και με βάση την εξέλιξη της γενετικής, επιστημονικά εφικτή, υποδεικνύοντας ότι ο γενετιστής θα πρέπει να σταματάει στα αποτελέσματά του και να μην επεκτείνεται σε εκτιμήσεις για το εάν η ανεύρεση του γενετικού υλικού είναι αποτέλεσμα πρωτογενούς ή δευτερογενούς μεταφοράς ή επιμόλυνσης. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων όπως τέθηκαν υπόψη του από την υπεράσπιση, υποστήριξε ότι θα αναμενόταν να εντοπιστεί γενετικό υλικό του κατηγορούμενου και σε άλλα τεκμήρια τα οποία φέρεται να ήλθε σε επαφή. Η ουσιαστική συμβολή στη διαδικασία της Γεωργίας Χατζηιωάννου, (Μ.Υ.14) η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης και Σία ΔΕΠΕ, στο οποίο, όπως ανέφερε, εργάζεται τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια και η συνήγορος υπεράσπισης, είναι ότι κατέθεσε στο δικαστήριο τα τεκμήρια 165 έως 174 και απάντησε, μεταξύ άλλων, σε ερωτήσεις σχετικές με αυτά. Καταθέτοντας η Σοφία Ιουλιανού, (Μ.Υ.15) η οποία είναι χειρούργος οφθαλμίατρος και εργάζεται στην κλινική «Άγιος Γεώργιος» στην Πάφο, αφού υπέδειξε ότι δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο και ότι ουδέποτε τον εξέτασε, απάντησε, στη βάση των επιστημονικών γνώσεων και της εμπειρίας της σε ερωτήσεις και τοποθετήθηκε σε υποθετικά σενάρια που της τέθηκαν, σε σχέση με την κατάσταση της όρασής του, κατά τη διάρκεια της ληστείας και μετά από αυτή και της δυνατότητάς του, μετά τον τραυματισμό του στο αριστερό μάτι, όπως αυτός απεικονίζεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 32, να αναγνωρίσει τα πρόσωπα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστών. Η συμβολή στη διαδικασία της Χρυστάλλας Θεοδώρου, (Μ.Υ.16) η οποία επίσης εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης και Σία ΔΕΠΕ, είναι ότι κατέθεσε στο δικαστήριο διάφορα έγγραφα που αντηλλάγησαν μεταξύ της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής και της συνηγόρου υπεράσπισης τα οποία αφορούν διάφορες πτυχές της ανακριτικής διαδικασίας (τεκμήρια 182 έως 189). Σημειωτέον ότι το τεκμήριο 189 κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του. Καταθέτοντας ο Γεώργιος Χαραλάμπους (Μ.Υ.17), ο οποίος είναι τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών και εργάζεται τα τελευταία τριάντα χρόνια στην εταιρεία Runstop Electronics, απάντησε σε τεχνικές ερωτήσεις, σχετικές με την ειδικότητά του, αναφορικά κυρίως με το περιεχόμενο των σελίδων 2 έως 5 του τεκμηρίου 51 (αντίγραφο επιστολής που απέστειλε ο Δρ. Μ. Καριόλου στην εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ημερ. 17.02.2017, με επισυνημμένα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνεται (σελ. 2-5) και μέρος του περιεχομένου του τεκμηρίου 45 - αποτελέσματα ηλεκτροφόρησης και ηλεκτροφερογράμματα). Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση (Μ.Υ.18) κλήθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο Σάββας Ανδρέα Βοσκού, ο οποίος ασχολείται με ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Γνώρισε τον κατηγορούμενο, δήλωσε, όταν ο τελευταίος μετέβη με τη συνοδεία άλλου προσώπου στο κατάστημα του για να ενοικιάσει αυτοκίνητο (σχετικά με την ενοικίαση είναι τα τεκμήρια 190 και 191, τα οποία κατέθεσε). Συνεννοήθηκε μαζί του για τα τυπικά της ενοικίασης, μέσω του τρίτου προσώπου, καθότι, ως ο ίδιος αντιλήφθηκε, ο κατηγορούμενος δεν μιλούσε ελληνικά. Οι αγορεύσεις της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής και της συνηγόρου υπεράσπισης εστιάστηκαν, ανάμεσα σε άλλα, στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού αλλά και στην αντιπαραβολή του με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Αποτέλεσε τελική εισήγηση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής προς το Δικαστήριο, ότι οι επίδικες κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου αποδείχθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου υποστήριξε ακριβώς το αντίθετο. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 301). Σε σχέση με τη μαρτυρία ειδικών-εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ 446, Republic v. Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ 446). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του, (Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd) δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) AAΔ.875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (είτε αυτοί κλήθηκαν από τη κατηγορούσα αρχή, είτε από την υπεράσπιση) κατά τη διάρκεια που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Στις περιπτώσεις όπου μάρτυρες είχαν στενή συγγενική σχέση με τον παραπονούμενο, όπως για παράδειγμα ο υιός του (Μ.Κ.8), ήμασταν επίσης προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δε μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του παρόλο που αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης μπορεί να αποβεί κρίσιμη. (Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220 και Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). Εκτιμήσαμε επίσης, με προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν για πρώτη φορά, κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Πράττοντας έτσι, γνωρίζαμε και την ευρύτερη νομική αρχή, (απόρροια κοινής λογικής) ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση, οιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της μαρτυρίας του ή σε αποκάλυψη άλλων, σκοτεινών και αλλότριων κινήτρων, ξένων προς το καθήκον του να θέσει ως ειλικρινής μάρτυρας και μάρτυρας της αλήθειας όλα όσα γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει. Η μαρτυρία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς σε κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ως άνω αρχή. (Βλέπε κατ΄ αναλογία Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, 19). Παράλληλα όπου οι μάρτυρες προέβησαν σε τυχόν αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την αστυνομία, ιχνηλατήσαμε τους λόγους που τους ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή (ή κατάσταση), χωρίς να παραβλέπουμε την ετοιμότητα κάποιων μαρτύρων να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλέπε κατ' αναλογία Τεβλετιάν και άλλου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, 518-520). Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξής μας για την αξιοπιστία κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, για τους οποίους θεωρούμε πως υπάρχει τέτοια εξειδικευμένη ανάγκη, λόγω διαφόρων ζητημάτων που επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις ή ανεδείχθησαν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε, ότι τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη και κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Η γενική μας εντύπωση για όλους ανεξαιρέτως τους μάρτυρες αστυνομικούς, (Μ.Κ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14, 15, 18, 19, 20, 21 και Μ.Υ. 1, 2, 3, 4 και 7), όπως και για τον αρχιδεσμοφύλακα (Μ.Υ.10), είναι ότι απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν. Με σαφή και θετικό τρόπο αναφέρθηκαν εξάλλου και εξήγησαν, την δική τους εμπλοκή, είτε στο ανακριτικό έργο, είτε στην υπόθεση. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ως άνω διαπίστωσή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας τους και τη φιλαλήθειά τους, επιβεβαιώνεται αβίαστα από τη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εκάστου, η οποία δικαιολογεί την κατάληξη ότι πρόκειται για αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Πέραν τούτου, σημειώνουμε το γεγονός, ότι οι μαρτυρίες των Μ.Κ.1, 3, 4, 5, 7, 12, 13, 14, 18 19 και Μ.Υ.1, 2, 3, 4, 7 και 10 δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, η οποία περιορίσθηκε κυρίως στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση του λόγου τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε, αφού κατά κανόνα, (έστω και όχι άκαμπτο) η παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η μη ουσιαστική αμφισβήτηση των τοποθετήσεων των Μ.Κ.1, 3, 4, 5, 7, 12, 13, 14, 18 19 και Μ.Υ.1, 2, 3, 4, 7 και 10 για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκαν, ισοδυναμεί με παραδοχή, από την πλευρά της υπεράσπισης και της κατηγορούσας αρχής αντίστοιχα, της μαρτυρίας τους, η οποία και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, οι ενέργειές του στη σκηνή της ληστείας, κατά τη διαδικασία περισυλλογής, συσκευασίας και σφράγισης των τεκμηρίων 1 έως 24, με σαφή στόχευση την αμφισβήτηση της επαγγελματικής του επάρκειας και συνακόλουθα την αξιοπιστία της όλης διαδικασίας και με απώτερο, προφανή όμως στόχο, την αμφισβήτηση της διαδικασίας περισυλλογής, συσκευασίας και σφράγισης του συνόλου των τεκμηρίων και ιδιαίτερα του τεκμηρίου 13. Σχολαστική μελέτη της μαρτυρίας του καταδεικνύει, ότι ο υπ' αναφορά μάρτυρας ενήργησε με πλήρη επαγγελματισμό και υπευθυνότητα, καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη σκηνή και δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, ότι εκτέλεσε το καθήκον του στο ακέραιο, διαφυλάσσοντας τη σκηνή και τα τεκμήρια. Πέραν της περισυλλογής των τεκμηρίων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, τα οποία τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, απασχόλησε κατά την ακρόαση της υπόθεσης και το ζήτημα της διακίνησης τους. Ιδιαίτερα του αναλογικού ρολογιού χειρός, μάρκας Orient, (τεκμήριο 13). Η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη, ενόψει του εντοπισμού, στην εξωτερική πλευρά του, γενετικού υλικού του κατηγορούμενου, ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθούμε, σε έκταση, στη συνέχεια της απόφασης. Περιοριζόμαστε στο σημείο αυτό να αναφέρουμε, ότι, από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, δεν προκύπτει οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το σύνολο των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στη διακίνηση του εν λόγω τεκμηρίου αλλά και όλων των τεκμηρίων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα, όπως το προσωπικό του Ινστιτούτου Γενετικής Κύπρου, ενήργησαν με υπευθυνότητα και επαγγελματισμό, διασφαλίζοντας το αδιάβλητο των διαδικασιών διακίνησής τους. Με αφορμή το γεγονός, ότι η κατάθεση του Μ.Κ.6 (Έγγραφο ΣΤ) δεν έχει ημερομηνία, η υπεράσπιση του υπέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι την έκανε καθ' υπόδειξη, προκειμένου να φανεί ότι συμμετείχε στη διακίνηση των τεκμηρίων 1-24, ενώ στην πραγματικότητα δεν συνέβη κάτι τέτοιο, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Η συγκεκριμένη υποβολή της υπεράσπισης έχει παραμείνει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Πέραν της απόρριψης της από το Μ.Κ.6, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και συνάδει με τις μαρτυρίες των Μ.Κ.4 και 19 (του αστυνομικού από τον οποίο παρέλαβε τα τεκμήρια και του αστυνομικού στον οποίο τα παρέδωσε αντίστοιχα), τη μαρτυρία των οποίων δεν αμφισβήτησε η υπεράσπιση. Επιπρόσθετα ο Μ.Κ.20 στη μαρτυρία του έχει διευκρινίσει ότι η αναφορά του, στην τέταρτη παράγραφο της κατάθεσής του (Έγγραφο ΙΗ), ότι ενεπλάκη στη διακίνηση των τεκμηρίων στις 27.12.2015 και στις 31.12.2015, (η αναφορά αυτή αναδείχθηκε από την υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.6, ως στοιχείο ενδεικτικό της αναξιοπιστίας του) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Υποβλήθηκε στο Μ.Κ.15, ότι, όντας φρουρός της σκηνής, (από τις 09:00 μέχρι τις 13:15 της 27.12.2015) δεν εκτέλεσε σωστά τα καθήκοντά του, με αποτέλεσμα αστυνομικοί και μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να εισέλθουν σε αυτή, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Πέραν της κατηγορηματικής άρνησης του μάρτυρα στην υποβληθείσα θέση, από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας δεν προκύπτει η παραμικρή υπόνοια, ότι η εν λόγω υποβολή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.20) αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση. Του υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν εκτέλεσε το καθήκον του με σωστό τρόπο, ότι δεν αντιμετώπισε με σοβαρότητα την υπόθεση και ότι δεν τη διερεύνησε με τη δέουσα επιμέλεια. Ότι σε πλείστες πτυχές της διαδικασίας διερεύνησης, παρέλειψε να ακολουθήσει και εφαρμόσει αριθμό αστυνομικών διατάξεων, ότι, ενεργώντας κατ΄ εντολή, είτε ανωτέρων του είτε της Εισαγγελικής αρχής, παραποίησε έγγραφο του φακέλου της υπόθεσης, ότι δεν ήταν σε θέση να επιθεωρήσει τη σκηνή, ούτε να τη διαφυλάξει, μέχρι την εξέτασή της από την ΥΠ.ΕΓ.Ε. και ότι είτε ο ίδιος, είτε άλλα πρόσωπα, χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί, την αλλοίωσαν, με τη μετακίνηση συγκεκριμένων τεκμηρίων, παρεμβαίνοντας ουσιαστικά σε αυτή και επιμολύνοντας την. Περαιτέρω, ότι δρώντας μεροληπτικά και επιλεκτικά δεν διερεύνησε ορθά την πιθανή εμπλοκή στην υπόθεση τριών άλλων προσώπων, που αρχικά θεωρήθηκαν ύποπτα. Προσπαθώντας να αναδείξουμε την εικόνα του εν λόγω μάρτυρα, όπως επιχειρήθηκε να σκιαγραφηθεί από τις ερωτήσεις και τις υποβολές, που του τέθηκαν, κατά τη μακρά αντεξέτασή του, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι, κατά την υπεράσπιση, πρόκειται για έναν αστυνομικό, που όχι μόνο ήταν ακατάλληλος, λόγω έλλειψης γνώσεων και εμπειρίας, για να αναλάβει τη διερεύνηση αυτής της υπόθεσης, αλλά και που, κατά τη διερεύνησή της, ενεργώντας, είτε αυτοβούλως, είτε κατ' εντολή, μερολήπτησε σε βάρος του κατηγορούμενου και παρέβη, σε πλείστες περιπτώσεις τα καθήκοντά του, διαπράττοντας, εν πολλοίς, όχι μόνο πειθαρχικά, αλλά και ποινικά αδικήματα. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Είναι αναντίλεκτο επίσης και πηγάζει, ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης, ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση, είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - δυνάμενη να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη (βλέπε σχετικά, Σκορδέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2013 κ.α., ημερ. 06.06.2016). Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, το Εφετείο, τόνισε εμφαντικά, ότι δεν θα είχε κανένα απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των διωκτικών αρχών ήταν μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές ή το ανακριτικό έργο έπασχε, κατά τρόπο που να επηρεάζονται ή να μην διασφαλίζονται τα δικαιώματα των υπόπτων. Είναι καλά γνωστό ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus, Αρ. Αίτ. 4268/04, ημερ. 11.12.2008 του ΕΔΑΔ). Είναι λοιπόν δεδομένο, πως στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών, δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις αυτές πρέπει πράγματι να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy
(2004)Crim. L.R. 846) ενώ το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση, βάρος όμως που αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP
(2001)2 Cr. App.R.23 και Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22.05.2014). Επανερχόμενοι στην υπόθεση που εδώ απασχολεί, ευθύς εξαρχής, θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι, τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.20, όσο και από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένης της μαρτυρίας της υπεράσπισης, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί ίχνος έστω υποψίας, ότι ο εν λόγω αστυνομικός ενήργησε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, με οποιαδήποτε ευτελή ή αλλότρια κίνητρα και δη κατά τον τρόπο που επιχείρησε να του αποδώσει η υπεράσπιση. Αναμφίβολα, η προσέγγισή του σε διάφορες πτυχές της διερεύνησης της υπόθεσης, όπως ο ίδιος άλλωστε παραδέχθηκε, θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στην ετοιμασία του καταλόγου διακίνησης τεκμηρίων, (τεκμήριο 96) όπου ενεργώντας με περισσότερη επιμέλεια, θα μπορούσε να αποφύγει τα λάθη στην καταγραφή της θέσης ανεύρεσης στη σκηνή τεκμηρίων της υπόθεσης, στην παράλειψή του να καταγράψει στην κατάθεσή του (Έγγραφο ΙΗ) συγκεκριμένη ερώτηση που υπέβαλε στον παραπονούμενο και την απάντηση που του έδωσε (για το εάν είχε δει τους δράστες, εάν τους γνώριζε και εάν μπορούσε να τους αναγνωρίσει), καθώς και ότι, κατά την ανάκριση του κατηγορούμενου, αντιλήφθηκε, για τους λόγους που εξήγησε, ότι καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα όπως και στον τρόπο που χειρίσθηκε το ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο. Άλλο πράγμα είναι όμως τα λάθη που μπορεί να διαπράξει ένας αστυνομικός στη διερεύνηση μιας υπόθεσης, είτε λόγω απειρίας, είτε λόγω κακής εκτίμησης, είτε εκ παραδρομής και διαφορετικό να διακατέχεται από δόλια κίνητρα και πρόθεση καταδίωξης του κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουμε διαπιστώσει, όπως προαναφέραμε, να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Πέραν τούτου, οι σχετικές υποβολές της υπεράσπισης έχουν παραμείνει μετέωρες και ατεκμηρίωτες και ως τούτου ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης, ότι οι όποιοι χειρισμοί του εξεταστή της υπόθεσης τον έθεσαν σε μειονεκτική θέση και επηρέασαν δυσμενώς τη δικαιότητα της ανάκρισης και συνακόλουθα της δίκης του. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση των αστυνομικών-μαρτύρων της υπόθεσης ερχόμαστε στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Πέραν της γενικής θετικής εντύπωσης, που έχουμε ήδη καταγράψει για όλους τους αστυνομικούς-μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του εν λόγω, επισημαίνουμε ότι ο υπ' αναφορά μάρτυρας ήταν απόλυτα θετικός, σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις. Η υπεράσπιση του υπέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η μαρτυρία του είναι «στημένη», προκειμένου να ενισχύσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ότι ο κατηγορούμενος μιλά σπαστά ελληνικά και ότι του υποδείχθηκε να κάνει την κατάθεσή του, (Έγγραφο ΙΘ) για να καλύψει το κενό που υπήρχε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τη γνώση του κατηγορούμενου της ελληνικής γλώσσας, καθώς και ότι, είτε ο ίδιος, είτε κάποιος άλλος, κατασκεύασε την δήλωση (τεκμήριο 107), για να δικαιολογήσει ο μάρτυρας την παρουσία του στα κρατητήρια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 13.06.
- Πέραν του ότι ο Μ.Κ.21 αρνήθηκε τις εν λόγω υποβολές, εμμένοντας στην αρχική εκδοχή του για την εξέλιξη των γεγονότων, για τα οποία έδωσε μαρτυρία, όπως τα κατέγραψε στην κατάθεσή του, (Έγγραφο ΙΘ) δεν έχουμε πεισθεί, ότι είχε οποιοδήποτε λόγο, κίνητρο ή συμφέρον να καταθέσει ότι άκουσε στις 13.06.2017, στο χώρο των κρατητηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, τον κατηγορούμενο να λέει σε άλλη κρατούμενη τη φράση «'Ελα Ιφιγένεια, φραπέ», πέραν από τη προσήλωση του στην αλήθεια και την ειλικρινή διάθεσή του να πει στο δικαστήριο, όλα όσα γνώριζε για το ζήτημα αυτό, όντας αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό, ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του δεν εξυπακούει και την αποδοχή της ευρύτερης θέσης της κατηγορούσας αρχής, ότι καταδεικνύει, πως ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης της ελληνικής γλώσσας, καθώς ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας είπε ή υπονόησε κάτι τέτοιο. Με τη μαρτυρία του Σάββα Ομήρου (Μ.Υ.9), ο οποίος έδωσε μια διαφορετική εκδοχή για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.21, θα ασχοληθούμε σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης, όταν θα αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της υπεράσπισης. Περιοριζόμαστε στο σημείο αυτό να αναφέρουμε, ότι, κατά την κρίση μας, για τους ειδικότερους λόγους που θα εξειδικεύσουμε, η μαρτυρία του δεν κλονίζει, ούτε κατ' ελάχιστο, την εκτίμηση μας για την αξιοπιστία του Μ.Κ.
- Η μαρτυρία του υιού του παραπονούμενου, (Μ.Κ.8) δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά από την υπεράσπιση. Πέραν μιας γενικής και αόριστης υποβολής, ότι κατά την μετάβασή του στο εστιατόριο όταν ειδοποιήθηκε από τον πατέρα του, κινήθηκε και σε άλλους χώρους του εστιατορίου, εκτός από αυτούς που ανέφερε ο ίδιος, την οποία απέρριψε, οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Ο μάρτυς επέμενε στη θέση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος δεν εισήλθε στο χώρο της κουζίνας. Έχοντας κατά νου την θετική αντίληψή μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του, την αποδεχόμαστε. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του ιδιοκτήτη της εταιρείας ιδιωτικής ασφάλειας Pan Everguard, (Μ.Κ.9) καθώς και στην περίπτωση του συγκεκριμένου μάρτυρα η υπεράσπιση περιορίσθηκε μόνο στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων και σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του για την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Η μαρτυρία των Βάσως Stribley (Μ.Κ.16) και Μαριλένας Χατζηβασιλείου (Μ.Κ.17), υπαλλήλων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειάς της τελευταίας, ως γίνεται κατανοητό, να σπάσει την αλυσίδα διακίνησης των τεκμηρίων της υπόθεσης, στοχεύοντας κυρίως, στον εντοπισμό κενών στη διακίνηση του ρολογιού (τεκμήριο 13) και των παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορούμενου (τεκμήριο 26). Έχοντας κατά νου τις συγκεκριμένες ανησυχίες της υπεράσπισης, εξετάσαμε τη μαρτυρία τους επισταμένα, σε συνάρτηση και με έγγραφα που είτε κατατέθηκαν από άλλους μάρτυρες, είτε κατέθεσαν οι ίδιες προς ενίσχυση και απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να διαπιστώσαμε οτιδήποτε μεμπτό. Αντίθετα, είμαστε πεπεισμένοι, ότι οι εν λόγω μάρτυρες περιορίσθηκαν στην παραλαβή και παράδοση, μεταξύ άλλων, και των ανωτέρω τεκμηρίων, στην κατάσταση που περιήλθαν στην κατοχή τους (συσκευασμένα και σφραγισμένα), χωρίς να επέμβουν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε αυτά. Η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου Κυριάκου Σάββα Ιωσήφ, (Μ.Κ.10) δεν αφορά αυτή καθαυτή τη διάπραξη των αδικημάτων. Δεν αμφισβητήθηκε δηλαδή το γεγονός ότι στις 26.12.2015 και στο χρόνο που ο ίδιος προσδιόρισε, (από τις 19:15 μέχρι τις 19:55 περίπου) διαπράχθηκαν στο εστιατόριό του, στους συγκεκριμένους χώρους που αυτός καθόρισε και κατά τον τρόπο που περιέγραψε, τα επίδικα αδικήματα. Ούτε το γεγονός ότι οι δράστες ήταν δυο, άρρενες και ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, προκειμένου να τον ακινητοποιήσουν, τον χτύπησαν στο κεφάλι, στο πρόσωπο και σε διάφορα μέρη του σώματός του και τον έδεσαν, κατά τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε, προκαλώντας του τραυματισμούς όπως αυτοί εντοπίστηκαν από την ιατρό Πορφυριάδου (Μ.Κ.24) το βράδυ της 26.12.2015 όταν μεταφέρθηκε αμέσως μετά το συμβάν στις πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου Πάφου και από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου στα πλαίσια της ιατροδικαστικής εξέτασης του παραπονούμενου την αμέσως επόμενη ημέρα. Η υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου, επικεντρώθηκε σε δυο σημεία. Το ένα είναι η αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο και το άλλο η γλώσσα την οποία μιλούσαν οι δράστες. Επικουρικά, αμφισβητήθηκε και το κατά πόσον ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης του αναλογικού ρολογιού, μάρκας Orient (τεκμήριο 13). Ξεκινώντας από το τελευταίο, η θέση του παραπονούμενου, όταν του υποδείχθηκε το ως άνω ρολόι στο δικαστήριο, ήταν κατηγορηματική, ότι είναι δικό του, υποδεικνύοντας ότι το είχε αγοράσει από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο τέσσερα χρόνια προηγουμένως και ότι έκτοτε και μέχρι τη στιγμή που του επιτέθηκαν οι δράστες, το φορούσε ανελλιπώς στον καρπό του αριστερού του χεριού. Η μαρτυρία του, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν έχει αμφισβητηθεί, κατά τρόπο ουσιαστικό, κατά την αντεξέταση του. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να δημιουργεί αμφιβολία έστω για το ειδικότερο αυτό ζήτημα. Αντίθετα, από τη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου (Μ.Κ.11) ενισχύεται η θέση του παραπονούμενου, καθώς στην εσωτερική πλευρά του ρολογιού, σε αντίθεση με την εξωτερική, εντοπίσθηκε γενετικό υλικό μόνο του παραπονούμενου (βλέπε και συμπέρασμα 14 Εγγράφου ΙΑ2). Ερχόμενοι τώρα στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο, απασχολεί, καταρχήν, το εάν και κατά πόσο ο κατηγορούμενος, υπό τις συνθήκες, που εξελίχθηκαν τα γεγονότα (αναφερόμαστε ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά στον τρόπο που είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους οι δράστες, στο φωτισμό ευρύτερα του εστιατορίου αλλά και του χώρου που είχαν περιορίσει τον παραπονούμενο, στα χτυπήματα που είχε δεχθεί ο τελευταίος στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στο αριστερό του μάτι, στο χρόνο που είχε να τους δει και να τους παρατηρήσει), σε συνάρτηση με την προϋπάρχουσα κατάσταση της όρασής του, είδε πράγματι τα πρόσωπα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστών και μπορούσε, κατά λογική συνέπεια, να τους αναγνωρίσει. Ο παραπονούμενος, στην ένορκη μαρτυρία του, ήταν κατηγορηματικός και στο ζήτημα αυτό. Η θέση του ήταν ότι είδε τους δράστες, αλλά δεν τους γνώριζε. Περιέγραψε τον τρόπο που καθένας από αυτούς είχε προσπαθήσει να καλύψει το πρόσωπό του, το ύψος και τη σωματική τους διάπλαση, το χρώμα του δέρματός τους, το χρώμα των ρούχων που φορούσαν, αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Και αυτό όχι όψιμα, καθώς ήδη από την πρώτη του κατάθεση, (τεκμήριο 33) η θέση του ήταν ότι ο ένας δράστης, αυτός που τον πρόσεχε, φορούσε άσπρο μαντήλι ήταν ελάχιστα πιο ψηλός από τον ίδιο, λεπτός και τα ρούχα του ήταν σκούρου χρώματος, μπορεί μαύρου και ο άλλος, ο οποίος γυρνούσε στο εστιατόριο, ήταν ίδιου ύψους και σωματικής διάπλασης, φορούσε μαύρα ρούχα και σάκο με κουκούλα και ήταν μελαχρινός και ξυρισμένος, με κουρεμένο, σχεδόν αξύριστο μουστάκι. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό, ότι ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι είδε τους δράστες, πρόσωπα άγνωστα σε αυτόν και ότι μπορούσε να τους αναγνωρίσει, είναι απόλυτα ειλικρινής και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων. Αναφερόμαστε για παράδειγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.9, ο οποίος δήλωσε ότι ο παραπονούμενος όταν τον συνάντησε μεταβαίνοντας στο χώρο, του είπε σε σχετική ερώτησή του, ότι είδε κάποια πράγματα, είδε τους δράστες, τους οποίους όμως δεν ήξερε και δεν τους είχε ξαναδεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Μ.Κ.20 επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι είδε τους δράστες και ότι ήταν «πλάσματα» που δεν ήξερε. Τα ζητήματα που προσπάθησε να αναδείξει η υπεράσπιση για να ανατρέψει αυτή τη θέση, όπως για παράδειγμα ο φωτισμός του χώρου που κρατείτο ο παραπονούμενος, η κατάσταση της όρασής του, εξαιτίας του ότι φορούσε γυαλιά, αλλά και λόγω των χτυπημάτων που δέχθηκε στο πρόσωπο, με ιδιαίτερη αναφορά στον τραυματισμό του στο αριστερό μάτι, δεν διαφοροποιούν την κρίση μας για την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Πέραν του ότι από τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου προκύπτει ότι ο χώρος στον οποίο είχε περιορισθεί, είχε ικανοποιητικό φωτισμό (ο χώρος ως υπέδειξε φωτιζόταν από λαμπτήρα) τα προβλήματα μυωπίας, πρεσβυωπίας και «λίγου αστιγματισμού» ως ανέφερε που αντιμετωπίζει, τα οποία απέδωσε στην ηλικία του, (66 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο) ως εξήγησε και γίνεται αποδεκτό, δεν τον εμποδίζουν να παρακολουθεί με άνεση τηλεόραση, να οδηγά και να περπατά χωρίς την βοήθεια των «γυαλιών» του, τα οποία χρησιμοποιεί μόνο για να διαβάσει εφημερίδα. Έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη μας για το ζήτημα, δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι υπήρχε υποκειμενική ικανότητα και αντικειμενική δυνατότητα να δει τους δράστες. Στην εξέλιξη των γεγονότων, αποδεχόμαστε ότι ο παραπονούμενος είχε πράγματι την ευκαιρία να δει τους δράστες, να συγκρατήσει φυσικά τους χαρακτηριστικά και να τους περιγράψει, όπως ευθύς εξαρχής ανάφερε, υποδεικνύοντας με βεβαιότητα ότι ήταν «πλάσματα» που δεν γνώριζε. Ειδικότερα στο ζήτημα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος ήταν εξίσου απόλυτος και κατηγορηματικός, υποδεικνύοντάς τον, από τον εδώλιο του μάρτυρος, ως τον ένα από τους δυο δράστες και πιο συγκεκριμένα ως το δράστη με το άσπρο μαντήλι στο πρόσωπο. Παρά τις περί του αντιθέτου υποδείξεις της υπεράσπισης, η αναγνώριση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο «λουκούι» που, ειρρήσθω εν παρόδω, η υπεράσπιση αποδέχεται, ότι έχει ο κατηγορούμενος στο πηγούνι του, προφανώς εκ γενετής. Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αναντίρρητα βεβαίως γύρω από αυτό το ζήτημα περιστράφηκε η αντεξέτασή του. Όμως αυτό δεν φαίνεται, ότι ήταν το αποκλειστικό στοιχείο από τον οποίο τον αναγνώρισε. Αποκαλυπτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέτασή του, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «E. Εγώ σου λέω, ότι είπες ότι τον αναγνώρισες μόνο που το λουκούι, μόνο που το λουκούι. A. Το σώμα, το πρόσωπο του, τη διακόσμηση του την τόση, ξύπνησε το υποσυνείδητο μου που τον είδα που ερχόταν που την περασμένη φορά πόξω» Η μαρτυρία του παραπονούμενου και σε αυτό το ζήτημα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την ειλικρίνειά του και την άδολη διάθεσή του να μεταφέρει στο δικαστήριο όλα τα γεγονότα που βίωσε και περιήλθαν στην αντίληψή του. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε και δεν ενστερνιζόμαστε τη λογική της υπεράσπισης, που, με μεγάλη ευκολία, ενέταξε και τον παραπονούμενο, λόγω της επιμονής του στο ζήτημα της αναγνώρισης, στο σχέδιο της αστυνομίας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, αποκαλώντας τον μάλιστα, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης, και «σεϊτάνη». Παρά την πιο πάνω εντύπωση του δικαστηρίου για τις άδολες προθέσεις του παραπονούμενου και την ειλικρινή του διάθεση να μεταφέρει στο δικαστήριο την αλήθεια και μόνο, παραμένει, ως γεγονός, σε συνάρτηση πάντα με το ζήτημα της αναγνώρισης, ότι ο παραπονούμενος δεν κάνει αναφορά για το «λουκούϊ» σε καμιά από τις τρεις καταθέσεις του, (τεκμήριο 33 και έγγραφα Ι και Ι1). Σημειώνεται, επίσης, ότι της αναγνώρισης του κατηγορούμενου από το εδώλιο του μάρτυρα, φαίνεται να προηγήθηκε η παρουσία του παραπονούμενου στο δικαστήριο τον Ιούλιο του 2016, χρονικό διάστημα που ο παραπονούμενος, υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που εξήγησε, μετέβη στο δικαστήριο, όπου είδε και αναγνώρισε όπως υπέδειξε τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνοδευόταν από την αστυνομία, έξω από την αίθουσα που συνεδρίαζε το κακουργιοδικείο. Περιοριζόμαστε στο σημείο αυτό, αφού στο ζήτημα της αναγνώρισης θα επανέλθουμε στη συνέχεια, να καταγράψουμε ότι, τόσο σε σχέση με το λόγο που ο παραπονούμενος προσήλθε στο δικαστήριο τον Ιούλιο του 2016, όσο και σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στο χώρο έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου, αλλά και όσα επακολούθησαν, δεν διατηρούμε καμιά αμφιβολία, ότι ο παραπονούμενος είπε όλη την αλήθεια. Η μαρτυρία του άλλωστε επί του ζητήματος φαίνεται να συνάδει με τις τοποθετήσεις του Μ.Κ.
- Ερχόμενοι στο ζήτημα της γλώσσας που μιλούσαν οι δράστες, η θέση του παραπονούμενου από την πρώτη του κατάθεση (τεκμήριο 33) ήταν ότι μιλούσαν ελληνικά, αλλά δεν μπορούσε να ήταν απόλυτα σίγουρος αν ήταν Κύπριοι ή ξένοι, διευκρινίζοντας, στην ένορκη μαρτυρία του, ότι μιλούσαν σπαστά κυπριακά, ελληνικά και ότι δεν μιλούσαν κάποια ξένη γλώσσα. Μάλιστα, τόσο στις καταθέσεις, όσο και ενόρκως, ο παραπονούμενος έκανε αναφορά σε διαλόγους που είχε με τους δράστες, υποδεικνύοντας ότι αντιλαμβάνονταν τα ελληνικά, αφού ανταποκρίθηκαν και ακολούθησαν την υπόδειξή του για τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε, σε έκταση, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία παρέλασαν μάρτυρες εκατέρωθεν, προς υποστήριξη και ανατροπή αντίστοιχα, της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος μιλά και αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα. Το προς επίλυση ζήτημα είναι απλό. Το δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να μην αποδεχθεί, ότι όλα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος για τη γλώσσα που μιλούσαν οι δυο δράστες και για τους διαλόγους και τη συνεννόηση που είχαν στην ελληνική γλώσσα, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Άλλωστε ο ίδιος δεν ρωτήθηκε, ούτε και προκύπτει από καμιά άλλη μαρτυρία, ότι μιλά ή αντιλαμβάνεται ή μπορεί να συνεννοηθεί σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, πέραν της ελληνικής-κυπριακής. Το γεγονός αυτό, ούτε ενισχύεται, ούτε αντικρούεται, από το ότι ο κατηγορούμενος, μίλησε ή δεν μίλησε σε κάποιους τρίτους, σε άλλους χρόνους από την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ απασχολούν, στην ελληνική γλώσσα. Ούτε είναι δυνατό να ανατραπεί από την υποκειμενική εκτίμηση οποιουδήποτε τρίτου, ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται ή δεν αντιλαμβάνεται τα ελληνικά, η οποία εδράζεται στο γεγονός και μόνο ότι ο ίδιος δεν τον άκουσε να μιλά ελληνικά. Η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Δρ. Μάριου Καριόλου (Μ.Κ.11) αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορούμενου. Κατά την πολυήμερη και εξαντλητική αντεξέταση του, επιδιώχθηκε η αποδόμηση των εξετάσεων που έκανε στα τεκμήρια της υπόθεσης και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε όπως αυτά περιλαμβάνονται στις τρείς εκθέσεις που συνέταξε για την υπό συζήτηση υπόθεση (τεκμήρια ΙΑ, ΙΑ1 και ΙΑ2). Κατά δε την αντεξέτασή του, όταν επανακλητεύθηκε, τέθηκε υπό αμφισβήτηση ο ρόλος και η συμμετοχή του στη διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης. Η συγκεκριμένη στόχευση της υπεράσπισης ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη, ενόψει του συμπεράσματος με αρ. 2 της δεύτερης χρονολογικά έκθεσής του (Έγγραφο ΙΑ1), ότι ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού, που είχε απομονωθεί προγενέστερα (σχετικό είναι το συμπέρασμα με αρ. 14 της πρώτης χρονολογικά έκθεσής του-Έγγραφο ΙΑ) από την εξωτερική πλευρά του αναλογικού ρολογιού μάρκας Orient (τεκμήριο 13). Βεβαίως, στην πορεία της υπόθεσης, με τη μαρτυρία του Δρ. Γεώργιου Φιτσιάλου (Μ.Υ.13), κατέστη ξεκάθαρο, ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί πλέον το ανωτέρω συμπέρασμα του Δρ. Καριόλου, αλλά εστιάζεται στον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο υπ' αναφορά τεκμήριο και ειδικότερα εάν είναι αποτέλεσμα άμεσης επαφής (πρωτογενούς μεταφοράς) ή έμμεσης (δευτερογενούς) μεταφοράς ή επιμόλυνσης. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό, ότι η υπεράσπιση έχει δηλώσει, ότι δεν αμφισβητεί τα προσόντα και την εμπειρογνωμοσύνη του Δρ. Καριόλου. Τόσο ο τελευταίος όσο και ο Δρ. Φιτσιάλος, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μας σε σχέση με τα ακαδημαϊκά τους προσόντα και την εργασιακή-επιστημονική τους εμπειρία, αποδεχόμαστε ότι αποτελούν ειδικούς-πραγματογνώμονες μάρτυρες για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν. Επανερχόμενοι στο ζήτημα της εναπόθεσης του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο ρολόι, (τεκμήριο 13) οι απόψεις των δυο εμπειρογνωμόνων διίστανται, καθώς η εκτίμηση του Δρ. Καριόλου, για τους λόγους που εξήγησε, είναι ότι πρόκειται για άμεση μεταφορά, ενώ η άποψη του Δρ. Φιτσιάλου, με το σκεπτικό που ανέπτυξε, συνοψίζεται στο ότι ο γενετιστής θα πρέπει να αρκείται στα αντικειμενικά αποτελέσματα των εξετάσεων του και να μην επεκτείνεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις για τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού σε ένα αντικείμενο, καθώς η μέχρι σήμερα εξέλιξη της επιστήμης της γενετικής δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Και οι δυο κατέθεσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους, πέραν των προσωπικών τους εμπειριών, αριθμό δημοσιεύσεων σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, με αναφορά σε πειράματα που έγιναν, κατά καιρούς και που τεκμηριώνουν τη μια ή την άλλη άποψη. Συνοψίζοντας, η εκτίμηση του Δρ. Καριόλου είναι ότι ο εντοπισμός στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού πλήρους γενετικού υλικού του κατηγορούμενου (συμπέρασμα στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ομονοεί ο Δρ. Φιτσιάλος), κατά την άποψή του, με βάση τις εμπειρίες του, τη διεθνή βιβλιογραφία και τα γεγονότα της υπόθεσης, αποκλείει την πιθανότητα δευτερεύουσας μεταφοράς ή επιμόλυνσης, ενώ ο Δρ. Φιτσιάλος, στη βάση των δικών του εμπειριών και διεθνούς βιβλιογραφίας, προκρίνει ότι, αφενός μεν πλήρες γενετικό υλικό μπορεί να μεταφερθεί και με δευτερεύουσα μεταφορά, αφετέρου δε ότι είναι αδύνατο, από την ποιότητα του γενετικού υλικού, δηλαδή εάν είναι πλήρες ή μερικό, να καταλήξουμε σε εκτίμηση εάν μεταφέρθηκε πρωτογενώς ή δευτερογενώς ή ακόμη και τριτογενώς. Παρά την πιο πάνω απόκλιση στις εκτιμήσεις τους και οι δυο φαίνεται να ομονοούν στο ότι οι εξετάσεις γενετικού υλικού δεν μπορούν από μόνες τους να καθορίσουν το χρόνο εναπόθεσης ή μεταφοράς του γενετικού υλικού σε ένα αντικείμενο και ότι η απόφαση για τον τρόπο μεταφοράς του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού εναπόκειται τελικά στο δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τις επιστημονικές εκτιμήσεις και τη γενικότερη προσέγγιση τους για το υπό συζήτηση επίδικο ζήτημα, κρίνουμε, ότι είναι το κατάλληλο στάδιο να ενδοσκοπήσουμε τη σχετική ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, προκειμένου να διακριβώσουμε εάν, από τα γεγονότα της υπόθεσης, μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Λαμβάνοντας υπόψη δε την κατεύθυνση της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορούμενου, όπως τουλάχιστον έχει γίνει αντιληπτή από το δικαστήριο, ότι το γενετικό του υλικό εναποτέθηκε, με κάποιο τρόπο και σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο, στο ρολόι από την αστυνομία, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει, θα εστιάσουμε, τόσο στη διακίνηση του ρολογιού (τεκμήριο 13) και των παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορούμενου (τεκμήριο 26), όσο και γενικότερα στις περιστάσεις που περιβάλλουν το υπό συζήτηση ζήτημα. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να επισημάνουμε, καθώς το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς της συνηγόρου του κατηγορούμενου στην τελική της αγόρευση, ότι, από την ενώπιόν μας μαρτυρία, δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, ότι το ρολόι ανήκει στον παραπονούμενο. Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγεί όχι μόνο η κατηγορηματική θέση του ίδιου, η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι στην εσωτερική πλευρά του ως άνω ρολογιού, εντοπίσθηκε γενετικό υλικό μόνο του παραπονούμενου (βλέπε και συμπέρασμα αρ. 14 Εγγράφου ΙΑ2). Παρεμβάλλουμε επίσης την εκτίμησή μας ότι, παρά την αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Δρ. Καριόλου, σε σχέση με το ρόλο και τη συμμετοχή του στη διακίνηση τεκμηρίων της υπόθεσης, με ιδιαίτερη στόχευση στη διακίνηση του ρολογιού και των παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορούμενου, η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου ζητήματος έχει παραμείνει ακλόνητη και την αποδεχόμαστε στο σύνολό της και σε όλα τα επιμέρους σημεία της. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι παραπονούμενος και κατηγορούμενος δεν γνωρίζονταν, ούτε είχαν συναντηθεί ή έρθει σε οποιαδήποτε επαφή, είτε στο εστιατόριο, είτε οπουδήποτε αλλού, πριν από τις 26.12.2015 και δη κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε, πριν ή μετά τον επίδικο χρόνο, επισκέφθηκε το εστιατόριο, ούτε συναντήθηκε ή ήρθε σε επαφή με τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με την ενώπιόν μας μαρτυρία, ο παραπονούμενος αγόρασε το ρολόι τέσσερα χρόνια προηγουμένως και έκτοτε το φορούσε ανελλιπώς (στον καρπό του αριστερού του χεριού) μέχρι τη στιγμή που του επιτέθηκαν οι ληστές, (στις 26.12.2015 και περί ώρα 19:15) ενώ βρισκόταν στο χώρο του εστιατορίου που απεικονίζεται στη φωτογραφία 41 του τεκμηρίου
- Το ρολόι βρέθηκε και παραλήφθηκε στις 27.12.2015 και ώρα 12:39 από τον Α/Λοχία 2566 Μιχάλη Σάββα από το πάτωμα της κουζίνας του εστιατορίου (σημείο 6-φωτογραφίες 62,64,69,70 και 72 τεκμηρίου 28), στη θέση που το είχε δει αμέσως μετά τη διάπραξη της ληστείας ο παραπονούμενος. Ακολούθως, ο ως άνω μάρτυς το συσκεύασε σε χάρτινο κουτί, το οποίο σφράγισε με αυτοκόλλητη κολλητική ταινία με την ένδειξη «Αστυνομία Κύπρου», την οποία υπέγραψε (βλέπε Έγγραφο Β). Στις 27.12.2015 και ώρα 13:10 ο Α/Λοχ. 2566 Μιχάλης Σάββα το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον Αστ. 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου (βλέπε Έγγραφο Β), ο οποίος την ίδια ημέρα και ώρα 15:00 το παρέδωσε στον Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικο Τσαππή (βλέπε Έγγραφο Δ). Στις 31.12.2015 και ώρα 07:00, ο Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον Α/Αστ. 2459 Θεόδωρο Νικολάου, ο οποίος την ίδια ημέρα και ώρα 11:45 το παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στη Βάσω Stribley (Μ.Κ.16) στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου (βλέπε Έγγραφο ΙΖ). Την ίδια ημέρα και ώρα 15:00, η εν λόγω μάρτυς το παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον Δρ. Μάριο Καριόλου (βλέπε τεκμήριο 64) για να τύχει επιστημονικών εξετάσεων. Ο Δρ. Μάριος Καριόλου, αφού το εξέτασε επιστημονικά, το συσκεύασε και το σφράγισε, στις 10.02.2016 και ώρα 08:30 το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στη Μαριλένα Χατζηβασιλείου, (βλέπε τεκμήριο 67) η οποία την ίδια ημέρα και ώρα 11:55 το παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον Α/Αστ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου (βλέπε τεκμήριο 68), ο οποίος τα μετέφερε και τα τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου (βλέπε Έγγραφο Α). Στις 26.02.2016 και ώρα 16:15 ο Α/Αστ. 1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον αστ. 1574 Κάρολο Αντωνίου (βλέπε Έγγραφα Α και ΙΗ
(1)). Στις 05.07.2016 και ώρα 10:45 στο Εργαστήριο Διερεύνησης της ΥΠ.ΕΓ.Ε ο αστ. 1574 Κάρολος Αντωνίου, το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον Α/Λοχία 2566 Μιχάλης Σάββα, ο οποίος αφού το εξέτασε δακτυλοσκοπικά, χωρίς να βρει κανένα ίχνος αποτυπώματος, στις 07.07.2016 και ώρα 11:30 το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον αστ. 4964 Πέτρο Ανδρονίκου (βλέπε Έγγραφα Β2 και ΙΒ). Στις 07.07.2016 και ώρα 19:00 ο αστ. 4964 Πέτρος Ανδρονίκου το παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στον αστ. 1574 Κάρολο Αντωνίου (βλέπε Έγγραφα ΙΒ και ΙΗ
(1)). Τέλος, στις 25.10.2016 και ώρα 10:35 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο αστ. 1574 Κάρολος Αντωνίου το παρέδωσε, συσκευασμένο και σφραγισμένο, στον Α/Αστ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου, ο οποίος το τοποθέτησε, υπό την ασφαλή φύλαξή του, στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου (βλέπε Έγγραφα Α και ΙΗ
(1)). Ο τελευταίος το κατέθεσε, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε, στο δικαστήριο, στις 01.11.
- Σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου και την έκθεσή του (σελ. 2 Εγγράφου ΙΑ) οι γενετικές εξετάσεις στα τεκμήρια 1 έως 24 (στα οποία συμπεριλαμβάνεται το ρολόι) έγιναν μεταξύ 05.01.2016 και 03.02.
- Το δείγμα από το μεικτό γενετικό υλικό που απομονώθηκε από την εξωτερική πλευρά του ρολογιού «έτρεξε» στο γενετικό αναλυτή δυο φορές στις 22.01.2016 στις 18:32 το απόγευμα και τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας (βλέπε σχετικά τεκμήριο 52). Ακολούθως το ρολόι παραδόθηκε, μαζί με τα υπόλοιπα τεκμήρια, στην αστυνομία, στις 10.02.
- Τα δυο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου (τεκμήριο 26) λήφθηκαν, στα πλαίσια διερεύνησης άλλης υπόθεσης (2634/16), με τη γραπτή του συγκατάθεση, στις 10.04.2016 και ώρα 23:30 από τον Αστ. 1898 Λούη Γεωργιάδη, ο οποίος, αφού τα συσκεύασε και τα σφράγισε, στις 12.04.2016 και ώρα 07:00 τα παρέδωσε στον Αστ. 4415 Βασίλειο Βασιλείου (βλέπε Έγγραφα Ζ και Ι(ΣΤ)). Την ίδια ημέρα και ώρα 13:00 ο Αστ. 4415 Βασίλειος Βασιλείου τα παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στη Μαριλένα Χατζηβασιλείου στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας (βλέπε Έγγραφο Ι(ΣΤ) και τεκμήριο 69), η οποία την ίδια ημέρα και ώρα 15:00 τα παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Δρ. Μάριο Καριόλου (βλέπε τεκμήριο 69) για να τύχουν επιστημονικών εξετάσεων. Ο Δρ. Μάριος Καριόλου, αφού τα εξέτασε, τα συσκεύασε και τα σφράγισε και στις 03.06.2016 και ώρα 08:30 τα παρέδωσε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, στη Μαριλένα Χατζηβασιλείου (βλέπε τεκμήριο 70), η οποία την ίδια και ώρα 12:25 τα παρέδωσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στον Α/Αστ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου (βλέπε τεκμήριο 71), ο οποίος τα μετέφερε και τα τοποθέτησε, υπό την ασφαλή φύλαξή του, στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου (βλέπε Έγγραφο Α) και τα κατέθεσε, στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε, στο δικαστήριο στις 01.11.
- Σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρία του Δρ. Καριόλου και την έκθεσή του (σελ. 2 Εγγράφου ΙΑ1) οι γενετικές εξετάσεις στα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου έγιναν μεταξύ 12.04.2016 και 27.04.2016 και αυτό που είχε ζητήσει η αστυνομία ήταν να γίνει σύγκριση με δυο υποθέσεις (αρ. Αναφοράς ΥΠΕΓΕ 43/2016 και 1297/2016). Επίσης είχε ζητηθεί να γίνει σύγκριση με τα γενετικά προφίλ όλων των ανεξιχνίαστων υποθέσεων, που ήταν καταχωρημένα στη βάση γενετικών προφίλ της Αστυνομίας Κύπρου. Όταν τελείωσε η διαδικασία σε σχέση με τις δύο άλλες υποθέσεις και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συσχέτιση του κατηγορούμενου, έγινε η σύγκριση με τις ανεξιχνίαστες υποθέσεις, οπότε εντοπίστηκε ταύτιση του γενετικού υλικού με το μεικτό γενετικό προφίλ του ρολογιού τεκμήριο 13 (βλέπε συμπέρασμα 2 Εγγράφου ΙΑ1). Από τα ανωτέρω, προκύπτει, ότι το θεωρητικά υπαρκτό πάντα ενδεχόμενο της δευτερεύουσας μεταφοράς του γενετικού υλικού του παραπονούμενου στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού ή της επιμόλυνσής της με αυτό, υπό τις περιστάσεις της υπό συζήτηση υπόθεσης, αποκλείεται, αφού, όπως επισήμανε και ο Μάριος Καριόλου, (Μ.Κ.11) ουδέποτε συνέπεσε χρονικά να βρίσκονται ταυτόχρονα στο εργαστήριο το ρολόι και τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου. Εξάλλου, στις 22.01.2016, που έγιναν οι αναλύσεις στο ρολόι και εντοπίσθηκε το γενετικό του υλικό, ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο άγνωστο στην αστυνομία, με την έννοια ότι δεν είχε συλληφθεί για κανένα αδίκημα και η αστυνομία δεν κατείχε τα παρειακά του επιχρίσματα. Και μόνο στη βάση των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων, αποκλείεται το σενάριο της τοποθέτησης του γενετικού του υλικού στο ρολόι από την αστυνομία, προκειμένου η αστυνομία να τον ενοχοποιήσει. Πέραν τούτου, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος έδωσε, με τη συγκατάθεσή του, τα παρειακά του επιχρίσματα στις 10.04.2016, ενώ είχε συλληφθεί και τελούσε υπό κράτηση για άλλη υπόθεση, άσχετη με την παρούσα. Η ταύτιση του γενετικού υλικού του με μέρος του μεικτού γενετικού υλικού, που είχε απομονωθεί τρείς μήνες περίπου ενωρίτερα από το ρολόι, έγινε στις 14.04.2016 (βλέπε σχετικά τεκμήριο 52). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η ταύτιση δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε αλλότρια και δόλια σχέδια της αστυνομίας, αλλά στο τυχαίο γεγονός της σύλληψής του για μια άλλη υπόθεση και για αδικήματα που δεν είχαν καμιά σχέση ή συσχέτιση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, με την έννοια ότι εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε συλληφθεί και δεν είχε δώσει τα παρειακά του επιχρίσματα για την άλλη υπόθεση, πιθανότατα, εφόσον ήταν πρόσωπο άγνωστο στις αρχές, δεν θα συσχετιζόταν ούτε θα είχε συλληφθεί και δεν θα ήταν κατηγορούμενος για την παρούσα υπόθεση. Στο ζήτημα του γενετικού υλικού θα επανέλθουμε σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του συνόλου της ενώπιον μας μαρτυρίας. Οι Μ.Κ.22, 23 και 24, όπως προαναφέρθηκε, κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, πριν κλείσει την υπόθεσή της, μετά από αίτημα της υπεράσπισης, η οποία τους αντεξέτασε. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία, ότι πρόκειται για αξιόπιστους και ειλικρινείς μάρτυρες. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Επισημαίνουμε, ότι η Μ.Κ.22 επιβεβαίωσε, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διαδικασία σύλληψής του στις Κεντρικές Φυλακές από το Μ.Κ.20, ήταν αντιδραστικός και δεν συνεργαζόταν, αρνούμενος να υπογράψει το έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένου και την ανακριτική του κατάθεση, όπως ακριβώς είχε ισχυρισθεί και ο Μ.Κ.20, και ότι η Μ.Κ.24, η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου ήταν προφανές, ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε περαιτέρω για την συγκεκριμένη εξέταση, πέραν των όσων είχε καταγράψει στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 110), το περιεχόμενο του οποίου, όπως έχει προαναφερθεί, έχει γίνει παραδεκτό γεγονός από την υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος, στην ένορκη μαρτυρία του, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την όποια ανάμειξή του στην υπό συζήτηση υπόθεση. Η θέση του, που προσπάθησε να προωθήσει, όπως την έχουμε αντιληφθεί, είναι ότι δεν διέπραξε και δεν συμμετείχε, με οποιοδήποτε τρόπο, στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο, ουδέποτε και σε οποιοδήποτε τόπο συναντήθηκε ή είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του και ουδέποτε επισκέφθηκε το επίδικο εστιατόριο. Η εκδοχή του για την ανεύρεση του γενετικού του υλικού στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού του παραπονούμενου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν άγγιξε, είναι ότι ευθύνεται η αστυνομία, η οποία, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει και να τον καταδικάσει για την παρούσα υπόθεση, το τοποθέτησε, με τον τρόπο, που επιχείρησε να εξηγήσει στο δικαστήριο. Αρνήθηκε, τέλος, ότι γνωρίζει ή αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, επιμένοντας, ότι δεν μιλά και δεν αντιλαμβάνεται οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, εκτός από τη μητρική του, εκτός από λίγες λέξεις αγγλικά και ρωσικά και κάποιες ελληνικές λέξεις που έμαθε στη φυλακή. Αισθανόμαστε την ανάγκη, ευθύς εξαρχής, να καταγράψουμε τη βεβαιότητά μας, ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Στη δική μας αντίληψη, ήταν εμφανής η αγωνία του να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης. Καταφανής επίσης ήταν η ευκολία, με την οποία εκτόξευσε ατεκμηρίωτες και έωλες κατηγορίες εναντίον της αστυνομίας, για συνομωσία εναντίον του, προκειμένου να καταδικασθεί για την παρούσα υπόθεση. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω επισημάνσεις, η εκδοχή του κατηγορούμενου από μόνη της, ως αφήγημα γεγονότων, παρουσιάζει τέτοιας έκτασης αδυναμίες, που δεν δύναται να πείσει ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο, ανεξάρτητα από την εικόνα που αποκομίσαμε για την κακή ποιότητα της μαρτυρίας του. Ο τελευταίος, με εμφανή την έλλειψη πειστικότητας, απόρροια προφανώς του στόχου του να αποστασιοποιηθεί από τις πράξεις που του αποδίδονται, δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι είναι πρόσωπο που δεν είχε οποιοδήποτε δισταγμό να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Απασχόλησε η εξήγηση του κατηγορούμενου για την ανεύρεση του γενετικού του υλικού στην εξωτερική πλευρά του ρολογιού του κατηγορούμενου. Με δεδομένη τη θέση του, ότι ουδέποτε επισκέφθηκε το επίδικο εστιατόρ