Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GIORGI CHARELISHVILI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6647/17, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6647/17 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- GIORGI CHARELISHVILI
- KOBA JOLOGUA Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.12.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο 1: κα Β. Δελιμπαλτίδου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Νοβριάδης (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 20 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 20, 255 και 262 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Επίσης ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση του άρθρου 12 του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πέμπτη κατηγορία) ενώ ακόμη αμφότεροι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης παραμονής στο νησί κατά παράβαση των άρθρων 6 και 19 του Κεφ.105 (έκτη και έβδομη κατηγορία). Σε ότι φορά την τέταρτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στην διακοπή της και ως εκ τούτου αμφότεροι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν σ' αυτή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 1, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Γεωργία, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 06.11.17 εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές μέσω κατεχομένων όπου και παρέμεινε στο νησί χωρίς σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Ο δε κατηγορούμενος 2, ενώ και αυτός είναι αλλοδαπός από τη Γεωργία και στις 25.07.11 αφίχθηκε στην Κύπρο ως επισκέπτης και του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής μέχρι τις 23.10.17, δεν ανανέωσε την άδεια του με αποτέλεσμα να παραμείνει παράνομα στο νησί μέχρι τις 06.11.17 χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Ακολούθως στις 06.11.17 αμφότεροι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα και την ίδια ημέρα διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Ilya Lifshits από τη Ρωσία που βρίσκεται στην οδό Τηλεμάχου αρ.12 στην Πάφο από την οποίαν έκλεψαν ένα τηλεσκόπιο μάρκας Hama μαύρου χρώματος, μία μικρή ταξιδιωτική τσάντα μάρκας Johnie Walker μαύρου χρώματος που περιείχε τέσσερις μπουκάλες οινοπνευματώδη ποτά καθώς και μία σχολική τσάντα χρώματος μπλε που περιείχε προσωπικά αντικείμενα και τρεις μπουκάλες οινοπνευματώδη ποτά άγνωστης αξίας, όλα περιουσία του πιο πάνω προσώπου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 06.11.17 και ώρα 20:20 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Πάφου από τον Ρώσο υπήκοο Ilya Lifshits, μόνιμο κάτοικο εξωτερικού, ότι η ώρα 20:15 της ίδιας ημέρας ενώ βρισκόταν στην Ρωσία, το κλειστό κύκλωμα της εξοχικής του οικίας που βρίσκεται στην οδό Τηλεμάχου αρ. 12 στην Κάτω Πάφο, κατέγραψε δύο άγνωστα του πρόσωπα να βρίσκονται εντός της οικίας. Αμέσως, μέσω του διαχειριστή της κατοικίας του που διαμένει μόνιμα στην Πάφο, ειδοποίησε την Αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβησαν στην οικία του παραπονούμενου. Ενώ αστυνομικοί βρίσκονταν στο πίσω μέρος της οικίας αντιλήφθηκαν δύο άτομα να πηδούν από την περίφραξη της οικίας και πεζοί να τρέχουν με κατεύθυνση τον κύριο δρόμο της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων. Μετά από καταδίωξη τα δύο άτομα ανακόπηκαν και συνελήφθηκαν αυτόφωρα για το αδίκημα της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου 2 στο νόμο αυτός απάντησε "Eντάξει αφού πεινούσα τι έπρεπε να κάμω πήγα και έκλεψα. Eπεινούσα τι ήθελες να κάμω αφού εν μπορώ να δουλέψω εν έχω λεφτά". Ακολούθως οι αστυφύλακες οδήγησαν τους κατηγορούμενους στην οικία του παραπονούμενου όπου κατηγορούμενος 1 υπέδειξε σε αστυνομικό στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου δύο τσάντες και ένα τηλεσκόπιο και του ανάφερε ότι είναι αυτά που είχαν κλέψει από την οικία του παραπονούμενου. Εντός των τσαντών υπήρχαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας. Τότε ο αστυνομικός του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός του απάντησε "Εν τούτα που κλέψαμε από το σπίτι". Τα εν λόγω αντικείμενα, άγνωστης αξίας και όλα ιδιοκτησίας του παραπονούμενου, παραλήφθηκαν από μέλη της αστυνομίας ως τεκμήρια. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε σε αστυνομικό το σημείο της διάρρηξης. Επρόκειτο για την πλαϊνή συρόμενη αλουμινένια μπαλκονόπορτα της οικίας του παραπονούμενου η οποία ήταν παραβιασμένη. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "ανοίξαμε την με κατσαβίδι αλλά επέταξα το στον δρόμο που τρέχαμε". Στις 07.11.17 οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων και αφού τους εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης τους και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο ο μεν κατηγορούμενος 1 είπε "Παραδέχομαι" ενώ ο δε κατηγορούμενος 2 παρέμεινε σιωπηρός. Αργότερα της 07.11.17 ο αστυφύλακας 4415 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους με την βοήθεια διερμηνέα στις οποίες αυτοί ομολόγησαν την διάπραξη των αδικημάτων που περιέχονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Επίσης μέσα από περαιτέρω αστυνομικές έρευνες που διεξήχθηκαν κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης σχετικά με το καθεστώς παραμονής των κατηγορουμένων, διαπιστώθηκε ότι αμφότεροι βρίσκονται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές μέσω των κατεχομένων. Οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς και αμφότεροι δήλωσαν ότι παραδέχονται. Αναφορικά με την κλαπείσα περιουσία, αυτή πρόκειται να επιστραφεί στο σύνολο της στο δικαιούχο της. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων χρησιμοποιήθηκαν εκθέσεις που υπήρχαν στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και είχαν ετοιμαστεί πρόσφατα από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης που αφορά τον κατηγορούμενο 1, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, άνεργος και διαζευγμένος. Στο παρόν στάδιο βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 12 ετών που διαμένει με την μητέρα της στη Γεωργία. Ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από τη Γεωργία και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Φοίτησε σε σχολείο της χώρας του για εννέα χρόνια. Σε ηλικία 14 ετών η οικογένεια του μαζί με τον ίδιο ήλθαν στην Κύπρο και αυτός εργαζόταν στις οικοδομές για την κάλυψη των αναγκών του. Σε ηλικία 17 ετών νυμφεύτηκε από τον οποίον γάμο απέκτησε μία θυγατέρα. Δύο χρόνια μετά ο γάμος του διαλύθηκε. Με το παιδί του διατηρεί επικοινωνία και το στηρίζει οικονομικά στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Το έτος 2011 ο γονείς του και ο αδελφός του επέστρεψαν στη Γεωργία αλλά ο ίδιος παρέμεινε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Το έτος 2014 εντοπίστηκε από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας να διαμένει στο νησί χωρίς να είχε διευθετήσει άδεια παραμονής και γι' αυτό απελάθηκε. Στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου ήλθε για δεύτερη φορά μέσω των κατεχομένων για σκοπούς εργασίας. Πριν από τη σύλληψη του σχετικά με την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος 1 διέμενε με φιλικό του πρόσωπο στην Πάφο και συντηρείτο οικονομικά από φίλους του. Στο στάδιο αυτό δεν έχει εισοδήματα, ούτε αποταμιεύσεις αλλά ούτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. Παράλληλα διαθέτει χρέη ύψους $500 σε τραπεζικό ίδρυμα στη Γεωργία και $5.500 σε φιλικά του πρόσωπα, για τα οποία δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης που αφορά τον κατηγορούμενο 2, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών και άγαμος. Στο παρόν στάδιο βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Κατάγεται από τη Γεωργία και είναι απόφοιτος πανεπιστημίου με πτυχίο στη στοματολογία. Ωστόσο ουδέποτε εξάσκησε το επάγγελμα της σπουδής του και συντηρείτο οικονομικά από τους γονείς του. Από τον Ιούλιο 2017 ήλθε στην Κύπρο και μέχρι τη σύλληψη του εργαζόταν περιστασιακά στα χωράφια έναντι ημερήσιου εισοδήματος των €
- Στο στάδιο αυτό δεν έχει εισοδήματα, ούτε αποταμιεύσεις αλλά ούτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. Παράλληλα διαθέτει χρέη ύψους $1.500 σε τραπεζικό ίδρυμα στη Γεωργία και $2.000 σε φιλικά του πρόσωπα. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει πρόβλημα με το στομάχι του, για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου 1 κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 1.
(2)Την παραδοχή του κατηγορουμένου 1 στο Δικαστήριο.
(3)Την παραδοχή του στην αστυνομία με την οποίαν συνεργάστηκε για την εξιχνίαση της υπόθεσης.
(4)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Ακολούθως σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, η συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο πελάτης της προέβηκε σε αυθόρμητη και επιπόλαιη πράξη που είναι μεμονωμένη και από την οποίαν απουσιάζει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, ο πελάτης της επέδειξε αξιόποινη συμπεριφορά από ανάγκη να εξασφαλίσει χρήματα για φαγητό επειδή πεινούσε. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις σοβαρές του είδους της. Καταλήγοντας η συνήγορος του κατηγορουμένου 1 κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη της να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως η ίδια είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Στο ίδιο περίπου επίπεδο αναπτύχθηκε η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2. Ούτε αυτός αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Ο εν λόγω συνήγορος στη δική του αγόρευση που ήταν γραπτή προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 2.
(2)Την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 2 της αξιόποινης συμπεριφοράς του στην αστυνομία με τα μέλη της οποίας συνεργάστηκε όπου τους εξήγησε τον τρόπο δράσης του ιδίου και του κατηγορούμενου 1 και υπέδειξε τη σκηνή που άφησαν τα κλοπιμαία αντικείμενα.
(3)Την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 2 στο Δικαστήριο.
(4)Το γεγονός της άμεσης παραδοχής του κατηγορουμένου 2 της αξιόποινης συμπεριφοράς του στην αστυνομία σε συνδυασμό με τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές και αργότερα της άμεσης παραδοχής του στο Δικαστήριο αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του κατηγορούμενου 1.
(5)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως ο πελάτης του επέδειξε παραβατική συμπεριφορά πιστεύοντας ότι είναι η καλύτερη λύση στο πρόβλημα της έλλειψης χρημάτων για φαγητό που αντιμετώπιζε, χωρίς όμως αυτό σε καμία περίπτωση να αποτελεί δικαιολογία για τα αδικήματα που διέπραξε. Σε ότι αφορά την παράνομη παραμονή του κατηγορουμένου 2 στην Κύπρο, ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε πως ο πελάτης του από άγνοια στη διαδικασία ανανέωσης της άδειας παραμονής του με βάση την κυπριακή νομοθεσία παρέλειψε να το πράξει. Παράλληλα υπέδειξε να ληφθεί υπόψη το μικρό διάστημα των 14 ημερών της καθυστέρησης. Τέλος ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν και συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά τους στο σύνολο της είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας επισύρει, με βάση το άρθρο 292(α) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης εφτά ετών. Στην περίπτωση που η διάρρηξη κατοικίας πραγματοποιηθεί το βράδυ, ο υπαίτιος υπόκειται, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, σε ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Βέβαια σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές επειδή τα εν λόγω αδικήματα δικάζονται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε πέντε έτη φυλάκισης. Το δε αδίκημα της κλοπής τιμωρείται γενικά, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Περαιτέρω το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργημάτων διάρρηξης και κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 371 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης επίσης εφτά ετών. Ασφαλώς πάλι το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι τα πέντε έτη φυλάκισης. Επιπλέον το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόκειται, με βάση το άρθρο 12 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), σε ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και στις δύο αυτές ποινές. Επιπροσθέτως διάπραξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ.105, επίσης ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος των πιο πάνω προβλεπομένων ποινών καταδεικνύει τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, η οποία έχει αποδοθεί από τον ίδιο τον νομοθέτη. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει αυξητική τάση στην Κύπρο σε ανησυχητικό επίπεδο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Η διάρρηξη, η κλοπή καθώς και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες της Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων κατοικιών και επιχειρήσεων τους και κλοπών από αυτές αντικειμένων τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα της διάρρηξης και της κλοπής που οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετωπίζει πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Παράλληλα στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Αδικήματα παράνομης εισόδου και παραμονής στην Κύπρο θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται, ποιος παραμένει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ποιο λόγο. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η είσοδος και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος και οι σχετικοί Κανονισμοί. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 λέχθηκαν τα εξής: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Επίσης στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων περιοχών, λέχθηκε ότι η χρήση κατεχομένων εδαφών αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή και γι' αυτό η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην υπόθεση Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό. Το Εφετείο τόνισε ότι «το προεξάρχον καθοδηγητικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές είναι η αποτροπή, που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρών ποινών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γι' αυτά και στην απόφαση μας Mohamed El Feky κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον. Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μας επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας». Επίσης στην υπόθεση Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, τονίστηκαν τα εξής: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα.... Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών, το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Εξίσου σοβαρή κρίνεται η περίπτωση όπου ένας αλλοδαπός εισέλθει νόμιμα στην Κύπρο, διαμένει νόμιμα είτε επειδή εκκρεμεί η εξέταση αίτησης για εξασφάλιση άδειας παραμονής είτε επειδή έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια αλλά στην πορεία καθίσταται παράνομος και διαμένει παράνομα στο νησί επειδή η αίτηση απορρίφθηκε ή επειδή η άδεια παραμονής δεν ανανεώθηκε. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243 όπου ο αλλοδαπός ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και επομένως διέμενε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι που με την απόρριψη της αίτησης του κατέστη παράνομος λέχθηκε ότι δεν διαφοροποιούσε την όλη κατάσταση γεγονότων, ούτε και μετέβαλλε την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Το στίγμα της παρούσας περίπτωσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνεχίστηκε να εκδηλώνεται μέσα από άλλα περιστατικά, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 1 όχι μόνο εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές μέσω των κατεχομένων, όχι μόνο τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος 2 διέμεναν παράνομα στην Κύπρο, αλλά αμφότεροι τους διέπραξαν και άλλα σοβαρής φύσεως αδικήματα όπως διάρρηξη κατοικίας και κλοπή περιουσίας από αυτή. Επίσης η χρησιμοποίηση κατσαβιδιού προκειμένου να παραβιαστεί αλουμινένια μπαλκονόπορτα της οικίας και έτσι να επιτευχθεί η διάρρηξη και η είσοδος των κατηγορουμένων στην οικία, το γεγονός ότι αργότερα αυτοί ξεφορτώθηκαν το εργαλείο που χρησιμοποίησαν, η επιλογή τους να διεξαχθεί η επιχείρηση όταν ο ένοικος (παραπονούμενος) απουσίαζε, η επιλογή τους να δράσουν το βράδυ προφανώς για να έχουν κάλυψη από το σκοτάδι, η αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξη που ο ένας κατηγορούμενος παρείχε στον άλλο στα πλαίσια μεταξύ τους συνεργασίας και κοινών ενεργειών, καταδεικνύει την εκτέλεση ενός προμελετημένου τρόπου δράσης στη βάση οργανωμένου σχεδίου που τέθηκε σε εφαρμογή και διευκόλυνε το παράνομο έργο τους, καταρρίπτοντας έτσι ως αβάσιμη την περί του αντιθέτου θέση που αυτοί επικαλέστηκαν. Αυτά είναι στοιχεία που προσμετρούν εις βάρος των κατηγορουμένων. Η θέση αμφοτέρων συνηγόρων ότι αμφότεροι κατηγορούμενοι υποχρεώθηκαν να διαπράξουν τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής επειδή δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν φαγητό και πεινούσαν δεν με βρίσκει σύμφωνο. Χωρίς βέβαια μια τέτοια περίπτωση να αποτελούσε δικαιολογία ή διαβατήριο συγχώρεσης στη διάπραξη αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής από οικία, εάν όντως το κίνητρο διάπραξης αδικημάτων ήταν η έλλειψη χρημάτων που θα τους εξασφάλιζε φαγητό επειδή πεινούσαν, οι κατηγορούμενοι θα κατευθύνονταν ευθέως στο ψυγείο της οικίας στο οποίο αναμενόταν να υπήρχε φαγητό, ανεξάρτητα αν τελικά υπήρχε ή όχι σ' αυτό φαγητό και όχι να κινηθούν σε αντικείμενα πολυτελείας όπως οινοπνευματώδη ποτά και τηλεσκόπιο. Παράλληλα και αν ακόμη δεχτώ για σκοπούς συζήτησης τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι πεινούσαν έπρεπε να είχαν αναζητήσει φαγητό από εστίες παροχής που δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετούν τέτοιους σκοπούς και όχι να καταφύγουν στη διάρρηξη και κλοπή αντικειμένων που ουδεμία σχέση έχουν με τρόφιμα. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί κλασσική περίπτωση που απώτερο στόχο είχε την παράνομη αποκόμιση εύκολου κέρδους εις βάρος του παραπονούμενου. Σε ότι αφορά την αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν υπάρχουν λεπτομέρειες που να καθορίζουν το ύψος της. Παρόλα αυτά από το είδος των αντικειμένων που είχαν κλαπεί γίνεται αντιληπτό ότι τέτοια αξία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμελητέα. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικός παράγοντας το ότι οι κατηγορούμενοι καταπάτησαν κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας του παραπονούμενου ως ιδιοκτήτη της οικίας που διέρρηξαν και της περιουσίας του που έκλεψαν επιδεικνύοντας ασέβεια και θράσος. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα μπορεί να είναι. Επιπροσθέτως δεν μπορεί να παραγνωριστεί η αναστάτωση και ταλαιπωρία που ο παραπονούμενος υπέστηκε ένεκα της αξιόποινης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων. Η αναστάτωση του παραπονούμενου που ενώ βρισκόταν στη Ρωσία αντιλήφθηκε διάρρηξη της οικίας του που σκοπό είχε κλοπή περιουσίας του είναι κάτι που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Παράλληλα το άγχος και η ταλαιπωρία που ο παραπονούμενος είχε για να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να προστατέψει την περιουσία του τη στιγμή που ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό καθώς επίσης η αγωνία που είχε ως προς την έκβαση που θα είχε το επίδικο περιστατικό είναι δεδομένα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ένα επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο 1 είναι το γεγονός ότι ενώ γνώριζε ότι το έτος 2014 είχε απελαθεί από τις αρμόδιες κυπριακές αρχές επειδή διέμενε παράνομα στο νησί αφού δεν είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια, επέστρεψε και παράνομα εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα. Εκμεταλλευόμενος την κατοχή μέρους της Κύπρου ενάντια στο στοιχείο ευαισθησίας που υπάρχει ένεκα του κυπριακού προβλήματος, υπονομεύοντας την οντότητα του κράτους από όπου ζητούσε φιλοξενία και περιφρονώντας τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στο νησί για την περίπτωση εισόδου και διαμονής αλλοδαπών στην Κύπρο που δεν είναι ευρωπαίοι πολίτες, το έτος 2017 επανέλαβε τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής αφού πρώτα εισήλθε παράνομα προς εξυπηρέτηση προσωπικών σκοπών του. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι εάν δεν γινόταν η καταγγελία του παραπονούμενου στην αστυνομία και μέλη της δεν μετέβαιναν στην οικία, οι κατηγορούμενοι θα ολοκλήρωναν το εγκληματικό σχέδιο τους και θα κατάφερναν να διαφύγουν με την κλοπιμαία περιουσία. Περαιτέρω αν οι κατηγορούμενοι δεν κατέληγαν στα χέρια των ανακριτικών αρχών δεν θα διαπιστωνόταν το παράνομο καθεστώς που περιβάλλει την παρουσία τους στην Κύπρο. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Η επ' αυτοφώρω σύλληψη των κατηγορουμένων τη στιγμή που αυτοί βρίσκονταν εντός της περιουσίας του παραπονούμενου καθιστά την παραδοχή τους στην αστυνομία σχεδόν άνευ βαρύτητας (Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92). Παρόλα αυτά η στάση τους αυτή λαμβάνεται υπόψη όπως λαμβάνεται υπόψη και η συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές μέσα από την οποίαν υπέδειξαν το σημείο παραβίασης της οικίας καθώς και το χώρο στον οποίον εντοπίστηκε όλη η κλοπιμαία περιουσία. Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι δεν αποκάλυψαν στην αστυνομία το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς τους και ειδικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων που δεν σχετίζονταν με την αυτόφωρη σύλληψη τους λόγω της παρουσίας τους στην περιουσία του παραπονούμενου, ήτοι των αδικημάτων που σχετίζονταν με το παράνομο καθεστώς παρουσίας τους στην Κύπρο, πλην όμως διευκρινίζεται ότι σε καμία περίπτωση αυτό προσμετρά εις βάρος των κατηγορουμένων αλλά σημειώνεται για να λεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι δεν μπορεί να τύχουν αυτού του ευεργετήματος στον απόλυτο βαθμό. (γ) Την παραδοχή των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (δ) Το γεγονός ότι όλη η κλοπιμαία περιουσία εντοπίστηκε και πρόκειται να παραδοθεί στον παραπονούμενο στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν και πριν από το περιστατικό που είναι ο δικαιούχος της με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης και ειδικότερα: Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 10.11.
- · Ένεκα της κράτησης του στη φυλακή δεν έχει εισοδήματα. · Είναι ηλικίας 29 ετών, άνεργος, διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 12 ετών που διαμένει με την μητέρα της στη Γεωργία, το οποίο στηρίζει οικονομικά στο μέτρο των δυνατοτήτων του. · Στο στάδιο αυτό δεν έχει εισοδήματα, ούτε αποταμιεύσεις και ούτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία αλλά χρέη ύψους $500 σε τραπεζικό ίδρυμα στη Γεωργία, χώρα από την οποίαν κατάγεται, καθώς και $5.500 σε φιλικά του πρόσωπα που τον συντηρούσαν οικονομικά πριν από τη σύλληψη του, για τα οποία χρέη δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 10.11.
- · Ένεκα της κράτησης του στη φυλακή δεν έχει εισοδήματα. · Είναι ηλικίας 34 ετών και άγαμος. · Είναι απόφοιτος πανεπιστημίου με πτυχίο στη στοματολογία. · Πριν από τη σύλληψη του εργαζόταν περιστασιακά στα χωράφια έναντι ημερήσιου εισοδήματος των €
- · Στο παρόν στάδιο δεν έχει εισοδήματα, ούτε αποταμιεύσεις και ούτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία αλλά χρέη ύψους $1.500 σε τραπεζικό ίδρυμα στη Γεωργία, χώρα από την οποίαν κατάγεται, καθώς και $2.000 σε φιλικά του πρόσωπα. · Το πρόβλημα υγείας με το στομάχι του, για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 ευσεβάστως πρόταξε ως ελαφρυντικό παράγοντα το ότι το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης ήταν μόλις 14 ημέρες περίπου. Με κάθε σεβασμό στον εν λόγω συνήγορο, στη βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σημασία. Είναι γεγονός ότι το χρονικό διάστημα που ο εν λόγω κατηγορούμενος κατέστη παράνομος δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο επειδή ακριβώς τότε εντοπίστηκε και συνελήφθηκε από την αστυνομία για τα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. Το θέμα αυτό ενδεχομένως να αντιμετωπιζόταν με διαφορετικό φακό αν ο κατηγορούμενος 2 από μόνος του παρουσιαζόταν ενώπιον των αρμοδίων αρχών για το ζήτημα της άδειας παραμονής του κατόπιν καθυστέρησης 14 ημερών η οποία να δικαιολογείται από επαρκή εξήγηση. Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 ευσεβάστως πρόταξε ως επιπλέον ελαφρυντικό παράγοντα το ότι ο πελάτης του αγνοούσε την κυπριακή νομοθεσία αναφορικά με την ανανέωση άδειας παραμονής του πιστεύοντας ότι η καθυστέρηση τιμωρείται με κάποια χρηματική ποινή. Με κάθε σεβασμό στον εν λόγω συνήγορο η θέση αυτή δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα και/ή κώλυμα, μπορούσε ανά πάσα στιγμή πριν από την ημερομηνία λήξης της άδειας του να αποταθεί ο ίδιος στις αρμόδιες αρχές και να ενημερωθεί τι ακριβώς απαιτείτο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Ανεξάρτητα όμως του πιο πάνω η δήλωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 ότι ο πελάτης του πίστευε πως καθυστέρηση στην ανανέωση άδειας παραμονής τιμωρείται με κάποια χρηματική ποινή καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε πως η μη έγκαιρη ανανέωση τέτοιας άδειας αποτελούσε παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας. Ο εν λόγω κατηγορούμενος επέλεξε να παραβιάσει τη νομοθεσία επιδεικνύοντας έτσι περιφρόνηση στη σχετική νομοθεσία και συναφείς κανονισμούς του κράτους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άσχημη οικονομική κατάσταση των κατηγορουμένων δεν αφήνουν απαθή το Δικαστήριο, αλλά αντίθετα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Τέτοια οικονομικά προβλήματα δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας τέτοιος που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13). Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στους κατηγορουμένους ποινή στερητικής της ελευθερίας τους. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στους κατηγορουμένους οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - σε έκαστο από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης 9 μηνών 2η κατηγορία - σε έκαστο από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης 12 μηνών 3η κατηγορία - σε έκαστο από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης 5 μηνών 5η κατηγορία - στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 3 μηνών 6η κατηγορία - στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 2 μηνών 7η κατηγορία - στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα αμφοτέρων συνηγόρων υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένων, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από τη διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που τους επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης απορρίπτεται. Νοείται ότι στην έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση σχετικά με την παρούσα ποινική υπόθεση, ήτοι από τις 10.11.17. Η κλαπείσα περιουσία να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο της. Τα δε παρειακά επιχρίσματα και δαχτυλικά αποτυπώματα των κατηγορουμένων να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη και κλοπή από κατοικία-Παράνομη είσοδο-Παράνομη παραμονή/Κεφ.154 και Κεφ.105/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο