← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14741/13, 13/12/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14741/13, 13/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14741/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.12.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Η. Ηλιάδης (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(2)του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης γης εγγεγραμμένης επ' ονόματι άλλου προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 281 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ετών 2008 και 2011 στο χωρίο Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου εισήλθε στο τεμάχιο γης υπ' αρ. 1369, φύλλο/σχέδιο 46/37, ιδιοκτησίας της Θεοδώρας Κουκουλέτσου και Ελένης Χριστοδούλου από την Πάφο, όπου παράνομα απέκοψε τέσσερις αμυγδαλιές ιδιοκτησίας των πιο πάνω κυριών με τη ζημιά να ανέρχεται στα €8,75 καθώς επίσης ότι ανέγειρε τοίχο αντιστήριξης εντός του εν λόγω τεμαχίου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες και συγκεκριμένα τις παραπονούμενες Ελένη Χριστοδούλου και Θεοδώρα Κουκουλέτσου (ΜΚ1 και ΜΚ3), την Χρυσούλλα Κουκουλέτσου (ΜΚ2), θυγατέρα της Θεοδώρας Κουκουλέτσου και τα μέλη της αστυνομίας που συμμετείχαν στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, ήτοι τον αστυφύλακα 2697 Νεόφυτο Ανδρέου (ΜΚ4) και τον λοχία 743 Αντώνη Αλεξάνδρου (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση (ανώμοτη δήλωση) καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Χρύσω Λουκαϊδου Κάιζερ (ΜΥ1) και τον Κώστα Αυγουστή (ΜΥ2), κοινοτάρχη Σαλαμιού κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 20 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 4, το οποίο είναι το Επίσημο Κτηματικό Σχέδιο του Φύλλου/Σχεδίου 46/37 στην κοινότητα Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται την ορθότητα των στοιχείων και δεδομένων που αυτό αποτυπώνει. Επιπροσθέτως τα μέρη κατάθεσαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: 1) Το τεμάχιο 1369, Φύλλο/Σχέδιο 46/37 βρίσκεται στην περιοχή Δίστραττα ή Κονναρκές στην κοινότητα Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου και εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες αυτού με εξ' ημισείας μερίδιο είναι οι ΜΚ1 και ΜΚ
  1. 2) Το τεμάχιο 1370, Φύλλο/Σχέδιο 46/37 βρίσκεται στην περιοχή Δίστραττα ή Κονναρκές στην κοινότητα Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου και ανήκει εξ' ολοκλήρου στη Γιωργούλλα Χριστοδούλου Γερολέμου, σύζυγο του κατηγορουμένου, η οποία είναι η αποκλειστική εγγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού. Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 που αμφότερα μέρη αναγνωρίζουν ως ορθό και αληθές, όσο και από τις πιο πάνω κοινά παραδεκτές δηλώσεις τους, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Η ΜΚ1 ήταν η μία εκ των δύο παραπονούμενων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της προσκόμισε γραπτή κατάθεση, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, είναι συνιδιοκτήτρια του τεμαχίου υπ' αρ. 1369, φ/σχ. 46/37 που βρίσκεται στην κοινότητα Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου και συνορεύει με το τεμάχιο υπ' αρ.1370 που είναι ιδιοκτησίας της αδελφής της Γεωργίας Χριστοδούλου. Όπως ακόμη σημειώνεται, παρόλο ότι περί το Φεβρουάριο 2010 το κτηματολόγιο επίλυσε συνοριακή διαφορά των δύο πιο πάνω τεμαχίων, για την οποίαν απόφαση δεν ασκήθηκε έφεση, εντούτοις η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1370 ή πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτή παρενέβει στο δικό της τεμάχιο χωρίς την άδεια ή συναίνεση της ανεγείροντας τοίχο αντιστήριξης ύψους περίπου 6 μέτρων και μήκους 50 μέτρων περίπου και εκριζώνοντας τέσσερις αμυγδαλιές. Στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε 28 έγχρωμες φωτογραφίες ως Τεκμήρια 2
(1)μέχρι 2
(28), με τις οποίες υπέδειξε χωμάτινο δρόμο που κατ' ισχυρισμό δημιουργήθηκε και χρησιμοποιείται από τον κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγεί από το τεμάχιο της συζύγου του σε υπό ανέγερση οικοδομή που σύμφωνα με την ίδια εμπίπτει εντός του δικού της τεμαχίου καθώς και την τοποθεσία αμυγδαλιών στο τεμάχιο της πριν και μετά την εκρίζωση τους (έγινε αναφορά στις φωτογραφίες 1, 2, 3 και 6). Σε ότι αφορά την αξία των αμυγδαλιών της που εκριζώθηκαν, η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 επιστολή ημερομηνίας 08.10.12 του Ανώτερου Επαρχιακού Γεωργικού Λειτουργού Πάφου Ανδρέα Λουκαΐδη. Ότι οι αμυγδαλιές είχαν εκριζωθεί ήταν γεγονός που περιέπεσε στην αντίληψη της μάρτυρας αυτής συμπτωματικά όταν έτυχε να τις δει τυχαία. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος παράνομα επενέβηκε στο τεμάχιο της απορρίπτοντας σχετική περί του αντιθέτου θέση του κατηγορουμένου, η οποία υπεβλήθηκε από το συνήγορο του. ΜΚ2 ήταν αυτή που με τη δική της φωτογραφική μηχανή έλαβε τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  1. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν άρχισε η ανέγερση του κτιρίου στο τεμάχιο 1370 η ίδια ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι επρόκειτο να σημειωθεί παρέμβαση στο συνορεύοντα τεμάχιο 1369, πράγμα που ο κατηγορούμενος απέρριψε. Ακολούθως η εν λόγω μάρτυρας ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές για την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Μετά από εισήγηση του κτηματολογίου διεξήχθηκε οριοθέτηση του τεμαχίου 1369 από τον ιδιώτη χωρομέτρη Ευαγόρα Οδυσσέως. Σχετική έκθεση του χωρομέτρη αυτού ημερομηνίας 03.07.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Με βάση το έγγραφο αυτό ο εν λόγω χωρομέτρης διαπιστώνει ότι στο βορειοδυτικό σύνορο του τεμαχίου 1369 που συνορεύει με το τεμάχιο 1370 ανεγέρθηκε τοίχος πλάτους 0,20 μέτρα. Σύμφωνα με τον ιδιώτη χωρομέτρη ο τοίχος ανεγέρθηκε εντός του τεμαχίου 1370 και επεμβαίνει στο τεμάχιο 1369 καταλαμβάνοντας έκταση του ίση με 30 τ.μ. Στη συνέχεια οι ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 1369 προώθησαν αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς με το τεμάχιο 1370, φύλλο/σχέδιο 46/37 με αρ. εγγραφής
  3. Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης αυτής αρμόδιοι λειτουργοί του κτηματολογίου προέβηκαν στις δέουσες έρευνες και μετρήσεις. Στη βάση αυτών εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 09.03.11, η οποία κοινοποιήθηκε στις ιδιοκτήτριες των τεμαχίων 1369 και
  4. Εναντίον της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε έφεση από οποιοδήποτε μέρος. Πιστό αντίγραφο αυτής της απόφασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, συνολική έκταση γης 75 τ.μ. που επηρεάζεται ανήκει στο τεμάχιο 1369, φύλλο/σχέδιο 46/37 με αρ. εγγραφής
  6. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά τις μετρήσεις που λήφθηκαν για την οριοθέτηση των συνόρων των τεμαχίων 1369 και 1370 και επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Η εν λόγω μάρτυρας θεωρεί τον κατηγορούμενο ως τον ηθικό αυτουργό της κατάστασης που δημιουργήθηκε ένεκα της διαχείρισης που είχε του τεμαχίου 1370 και των κτιρίων που υπήρχαν εντός αυτού. Κατά την ΜΚ2 ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που έδιδε εντολές στους εργάτες να κτίζουν την οικοδομή. Από τα πιο πάνω και σε συνδυασμό από τις εκθέσεις του κτηματολογίου η μάρτυρας αυτή αποδίδει στον κατηγορούμενο ενέργειες παράνομης επέμβασης εις βάρος του τεμαχίου
  7. Περαιτέρω η ΜΚ2 επιρρίπτει ευθύνη στον κατηγορούμενο για την εκρίζωση των αμυγδαλιών από το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία, χωρίς όμως η ίδια να τον έχει δει ποτέ προσωπικά να το πράττει. Σε σχέση με την υπόδειξη του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι οι αμυγδαλιές είχαν εκριζωθεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων στο παρελθόν, η εν λόγω μάρτυρας απέρριψε τη θέση αυτή λέγοντας ότι επρόκειτο για άλλες αμυγδαλιές που βρίσκονταν πάνω στο σύνορο του δρόμου ενώ οι επίμαχες ήταν εντός του τεμαχίου
  8. Επ' αυτού προσκόμισε σχετική επιστολή ημερομηνίας 20.10.08 που έλαβε από τον Επαρχιακό Μηχανικό Δημοσίων Έργων Πάφου Στέλιο Καλλή, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Επίσης από την αντεξέταση της ΜΚ2 φαίνεται ότι οι συνιδιοκτήτριες του τεμαχίου 1369 στράφηκαν εναντίον της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 1370 (συζύγου του κατηγορουμένου) με την προώθηση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 13035/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Μία εκ των μαρτύρων κατηγορίας φαίνεται να ήταν η ΜΚ
  10. Η γραπτή της δήλωση στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης εκείνης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Η δε απόφαση του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  12. ΜΚ3 ήταν η δεύτερη παραπονούμενη. Δύο γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11, αποτέλεσαν την κυρίως εξέταση της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους, η ΜΚ3 είναι συνιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1369, στο οποίο υπήρχαν φυτεμένες αμυγδαλιές. Όπως σημειώνεται από το έτος 2007 η αδελφή της Γεωργία Χριστοδούλου που είναι η ιδιοκτήτρια του συνορεύοντος τεμαχίου 1370 μαζί με το σύζυγο της (κατηγορούμενο) ξεκίνησαν να ανεγείρουν οικοδομές εντός του εν λόγω τεμαχίου επεμβαίνοντας όμως παράνομα στην πορεία στο τεμάχιο
  13. Αυτό που επίσης σημειώνεται, μετά την περιγραφή των ενεργειών που έγιναν από μέρους των παραπονούμενων προς το Κτηματολόγιο, Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και Αστυνομία, είναι πως μέσα από το τεμάχιο 1370 διακινούνταν οχήματα των οποίων οι οδηγοί εργάζονταν προς όφελος του κατηγορουμένου για την ανέγερση των οικοδομών στο τεμάχιο
  14. Περαιτέρω με επίκληση σχεδίου του κτηματολογίου αποδίδεται ευθύνη στον κατηγορούμενο για παράνομη παρέμβαση στο τεμάχιο 1369 με την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης ύψους 6 μέτρων περίπου και μήκους 50 μέτρων περίπου χωρίς της συγκατάθεση των ιδιοκτητριών. Επιπλέον επιρρίπτεται ευθύνη στον κατηγορούμενο για εκρίζωση τεσσάρων αμυγδαλιών από το τεμάχιο
  15. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε τη θέση της πως ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που εκρίζωσε πέντε αμυγδαλιές από το τεμάχιο 1369, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτό ήταν κάτι που της είχαν πει άλλα άτομα. Παράλληλα απορρίπτοντας τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος εκρίζωσε μόνο δύο αμυγδαλιές από το τεμάχιο 1360 που ήταν της συζύγου του, η ΜΚ3 είπε ότι στο τεμάχιο 1370 δεν υπήρχαν αμυγδαλιές για να χρειαστεί να εκριζωθούν. Επιπλέον κατά την αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρας, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτή της δήλωση που δόθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της προαναφερόμενης υπόθεσης υπ' αριθμό 13035/11, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  16. Ο ΜΚ4 το έτος 2011 υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κελοκεδάρων. Η κυρίως εξέταση του ουσιαστικά αποτελείται από γραπτή κατάθεση του, η οποία τέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  17. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 29.06.11 οι παραπονούμενες προέβηκαν σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος με την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης παράνομα επέμβηκε σε μέρος του τεμαχίου τους. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία τέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  18. Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου στο τεμάχιο 1369 και ότι απέκοψε ιστάμενες παραγωγικές αμυγδαλιές που βρίσκονταν εντός αυτού. Το έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  19. Απαντώντας στις γραπτές κατηγορίες που του προσάχθηκαν και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος είπε αυτούσια, σύμφωνα με τον εν λόγω αστυνομικό, τα εξής: "Για την 1η κατηγορία έχω να σου αναφέρω ότι έχτισα τον τοίχο μετά που μου έδειξε τα σύνορα ο ιδιώτης χωρομέτρης και για τη 2η κατηγορία έχω να σου αναφέρω ότι την μια την έκοψα εγώ επειδή ήταν ξερή και την άλλη την έβγαλε το ντίκερ μετά από υπόδειξη μου αφού ήταν μέσα στο τεμάχιο μου". Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στα πλαίσια εξέτασης της καταγγελίας των παραπονούμενων το έτος 2011 ο ίδιος επιθεώρησε το τεμάχιο 1369 και πρόσεξε ότι υπήρχαν εντός αυτού αμυγδαλιές αλλά δεν θυμάται τον αριθμό τους. Επίσης ήταν εις γνώση του ότι τότε ο επίμαχος τοίχος αντιστήριξης είχε ήδη ανεγερθεί. Ο ΜΚ5 την περίοδο 2009-2011 υπηρετούσε ως υπεύθυνος στον αστυνομικό σταθμό Κελοκεδάρων. Στα πλαίσια καταγγελίας που υπεβλήθηκε από τις παραπονούμενες για παράνομη είσοδο και πρόκληση κακόβουλης ζημιάς, ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε κατάθεση από τη σύζυγο του κατηγορουμένου, Γεωργία Χριστοδούλου, καθώς επίσης δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο, οι οποίες τέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 17, 18 και 19 αντίστοιχα. Η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καταγράφεται στη γραπτή κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης, η οποία τέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  20. Μέσα από το Τεκμήριο 19 δηλώνεται ότι η Γεωργία Χριστοδούλου είχε εξουσιοδοτήσει δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου τον κατηγορούμενο να ανεγείρει κατοικία εντός του τεμαχίου
  21. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η αστυνομία δέχτηκε καταγγελία για παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο των παραπονούμενων και στα πλαίσια διερεύνησης ειδοποιήθηκε το κτηματολόγιο για να διαπιστώσει τεχνικά αν υπήρχε επέμβαση στο τεμάχιο αυτό. Περαιτέρω και εις απάντηση της θέσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος εξουσιοδοτήθηκε από τη σύζυγο του απλά για τη συμπλήρωση και υπογραφή των αναγκαίων εντύπων για την έκδοση αδειών οικοδομής επειδή η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1370 ήταν αγράμματη, ο ΜΚ5 είπε την γραπτή κατάθεση που έλαβε από τη σύζυγο του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 19) της τη διάβασε αν ήταν ορθή και αυτή την υπέγραψε. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση δηλώνοντας πως ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Όπως είπε, δεν είναι ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης του τεμαχίου 1370 αλλά η σύζυγος του. Επίσης ανάφερε ότι ουδέποτε εισήλθε στο τεμάχιο των παραπονούμενων, ουδέποτε απέκοψε οποιοδήποτε δένδρο από το τεμάχιο 1369 και ουδεμία σχέση έχει με τον τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος ανεγέρθηκε στα πλαίσια άδειας οικοδομής που εκδόθηκε στο όνομα της συζύγου του. Αυτό που απλά έκανε ήταν να αποκόψει δύο ξερές αμυγδαλιές από το τεμάχιο της συζύγου του. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα υπόθεση κατασκευάστηκε από τις παραπονούμενες από ζήλια και για σκοπούς εκδίκησης. Η ΜΥ1 αναφέρθηκε στην ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13035/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Όπως είπε στην κυρίως εξέταση της, η υπόθεση εκείνη καταχωρήθηκε από τις παραπονούμενες και το σύζυγο μίας από αυτές και στρεφόταν εναντίον της συζύγου του κατηγορούμενου της παρούσας υπόθεσης. Αναφερόμενη στις κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο της υπόθεσης εκείνης σημείωσε ότι ήταν ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ.96 (δύο κατηγορίες), κατοχή και/ή χρήση οικοδομής άνευ πιστοποιητικού έγκρισης κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ.96, παράνομη κατοχή, νομή και χρήση γης κατά παράβαση του άρθρου 281 του Κεφ.154 και ανέγερση οικοδομής κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ.
  22. Πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου της εν λόγω υπόθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  23. Σύμφωνα με την ΜΥ1, εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ασκήθηκε η έφεση υπ' αρ. 178/13, η οποία όμως απορρίφθηκε. Ο ΜΥ2 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τις παραπονούμενες, οι οποίοι είναι συγχωριανοί του και διατηρούν τεμάχια στην κοινότητα Σαλαμιού που μεταξύ τους συνορεύουν. Όπως είπε, ο κατηγορούμενος είναι γαμπρός των παραπονούμενων. Από ότι γνωρίζει το τεμάχιο ανήκει στη σύζυγο του και εφάπτεται δημοσίου δρόμου. Την περίοδο 2002-2004 ο δημόσιος δρόμος διαπλατύνθηκε και προς επίτευξη του σκοπού αυτού αποκόπηκαν 10 δένδρα περίπου, κυρίως αμυγδαλιές, από τον εργολάβο του έργου. Συμπληρωματικά ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι την περίοδο εκείνη δεν δέχτηκε κανένα παράπονο από τις παραπονούμενες περί εισόδου του κατηγορουμένου στο τεμάχιο τους, περί εκρίζωσης αμυγδαλιών εντός του τεμαχίου τους από τον κατηγορούμενο και επέμβαση στο τεμάχιο τους από τον κατηγορούμενο με την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2, ανάμεσα σ' άλλα, παραδέχτηκε πως παράπονα ή καταγγελίες κατοίκων της κοινότητας Σαλαμιού που αφορούν υποθέσεις του ποινικού κώδικα καταλήγουν πότε στο κοινοτικό συμβούλιο και πότε στην αστυνομία. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ο ίδιος δεν γνωρίζει αν οι παραπονούμενες προέβηκαν σε καταγγελία στην αστυνομία. Παράλληλα συμφώνησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος διέπραξε ή όχι τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Συγκεκριμένα:
(1)Το τεμάχιο 1369 φέρει αριθμό εγγραφής 12271 και τμήμα 1 ενώ το τεμάχιο 1370 φέρει αριθμό εγγραφής 12272.
(2)Το τεμάχιο 1369 συνορεύει με το τεμάχιο 1370.
(3)Η ορθή και ακριβής τοποθεσία των τεμαχίων 1369 και 1370 είναι αυτή που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 4, το περιεχόμενο του οποίου αυτόματα γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο αφού ως τέτοιο έγγραφο είναι παραδεκτό από αμφότερα μέρη.
(4)Περί το έτος 2008 οι παραπονούμενες υπέβαλαν στο κτηματολόγιο την αίτηση υπ' αριθμό ΑΧ2935/2008 για επίλυση συνοριακής διαφοράς.
(5)Η συνοριακή διαφορά αφορούσε τα συνορεύοντα τεμάχια 1369 και 1370.
(6)Η συνοριακή διαφορά εστιαζόταν σε διαφιλονικούμενο μέρος ως προς το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των εν λόγω ακινήτων.
(7)Στα πλαίσια εξέτασης της εν λόγω αίτησης από το κτηματολόγιο διεξήχθη χωρομετρική εργασία και επιτόπια έρευνα.
(8)Το αποτέλεσμα της εξέτασης της αίτησης περιέχεται σε σχετική απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 09.03.11, η οποία γνωστοποιήθηκε στις εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των επηρεαζόμενων ακινήτων και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 στην παρούσα δικαστική διαδικασία.
(9)Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ουδεμία αίτηση/έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224 ασκήθηκε από οποιονδήποτε ιδιοκτήτη των εμπλεκομένων ακινήτων και/ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
(10)Με βάση το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης (Τεκμήριο 6), το οποίο αυτόματα γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο έγγραφο αφού ουδέποτε αμφισβητήθηκε και κατ' επέκταση παρέμεινε δεσμευτικό για τα εμπλεκόμενα ακίνητα και των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών αυτών αλλά και ενδιαφερομένων ατόμων, έκταση γης 75 τ.μ. από το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο τεμάχιο 1369 και έκταση γης 28 τ.μ. επίσης από το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο τεμάχιο 1370. Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τα μέρη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν είναι καθόλου διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Η εν λόγω μάρτυρας προβαίνει σε ισχυρισμούς που δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει ενώ παράλληλα παρουσιάζει ως θέσεις της επιστημονικά συμπεράσματα που απλά υιοθετεί μέσα από εξειδικευμένα έγγραφα που κατατέθηκαν, οι οποίες όμως, ένεκα μη προώθησης της απαιτούμενης εξειδικευμένης επιστημονικής μαρτυρίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια δεν είναι ειδικός επί τεχνικών ζητημάτων, παρέμειναν τελικά δίχως σημασία και κατ' επέκταση χωρίς οποιαδήποτε βαρύτητα. Συγκεκριμένα η μάρτυρας προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που εκρίζωσε τέσσερις αμυγδαλιές από το τεμάχιο 1369 χωρίς όμως να αποκαλύψει στο Δικαστήριο από που γνωρίζει η ίδια ή έστω από που συμπεραίνει κάτι τέτοιο. Ακολούθως η μάρτυρας παρουσίασε τη θέση ότι η αξία των αμυγδαλιών που εκριζώθηκαν ανέρχεται στα €8,75, υιοθετώντας ουσιαστικά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που είναι έγγραφο υπό τον τίτλο 'Εκτίμηση παραγωγικής αξίας αμυγδαλιών στην κοινότητα Σαλαμιού' υπογραμμένο από τον Ανώτερο Επαρχιακό Γεωργικό Λειτουργό Πάφου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το τεχνικής φύσεως περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 δεν εξηγήθηκε ποτέ στο Δικαστήριο. Ειδικότερα καμία εξήγηση δόθηκε ως προς τι ενέργειες έγιναν, ως προς το ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν και με ποιο τρόπο υπολογίζεται αξία που εκτιμείται. Καμία ένορκη επιστημονική μαρτυρία δόθηκε είτε από το άτομο που το ετοίμασε ή από οποιονδήποτε άλλο τεχνικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τη θέση αυτή της μάρτυρας κενού περιεχομένου. Εξίσου κενού περιεχομένου παραμένει η τοποθέτηση της μάρτυρας ότι η ανέγερση τοίχου αντιστήριξης στο τεμάχιο 1370 επεκτάθηκε κατά τρόπο παράνομο στο τεμάχιο 1369 επί του οποίου είναι συνιδιοκτήτρια. Απλά και μόνο η υιοθέτηση σε γενικό και απλουστευμένο επίπεδο του συμπεράσματος του Τεκμηρίου 5 που είναι η τεχνική έκθεση του ιδιώτη αγρονόμου-τοπογράφου Ευαγόρα Οδυσσέως χωρίς το άτομο αυτό να κληθεί και να εξηγήσει τι ενέργειες έκανε, σε τι μετρήσεις προέβηκε, ποια μεθοδολογία ακολούθησε, τι δεδομένα εφάρμοσε και πως κατέληξε στα ευρήματα, συμπεράσματα και υπολογισμούς που καταγράφονται στο τεχνικής φύσεως του έγγραφο, αφήνει την εν λόγω θέση της ΜΚ1 χωρίς καμία αξία. Πολύ δε περισσότερο όταν χρήζει εξήγησης γιατί ενώ στο Τεκμήριο 5 γίνεται αναφορά για ισχυριζόμενη επέμβαση στο τεμάχιο 1369 έκτασης 30 τ.μ. ενώ στο Τεκμήριο 6 (Απόφαση Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς) γίνεται αναφορά για έκταση διαφιλονικούμενου χώρου 75 τ.μ. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΚ1 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος της. Ούτε η μαρτυρία της ΜΚ2 είναι διαφωτιστική για τα καίρια ζητήματα της υπόθεσης αυτής που χρήζουν εξέτασης. Παρόλο ότι μέσα από τις έγχρωμες φωτογραφίες που η μάρτυρας αυτή έλαβε και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 δέχομαι τη θέση ότι απεικονίζεται το τεμάχιο 1369 αφού η περί του αντιθέτου θέση του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για άλλο τεμάχιο χωρίς να εξηγεί γιατί διαφωνεί και δίχως να διευκρινίζει σε ποιο τεμάχιο αναφέρεται κρίνεται μη πειστική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Επίσης από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 δέχομαι τη θέση ότι εντός του τεμαχίου αυτού φαίνεται να έχουν κοπεί κάποια δένδρα που δέχομαι ότι είναι αμυγδαλιές αφού το είδος των δένδρων δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης απεικονίζεται το τεμάχιο 1370 στο οποίο ανεγείρεται οικοδομή και τοίχος αντιστήριξης, εντούτοις το κατά πόσο μέσα από την ανέγερση υπάρχει επέμβαση στο τεμάχιο 1369 είναι εξειδικευμένο τεχνικό θέμα που δεν εμπίπτει στο πεδίο γνώσης της μάρτυρας. Ούτε από τις εν λόγω φωτογραφίες μπορεί να καθοριστούν τα σύνορα των επίμαχων γειτονικών τεμαχίων 1369 και
  1. Η θέση της μάρτυρας στο ζήτημα αυτό που βασικά υιοθετεί το Τεκμήριο 5 δεν έχει οποιαδήποτε βαρύτητα αφού τέτοια σημασία θα είχε η ένορκη μαρτυρία του ιδιώτη αγρονόμου-τοπογράφου Ευαγόρα Οδυσσέως, του οποίου η απουσία από το Δικαστήριο καθιστά τελικά την αναφορά αυτή της ΜΚ2 χωρίς χρησιμότητα. Σε ότι αφορά την τοποθέτηση της εν λόγω μάρτυρας ότι όταν η ίδια βρισκόταν στο τεμάχιο 1369 είχε δει τον κατηγορούμενο να βρίσκεται και αυτός εντός αυτού, δεν διευκρινίζει εάν αυτός βρισκόταν με την άδεια των συνιδιοκτητριών ή χωρίς τη συγκατάθεση τους και γι' αυτό ούτε αυτή έχει οποιαδήποτε αξία. Η δε αναφορά της ΜΚ2 ότι η ίδια δεν έχει δει προσωπικά τον κατηγορούμενο να αποκόπτει αμυγδαλιές αλλά απλά προβαίνει σε τέτοια αναφορά από τις ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου στην αστυνομία, ομιλεί από μόνη της και δεν χρειάζεται να σχολιαστεί ότι δεν έχει αξία. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2 στον περιορισμένο βαθμό και έκταση που έχει σχολιαστεί πιο πάνω, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος της και η γνησιότητα των φωτογραφιών που το συνθέτουν δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο της διαδικασίας. Αντίθετα μηδενική βαρύτητα αποδίδονται στα Τεκμήρια 7, 8 και 9 επειδή δεν προσθέτουν οτιδήποτε και/ή δεν σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ΜΚ3 διαχωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο κομμάτι της πραγματεύεται με γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη γίνεται αποδεκτό. Συγκεκριμένα γίνονται αποδεκτά τα πιο κάτω τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Κατά το έτος 2008 η εν λόγω μάρτυρας κατάγγειλε στον αστυνομικό σταθμό Κελοκεδάρων υπόθεση παράνομης επέμβασης στο τεμάχιο της συνεπεία εργοληπτικών εργασιών που εκτελούνταν στο γειτονικό τεμάχιο
  2. Μετά από παρότρυνση του αστυνομικού που έλαβε την καταγγελία, η ΜΚ3 απευθύνθηκε σε ιδιώτη αγρονόμο-τοπογράφο Ευαγόρα Οδυσσέως για την οριοθέτηση των συνόρων του τεμαχίου
  3. Ακολούθως υπέβαλε αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 1369 και 1370 που συνορεύουν. Το αποτέλεσμα της εξέτασης της αίτησης περιέχεται σε σχετική απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 09.03.11 (Τεκμήριο 6). Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ουδεμία αίτηση/έφεση ασκήθηκε από οποιονδήποτε ιδιοκτήτη των εμπλεκομένων ακινήτων και/ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Το δεύτερο ωστόσο κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΚ3 περιλαμβάνει ισχυρισμούς και συμπεράσματα, τα οποία στερούνται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου καθώς και σχετικής επιστημονικής τεκμηρίωσης. Χωρίς αμφιβολία η πτυχή αυτή της μαρτυρίας της ΜΚ3 δεν γίνεται αποδεκτή. Ειδικότερα από το μέρος της μαρτυρίας αυτής δεν γίνονται δεκτά τα εξής: (α) Η αναφορά της ΜΚ3 ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο 1369 με την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης στο τεμάχιο 1370 δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη επιστημονική μαρτυρία. Η μη κλήση του ιδιώτη αγρονόμου-τοπογράφου Ευαγόρα Οδυσσέως είναι καταλυτικής σημασίας αφού δεν εξηγήθηκαν στο Δικαστήριο τα στοιχεία και δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για να καταλήξει στα ευρήματα που καταγράφει, ποια μεθοδολογία εφάρμοσε και σε τι υπολογισμούς προέβηκε αλλά και γενικότερα το σκεπτικό του που τον οδήγησε στα συμπεράσματα του. Η απουσία του εν λόγω εμπειρογνώμονα αφήνει μετέωρη την έκθεση του που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Η κατάσταση δεν διασώζεται με την προσκόμιση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της οποίας απλά διευκρινίζει ποια και πόση έκταση από το διαφιλονικούμενο χώρο ανήκει σε ποιο τεμάχιο, χωρίς να πραγματεύεται ζήτημα παράνομης επέμβασης και τις συνθήκες ενός τέτοιου ενδεχόμενου. (β) Η τοποθέτηση της ΜΚ3 ότι οχήματα και άτομα που εργάζονταν κάτω από τις οδηγίες του κατηγορουμένου κινούνταν εντός του τεμαχίου 1369 αποτελεί ένα αόριστο και ασαφή ισχυρισμό αφού δεν αποκαλύφθηκε η πηγή της γνώσης της εν λόγω μάρτυρας, η ΜΚ3 δεν υπέδειξε το κατ' ισχυρισμό σημείο ή σημεία από όπου πραγματοποιείτο είσοδος και διέλευση στο τεμάχιο 1369 καθώς και ποια περίοδο αφορούσε. (γ) Η αναφορά της ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος εισερχόταν στο τεμάχιο 1369 χωρίς την άδεια των παραπονούμενων είναι επίσης ασαφής και αόριστη αφού δεν προσδιορίζει ποια άτομα ήταν αυτά που την πληροφόρησαν τηλεφωνικά, ως η ίδια ισχυρίστηκε, πότε την ενημέρωσαν, από που πηγάζει η γνώση τους, τι ακριβώς της είπαν, από ποιο ή ποια σημεία εισήλθε, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησαν γνώση γι' αυτά που φέρεται να της είχαν μεταφέρει τηλεφωνικώς. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι επί του ζητήματος αυτού η ΜΚ3 αρχικά είχε πει ότι η ίδια είχε δει προσωπικά τον κατηγορούμενο να εισέρχεται χωρίς να προσδιορίζει από που και πότε αλλά στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι έτυχε τηλεφωνικής πληροφόρησης από άλλα άτομα. Πρόκειται για αντίφαση, η οποία όμως είναι μεμονωμένης ισχύος και δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της ΜΚ3 έχοντας εκτιμήσει τη συνολική εικόνα της υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας της. (δ) Η αναφορά της ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την εκρίζωση τεσσάρων αμυγδαλιών παρέμεινε μετέωρη αφού δεν συνοδεύεται από καίριες λεπτομέρειες που θα την καθιστούσαν πειστική, όπως για παράδειγμα πότε έγινε αυτό και από που και πως γνωρίζει ότι τα εν λόγω δένδρα είχαν κοπεί από τον κατηγορούμενο ή από άλλο άτομο με οδηγίες του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ3 στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγηθεί, περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 10 και 11 που αποτελούν μέρος της. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 12, το περιεχόμενο του δεν διαφοροποιεί το πλαίσιο εντός του οποίου αξιολογήθηκε η μαρτυρία της ΜΚ
  5. Αντίθετα το επιβεβαιώνει. Χωρίς να επηρεάζει την αξιοπιστία της ΜΚ3, το εν λόγω τεκμήριο δεν προσθέτει οποιαδήποτε νέα δεδομένα που θα ανέτρεπε το σκηνικό της γενικά καλής εικόνας που δημιούργησε η μάρτυρας αυτή στο Δικαστήριο. ΜΚ4 ήταν ο αστυνομικός που ανέλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας των παραπονούμενων που υπεβλήθηκε στις 29.06.11 και αφορούσε ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε επέμβαση στο τεμάχιο 1369 όταν μέρος του τοίχου αντιστήριξης που ανέγειρε στο τεμάχιο 1370 βρισκόταν στο εν λόγω τεμάχιο τους. Ο ρόλος του μάρτυρα αυτού καθορίζεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Ο ρόλος του αυτός σε καμία περίπτωση αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 13 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Την ίδια ημέρα που οι παραπονούμενες υπέβαλαν καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Κελοκεδάρων, ο ΜΚ4 επισκέφθηκε το τεμάχιο
  6. (β) Όταν μετέβηκε στο χώρο παρατήρησε ότι ο επίμαχος τοίχος αντιστήριξης είχε ήδη ανεγερθεί. (γ) Έλαβε γραπτές καταθέσεις από τις παραπονούμενες (Τεκμήρια 1 και 11). (δ) Ζητήθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου να υποδείξει τα σύνορα των γειτονικών τεμαχίων 1369 και 1370 μέσω της διεξαγωγής σχετικής χωρομετρικής εργασίας. (ε) Την 01.12.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 14). (στ) Την 01.12.11 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου και εγκοπής ιστάμενων παραγωγικών δένδρων είδους αμυγδαλιάς (Τεκμήριο 15). ΜΚ5 ήταν ένα άλλο μέλος της αστυνομίας που σε προγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα την περίοδο 2009-2011 ανέλαβε να διερευνήσει καταγγελία των παραπονούμενων που αφορούσε ισχυρισμό πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς και παράνομης εισόδου εναντίον του κατηγορουμένου. Η συμμετοχή του στην υπόθεση ήταν περιορισμένη. Οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε γι' αυτές. Συνεπώς ολόκληρη η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 16 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Την 10.08.11 ο ΜΚ5 έλαβε δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 17 και 18). (β) Επίσης στις 10.08.09 ο ΜΚ3 έλαβε γραπτή κατάθεση από τη σύζυγο του κατηγορουμένου, Γεωργία Χριστοδούλου (Τεκμήριο 19). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 5 από τις ΜΚ1 και ΜΚ2 αντίστοιχα ως μέρος της δικής τους μαρτυρίας, αποτελεί εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα τη χαραγμένη πορεία της υπερασπιστικής γραμμής μέσα από την οποία αμφισβητείται όχι μόνο ο ισχυρισμός περί εκρίζωσης αμυγδαλιών από το τεμάχιο 1369 αλλά και το εκτιμημένο ύψος της κατ' ισχυρισμό ζημιάς καθώς επίσης αμφισβητείται ότι μέρος του τοίχου αντιστήριξης ανεγέρθηκε εντός του τεμαχίου 1369 και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αναφέρω τα εξής: (α) Η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τον ιδιώτη αγρονόμο-τοπογράφο Ευαγόρα Οδυσσέως και τον τότε Ανώτερο Επαρχιακό Γεωργικό Λειτουργό Πάφου Ανδρέα Λουκαΐδη ως μάρτυρες κατηγορίας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. (β) Αν ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω άτομα ως μάρτυρα κατηγορίας εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την υπεράσπιση να τους κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). (γ) Η μη προσαγωγή των πιο πάνω προσώπων ως μάρτυρες κατηγορίας και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και παραμέτρων αξιολόγησης, το Δικαστήριο αποδίδει μηδενική βαρύτητα στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και
  1. Για τους ίδιους λόγους δεν αποδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στο Τεκμήριο
  2. Συμπληρωματικά σ' αυτό μπορεί να λεχθεί ότι η κατηγορούσα αρχή μπορούσε να παρουσίαζε στο Δικαστήριο το πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο κάνει αναφορά η σύζυγος του κατηγορουμένου μέσα από το εν λόγω τεκμήριο, πράγμα όμως που παρέλειψε να πράξει χωρίς να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία. Η μαρτυρία της ΜΥ1 ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Οι αναφορές της εστιάστηκαν για την ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13035/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που στρεφόταν εναντίον της συζύγου του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 20 που αποτελούν μέρος αυτής. Η μαρτυρία του ΜΥ2 επίσης ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το περιεχόμενο των αναφορών του εν λόγω μάρτυρα σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε καθιστά σαφές ότι το άτομο αυτό δεν γνωρίζει οτιδήποτε που να αφορά την υπόθεση αυτή. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, ασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής αναλώνεται σε γενική άρνηση του κατηγορουμένου ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδουν καθώς και στον ισχυρισμό ότι η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του αποκλειστικά για σκοπούς ζήλιας και εκδίκησης από τις παραπονούμενες. Ωστόσο αποφεύγεται να δοθούν εξηγήσεις για την εν λόγω αναφορά του κατηγορουμένου. Αυτά τα δεδομένα δεν δημιουργούν κάποιο νόημα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο για επιλογή άλλη από αυτή της απόδοσης μηδενικής βαρύτητας αφού κρίνεται ότι ουδεμία πειστική αξία έχει. Αναφορικά με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του ημερομηνίας 10.08.09 και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 18 παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Σε ότι αφορά την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 10.08.09, ήτοι το Τεκμήριο 17, η οποία αφορά ισχυρισμό παράνομης εισόδου στο τεμάχιο 1369 και εκρίζωσης αμυγδαλιών που βρίσκονταν εντός του τεμαχίου αυτού, δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα επειδή παραπέμπει σε ημερομηνία διάπραξης την 08.11.09, δηλαδή η περίοδος που σημειώνεται ως χρόνος διάπραξης είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας λήψης της ανακριτικής κατάθεσης. Σχετικά με την τρίτη ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 01.12.11, ήτοι το Τεκμήριο 14, η οποία αφορά ισχυρισμό παράνομης εισόδου στο τεμάχιο 1369 και εκρίζωσης αμυγδαλιών που βρίσκονταν εντός του τεμαχίου αυτού κατά τη διάρκεια του έτους 2008, η μαρτυρία που πηγάζει από το έγγραφο αυτό είναι παραδοχή του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος απέκοψε μία αμυγδαλιά με τη ξυλοκοπτική επειδή ήταν ξερή και μία δεύτερη αμυγδαλιά εκριζώθηκε από τον οδηγό τρακτέρ μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι αμφότερες οι αμυγδαλιές βρίσκονταν εντός του τεμαχίου 1369. Επίσης μέσα από το ίδιο έγγραφο διαπιστώνω τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι η σύζυγος του, η οποία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1370, τον έχει διορίσει διαχειριστή της περιουσίας της και υπεύθυνο για ότι γίνεται σ' αυτό. Περαιτέρω παρατηρώ τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι είχε πληροφορηθεί γραπτώς από το κτηματολόγιο ότι έκανε επέμβαση στο τεμάχιο 1369. Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι το Τεκμήριο 14 περιέχει ομολογίες του κατηγορουμένου. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ομολογία του εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν (Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Μάλιστα η ομολογία ενοχής έχει αποκαλεστεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο τρόπος αξιολόγησης μιας ομολογίας περιλαμβάνει δύο στάδια: πρώτον την εξέταση της θεληματικότητας αυτών των δηλώσεων και δεύτερον τη βαρύτητα και αποδεικτική σημασία που μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο τους. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα αποτελεί νομική αρχή ότι είναι καθήκον του Δικαστηρίου να επαναξιολογήσει τη θεληματικότητα μιας κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία περιέχει ομολογία υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει δοθεί με την ολοκλήρωση της δίκης. Το ζήτημα έχει τεθεί με σαφήνεια στην παλαιά υπόθεση Demetriades v. R.
(1956)2 C.L.R. 180, όπου χαρακτηριστικά τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: A Court which has admitted a confession as voluntary may, at the conclusion of the trial on considering all the evidence, decide that the confession was improperly obtained, or may disregard it or attach little weight to it in whole or in part for some other reason." Τον πιο πάνω κανόνα πραγματεύονται και οι αγγλικές υποθέσεις R. v. Murray
(1950)2 All ER 925 και R. v. Watson
(1980)2 All ER 293. Ακολουθεί η εξέταση του δεύτερου ζητήματος που είναι αυτό της βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην κατάθεση-ομολογία του κατηγορούμενου έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένων και τυχόν ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος. Όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου είναι φρόνιμο να αναζητηθεί επιβεβαίωση του περιεχομένου της στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι δυνατό. Το έργο του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της δεκτότητας της μαρτυρίας αλλά επεκτείνεται στην αξιολόγηση της στο σύνολο της και στη διακρίβωση της αλήθειας και αποτελεσματικότητας της ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 180/07, ημερ. 29.06.12). Γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις που περιέχουν το στοιχείο ομολογίας και που κρίνονται ως αποδεκτή μαρτυρία δεν εξαιρούνται του κανόνα αυτού. Στην υπόθεση Μάρτιν v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι καθιερωμένη νομολογιακή αρχή πως έστω και αν μια κατάθεση - ομολογία δόθηκε θεληματικά, το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής γίνεται για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας." Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 τονίστηκαν τ' ακόλουθα: ". Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης." Σαφή καθοδήγηση για το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα αυτό έχουμε και από την υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 μέσα από την οποίαν εκτίθεται το πιο κάτω απόσπασμα: ". Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Πιο συγκεκριμένη όμως καθοδήγηση παρέχεται μέσα από την υπόθεση R. v. Sfongaras
(1957)2 C.L.R. 113, της οποίας το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνος του: ". the first question you ask when you are examining the confession of a man is, is there anything outside it to show that it was true ? is it corroborated ? are the statements made in it of fact so far as we can test them true ? was the prisoner a man who had the opportunity of committing the (offence) ? is his confession possible ? is it consistent with other facts which have been ascertained and which have been, as in this case, proved before us?" Οι πιο πάνω νομικές αρχές συγκεφαλαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364, της οποίας το σκεπτικό είναι άξιο αναφοράς. Σχετικές είναι ακόμη οι κυπριακές υποθέσεις Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168 και Rodney v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 476 καθώς και η αγγλική υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L.Rev.
  1. Ερχόμενος στην υπόθεση αυτή οι περί του αντιθέτου εκ των υστέρων αναφορές του κατηγορουμένου στα ζητήματα αυτά δεν έχουν κανένα έρεισμα αφού η εγκυρότητα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14 που περιλαμβάνει ομολογίες του κατηγορουμένου σε κανένα στάδιο της δικαστικής διαδικασίας αμφισβητήθηκε από τον ίδιο. Παράλληλα μελετώντας το εν λόγω έγγραφο που περιέχει ομολογία του κατηγορουμένου για ανάμιξη του στην υπόθεση αυτή στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος περίγραψε υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να ανατρέψει ή ακόμη να θέσει σε αμφιβολία το στοιχείο της θεληματικότητας που υπάρχει και κυριαρχεί σ' αυτό. Εξετάζοντας όμως το δεύτερο ζήτημα παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 δεν επιβεβαιώνεται από άλλα γεγονότα ή ευρήματα του Δικαστηρίου. Ούτε μέσα από το υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό που έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία που ενισχύουν την αλήθεια του εν λόγω εγγράφου ή έστω τείνουν να καταδείξουν ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή θα έλεγα ότι οι περί του αντιθέτου αναφορές του κατηγορουμένου, όπως αυτές διατυπώνονται στο Τεκμήριο 15 που φέρει ίδια ημερομηνία με το Τεκμήριο 14 και μάλιστα σε μεταγενέστερη ώρα από ότι αυτό, καθώς επίσης εκ των υστέρων άλλες περί του αντιθέτου θέσεις του κατηγορουμένου, περιπλέκουν το σκηνικό της ομολογίας και θέτουν τις αρχικές δηλώσεις του κατηγορουμένου που περιέχουν το στοιχείο της ομολογίας υπό το καθεστώς σοβαρής αμφιβολίας ως προς την αλήθεια τους. Επιπλέον οι ομολογίες του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνονται τόσο από άλλη μαρτυρία όσο και από επιστημονική μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Κάτω από αυτά τα δεδομένα ουδεμία σημασία προσδίδεται στο Τεκμήριο
  2. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης βλάβης δυνάμει του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154. Το άρθρο αυτό προνοεί τα εξής: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά σε περιουσία και (β) η ενέργεια του κατηγορουμένου είναι εσκεμμένη και παράνομη. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ορίζει ως 'περιουσία' κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Η έννοια του όρου 'εσκεμμένη' εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Στα πλαίσια διαπίστωσης κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό δεν πρέπει να λησμονείται και η εξέταση του αν υπάρχει επιτυχής επίκληση της νομοθετικής υπεράσπισης που περιλαμβάνεται μέσα από τη συνδυασμένη μελέτη του άρθρου 8 και της επιφύλαξης του άρθρου 324
(1)του Κεφ.
  1. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι στο τεμάχιο 1369 υπήρχαν κομμένα δένδρα τύπου αμυγδαλιές. Σαφώς οι αμυγδαλιές εμπίπτουν στην έννοια του όρου 'περιουσία' της κείμενης νομοθεσίας. Παράλληλα η εκρίζωση δένδρων δύναται να αποτελέσει ζημιά σε περιουσία. Ωστόσο δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που προέβηκε σ' αυτή την πράξη. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει είναι αυτό που ο κατηγορούμενος ανάφερε στη θεληματική του κατάθεση (Τεκμήριο 14), την οποία όμως αμέσως στη συνέχεια αναίρεσε με εκ διαμέτρου αντιφατική δήλωση στο Τεκμήριο
  2. Πέραν αυτού δεν υπάρχει καμία άλλη ανεξάρτητη θετική μαρτυρία, είτε άμεση είτε περιστατική, που θα οδηγούσε σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Με βάση την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία δεν έχουν στοιχειοθετεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Επίσης ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία ότι παράνομα κατέχει περιουσία των κατηγορουμένων. Το θέμα αυτό διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 281 του Κεφ.154, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρει τα εξής: "281.—
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέµεται ή χρησιµοποιεί µε οποιοδήποτε τρόπο— (α) γη εγγεγραµµένη επί ονόµατι άλλου· (β) γη, σχετικά µε την οποία κατατέθηκε στο Κτηµατολογικό Γραφείο σύµβαση πώλησης, δυνάµει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόµου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραµµένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόµων του ή του αγοραστή από τους κληρονόµους του, ανάλογα µε την περίπτωση, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρµόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάµει του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούµενος αποδείξει µε τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το ∆ικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανοµή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάµου τη γη αυτή από τον εγγεγραµµένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόµους του. " Μελέτη των διατάξεων του άρθρου αυτού καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος να κατέχει γη και (β) που είναι εγγεγραμμένη σε άλλο άτομο ή (γ) πρόκειται για γη που κατατέθηκε στο κτηματολόγιο με σύμβαση και (δ) τέτοια κατοχή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι ανέγειρε τοίχο αντιστήριξης, μέρος του οποίου εμπίπτει στο τεμάχιο
  1. Αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι το τεμάχιο 1369 είναι εγγεγραμμένο εις τα ονόματα των παραπονούμενων. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι στο γειτονικό τεμάχιο 1370 ανεγειρόταν τοίχος αντιστήριξης. Από εκεί και πέρα όμως δεν υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου ότι η έκταση του τοίχου αντιστήριξης επεκτάθηκε στο τεμάχιο
  2. Η απόδειξη μιας τέτοιας κατάστασης απαιτεί μαρτυρία από εμπειρογνώμονα. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κλήθηκε κανένας εμπειρογνώμονας για να δώσει σχετική μαρτυρία εξηγώντας το σκεπτικό του. Ούτε καν ο Ευαγόρας Οδυσσέως που χρησιμοποιήθηκε από τις παραπονούμενες για την ετοιμασία χωρομετρικής εργασίας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Το ότι το Τεκμήριο 6 έγινε αποδεκτό δεν αποδεικνύει ισχυρισμό παράνομης επέμβασης από τον κατηγορούμενο. Η συγκεκριμένη απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επιλύει συνοριακή διαφορά σε σχέση με διαφιλονικούμενη έκταση γης σημειώνοντας ποια έκταση ανήκει σε ποιο επηρεαζόμενο τεμάχιο αλλά δεν καταδεικνύει ότι αυτή η διαφιλονικούμενη έκταση γης κατέχεται παράνομα από την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1370 ή από τον κατηγορούμενο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχει αποδειχτεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατείχε μέρος του τεμαχίου 1369 με την ανέγερση του τοίχου αντιστήριξης στο τεμάχιο 1370 και ως εκ τούτου προκύπτει ότι δεν έχουν στοιχειοθετεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Με το ζήτημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 280 του Κεφ.
  3. Μέσα από την παρούσα υπόθεση συνδέεται η διάπραξη του αδικήματος αυτού με τους ισχυρισμούς για πρόκληση κακόβουλης ζημιάς και της παράνομης κατοχής γης. Από τη στιγμή που αμφότεροι ισχυρισμοί δεν έχουν τεκμηριωθεί έπεται ότι δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να οδηγεί σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στο τεμάχιο 1369 ή εισήλθε στο εν λόγω τεμάχιο νόμιμα και παρέμεινε παράνομα, σε κάθε περίπτωση με σκοπό να διαπράξει αδίκημα ή να εκφοβίσει ή εξυβρίσει ή οχλήσει τις παραπονούμενες, οι οποίες είναι οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του τεμαχίου αυτού. Κατά συνέπεια στη βάση της προσαχθείσας αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν έχουν στοιχειοθετεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment (Αναφορά: Ποινικό/ Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος-Κακόβουλη ζημιά-Παράνομη κατοχή, καλλιέργεια, νομή ή χρήση γης εγγεγραμμένη επ' ονόματι άλλου προσώπου/Άρθρα 280, 281 & 324
(2)Κεφ.154/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.