← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΕΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1938/13, 12/12/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΕΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1938/13, 12/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1938/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΕΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 12.12.17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεου (η κα Ε. Σάββα για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη: κα Α. Σαββίδου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ποινική υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που πηγάζουν από αδικήματα του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα. Πρόκειται για κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Κεφ.154, κατάρτισης ψευδών λογαριασμών σε βιβλία με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 313 του Κεφ.154, κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.154 και ότι επέδειξε συμπεριφορά δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης που επηρεάζει το κοινό κατά παράβαση του άρθρου 133 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 04.10.10 και 10.12.10 ενώ ήταν γραμματειακός λειτουργός στο Δήμο Γεροσκήπου εισέπραξε το χρηματικό ποσό των €8.589,25 για λογαριασμό του εν λόγω δήμου και αντίς να το παραδώσει στο δήμο αυτό, το οικειοποιήθηκε επιδεικνύοντας συμπεριφορά δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης που επηρεάζει το κοινό και καταρτίζοντας ψευδείς λογαριασμούς σε βιβλία με σκοπό την καταδολίευση. Την ημέρα που η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη άλλων τεσσάρων κατηγοριών. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου υπεράσπισης. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέλιξης, αμφότεροι συνήγοροι κλήθηκαν να αγορεύσουν, οι οποίοι προέβηκαν σε νομική επιχειρηματολογία επί του ζητήματος που εγέρθηκε. Στη νομική επιχειρηματολογία του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι οι τέσσερις κατηγορίες που ζητείται να προστεθούν στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιέχουν συναφή αδικήματα με τις υφιστάμενες κατηγορίες, για τα οποία καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/13 εναντίον της ιδίας κατηγορουμένης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί μέχρι σήμερα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Όπως ο κύριος Συμεού διευκρίνισε, σε περίπτωση που το αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης εγκριθεί, η ποινική δίωξη εναντίον της κατηγορουμένης στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/13 θα ανασταλεί. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η διερεύνηση των δύο ποινικών υποθέσεων ήταν κοινή ενώ οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, μάρτυρες που θα κληθούν είναι οι ίδιοι. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού πως τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της κατηγορουμένης και ούτε προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στην παρουσίαση των θέσεων της υπεράσπισης. Αντίθετα, όπως ισχυρίστηκε, κάτι τέτοιο προστατεύει την κατηγορούμενη από την ταλαιπωρία να παρουσιάζεται σε δύο παράλληλα ξεχωριστές δικαστικές διαδικασίες ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων. Επικαλούμενος το άρθρο 83

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) και με παραπομπή σε νομολογία, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει το αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία υποστήριξε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν δύο διαφορετικές ποινικές υποθέσεις εναντίον της ιδίας κατηγορουμένης που εδράζονται σε διαφορετικά πραγματικά γεγονότα. Όπως είπε, οι πρόνοιες του Κεφ.155 δεν παρέχουν δικαίωμα συνένωσης δύο ποινικών υποθέσεων, ισχυριζόμενη ότι η κατηγορούσα αρχή οχυρωμένη πίσω από το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155 προσπαθεί στην πράξη να πετύχει αυτό. Κατά την εν λόγω συνήγορο, η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να εισάγει μία νέα ποινική υπόθεση μέσα στο κατηγορητήριο της υφιστάμενης. Η κυρία Σαββίδου σημείωσε ότι οι διατάξεις του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155 έχουν θεσπιστεί για να θεραπεύουν παρατυπίες στο κατηγορητήριο προκειμένου να επιτευχθεί η απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα ακόμη με την κυρία Σαββίδου, σκοπός της θέσπισης των προνοιών του άρθρου αυτού δεν είναι για να γίνεται προσθήκη κατηγοριών και ούτε για να εμποδίζεται αδικαιολόγητα η αθώωση κατηγορουμένου. Είναι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι τυχόν τροποποίηση θα δημιουργήσει πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο επειδή οι κατηγορίες που επιδιώκονται να προστεθούν εδράζονται σε διαφορετικά γεγονότα από αυτά που σχετίζονται με τις υφιστάμενες κατηγορίες. Η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτή η πολλαπλότητα θα προκαλέσει αδικία εις βάρος της κατηγορουμένης επειδή στην περίπτωση που δεν υπάρξει τροποποίηση και αφεθεί η εκδίκαση των δύο ποινικών υποθέσεων, η αξιοπιστία τόσο των κοινών μαρτύρων όσο και της κατηγορουμένης ενδέχεται να κριθεί διαφορετικά στην παρούσα υπόθεση από ότι στην άλλη υπ' αναφορά ποινική υπόθεση. Περαιτέρω είναι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι τυχόν τροποποίηση θα τοποθετήσει την κατηγορούμενη σε δυσμενέστερη θέση επειδή σε περίπτωση που κληθεί σε απολογία θα εγκλωβιστεί στην επιλογή ενιαίου δικαιώματος για όλες τις κατηγορίες, ενώ αν προχωρούσε η εκδίκαση δύο ξεχωριστών ποινικών υποθέσεων η κατηγορούμενη ενδεχομένως να επέλεγε διαφορετικό δικαίωμα, αναλόγως της μαρτυρίας που θα παρουσιαζόταν σε κάθε μία ποινική υπόθεση. Επιπλέον, σύμφωνα με την κυρία Σαββίδου, τυχόν τροποποίηση του υφιστάμενου κατηγορητηρίου θέτει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και ενδεχομένως την αμεροληψία του Δικαστηρίου αφού αν εκκρεμούσαν αμφότερες οι ποινικές υποθέσεις ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου αυτό θα εκδίκαζε μόνο τη μία και θα εξαιρείτο από την άλλη, την οποίαν θα παρέπεμπε σε δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος επηρεασμού αξιολόγησης κοινών μαρτύρων κατηγορίας επί διαφορετικών γεγονότων. Επιπροσθέτως η εν λόγω συνήγορος δήλωσε πως εκ των πραγμάτων η υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθηθεί στην παρούσα ποινική υπόθεση είναι διαφορετική από αυτή που θα υιοθετηθεί στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/13. Διαφωνώντας με τη θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι με την τροποποίηση η κατηγορούμενη θα αποφύγει αχρείαστη ταλαιπωρία, η συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι σε τέτοια περίπτωση απλά θα επεκταθεί αντίστοιχα ο χρόνος εκδίκασης των γεγονότων των δύο ποινικών υποθέσεων στο τροποποιημένο κατηγορητήριο στην ίδια δικαστική αίθουσα. Όπως η εν λόγω συνήγορος είπε, παρόλο ότι η σύμπτυξη των δικαστικών διαδικασιών βολεύει την κατηγορούμενη από την άποψη να φεύγει ευκολότερα από την εργασία της εντούτοις δεν είναι επιθυμητό κάτι τέτοιο να γίνει εις βάρος βασικών δικαιωμάτων της. Στη βάση του προαναφερόμενου σκεπτικού και με παραπομπή σε νομολογία, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155, ούτε δε πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογούν επίκληση του και ευσεβάστως εισηγήθηκε απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης του υφιστάμενου κατηγορητηρίου. Έχοντας ακούσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες αμφοτέρων συνηγόρων, καθίσταται αντιληπτό ότι αυτό που βασικά επιδιώκεται από την κατηγορούσα αρχή είναι η μεταφορά και ενσωμάτωση των τεσσάρων κατηγοριών που αποτελούν το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1939/13 στο κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, υπό τη μορφή προσθήκης ως κατηγορίες 5-8, κατ' επίκληση του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155, προκειμένου όλες οι κατηγορίες να εκδικαστούν μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία (Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία ο κατηγορούμενος δικαιούται να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766). Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Είναι ένα δικαίωμα συνταγματικά κατοχυρωμένο και ταυτόχρονα μια βασική υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής (άρθρα 12.5 (α) και 30.3. (α) του Συντάγματος). Σύμφωνα με το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας' του Ανδρέα Ν. Λοΐζου σελίδα 95, για να αποφεύγεται παραβίαση αυτού του συνταγματικού δικαιώματος θα πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία. Κατηγορητήριο που είναι προβληματικό θεωρείται ελαττωματικό. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155 είναι αυτό που ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να μεταβάλλει κατηγορητήριο που πάσχει από ελαττωματικότητα, τυπικού ή ουσιαστικού χαρακτήρα. Μεταβολή κατηγορητηρίου, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Τυπικό ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να είναι ένα λάθος σε ημερομηνία ή ποσό ενώ ουσιαστικό ελάττωμα όταν περιέχονται ανεπαρκείς λεπτομέρειες, όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται από την κατηγορούσα αρχή να μην συνάδει με το αναφερθέν αδίκημα και με τις λεπτομέρειες του, είτε μερικώς είτε στο σύνολο τους, ή όταν οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Ένα αίτημα σε τυπικής φύσεως ελάττωμα του κατηγορητηρίου κατά κανόνα υποβάλλεται προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλέπε άρθρο 66 του Κεφ.155) ενώ όταν πρόκειται για ουσιαστικής φύσεως ελάττωμα τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλέπε το κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική, σελίδα 83). Σήμερα με την αύξηση της καταχώρησης ποινικών υποθέσεων είναι σύνηθες φαινόμενο να υποβάλλεται αίτημα από την κατηγορούσα αρχή για μεταβολή του κατηγορητηρίου έτσι ώστε το περιεχόμενο του να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία της υπόθεσης (Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 και R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου μόνο εφόσον δεν προκαλείται αδικία στον κατηγορούμενο υπό τη μορφή δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του καθώς επίσης πρόκληση βλάβης στην υπεράσπιση του. Σε τέτοια περίπτωση η δίκη δεν ακυρώνεται (βλέπε Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική γίνεται αναφορά στη σελίδα 71 ότι πιθανός επηρεασμός προκύπτει μόνο αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται, που λογικά δεν αναμενόταν, αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Όσο όμως καθυστερεί η υποβολή αιτήματος τροποποίησης του κατηγορητηρίου τόσο πιθανότερο είναι να προκληθεί δυσμενής διάκριση εις βάρος του κατηγορουμένου. Μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 γίνεται αναφορά στην υπόθεση R v. Johal [1973] Q.B. 475 και χαρακτηριστικά τονίζονται τα εξής: ". The longer the interval between the arraignment and amendment, the more likely it is that injustice will be caused, and in every case in which amendment is sought, it is essential to consider with great care whether the accused person will be prejudiced thereby." Άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή να αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal 2000 όπου γίνεται επίκληση της υπόθεσης R v. Gregory [1972] 1 W.L.R. 991 αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο ομιλεί από μόνο του: ". the Court of Appeal quashed G's conviction because the amendment made by the judge altered the whole basis of the prosecution case, requiring G to answer a charge which was substantially different from which he had come prepared to meet. Given the late stage at which it was made the amendment caused injustice." Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι μία από τις θέσεις που η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης προβάλλει προκειμένου να αντικρούσει το αίτημα της κατηγορούσας αρχής είναι ότι τυχόν τροποποίηση θα επιφέρει πολλαπλότητα στο υφιστάμενο κατηγορητήριο, πράγμα που κατά την άποψη της, θα προκαλέσει αδικία εις βάρος της κατηγορουμένης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή της υπεράσπισης. Για να υπάρχει στοιχείο πολλαπλότητας πρέπει στην ίδια κατηγορία να περιέχονται πέραν του ενός αδικήματα (Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 C.L.R. 205, Karasamanis v. The Police
(1986)2 C.L.R. 229, Ξυδιάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Στην προκειμένη περίπτωση τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα οδηγήσει στην προσθήκη τεσσάρων κατηγοριών, σε κάθε μία από την οποίαν αναδύεται μόνο ένα ισχυριζόμενο αδίκημα. Όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1939/13, στο περιεχόμενο του οποίου είχα τη δυνατότητα να ανατρέξω για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, οι τέσσερις κατηγορίες που το συνθέτουν περιλαμβάνουν αντίστοιχα τέσσερα αδικήματα, δηλαδή ένα διαφορετικό αδίκημα σε κάθε μία προτεινόμενη για προσθήκη κατηγορία, γεγονός που συνάδει με την καθιερωμένη νομική αρχή. Ειδικότερα η προτεινόμενη ως πέμπτη κατηγορία περιέχει το αδίκημα κλοπής υπό υπαλλήλου, η προτεινόμενη ως έκτη κατηγορία το αδίκημα κατάρτισης ψευδών λογαριασμών σε βιβλία με σκοπό την καταδολίευση, η προτεινόμενη ως έβδομη κατηγορία το αδίκημα κλοπής από δημόσιο λειτουργό και η προτεινόμενη ως όγδοη κατηγορία το αδίκημα επίδειξης συμπεριφοράς δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης που επηρεάζει το κοινό. Ο αποκλεισμός ενδεχομένου δημιουργίας αντικειμένου πολλαπλότητας σε περίπτωση που το αίτημα της κατηγορούσας αρχής γίνει αποδεκτό φαίνεται να ενισχύεται και από την τοποθέτηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι εισηγούμενες προς προσθήκη κατηγορίες εδράζονται σε διαφορετικά γεγονότα από αυτά των υφιστάμενων κατηγοριών, μία θέση που αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Είναι ακόμη η θέση της συνηγόρου της κατηγορουμένης ότι η αιτούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν μπορεί να γίνει δεκτή επειδή η αξιοπιστία κοινών μαρτύρων καθώς και της κατηγορουμένης ενδέχεται να κριθεί διαφορετικά στην παρούσα ποινική υπόθεση από ότι στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/
  1. Όπως έχει ήδη λεχθεί από το περιεχόμενο των κατηγορητηρίων των δύο εμπλεκομένων ποινικών υποθέσεων προκύπτει ότι πρόκειται για ιδίας φύσεως αδικήματα, τα οποία όμως κατ' ισχυρισμό διαπράχτηκαν σε διαφορετική χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα η παρούσα ποινική υπόθεση παραπέμπει σε ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων τη χρονική περίοδο μεταξύ 04.10.10 και 10.12.10, ενώ η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/13 αποδίδει διάπραξη των αδικημάτων τη χρονική περίοδο μεταξύ 30.12.08 και 20.02.
  2. Είναι κοινό έδαφος των μερών ότι σχεδόν όλοι οι μάρτυρες των δύο εμπλεκομένων ποινικών υποθέσεων θα είναι κοινοί. Είναι δε εξόφθαλμο ότι σε αμφότερες τις υποθέσεις η κατηγορούμενη είναι το ίδιο άτομο. Παράλληλα είναι προφανές ότι η μαρτυρία που θα δοθεί δεν θα είναι η ίδια αφού εκ των αντικειμενικών δεδομένων η χρονική περίοδος διαφέρει. Συνεπώς σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης αυτό που αναμένεται είναι οι κοινοί μάρτυρες να καταθέσουν μαρτυρία σχετικά με τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν ξεχωριστά τόσο στη χρονική περίοδο μεταξύ 30.12.08 και 20.02.09 όσο και στη χρονική περίοδο μεταξύ 04.10.10 και 10.12.
  3. Κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία ενός μάρτυρα δύναται είτε να γίνει δεκτή στην ολότητα της είτε να απορριφθεί στην ολότητα της είτε μέρος της να γίνει δεκτό και μέρος της να απορριφθεί, πάντοτε στη βάση αιτιολόγησης. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13, Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Τυχόν αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός κοινού μάρτυρα για την μία χρονική περίοδο δεν προεξοφλεί αποδοχή του υπολοίπου μέρους της που θα αφορά την άλλη χρονική περίοδο. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα επηρεάζεται από την εικόνα που θα σχηματίσει το Δικαστήριο, ανάμεσα σ' άλλα, από τον τρόπο της κατάθεσης του καθώς και από τη στάση και συμπεριφορά που θα τηρήσει από το εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα που καταθέτει την αλήθεια δεν κινδυνεύει και δεν μπορεί να κινδυνεύσει να κριθεί διαφορετικά είτε μέσα από ενιαία δικαστική διαδικασία είτε μέσα από ξεχωριστές δικαστικές διαδικασίες αφού αναμένεται να δημιουργήσει την ίδια θετική εντύπωση. Με γνώμονα αυτά τα δεδομένα σε καμία περίπτωση τυχόν πραγματοποίηση ενιαίας δικαστικής διαδικασίας θέτει σε κίνδυνο τόσο τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης όσο και την αμεροληψία του Δικαστηρίου. Επομένως θα έλεγα ότι η εν λόγω προβαλλόμενη θέση της συνηγόρου της κατηγορουμένης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εξετάζοντας την ουσία του αιτήματος τροποποίησης αντιλαμβάνομαι και κατανοώ τη θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η προσθήκη κατηγοριών που περιέχουν ιδίας φύσεως αδικήματα, ανεξάρτητα αν οι κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες που τις περιβάλλουν φαίνεται να παραπέμπουν σε διαφορετική χρονική περίοδο και κατ' επέκταση η μαρτυρία επί των ισχυριζόμενων γεγονότων αναμένεται να διαφέρει, σε συνδυασμό με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εκδίκαση των εμπλεκομένων υποθέσεων δεν έχει ξεκινήσει, το ότι οι μάρτυρες που θα παρελάσουν σχεδόν στο σύνολο τους είναι κοινοί ως είναι αποδεκτό από τις πλευρές και το επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αμφότερες οι εμπλεκόμενες ποινικές υποθέσεις στρέφονται εναντίον του ιδίου ατόμου, είναι δεδομένα που εκ προοιμίου δεν μπορούν να το αποκλείσουν, νοουμένου και εφόσον το κατηγορητήριο κριθεί ότι πάσχει από ελαττωματικότητα και βεβαίως δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα και δικαιώματα της κατηγορουμένης. Επομένως, όπως ήδη λέχθηκε, για να δικαιολογείται μεταβολή του κατηγορητηρίου πρέπει να πληρείται το κριτήριο της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου και ακολούθως να μην προκαλείται αδικία στην κατηγορούμενη. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης θεωρείται ελαττωματικό για να δικαιολογείται η μεταβολή του με τον τρόπο που εισηγείται η κατηγορούσα αρχή. Από αυτά που τέθηκαν ενώπιον μου η προκειμένη περίπτωση δεν είναι από αυτές που χρήζει διόρθωση η χρονική περίοδος που σημειώνεται ή το αναφερόμενο ποσό στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Ούτε είναι η περίπτωση που το κατηγορητήριο χρήζει μεταβολής επειδή οι λεπτομέρειες που παρέχονται είναι ανεπαρκείς ή επειδή έχει προσκομιστεί μαρτυρία που δεν συνάδει με τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ούτε επειδή οι λεπτομέρειες κάποιου ισχυριζόμενου αδικήματος δεν αποκαλύπτουν τη διάπραξη του ή ακόμη επειδή το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου δεν ανταποκρίνεται στο διαθέσιμο ανακριτικό / μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Εδώ είναι η περίπτωση που έχουν ήδη καταχωρηθεί δύο ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις, των οποίων η εκδίκαση τους μέσω ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών εκκρεμεί μέχρι σήμρεα και η κατηγορούσα αρχή επιθυμεί να ενσωματώσει το κατηγορητήριο της μίας στο κατηγορητήριο της άλλης. Συνεπώς επιχειρείται η προσθήκη κατηγοριών όχι επειδή το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό και ούτε η κατηγορούσα αρχή ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, αλλά για σκοπούς και μόνο μεταφοράς όλων των κατηγοριών της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1939/13 στο κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Συνεπώς το κριτήριο που θα δικαιολογούσε τη μεταβολή του κατηγορητηρίου υπό τη μορφή της προσθήκης των κατηγοριών της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1939/13 δεν ικανοποιείται. Επ' αυτού η συνήγορος υπεράσπισης έχει δίκαιο να παραπονιέται. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί για τα ισχυριζόμενα γεγονότα που περιβάλλουν τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που επιθυμείται η προσθήκη τους φαίνεται να είναι διαφορετική από αυτή που θα δοθεί για τις υφιστάμενες κατηγορίες, χωρίς να έχει λεχθεί στο Δικαστήριο για οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση μεταξύ τους ή εν πάση περιπτώσει οτιδήποτε που να καθιστά αναγκαία την κοινή παρουσία τους στο υφιστάμενο κατηγορητήριο. Παρά τα πιο πάνω είναι σημαντικό να λεχθεί ότι μπροστά στο ενδεχόμενο η ξεχωριστή εκδίκαση δύο ποινικών υποθέσεων να εκληφθεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, ο σκοπός της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με τη συνένωση των κατηγοριών των δύο αυτών υποθέσεων στο ίδιο κατηγορητήριο της μίας εκ των δύο, εφόσον οι κατηγορίες που συνθέτουν τις δύο εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις παραπέμπουν σε γεγονότα που εντάσσονται κάτω από το ίδιο πλέγμα ή πρόκειται για επαναλαμβανόμενα κατ' ισχυρισμό αδικήματα που διαπράχτηκαν μέσα από χρονική αλληλουχία γεγονότων που αναπόσπαστα συνδέονται μεταξύ τους έτσι ώστε αν όλες οι κατηγορίες συμπεριληφθούν σε ενιαίο κατηγορητήριο, η κοινή εκδίκαση τους μέσα από την ίδια δικαστική διαδικασία θα μπορέσει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μία ολοκληρωμένη εικόνα της εγκληματικής συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Όλα αυτά βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο θα αναστείλει τη διαδικασία στη μία εκ των δύο ποινικών υποθέσεων που εκκρεμεί και ακολούθως προχωρήσει με την εκδίκαση της άλλης, στο κατηγορητήριο της οποίας προστέθηκαν οι κατηγορίες της δεύτερης υπόθεσης (Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All E.R. 401, Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Απουσία των πιο πάνω δεδομένων συνηγορεί στην εφαρμογή των προνοιών του εδαφίου
(2)του άρθρου 40 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155), μέσα από τις οποίες τονίζεται ότι στην περίπτωση που διαφορετικές κατηγορίες αφορούν διαφορετικά πραγματικά γεγονότα, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό ότι εξυπηρετεί το σκοπό της δικαιοσύνης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει όπως o κατηγορούμενος δικαστεί χωριστά για οποιαδήποτε ή περισσότερες από τις κατηγορίες αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστανται τα δεδομένα εκείνα που με την προσθήκη όλων των κατηγοριών της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1939/13 στην παρούσα ποινική υπόθεση θα εξυπηρετείτο ο σκοπός της δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης και δεν έχει αντικρουστεί από την κατηγορούσα αρχή, τα γεγονότα των δύο εμπλεκομένων ποινικών υποθέσεων είναι διαφορετικά. Μεταξύ τους δεν υπάρχει καμία σχέση και ουδεμία χρονική αλληλουχία. Εξ' ου και η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί μέσα από ανακριτικό υλικό της διερεύνησης μεταξύ τους διαφέρει, χωρίς να λεχθεί ότι υπάρχει μεταξύ του οποιαδήποτε σχέση ή να παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Επ' αυτού η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης περί δύο ανόμοιων και ασύνδετων ποινικών υποθέσεων δεν αντικρούστηκε από την κατηγορούσα αρχή. Από τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στις κατηγορίες των δύο κατηγορητηρίων, τα διαφορετικά γεγονότα κατ' ισχυρισμό έχουν διαδραματιστεί με διαφορά δύο ετών περίπου, χωρίς να έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των διαφορετικών χρονικών περιόδων που τα αφορούν αλλά και του χρονικού κενού που τα χωρίζει. Την ίδια στιγμή οι δύο εμπλεκόμενες ποινικές υποθέσεις βρίσκονται ενώπιον δικαστηρίων υπό διαφορετική σύνθεση, κάτι που σημαίνει ότι το παρόν δικαστήριο δεν θα μπορεί το να αναστείλει από μόνο του τη διαδικασία στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1939/13. Με γνώμονα τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ βάσιμο το επιχείρημα της συνηγόρου υπεράσπισης ότι στην περίπτωση που η πελάτισσα της κληθεί σε απολογία το δικαίωμα της κατηγορουμένης να επιλέξει να καταθέσει ενόρκως μαρτυρία στη μία υπόθεση και άσκηση του δικαιώματος σιωπής ή χωρίς όρκο (ανώμοτη) δήλωση στην άλλη ή όπως αλλιώς αυτή κρίνει καλύτερα αν αυτές εκδικαστούν μέσω δύο ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών, επηρεάζεται δυσμενώς αν η ακρόαση τους διεξαχθεί σε ενιαία δικαστική διαδικασία αφού η κατηγορούμενη θα υποχρεωθεί να ασκήσει ενιαίο δικαίωμα και για τις δύο περιπτώσεις. Με αυτό το σκεπτικό η παρούσα υπερασπιστική γραμμή και τακτική της κατηγορουμένης που σκόπευε να εφαρμόσει στο στάδιο αυτό που εκκρεμεί η εκδίκαση των εμπλεκομένων υποθέσεων μέσω δύο ξεχωριστών διαδικασιών που αφορούν διαφορετικά γεγονότα χωρίς καμία μεταξύ τους χρονική σχέση ή άλλως πως σύνδεσης, επηρεάζεται κατά τρόπο τέτοιο που απολήγει εις βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παραμονής της υφιστάμενης κατάστασης των πραγμάτων. Συνακόλουθα το αίτημα τροποποίησης απορρίπτεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Ενδιάμεση Απόφαση/Τροποποίηση κατηγορητηρίου/ Άρθρο 83
(1)Κεφ.154) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.