← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ζαχαρίας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 6813/17, 11/12/2017

Δημοκρατία ν. Ζαχαρίας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 6813/17, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2017:15 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6813/17 Δημοκρατία v. Ζαχαρίας Κλεάνθους Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Λαπέρτας Κατηγορούμενος παρών ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση ήταν σήμερα ορισμένη για πρώτη εμφάνιση και ο κατηγορούμενος είχε δεσμευτεί, κατά το στάδιο της παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, να εμφανιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με όρους. Κατά τη σημερινή διαδικασία και ενώ ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για να υποβάλει αίτημα για νομική αρωγή η κα Ξενοφώντος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως μέχρι την ημερομηνία που το Κακουργιοδικείο θα ορίσει την υπόθεση για να εξετάσει το αίτημά του για νομική αρωγή, ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση γιατί στο μεταξύ έχουν προκύψει νέα γεγονότα. Η κα Ξενοφώντος στήριξε το αίτημα της στους πιο κάτω λόγους: (α) Στη διάπραξη άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. (β) Στον επηρεασμό μάρτυρα και στην παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία. Ο κ. Λαπέρτας εκ μέρους του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στο αίτημα και η κα Ξενοφώντος κάλεσε ως μάρτυρα στη διαδικασία τον αστυφύλακα 3894, Ανδρέα Γερμανού, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 22.11.2017, ημερομηνία που η παρούσα υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εξασφαλίστηκε εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα με το οποίο διατάσσετο ο κατηγορούμενος να μην έχει οποιαδήποτε επαφή ή οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία ή ενόχληση της Αλεξίας Ιακώβου, παραπονούμενης στα γεγονότα της υπόθεσης. Το διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα, ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του αστυφύλακα 3894 Ανδρέα Γερμανού στις 22.11.2017 η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι η ώρα 16:19 βρήκε αναπάντητη κλήση στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό 99914466 από τον αριθμό 96596219 ο οποίος της ήταν άγνωστος. Τηλεφώνησε στον αριθμό αυτό για να δει ποιος ήταν και της απάντησε ο κατηγορούμενος. Όπως φαίνεται στην κατάθεση που η παραπονούμενη έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο Γ) ο κατηγορούμενος της ανέφερε, μεταξύ άλλων, «κανόνισε πήαινε απόσυρε γιατί εν θα σε γλυτώσουν ούτε τα «Ζ» που κρατείς και γυρίζεις ούτε η αστυνομία ούτε κανένας». Στις 07.12.2017 η παραπονούμενη κατήγγειλε επίσης ότι η ώρα 15:40 δέχθηκε κλήση στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό 99914466 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό 99652829 αλλά δεν απάντησε. Η ώρα 15:43 κάλεσε η ίδια τον αριθμό αυτό και της απάντησε ένας άντρας που κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος και τον ρώτησε τι θέλει και ο κατηγορούμενος της ανέφερε τα εξής «Την Δευτέρα θα πάω υπόδικος, θα αποσύρεις; Η παραπονούμενη του είπε ότι δεν αποσύρει και αυτός της είπε «μα σοβαρομιλάς, δεν θα αποσύρεις, θα με αφήκεις να πάω φυλακή;» Την ίδια ημέρα η ώρα 17:29 δέχθηκε κλήση από το τηλέφωνο με αριθμό 96165214 ο οποίος της ήταν άγνωστος αλλά όταν απάντησε κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος άρχισε να της φωνάζει να αποσύρει την υπόθεση και αν δεν αποσύρει είναι «ποσπασμένη». Η παραπονούμενη έκλεισε το τηλέφωνο και η ώρα 18:51 δέχθηκε νέα κλήση στο κινητό της τηλέφωνο από τον αριθμό τηλεφώνου 96348234 ο οποίος επίσης της ήταν άγνωστος αλλά όταν απάντησε κατάλαβε ότι ήταν και πάλι ο κατηγορούμενος ο οποίος άρχισε να της φωνάζει ότι θα την σκοτώσει. Η παραπονούμενη του έκλεισε το τηλέφωνο και μεταξύ των ωρών 18:51 μέχρι λίγο πριν να δώσει την κατάθεση της στην αστυνομία όπως αναφέρει (Τεκμήριο Δ) δέχθηκε αρκετές κλήσεις στο τηλέφωνο της από το τηλέφωνο με αριθμό

  1. Η ώρα 20:04 στις 07.12.2017 έλαβε γραπτό μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο από το τηλέφωνο με αριθμό 96348234 το οποίο, όπως αναφέρει η παραπονούμενη ανήκει στον κατηγορούμενο το οποίο έγραφε «Είσαι ποσπασμένη απόσυρε για να πιάσεις τους σιήλους σου». Φωτοτυπία του σχετικού μηνύματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ζ. Στις 08.12.2017 η παραπονούμενη έκαμε νέα καταγγελία στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο Ε) στην οποία αναφέρει ότι στις 07.12.2017 και γύρω στις 22:00 έφυγε από τα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου μετά από καταγγελία που έκαμε εναντίον του κατηγορούμενου σχετικά με απειλές που δέχθηκε για να αποσύρει την υπόθεση εναντίον του. Επειδή φοβόταν, όπως αναφέρει στην κατάθεση της, να κατεβεί και να μπει μέσα στο σπίτι μήπως έρθει ο κατηγορούμενος γύριζε με το αυτοκίνητο της μέχρι τις 03:00 το πρωί μέχρι που αποφάσισε να κατεβεί και να μπει μέσα στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και αμέσως είδε τον κατηγορούμενο μπροστά της, ο οποίος έπιασε την πόρτα του αυτοκινήτου και αφού την άνοιξε την έσπρωξε προς τα μέσα και ο ίδιος μπήκε και κάθισε στη θέση του οδηγού. Ξεκίνησε το αυτοκίνητο και καθ΄ όλη τη διάρκεια που οδηγούσε το αυτοκίνητο την απειλούσε για να αποσύρει την υπόθεση που κατάγγειλε εναντίον του. Η συμπεριφορά του πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ήταν επιθετική και την κτυπούσε με τα χέρια του στα πόδια. Την κρατούσε με τη βία μέσα στο αυτοκίνητο και την απειλούσε ότι αν κατέβαινε από το αυτοκίνητο θα της έκαμνε κακό. Επίσης της φώναζε ότι και στην αστυνομία να τον καταγγείλει δεν θα γλύτωνε και ότι δεν τον ένοιαζε να τη σκοτώσει και να πάει φυλακή. Αυτό διήρκησε περίπου μιάμιση ώρα και γύρω στις 4:30 το πρωί σταμάτησε έξω από το σπίτι της. Ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά της τα οποία κρατούσε, την έβαλε μέσα στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα. Άρχισε ξανά τις ίδιες απειλές και η ίδια του ανέφερε ότι δεν αντέχει και δεν μπορεί να συνεχίσει αυτή η κατάσταση. Ανέβηκε στο δωμάτιο της και ο κατηγορούμενος την ακολούθησε, μπήκε στο δωμάτιο της και της έπιασε ένα ρολόι αξίας περίπου €300,
  2. Στη συνέχεια κατέβηκε κάτω στο σαλόνι, ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και ενώ καθόταν στο σαλόνι ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο δωμάτιο για να πάρει κάποια ρούχα του. Τότε η ίδια βρήκε την ευκαιρία πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, έτρεξε έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για να πάει στην αστυνομία. Η παραπονούμενη εξετάστηκε στις 08.12.2017 από ιατρό του Νοσοκομείου Πάφου ο οποίος στην έκθεση του αναφέρει ότι η παραπονούμενη φέρει δύο εκδορές στην αριστερή κνήμη (Τεκμήριο ΣΤ). Ο κ. Λαπέρτας εκ μέρους του κατηγορούμενου αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε ότι κανένας από τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητη μαρτυρία. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανοποιητικά για να δικαιολογήσουν την κράτηση του κατηγορούμενου. Αντίθετα όπως υπεβλήθηκε στον εξεταστή της υπόθεσης η παραπονούμενη, η οποία επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στην οικία του στη Λεμεσό, του ανέφερε ότι επιθυμεί την διακοπή της διαδικασίας εναντίον του αλλά δεν δέχεται η αστυνομία, θέση που ο μάρτυρας απέρριψε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του αστυφύλακα Α. Γερμανού οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από προφορικές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθούμε όπου κριθεί σκόπιμο. Το ερώτημα αν θα παραμείνει υπο κράτηση ένας κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 157

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εξετάζεται με αναφορά: (α) στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, (β) στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, και (γ) στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Σάββας Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική έφεση 176/2017, ημερομηνίας 20.09.2017 οι τρεις λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση. Η κα Ξενοφώντος οριοθέτησε το αίτημα της στη βάση των στοιχείων (β) και (γ) ανωτέρω δηλαδή στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων παραθέτουμε απόσπασμα από τη σελίδα 130 στην υπόθεση Χαράλαμπου Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ' άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις ................................. Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police) . Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από την διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλέπε R v. Wharton 1955 Cr. L. R. 565) .». Επίσης στην υπόθεση Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 164 επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι "ευλογοφανής" (plausible) - Βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40
(1991)...». Σε σχέση επίσης με τον δεύτερο λόγο στον οποίο στηρίζει το αίτημα της η κα Ξενοφώντος παραπέμπουμε στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689 όπου στην σελίδα 689 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων αποτελεί από μόνο του παράγοντα ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, 11, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391, 396 και Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677). Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα (Βλ. Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες (Βλ. Κακούρη, πιο πάνω, σελ. 396, Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 304 και Πέτρου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679. Βλ. και Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, 120, 121 στην οποία έγινε αναφορά σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία αυτό που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Βλ., επίσης, Καλλής, πιο πάνω)». Στην υπόθεση Ξενάκης Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677 επαναλήφθηκε η αρχή ότι ό,τι πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Το κριτήριο είναι η ύπαρξη πιθανού κινδύνου επηρεασμού των μαρτύρων (Βλ., επίσης, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391). Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Τέλος, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 όπου έγινε αναφορά στην προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λέχθηκε ότι σύμφωνα με τη Νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου γενική δήλωση ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει να τεκμηριώνεται με μαρτυρία. Στην βάση δε μαρτυρίας θα πρέπει να διαπιστώνεται δικαιολογημένος φόβος ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία ούτε απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα (βλ. Σιακαλής ανωτέρω). Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην απόφαση Σιακαλής (ανωτέρω) η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης φαίνεται ότι την ημέρα που ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, δηλαδή στις 22.11.2017, εκδόθηκε εναντίον του και διάταγμα το οποίο τον διέτασσε να μην έχει οποιαδήποτε επαφή ή οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας ή ενόχληση με την παραπονούμενη Αλεξία Ιακώβου. Δεν αμφισβητήθηκε ότι την ίδια ημέρα το διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία του αστυφύλακα 3894 Ανδρέα Γερμανού και την κατάθεση της παραπονούμενης (Τεκμήριο Γ) την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με την παραπονούμενη και της είπε «αποφάσισες τι θα κάμεις για να γλυτώσουμε τζιαι οι θκυο;» «Κανόνισε πήγαινε απόσυρε γιατί εν θα σε γλυτώσουν ούτε τα «Ζ» που κρατείς τζιαι γυρίζεις ούτε η αστυνομία ούτε κανένας». Ο κατηγορούμενος στις 07.12.2017 επικοινώνησε ξανά με την παραπονούμενη σύμφωνα με τα όσα η παραπονούμενη καταγγέλλει στην κατάθεση της (Τεκμήριο Δ) και την ίδια ημέρα στις 20:04 απέστειλε στην παραπονούμενη το μήνυμα που φαίνεται στο Τεκμήριο Ζ από το τηλέφωνο με αριθμό
  1. Από το τηλέφωνο με τον αριθμό από τον οποίο στάλθηκε το μήνυμα ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε την ίδια ημέρα η ώρα 18:51 στην παραπονούμενη η οποία μίλησε μαζί του και κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος συνέχισε, όπως ισχυρίζεται η παραπονούμενη, (Τεκμήριο Ε) και στις 08.12.2017 τις απειλές εναντίον της. Για την καταγγελία που έγινε στην αστυνομία στις 22.11.2017 ετοιμάστηκε ο ποινικός φάκελος Σ/800/17 και ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 23.11.
  2. Για τις καταγγελίες ημερ. 07 και 08.12.2017 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης και ετοιμάστηκε ο ποινικός φάκελος Σ/790/
  3. Όπως αναφέρουμε πιο πάνω στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι φόβοι της αστυνομίας είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα, κρίνουμε ότι ο φόβος της αστυνομίας για επηρεασμό της παραπονούμενης είναι εύλογα δικαιολογημένος και στα πλαίσια του φόβου για επηρεασμό της παραπονούμενης και της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, όπως περιγράφεται πιο πάνω, διαπιστώνεται επίσης ο κίνδυνος διάπραξης και άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την παραπονούμενη. Συνακόλουθα το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής εγκρίνεται και ο κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τις 21.12.2017 και ώρα 9:00 π.μ. ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα υπόθεση παραμένει για απάντηση στις κατηγορίες. (Υπ)............. Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.