Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μιχαλάκης Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 236/17, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 236/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Μιχαλάκης Ανδρέου
- Γενεθλία Κωνσταντίνου
- Κυριάκος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος 1 - παρών ------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση τα οποία αφορούν παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, ως επίσης παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δύο κατηγορίες που αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, μία κατηγορία που αφορά την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια και μία κατηγορία που αφορά την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια. Επίσης κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτά διαπράχθηκαν μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 01.02.
- Περαιτέρω, τα ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου ήταν μεταμφεταμίνη συνολικού βάρους 15,8176 γραμμαρίων και κοκαΐνη και μεταμφεταμίνη συνολικού βάρους 0,1155 γραμμαρίων. Όσον αφορά το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, αυτό ήταν κάνναβη συνολικού βάρους 61,1452 γραμμαρίων. Επιπρόσθετα στην κατοχή του Κατηγορούμενου εντοπίστηκαν μία ζυγαριά τύπου κουτάλι και μία ζυγαριά μάρκας Digital Scale επί των οποίων ανιχνεύθηκαν ίχνη κοκαΐνης, μεταμφεταμίνης και κάνναβης. Προς τον σκοπό επιβολής ποινής ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου όπως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ληφθεί υπόψη και η υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου. Η Κατηγορούσα Αρχή συναίνεσε στο εν λόγω αίτημα και το Δικαστήριο έδωσε άδεια όπως η προαναφερόμενη υπόθεση ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας. Στην 45/14 Ε.Δ. Πάφου, ο Κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της κλοπής, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής τεσσάρων κενών επιταγών της Σ.Π.Ε Γεροσκήπου με αριθμούς 065-02048945, 065-02048947, 062-02048949 και 065-
- Επίσης κρίθηκε ένοχος σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν την κυκλοφορία των προαναφερόμενων επιταγών τις οποίες πλαστογράφησε, καθώς επίσης και σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν την απόσπαση χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο στο ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίασε τις εν λόγω πλαστογραφημένες επιταγές ως γνήσιες αποσπώντας διάφορα ποσά και εμπορεύματα. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως επίσης και την υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου. Τα γεγονότα έχουν ως οι λεπτομέρειες των σχετικών αδικημάτων, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και επομένως δεν θεωρώ σκόπιμη την επανάληψή τους. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι ο κ. Συμεού δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις Αστυνομικές Αρχές καθώς και ότι επί του παρόντος εκτίει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών η οποία επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 4058/16 Ε.Δ. Πάφου. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κάλυπτε τη χρονική περίοδο 8.8.2015 - 28.2.
- Στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης λήφθηκαν υπόψη 21 άλλες υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, καθώς επίσης και αδικήματα κλοπών και διαρρήξεων. Τέλος, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς επιμέτρησης ποινής στην υπόθεση 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, δηλώνοντας όμως ότι εάν είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο η Κατηγορούσα Αρχή θα συναινούσε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και μετέφερε στο Δικαστήριο την ειλικρινή απολογία και μεταμέλεια του πελάτη του η οποία, ως υπέδειξε ο κ. Σιαηλής, εκδηλώνεται έμπρακτα μέσω της παραδοχή του. Ο κ. Σιαηλής τόνισε ότι στην προκείμενη περίπτωση η παραδοχή του Κατηγορούμενου έχει βαρύνουσα σημασία ενόψει του ότι τα ναρκωτικά εντοπίστηκαν μετά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας και ενώ ο Κατηγορούμενος τελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ανεύρεσης τους υπό κράτηση. Ιδιαιτέρως τόνισε τη σημασία που αποκτά η παραδοχή του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα αδικήματα της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών επισημαίνοντας ότι αν δεν υπήρχε η παραδοχή του Κατηγορούμενου η Κατηγορούσα Αρχή θα συναντούσε δυσκολίες στην απόδειξη των εν λόγω αδικημάτων καθώς ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε υπερασπιζόμενος να ανατρέψει το τεκμήριο που δημιουργεί η σχετική νομοθεσία (βλ. άρθρο 30Α Ν.29/77). Ειδικότερα σε σχέση με τα αδικήματα της προμήθειας ναρκωτικών ο κ. Σιαηλής κάλεσε το Δικαστήριο να διακρίνει την παρούσα υπόθεση από τις συνήθεις περιπτώσεις εμπόρων ναρκωτικών. Αυτό διότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και κατά την προμήθεια ναρκωτικών για ιδία χρήση λάμβανε μεγαλύτερες ποσότητες τις οποίες πωλούσε προκειμένου με τα χρήματα που κέρδιζε να εξασφαλίζει τη δόση του. Τόνισε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι πλέον χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ότι σε σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές, όπου βρίσκεται από τις 28.01.2016, ήταν καθαρός από οποιεσδήποτε ναρκωτικές ουσίες. Όσον αφορά τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στην υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης. Συγκεκριμένα υπέδειξε ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Μάιο του 2006 και η ποινική δίωξη για πρώτη φορά ασκήθηκε το 2011 με την υπόθεση με αριθμό 2066/11 Ε.Δ. Πάφου, η οποία απορρίφθηκε λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου. Ακολούθως το 2014 καταχωρήθηκε η υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου. Το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει είναι τόσο μεγάλο που, κατά τον κ. Σιαηλή, δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε για λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρεται ότι είναι ηλικίας 36 ετών και προέρχεται από φτωχή πολύτεκνη οικογένεια. Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο και στη συνέχεια φοίτησε για έξι μήνες στην Τεχνική Σχολή όπου διέκοψε τη φοίτηση του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Έκτοτε άσκησε διάφορα επαγγέλματα και το 2012 είχε σοβαρό εργατικό ατύχημα από το οποίο προκλήθηκαν προβλήματα υγείας τα οποία τον κατέστησαν ανίκανο να εργαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέχρι σήμερα χρειάστηκε να υποβληθεί σε 16 χειρουργικές επεμβάσεις και εξακολουθεί να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σε ενέσιμη μορφή λόγω ισχυρών πονοκεφάλων. Το 2002 τέλεσε γάμο από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά ηλικίας σήμερα 14, 11 και 8 ετών αντίστοιχα. Το 2012 έλαβε διαζύγιο από τη σύζυγο του ωστόσο διατηρεί άριστες σχέσεις και επικοινωνία τόσο με τα παιδιά του όσο και με την πρώην σύζυγο του. Ο Κατηγορούμενος συνήψε σχέση με άλλη γυναίκα με την οποία απέκτησε ακόμα δύο παιδιά ηλικίας σήμερα 3 και 2 ετών. Ο κ. Σιαηλής τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας πέντε ανήλικων παιδιών και η παρουσία του είναι σημαντική για τα παιδιά του. Τέλος, ο κ. Σιαηλής αναφέρθηκε σε έκταση στην αρχή της συνολικότητας και διαδοχικότητας των ποινών και επισήμανε, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία, ότι εάν η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε την ποινή στα πλαίσια της υπόθεση 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, τότε η ποινή δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη από την επιβληθείσα ποινή των τεσσάρων ετών. Υπογράμμισε ο κ. Σιαηλής ότι η προαναφερόμενη ποινή επιβλήθηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι πέντε έτη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι θα πρέπει η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου να αντικριστεί ενιαία έχοντας κατά νου ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα στο οποίο διαπράχθηκαν και τα αδικήματα για τα οποία ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης. Καταληκτικά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υποστήριξε ότι η επιβολή διαδοχικών ποινών στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα καθιστούσε υπερβολική την ποινή και δεν θα εξυπηρετούσε ούτε τους σκοπούς της αποτροπής, αλλά ούτε και την αναμόρφωση του Κατηγορούμενου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 7 προβλέπεται δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 - 6 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και τέλος για τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9 προνοείται η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια, ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Καθίσταται επομένως εμφανές από τις προβλεπόμενες ποινές ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι εξόχως σοβαρά. Τα ναρκωτικά έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι αποτελούν μάστιγα για την κοινωνία μας, με ολέθριες συνέπειες. Δηλητηριάζουν όχι μόνο το σώμα, αλλά και τη ψυχή των ανθρώπων. Ο εθισμός στη χρήση ναρκωτικών αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις το έναυσμα για τη διάπραξη άλλων αδικημάτων που επέρχονται ως συνέπεια της χρήσης ναρκωτικών, ή ως αποτέλεσμα της ανάγκης των χρηστών για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Στον αγώνα που η κοινωνία οφείλει να καταβάλει για την αναχαίτιση και αλλαγή της θλιβερής αυτής πραγματικότητας, τα Δικαστήρια, μέσω των αποφάσεων τους, καλούνται να διαδραματίσουν τον δικό τους ρόλο. Είναι για αυτό που σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με κατευθυντήρια την υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 επισημάνθηκε η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών κυρίως λόγω της συχνότητας και έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Τα ίδια τονίστηκαν και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6/14 ημερ. 21.11.14, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών.» Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 437 τονίσθηκε η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Επιπρόσθετα αναφέρθηκε ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Παράλληλα επισημάνθηκε ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την παραδοχή του, έστω και αν αυτή έγινε με καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φανάρα κ.α ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι πατέρας πέντε ανήλικων παιδιών. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση των κατηγορητηρίων, αλλά και μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Συγκεκριμένα τα αδικήματα της υπόθεσης 45/14 Ε.Δ Πάφου διαπράχθηκαν το 2006 και κατηγορητήριο καταχωρήθηκε για πρώτη φορά το
- Η υπόθεση απορρίφθηκε το 2011 λόγω μη επίδοσης για να επανακαταχωρηθεί το
- Από την άλλη η παρούσα υπόθεση αφορά αδικήματα του Φεβρουαρίου 2016 και καταχωρήθηκε ένα περίπου έτος αργότερα και πιο συγκεκριμένα στις 17.01.
- Η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν της αδυναμίας επίδοσης της υπόθεσης του 2011 δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση και επομένως η καθυστέρηση στην καταχώρηση των κατηγορητηρίων τη βαρύνει. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (αρ. 2) κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 623). Τις σχετικά μικρές ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών. Το ότι ο Κατηγορούμενος ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης και η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε την προαναφερόμενη ποινή. Ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε μεν να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση, σημειώνω ωστόσο ότι σύμφωνα με τη δήλωση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, σε περίπτωση που ζητείτο κάτι τέτοιο η Κατηγορούσα Αρχή θα συναινούσε στο εν λόγω αίτημα. Συνεπώς, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 81 του Κεφ. 155, η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί και να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της 4058/16 Ε.Δ Πάφου. Το γεγονός δε ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να το προσμετρήσει στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής (Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 47). Στην υπόθεση Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 λέχθηκε ότι: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» Τέλος, προσμετρώ ότι ο Κατηγορούμενος είναι «καθαρός» σε σχέση με ναρκωτικές ουσίες. Η δήλωση του κ. Σιαηλή ότι υποβλήθηκε σε έλεγχο στις Κεντρικές Φυλακές δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπου ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας πέντε ανήλικων παιδιών, η αποχή από τα ναρκωτικά θα έχει πολλαπλά οφέλη με άμεσο αντίκτυπο στα παιδιά του που έχουν ανάγκη από ένα πατέρα σωματικά και ψυχικά υγιή και όχι ένα πατέρα χρήστη ναρκωτικών ουσιών. Τα ελαφρυντικά ωστόσο του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που στα αδικήματα περιλαμβάνονται και κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Έστω κι αν οι ποσότητες, ιδιαίτερα των ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες και η προμήθεια των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα δεν γινόταν προς αποκόμιση κέρδους αλλά για να καλύψει ο Κατηγορούμενος τα έξοδα για την εξασφάλιση της δόσης του, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο τελευταίος υπήρξε «εργαλείο» δια του οποίου διοχετεύονταν ναρκωτικά σε τρίτα πρόσωπα. Με αυτόν τον τρόπο κατέστησε τον εαυτό του μέρος ενός μηχανισμού που σπείρει τον θάνατο. Συνεπώς τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν εκτεθεί θα ληφθούν υπόψη όσον αφορά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία καμία ποινή. Αυτό διότι θα επιβληθεί ποινή στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ότι συνωμότησε με άλλα πρόσωπα. Όπως υποδείχθηκε στην Χασσάν ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.196/13 ημερ. 10/10/14 δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται κάποιος ότι συνωμότησε προς διάπραξη τους. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην τρίτη κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της δεύτερης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην πέμπτη κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά των κατηγοριών 2 και 4 στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές. Στην έκτη κατηγορία επίσης ουδεμία ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά των κατηγοριών 2 και 4 στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές. Στην έβδομη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην όγδοη κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της έβδομης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Στην ένατη κατηγορία καμία ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της έβδομης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου σοφά πράττοντας δεν εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Ν.95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει περιορίζομαι να αναφέρω ότι ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης, αλλά ούτε και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου είναι τέτοια που να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί. Στις περιπτώσεις ωστόσο που κατά την επιβολή ποινής φυλάκισης, ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη άλλη ποινή φυλάκισης, το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Εγείρεται επομένως ζήτημα κατά πόσο οι επιβληθείσες σήμερα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης θα πρέπει να είναι διαδοχικές των ποινών φυλάκισης που ήδη εκτίει ο Κατηγορούμενος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της αγόρευσης του στην αρχή της συνολικότητας της ποινής τονίζοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών στα πλαίσια της υπόθεσης 4058/16 Ε.Δ. Πάφου. Αυτό το οποίο ουσιαστικά εισηγείται ο κ. Σιαηλής είναι ότι θα πρέπει να αντικριστεί συνολικά η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έτσι ώστε η ποινή που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, έχοντας παράλληλα ως δεδομένο το ότι ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, να μην καθίσταται υπερβολική και δυσανάλογη προς το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του. Το κατά πόσο ποινή φυλάκισης θα είναι διαδοχική προς άλλη ποινή φυλάκισης που ήδη επιβλήθηκε ή θα συντρέχει με αυτή εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. άρθρο117
(2)του Κεφ. 155). Κατά κανόνα οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν όταν αφορούν αδικήματα ίδιας φύσης, ή όταν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας εγκληματικής ενέργειας. Η διαδοχικότητα όμως της ποινής πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, σε σχέση με την οποία επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 443 ότι δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια και σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν με ποινή φυλάκισης που έκτιε ο εφεσείων, αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, sectionA5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."» Όπως ήδη αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε όπως η παρούσα υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που επέβαλλε ποινή στην υπόθεση με αριθμό 4058/16 Ε.Δ. Πάφου. Το εν λόγω γεγονός ωστόσο δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του, καθώς το όλο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της προεξάρχουσας αρχής της συνολικότητας της ποινής (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 257 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Συζητήθηκε σε έκταση πρωτοδίκως το Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, που επιτρέπει τη λήψη υπόψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, των οποίων είτε δεν άρχισε ακόμη η δίωξη, είτε η δίκη επ' αυτών, και, τα οποία ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε, ενώ έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ζητηθεί από καμιά πλευρά να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της ποινής που επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο. Προχώρησε μάλιστα να καταγράψει ότι ασχέτως των λόγων που δεν ζητήθηκε να ληφθεί η υπόθεση υπόψη, ο εφεσείων μόνο τον εαυτό του θα έπρεπε να μέμφεται για το γεγονός ότι όντως δεν λήφθηκε υπόψη. Όμως η ταυτόχρονη διαπίστωση του κατά την παράθεση των λόγων που επιμέτρησαν προς όφελος του εφεσείοντος, ότι όντως θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό κρίση έφεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπ' αρ. 3556/11 υπόθεση του Κακουργιοδικείου, αναιρεί τα πιο πάνω. Αυτή δε η διαπίστωση έπρεπε να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του εφεσείοντος υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω της κατηγορούσας αρχής, να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.» Επομένως, έστω και αν η παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια επιβολής ποινής στην 4058/16 Ε.Δ. Πάφου και παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος στην εν λόγω υπόθεση είναι διαφορετικής φύσης από αυτά της παρούσας, παρά ταύτα, ενόψει της νομολογίας που εκτέθηκε πιο πάνω, η αρχή της συνολικότητας της ποινής τυγχάνει εφαρμογής. Στην Παραρέ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των δύο μηνών που επιβλήθηκε σε σχέση με αδικήματα κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε σχέση με αδικήματα διαφορετικής φύσης, ήτοι ένοπλης ληστείας και κλοπής. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι στα πλαίσια της υπόθεσης 4058/16 Ε.Δ. Πάφου λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και οι υποθέσεις με αριθμό 7286/15 και 1218/16 οι οποίες αφορούσαν αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β. Συνεπώς, ακόμα και αν τα αδικήματα της 4058/16 Ε.Δ. Πάφου διαφέρουν από τα αδικήματα της παρούσας, είναι ξεκάθαρο ότι στα πλαίσια της πρώτης λήφθηκαν υπόψη και υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Έχω προβληματιστεί για το γεγονός ότι για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα για τα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια η μέγιστη προβλεπόμενη σύμφωνα με το Νόμο ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση ενώ για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, που αποτελούσε το βασικό αδίκημα στην 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης λήφθηκαν υπόψη και υποθέσεις στις οποίες περιλαμβάνονταν αδικήματα που αφορούσαν τη χρήση ναρκωτικών ουσιών για τα οποία επίσης η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση. Όσον αφορά το χρονικό εύρος της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, σημειώνω ότι ο χρόνος διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων καλύπτεται από την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων στα οποία επιβλήθηκε ποινή στην 4058/16 Ε.Δ Πάφου. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή της συνολικότητας της ποινής και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο σύνολο της μέσα στα πλαίσια πάντοτε της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Θέτοντας επομένως το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των 6 ετών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι η απάντηση είναι καταφατική. Έχοντας ως δεδομένο την ποινή των 4 ετών που το Δικαστήριο έκρινε ως το ορθό μέτρο στην υπόθεση 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο, στην περίπτωση που η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επέβαλλε ποινή στην 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, η ποινή των 4 ετών θα ήταν αισθητά διαφορετική. Θα πρέπει δε να υπομνησθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, όπως και το Δικαστήριο που επέβαλε την ποινή στην 4058/16 Ε.Δ. Πάφου, έχουν καθ' ύλη δικαιοδοσία επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Στην υποθετική δε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε την ποινή στην 4058/16 Ε.Δ. Πάφου και αποφάσιζε, ενόψει της διαφορετικής φύσης των αδικημάτων, να επιβάλει διαδοχικές ποινές τα πράγματα και πάλι δεν θα διαφοροποιούνταν εφόσον το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν θα μπορούσε να υπερβεί τα 5 έτη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing In Cyprus, 2η έκδοση του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική σελ. 93: «Where consecutive sentences are imposed, the overall term of imprisonment should not exceed the maximum period of imprisonment that the trial court has jurisdiction to impose» Ως εκ των ανωτέρω οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σήμερα θα συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες και εκτιόμενες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο στις 04.08.17 στην υπόθεση με αριθμό 4058/16 Ε.Δ. Πάφου με μεγαλύτερη ποινή εκείνη των 4 ετών. Τα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας εφόσον αυτή εκκρεμεί σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3. Όσον αφορά τα Τεκμήρια της υπόθεσης με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου ήτοι οι επιταγές με αριθμούς 065-02048945, 065-02048947, 062-02048949 και 065-02048950 της ΣΠΕ Γεροσκήπου να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Έξοδα ύψους €140 τα οποία αφορούν την υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου να καταβληθούν από τον Κατηγορούμενο ένα μήνα μετά την αποφυλάκιση του. Για σκοπούς επιβολής ποινής λήφθηκε υπόψη η υπόθεση με αριθμό 45/14 Ε.Δ. Πάφου. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο