← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νικόλα Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1267/15, 22/12/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νικόλα Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1267/15, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:B88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1267/15 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Νικόλα Νικολάου Κατηγορούμενου ----------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Παπασάββα Κατηγορούμενος - παρών ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 30.09.2014 προκάλεσε τρόμο στον Χριστάκη Νεοφύτου απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση «όπου τσιαι αν πάεις θα σε βρω και θα δεις τι θα πάθεις». Αναφορικά με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον προαναφερόμενο Χριστάκη Νεοφύτου με τη φράση «αν καταγγείλεις την υπόθεση στην Αστυνομία θα σου γαμήσω τα ράμματα». Προς απόδειξη της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον Παραπονούμενο Χριστάκη Νεοφύτου. Μετά την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τόσο τον Παραπονούμενο, όσο και τον Κατηγορούμενο. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). O Παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, τη γραπτή κατάθεση του προς την αστυνομία (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι η οικία του βρίσκεται κοντά στο Travel Express στην Πάφο και παρατήρησε ότι αρκετές φορές ένα όχημα σταθμεύει στη γωνία του δρόμου με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την τροχαία κίνηση και να διατρέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει ατύχημα. Επανειλημμένα εισήλθε στο κατάστημα του Travel Express και ζήτησε από τον υπεύθυνο του οχήματος να μην σταθμεύει το όχημα στο συγκεκριμένο σημείο. Στις 30.09.14 και περί ώρα 15:30 το όχημα ήταν και πάλι σταθμευμένο στη γωνία του δρόμου και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο δικό του όχημα φώναξε στον ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος εξήλθε του καταστήματος, και του ζήτησε να μην ξανασταθμεύσει το όχημα του στο συγκεκριμένο σημείο. Επιπρόσθετα ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι θα ειδοποιούσε σχετικά την αστυνομία. Ο υπεύθυνος του οχήματος εξαγριώθηκε και τον απείλησε λέγοντας του ότι αν καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία θα τον βρει και θα του «γαμήσει τα ράμματα». Ο Παραπονούμενος απάντησε ότι θα μεταβεί στην αστυνομία και έλαβε την απάντηση: «Όπου τσιαι αν πάεις θα σε βρω και θα δεις τι θα πάθεις». Στην προφορική του μαρτυρία ο Παραπονούμενος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο εκστόμισε τις προαναφερόμενες φράσεις, λέγοντας ότι το ύφος του Κατηγορούμενου κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν πολύ έντονο. Στο όχημα βρισκόταν μαζί του και ο υιός του ο οποίος φοβήθηκε. Ο ίδιος δεν φοβήθηκε, ανησύχησε όμως και ένιωσε απειλή και για τον λόγο αυτό ασφάλισε τις πόρτες του οχήματος του όταν τους πλησίασε ο Κατηγορούμενος. Τέλος, ο Παραπονούμενος είπε ότι είχε επισκεφθεί τρεις φορές τα γραφεία του Travel Express για το ζήτημα της στάθμευσης χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή. Κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε δει ξανά τον Κατηγορούμενο στα γραφεία του Travel Express όταν είχε μεταβεί εκεί για να παραπονεθεί για τη στάθμευση του οχήματος, αλλά και για να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τους. Γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος του οχήματος διότι τον έβλεπε που το οδηγούσε, αφού η οικία του βρισκόταν πολύ κοντά στο Travel Express. Ερωτηθείς από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου κατά πόσο πριν το επίδικο περιστατικό είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον Κατηγορούμενο, ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Αρνήθηκε την υποβολή της κας. Παπασάββα ότι είχε λογομαχήσει με τον Κατηγορούμενο πριν το επίδικο συμβάν, λέγοντας ότι όταν του ζητούσε να μετακινήσει το όχημα από τον χώρο που το στάθμευε δεν το μετακινούσε και ως εκ τούτου δεν προχωρούσε σε διαλογική συζήτηση. Κατά την ώρα του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην πλάγια συρόμενη είσοδο του Travel Express. Στην υποβολή της κας. Παπασάββα ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντέδρασε κατά το περιστατικό της 30.09.14 διότι αν αντιδρούσε με τον τρόπο που ισχυρίζεται ο Παραπονούμενος, τότε θα έχανε τη δουλειά του, ο Παραπονούμενος επανέλαβε ότι αντέδρασε και μάλιστα με έντονο τρόπο. Τέλος, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι το παράπονο του υποβλήθηκε εκδικητικά, λέγοντας ότι η καταγγελία δεν έγινε διότι ο Κατηγορούμενος στάθμευε το όχημα του στο συγκεκριμένο σημείο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αν ήθελε να τον εκδικηθεί για το εν λόγω ζήτημα θα μπορούσε να κατάγγελλε το περιστατικό στην τροχαία από την πρώτη ή και τη δεύτερη φορά που έκανε παρατήρηση. Η καταγγελία, τόνισε, έγινε διότι τον απείλησε. Ο Παραπονούμενος μου έκανε καλή εντύπωση, απαντούσε χωρίς υπεκφυγές με ευθύ και άμεσο τρόπο και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα κατά την αντεξέταση του. Η κα. Παπασάββα κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου ανέδειξε το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν ανέφερε στο Τεκμήριο 1 ότι ασφάλισε τις πόρτες του οχήματος του όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον πλησίασε ο Κατηγορούμενος. Μάλιστα, όταν το εν λόγω ζήτημα υποδείχθηκε στον Παραπονούμενο, απάντησε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ισχυρισμός περί ασφάλισης των πορτών του οχήματος του Παραπονούμενου προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του. Δεν θεωρώ ωστόσο ότι η μη συμπερίληψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού στο Τεκμήριο 1 πλήττει την αξιοπιστία του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό λέγοντας τις εκφράσεις που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος, επισημαίνοντας μάλιστα ότι ο Κατηγορούμενος είχε εξαγριωθεί και τον απείλησε με τις συγκεκριμένες φράσεις. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) επικεντρώθηκε στις ενέργειες και τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ενώ στην κυρίως εξέταση, όταν πλέον ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ένιωσε φόβο, αλλά ασφάλισε τις πόρτες διότι ένιωσε απειλή. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν θεωρώ ότι η μη καταγραφή του εν λόγω γεγονότος στο Τεκμήριο 1 καταδεικνύει ότι αποτελεί εκ των υστέρων εφεύρημα του μάρτυρα. Δεν παραβλέπω επίσης ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπάρχει ασάφεια σε σχέση με το κατά πόσο ο Παραπονούμενος είχε συνομιλήσει με τον Κατηγορούμενο πριν το επίδικο συμβάν. Σε σχετική ερώτηση που του έγινε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον Κατηγορούμενο. Η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση τόσο με το Τεκμήριο 1, στο οποίο δήλωσε ότι είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο του οχήματος να μην το σταθμεύει στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, όσο και με την κυρίως εξέταση του στην οποία επίσης ανέφερε ότι υπέδειξε στον Κατηγορούμενο ότι από τη στιγμή που διαθέτει χώρο στάθμευσης το Travel Express θα έπρεπε να σταθμεύει εκεί το όχημα του. Προσεκτική ωστόσο αντίκρυση του συνόλου της μαρτυρίας του Παραπονούμενου καταδεικνύει ότι υπήρξε παρανόηση εκ μέρους του ως προς το τι εννοούσε η ευπαίδευτη συνήγορος αναφερόμενη σε «συνομιλία». Αυτό διότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης η κα. Παπασάββα υπέβαλε στον Παραπονούμενο ότι είχε λογομαχήσει με τον Κατηγορούμενο και όταν απάντησε αρνητικά, η συνήγορος αναφέρθηκε σε παρατηρήσεις και συζητήσεις. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά για ευκολότερη παρακολούθηση: «E. Και άλλες φορές φωνάζατε του κατηγορούμενου, ότι είχατε πρόβλημα με το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο και ότι δεν είναι η πρώτη φορά και ότι είχατε προηγούμενες σε εισαγωγικά, λογομαχίες με τον κατηγορούμενο. A. Δεν είχαμε λογομαχίες, όταν έμπαινε μέσα στο αυτοκίνητο‑‑ E. Εντάξει, είτε παρατηρήσεις, μία συζήτηση. A. Μου έλεγαν, "εντάξει, θα το κανονίσουμε" και ξανά πάλε τα ίδια. E. Μάλιστα. A. Δεν καθόμουν εκεί να κάνω συζήτηση, τι άλλο να πω; E. Μάλιστα. A. Δηλαδή δεν σηκωνόταν εκείνην τη στιγμή που του το έλεγα και να βγει έξω και να μετακινήσει το αυτοκίνητο και του έλεγα, ότι "εφόσον υπάρχει πάρκινγκ και είναι άδειο τζιαί ανήκει σας, πήγαινε πίσω από το κατάστημα που χωρεί 15‑16 αυτοκίνητα και παρκάρετε το αυτοκίνητο σας στα πάρκινγκ".» Πρόκειται επομένως για παρανόηση εκ μέρους του Παραπονούμενου, ο οποίος προφανώς εξέλαβε την αναφορά της κας. Παπασάββα σε «συνομιλία» ότι παραπέμπει σε «λογομαχία» λόγω ακριβώς της προαναφερόμενης στιχομυθίας. Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει επίσης ότι και στην αντεξέταση του ο Παραπονούμενος επιβεβαίωσε ότι είχε συζητήσει με τον Κατηγορούμενο πριν το επίδικο συμβάν. Η θέση τώρα της υπεράσπισης ότι η επίδικη καταγγελία έγινε για εκδικητικούς λόγους παρέμεινε γράμμα κενό. Καταρχάς σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος στη μαρτυρία του δεν υποστήριξε ότι υπήρξε λογομαχία μεταξύ του ιδίου και του Παραπονούμενου πριν το επίδικο συμβάν, παρά τις περί αντιθέτου υποβολές της κας Παπασάββα. Από την άλλη, δεν διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία του Παραπονούμενου ότι το παράπονο υποβλήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Η θέση δε που εξέφρασε ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ότι αν ήθελε να καταγγείλει τον Παραπονούμενο για τη στάθμευση του οχήματος του θα μπορούσε να το έκανε από πριν, πέραν του ότι κρίνεται ως λογική, επιβεβαιώνεται και από τα γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου ότι είχε κατά το παρελθόν, πριν δηλαδή το επίδικο περιστατικό, παραπονεθεί για τη στάθμευση του οχήματος του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, ο Παραπονούμενος θα μπορούσε σε χρόνο προγενέστερο του επίδικου συμβάντος να καταγγείλει στην τροχαία το ζήτημα με τη στάθμευση του οχήματος και δεν θα ήταν ανάγκη να «σκαρφιστεί» το επίδικο περιστατικό για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο Παραπονούμενος από την πρώτη στιγμή (βλ. Τεκμήριο 1) αναφέρθηκε στο ζήτημα της στάθμευσης και στις προηγούμενες παρατηρήσεις που έκανε σε σχέση με αυτό και σε καμία περίπτωση δεν επιχείρησε να το αποσιωπήσει. Καταληκτικά σημειώνω ότι ενδεικτική της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο Παραπονούμενος ήταν και η δήλωση του κατά την αντεξέταση ότι αν ο Κατηγορούμενος του ζητούσε ένα συγνώμη δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα. Για τους λόγους που παρατίθενται πιο πάνω η μαρτυρία του Παραπονούμενου κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου την ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο μετέβηκε στην εργασία του με το όχημα της συμβίας του το οποίο και στάθμευσε δίπλα από το Travel Express. Περί ώρα 15:20 σταμάτησε έξω από το Travel Express ένα όχημα, ο οδηγός του οποίου άρχισε να φωνάζει λέγοντας ότι ο χώρος στον οποίο ήταν σταθμευμένο το όχημα του εμπόδιζε την τροχαία κίνηση. Ο οδηγός του οχήματος φώναζε λέγοντας ότι θα πάει στην αστυνομία και ο ίδιος του απάντησε «όπου θέλεις πήγαινε». Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τον Παραπονούμενο ήταν δύο μέρες πριν το επίδικο συμβάν όταν, περνώντας από το Travel Express, φώναζε για το όχημα και συγκεκριμένα για τον χώρο στον οποίο ήταν σταθμευμένο. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ξεφόρτωνε κιβώτια και ρώτησε τον Παραπονούμενο γιατί φωνάζει, με τον τελευταίο να απαντά ότι ήταν για το αυτοκίνητο πράγμα το οποίο τους το είπε αρκετές φορές. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι θα πάει στην αστυνομία και ο ίδιος του απάντησε «πήγαινε όπου θέλεις». Επίσης ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε οποιαδήποτε διαμάχη με τον Παραπονούμενο. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο Τεκμήριο 2 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο περιστατικό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έλαβε χώρα δύο μέρες πριν το επίδικο. Δικαιολογώντας την εν λόγω παράλειψη ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό και ότι ήταν αγχωμένος διότι δεν ανέμενε ότι θα τον καλούσε η αστυνομία. Στην απορία του κ. Συμεού γιατί εφόσον υπήρχαν και άλλοι υπάλληλοι απευθύνθηκε ο ίδιος στον Παραπονούμενο και όχι κάποιος από τους υπόλοιπους υπαλλήλους, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ξεφόρτωνε μόνος του τα κιβώτια και ο Παραπονούμενος απευθύνθηκε στον ίδιο. Περαιτέρω, συμφώνησε με τον κ. Συμεού ότι το όχημα το στάθμευε επανειλημμένως στο συγκεκριμένο σημείο καθώς και ότι υπάρχει διαθέσιμος χώρος στάθμευσης του Travel Express εντός του οποίου θα μπορούσε να σταθμεύει το όχημα, πράγμα όμως το οποίο δεν έπραττε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Παραπονούμενος είχε μεταβεί στο Travel Express για να παραπονεθεί ότι εμπόδιζε την τροχαία κίνηση το όχημα, λέγοντας ότι ο ίδιος τον είχε δει μόνο δύο μέρες πριν το επίδικο περιστατικό. Στην υποβληθείσα θέση ότι εκστόμισε στον Παραπονούμενο την απειλή και τις ύβρεις που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αντίστοιχων αδικημάτων ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε λέγοντας ότι ο υπεύθυνος της εργασίας του ήταν σε κοντινή απόσταση και αν τον άκουγε να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο, τότε θα έχανε την εργασία του. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος θα μπορούσε να ήταν και πελάτης στο γραφείο που εργαζόταν και επομένως δεν θα μπορούσε να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που του αποδίδεται. Περαιτέρω, ο κ. Συμεού υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι εκστόμισε τις επίδικες φράσεις χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να ακουστεί από άλλα πρόσωπα διότι πλησίασε το όχημα του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος επίσης αρνήθηκε την εν λόγω θέση επαναλαμβάνοντας ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν απασχολημένος με το ξεφόρτωμα κιβωτίων και επομένως δεν μπορούσε να πλησιάσει τον Παραπονούμενο κρατώντας τα κιβώτια τα οποία ξεφόρτωνε. Στην υπόδειξη του ευπαίδευτου εκπρόσωπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο Τεκμήριο 2 δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το ξεφόρτωμα κιβωτίων, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε. Τέλος, στην ερώτηση του κ. Συμεού γιατί στο Τεκμήριο 2 δεν κατονόμασε τους υπαλλήλους - συναδέλφους του που ήταν παρόντες στο επίδικο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έδιδε κατάθεση και δεν του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο πήγε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του. Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι ενώ κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου προωθήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι το επίδικο παράπονο υποβλήθηκε για εκδικητικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι υπήρξε πριν το επίδικο περιστατικό λογομαχία μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου σε σχέση με τον χώρο που ο τελευταίος στάθμευε το όχημα που χρησιμοποιούσε, ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι ουδέποτε λογομάχησε με τον Παραπονούμενο. Μάλιστα δήλωσε ότι η πρώτη φορά που τον είδε ήταν δύο μέρες πριν το επίδικο περιστατικό όταν ο Παραπονούμενος περνώντας από το συγκεκριμένο σημείο φώναζε για τον χώρο στάθμευσης του οχήματος χωρίς όμως να έχει συγκεκριμένη συνομιλία μαζί του. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε μέσα από τη μαρτυρία του να υποστηρίξει ότι επί της ουσίας δεν γνώριζε για τα παράπονα του Παραπονούμενου σε σχέση με τον χώρο στάθμευσης του οχήματος, αφού η πρώτη φορά που είδε τον Παραπονούμενο και τον άκουσε να φωνάζει για το όχημα ήταν δύο ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό. Η εν λόγω προσπάθεια όμως του Κατηγορούμενου αναιρείται από τα ίδια τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα ο Παραπονούμενος κατά το επίδικο περιστατικό απευθύνθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο διαμαρτυρόμενος για τον τόπο που στάθμευε το όχημα. Εάν δεν είχε μιλήσει ξανά με τον Κατηγορούμενο και δεν γνώριζε ότι ήταν ο υπεύθυνος για το όχημα, τότε γιατί να απευθυνθεί στον ίδιο και όχι σε οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο του Travel Express; Δεν παραβλέπω ότι ο Κατηγορούμενος δικαιολόγησε το εν λόγω γεγονός υποστηρίζοντας ότι τη δεδομένη στιγμή μόνο ο ίδιος βρισκόταν στον χώρο ξεφορτώνοντας κιβώτια. Αυτή η δήλωση του όμως αναιρεί έναν άλλον ισχυρισμό του και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι το όλο περιστατικό έλαβε χώρα ενώπιον και άλλων υπαλλήλων του Travel Express. Δηλαδή αφενός στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος κατά το επίδικο περιστατικό απευθύνθηκε στον ίδιο ανέφερε ότι μόνον αυτός ήταν παρών, αφετέρου όμως σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του δήλωσε ότι στο όλο περιστατικό παρόντες ήταν και άλλοι υπάλληλοι του Travel Express. Μάλιστα, τοποθέτησε στο όλο περιστατικό και τον υπεύθυνο της εργασίας του δηλώνοντας ότι θα ήταν παράλογο να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που του αποδίδεται, αφού θα κινδύνευε να απολυθεί. Οι προαναφερόμενες αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν και την αναλήθεια των ισχυρισμών του. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου, η οποία βρίσκεται και σε ευθεία αντίθεση με αυτή του Παραπονούμενου η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Travel Express στην Πάφο. Ο Παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το Travel Express και συγκεκριμένα στην οδό Πατριάρχου Γρηγορίου στην Πάφο. Ο Κατηγορούμενος στάθμευε το όχημα του στη γωνία του δρόμου μπροστά από το Travel Express και ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για το εν λόγω γεγονός στον Κατηγορούμενο. Στις 30.09.14 και περί ώρα 15:30, ο Παραπονούμενος βρισκόταν στο όχημα του με τον υιό του και οδηγώντας στον δρόμο μπροστά από το Travel Express διαπίστωσε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στο ίδιο σημείο για το οποίο είχε παραπονεθεί. Τότε ο Παραπονούμενος, ενώ βρισκόταν στο όχημα του, απευθύνθηκε στον Κατηγορούμενο και τον κάλεσε εκ νέου να μην σταθμεύει το όχημα του στο συγκεκριμένο σημείο διότι κινδυνεύει να προκαλέσει δυστύχημα, λέγοντας ταυτόχρονα ότι θα ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος εξαγριώθηκε, πλησίασε το όχημα του Παραπονούμενου, το οποίο βρισκόταν στον δρόμο, και σε έντονο ύφος είπε στον τελευταίο: «Αν καταγγείλεις την υπόθεση στην αστυνομία θα σου γαμήσω τα ράμματα». Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι θα μεταβεί στην αστυνομία και τότε ο Κατηγορούμενος απάντησε με τη φράση: «Όπου τσιαι αν πάεις θα σε βρω και θα δεις τι θα πάθεις». Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προκάλεσε ανησυχία στον Παραπονούμενο, ο οποίος ασφάλισε τις πόρτες του οχήματος του. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το εν λόγω άρθρο τα αδίκημα διαπράττεται όταν με απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης προκαλείται σε άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω ότι στην έκθεση αδικήματος της πρώτης κατηγορίας το αδίκημα περιγράφεται ως «απειλή βιαιοπραγίας». Πρόκειται προφανώς περί λανθασμένης ονομασίας του αδικήματος, αφού το αδίκημα του άρθρου 91Α του Κεφ.154 φέρει τον πλαγιότιτλο - ονομασία «απειλή», ενώ ο πλαγιότιτλος - ονομασία «απειλή βιαιοπραγίας» συναντάται στο άρθρο 91 του Κεφ.
  1. Το ότι πρόκειται για λανθασμένη ονομασία του αδικήματος προκύπτει, πέραν από την καταγραφή του άρθρου 91Α του Κεφ.154 στην έκθεση αδικήματος, και από τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας οι οποίες σαφώς παραπέμπουν στο αδίκημα του άρθρου 91Α του Κεφ.
  2. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση σημειώνω ότι η πλευρά του Κατηγορούμενου ήταν σαφές ότι δεν παραπλανήθηκε από την πιο πάνω λανθασμένη ονομασία, αλλά γνώριζε ότι αντιμετώπιζε το αδίκημα του άρθρου 91Α του Κεφ.
  3. Υπενθυμίζω ότι στα πλαίσια της εισήγησης της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η τελευταία υποστήριξε ότι δεν είχε προσκομιστεί μαρτυρία για το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης τρόμου. Επίσης και στην τελική της αγόρευση η κα. Παπασάββα αναφέρεται στο άρθρο 91Α του Κεφ.
  4. Το αδίκημα τώρα της δημόσιας εξύβρισης (2η κατηγορία) ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Από τη διατύπωση του άρθρου 99 του Κεφ.154 προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι τα ακόλουθα: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Kατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας θεωρώ ότι πληρούνται. Η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος απευθυνόμενος στον Παραπονούμενο ήταν απειλητική, αφού με αυτήν υπονοούσε με ξεκάθαρο τρόπο ότι θα προκαλούσε ζημιά ή βλάβη στον Παραπονούμενο. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Παραπονούμενου προκύπτει ότι η εν λόγω φράση προκάλεσε φόβο και ανησυχία καθώς, ενώ βρισκόταν εντός του οχήματος του και ο Κατηγορούμενος στον δρόμο έξω από το όχημα του, ασφάλισε τις πόρτες του. Επομένως, έστω και αν ο Παραπονούμενος περιέγραψε ως ανησυχία το συναίσθημα που ένιωσε από την απειλή που δέχθηκε λέγοντας μάλιστα ότι δεν φοβήθηκε, εντούτοις η προαναφερόμενη ενέργεια του αντικειμενικά ορώμενη ισοδυναμεί με λήψη αποτρεπτικών μέτρων προς αντιμετώπιση κινδύνου. Επιπρόσθετα, ενδεικτικό της ανησυχίας που προκλήθηκε στον Παραπονούμενο ήταν και το γεγονός ότι αμέσως μετά το επίδικο συμβάν μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό για να το καταγγείλει (βλ. Τεκμήριο 1). Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος, έχοντας κατά νου και το έντονο ύφος που τον διακατείχε κατά την εκφορά της, ήταν εξ αντικειμένου ικανή να προκαλέσει φόβο στον μέσο λογικό άνθρωπο. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, επίσης θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα, αλλά αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «..an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one». Επομένως το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση στα πλαίσια της Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 98 σημειώνοντας τα εξής: «Η ουσία της υπόθεσης Brutus v. Cozens, ανωτέρω, όπως τη συλλαμβάνει η σύνοψη στη σελ. 1297, είναι ότι στις λέξεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι το ερώτημα κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό.» Επίσης για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται απόδειξη πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό να καταδειχθεί ότι είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Γ.Ε v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας ανωτέρω). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος είναι υβριστική. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η συγκεκριμένη φράση ειπώθηκε από τον Κατηγορούμενο σε έντονο ύφος, στα πλαίσια διαμάχης του με τον Παραπονούμενο, ενόψει των παραπόνων που ο τελευταίος εξέφρασε σε σχέση με τον τόπο στάθμευσης του οχήματος του πρώτου, και ασφαλώς το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρα προσβλητικό. Ο Κατηγορούμενος εκστομίζοντας την εν λόγω φράση βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα στον δημόσιο δρόμο μπροστά από τα γραφεία του Travel Express στην Πάφο. Τέλος, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη φράση εξ αντικειμένου θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου στην τελική της αγόρευση τόνισε ότι πέραν της μαρτυρίας του Παραπονούμενου δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και αυτό καταδεικνύει ότι υπήρξε ελλιπής διερεύνηση του όλου περιστατικού. Δεν θεωρώ ότι εκ του γεγονότος τούτου διαπιστώνεται άνευ ετέρου ελλιπής διερεύνηση. Άλλωστε αυτός που επικαλέστηκε στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 2) τρίτα πρόσωπα ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος όπως παραδέχθηκε δεν έδωσε στοιχεία των εν λόγω προσώπων. Από την άλλη το γεγονός ότι κατέθεσε μόνο ο Παραπονούμενος δεν είναι μεμπτό, αφού ούτε νομοθετικά, αλλά ούτε και νομολογιακά απαιτείται η ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας για την απόδειξη των επίδικων αδικημάτων. Πριν τη διατύπωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου σημειώνω ότι το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας καταγράφεται η πρόκληση τρόμου στον Παραπονούμενο, ενώ ο τελευταίος στη μαρτυρία του αναφέρθηκε σε ανησυχία, δεν επηρεάζει κατά την κρίση μου τη δυνατότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου. Εν πρώτοις σημειώνω ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον ύπαρξης ουσιώδους διάστασης μεταξύ της μαρτυρίας και των λεπτομερειών του αδικήματος. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας δεν συνιστά διαζευκτικό τρόπο διάπραξης του αδικήματος, ούτε και μεταβάλλει τα επίδικα θέματα, αλλά αναφέρεται στο αποτέλεσμα της απειλής που εκτοξεύεται εναντίον ενός προσώπου. Το αδίκημα δηλαδή συντελείται είτε προκληθεί τρόμος, είτε ανησυχία. Περαιτέρω, όπως ανέφερα και πιο πάνω, η ενέργεια του Παραπονούμενου να ασφαλίσει τις πόρτες του οχήματος του, αντικειμενικά καταδεικνύει την ύπαρξη φόβου εξού και η λήψη αποτρεπτικών μέτρων. Επισημαίνω ότι στο Λεξικό της Νέας Ελληνική Γλώσσας Β΄ έκδοση του Καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, η λέξη «τρόμος» ερμηνεύεται ως το ισχυρό και αιφνίδιο αίσθημα φόβου και πανικού. Εν πάση περιπτώσει, όπως επίσης αναφέρθηκε πιο πάνω και συγκεκριμένα κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, δεν προέκυψε οποιοσδήποτε επηρεασμός της Υπεράσπισης, ούτε άλλωστε και εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια της τελικής αγόρευσης της κας. Παπασάββα. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.