Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κούλλα Αναστασίου, Αρ. Υποθ.: 2257/16, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ., Αρ. Υποθ.: 2257/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κούλλα Αναστασίου Kατηγορούμενης Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για την Κατηγορούμενη: κα Μικελλίδου (με νομική αρωγή) Η Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Τίθεται σήμερα ενώπιον μου η Κατηγορούμενη με σκοπό την επιβολή ποινής σε αυτήν για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 3 επί του κατηγορητηρίου, για το οποίο μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφότου η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία, αυτή δήλωσε παραδοχή ενοχής. Συγκεκριμένα, η κατηγορία αρ. 3 αφορά στο αδίκημα της «Συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 23, 24 και 214 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία [δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 14/8/2016 και 16/8/2016 στην Αγία Νάπα στην Επαρχία Αμμοχώστου], ενώ γνώριζε ότι ο Mehmet Akpinar ήταν ένοχος κακουργήματος, δηλαδή απόπειρα φόνου του Ben Joseph Robert Banker από τη Βρετανία, παρέσχε βοήθεια σε αυτόν με σκοπό να του δώσει τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία.». Σε όλες τις άλλες κατηγορίες (αρ. 1, 2 και 4) που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη, με αιτιολογημένη απόφαση, ημερ. 25.1.2017, το Δικαστήριο την αθώωσε και απάλλαξε. Εκείνες οι κατηγορίες αφορούσαν - στην κατ' ισχυρισμόν παροχή βοήθειας εκ μέρους της κατηγορούμενης προς άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Sali Ahmet (βλ. κατηγορίες αρ. 2 και 4), πράξη ή ενέργεια (actus reus) που, ως κρίθηκε δικαστικά, δεν αποδείχθηκε με την προσκομισθείσα μαρτυρία να δόθηκε προς το συγκεκριμένο πρόσωπο, και στην παροχή βοήθειας προς τον Mehmet Akpinar ενόσω η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι εκείνος ήταν ένοχος για το φόνο του George Henry Low από τη Βρετανία (βλ. την κατηγορία αρ. 1), κάτι που το Δικαστήριο έκρινε πως δεν αποδείχθηκε από την ενώπιον του μαρτυρία να ήταν εις γνώση της κατηγορούμενης ότι διέπραξε ο Mehmet Akpinar (mens rea). Για σκοπούς επιβολής ποινής, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να στηριχθεί στα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις θεληματικές καταθέσεις της Κατηγορούμενης, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του Δικαστηρίου ως τα Τεκμήρια 2 και
- Σημειώνω κατ' αρχάς ότι ήταν παραδεκτό κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο Ben Joseph Robert Barker, ο οποίος είναι Βρετανός υπήκοος (βλ. το Τεκμήριο 17) εισήχθηκε στην ιδιωτική Κλινική Λητώ την 14/8/2016 και ώρα 03꞉30 όπου διαγνώστηκε (βλ. σχετικά τις καταθέσεις προς την Αστυνομία των δύο ιδιωτών γιατρών της Κλινικής Λητώ, ήτοι του Δρ. Καραπάσιη (Τεκμήριο 22) και του Δρ. Ιερωνυμίδη (Τεκμήριο 25)), ότι «έφερε τέσσερα καλά τραύματα από νήσσον και τέμνον όργανο (μαχαίρι), εκ των οποίων δύο βαθιά αιμορραγικά τραύματα στην πλάτη, οσφυική μοίρα και δύο βαθιά τραύματα στον αριστερό γλουτό». Έτυχε θεραπείας και κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία. Η κατάσταση του χαρακτηρίστηκε από τους γιατρούς ως «σταθερή εκτός κινδύνου». Στο πλαίσιο διερεύνησης του επεισοδίου μέσα από το οποίο προέκυψε ο τραυματισμός του Ben Joseph Robert Barker, η Κυπριακή Αστυνομία συνέλεξε μαρτυρία, η οποία την οδήγησε να θεωρεί τους Mehmet Akpinar και Sali Ahmet ως ύποπτους για υπόθεση απόπειρας φόνου του εν λόγω Βρετανού υπηκόου. Στη μαρτυρία αυτή συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι δύο θεληματικές καταθέσεις της Κατηγορούμενης που δόθηκαν, η πρώτη, δύο μόλις μέρες μετά το επίμαχο επεισόδιο, ήτοι στις 16/8/2016 μεταξύ των ωρών 17꞉35 και 18꞉45 (βλ. το Τεκμήριο 2) και, η δεύτερη, στις 17/8/2016 μεταξύ των ωρών 16꞉50 και 17꞉10 (βλ. το Τεκμήριο 4). Μέσα από τις καταθέσεις αυτές και συγκεκριμένα μέσα από την αρχική θεληματική κατάθεση - Τεκμήριο 2 - όπως διορθώθηκε με τη συμπληρωματική θεληματική κατάθεση της Κατηγορούμενης - Τεκμήριο 4, τα ουσιώδη γεγονότα για τους σκοπούς επιβολής ποινής στην κατηγορία αρ. 3 αναδεικνύονται ως εξής꞉ Η Κατηγορούμενη είχε δεσμό με τον Μεχμέτ Ακπινάρ, έναν Τούρκο (Τουρκοκύπριο) που τον φωνάζουν «Μέμο». Γνωρίστηκε μαζί του τον Δεκέμβρη 2015 και από τότε έμεναν μαζί στο σπίτι της στη Λάρνακα. Ο Μέμο ήταν22 χρονών. Το «περασμένο Σάββατο τη νύχτα» (δηλαδή το βράδυ της 13/8/2016), ο Μέμο είπε στην Κατηγορούμενη ότι θα πήγαινε στην Αγία Νάπα μαζί με τον φίλο του τον Σάλι. Εξ όσων γνώριζε η Κατηγορούμενη, ο Σάλι είναι Τουρκοβούλγαρος και έμενε στη Λευκωσία σε διεύθυνση που δεν γνώριζε η ίδια. Με ποιο μεταφορικό μέσο μετέβηκαν οι ίδιοι στην Αγία Νάπα, δεν το γνώριζε η Κατηγορούμενη, αλλά ήταν βέβαιη ότι ο Μέμο δεν είχε αυτοκίνητο. Εκείνο το βράδυ της 13/8/2016, η Κατηγορούμενη έμεινε στο σπίτι της. Κατά τις 03꞉30, δηλαδή ξημερώματα της 14/8/2016, ενόσω αυτή κοιμόταν, έπαιξε το τηλέφωνο της και είδε ότι την καλούσε ο Μέμο. Απάντησε στο τηλεφώνημα τζαι άκουσε το Μέμο να της λέει꞉ «Εκάμαμεν καφκάν τζαι νομίζω εσκοτώσαμεν κάποιον. Έλα με τάξι να με πιάεις». Επίσης της είπε να του πάρει ρούχα. Τότε η Κατηγορούμενη τηλεφώνησε στο ταξί «Ακρόπολις» στη Λάρνακα και μετά από λίγο έφτασε κοντά της. Πήρε και ρούχα μαζί της όπως της είχε ζητήσει ο Μέμο. Ενόσω η ίδια ήταν καθ'οδόν προς την Αγία Νάπα, της τηλεφώνησε ξανά ο Μέμο και της είπε να πάει κοντά στο ξενοδοχείο Adams στην Αγία Νάπα, σε σημείο που, όπως της είπε, ήταν κρυμμένος. Έτσι αυτή ζήτησε στο ταξί να την πάρει εκεί. Ο Μέμο ήταν πράγματι κρυμμένος πίσω από κάτι δέντρα στον κύριο δρόμο κοντά στη στάση λεωφορείου. Τον βρήκε η Κατηγορούμενη να είναι εκεί με το μποξεράκι μόνο. Τα άλλα ρούχα που φορούσε, τα πέταξε πριν φτάσει η Κατηγορούμενη εκεί και δεν της είπε πού τα έβαλε. Του έδωσε η Κατηγορούμενη τα ρούχα που του πήρε, ντύθηκε εκείνος και ξεκίνησαν για να επιστρέψουν σπίτι της στη Λάρνακα - περιοχή Καμάρες - με το ταξί. Μέσα στο ταξί δεν μίλησαν καθόλου για το τί είχε συμβεί. Μόλις έφτασαν σπίτι της, κατά την έκφραση της Κατηγορούμενης, ο Μέμο «είπεν μου τα ούλλα». Ότι δηλαδή꞉ Ο Μέμο ήταν με τον Σάλι στην Αγιά Νάπα και κάθονταν κάπου. Πήγε μπροστά τους ένας Άγγλος και άρχισε να κατουρά μπροστά τους. Σηκώστηκε ο Σάλι και έκαμε παρατήρηση στον Άγγλο. Σηκώστηκε και ο Μέμο, ο οποίος είπε στον Άγγλο ότι δεν είναι καλό πράγμα να κατουρά μπροστά από άλλους. «Τζαι εγύρισεν ο εγγλέζος τζαι έδωκεν την ππουνιά του Μέμου μες το στόμα.». Μετά από αυτό, ο Μέμο και ο Σάλι έφυγαν από το μέρος. Είχαν όμως προσέξει ότι μαζί με εκείνον τον Άγγλο που κατουρούσε, ήταν ακόμη ένας Άγγλος. Στη συνέχεια, καθώς ο Μέμο και ο Σάλι περπατούσαν μεσα στο δρόμο, ήρθαν πάλι οι δύο Άγγλοι που είχαν δει προηγουμένως, μαζί με άλλους, ήταν πέντε όλοι μαζί οι Άγγλοι αυτή τη φορά, «τζαι εμουντάραν τους», δηλαδή όρμηξαν κατά του Μέμο και του Σάλι. Σύμφωνα με την αφήγηση της Κατηγορούμενης, η οποία μετέφερε στην Αστυνομία τα λεγόμενα του Μέμο, «Ο ξαθθός έπιασε τον Μέμο που τον λαιμό τζαι ο Σάλι ετσακώνετουν με τζείνον που εκατούραν. Την ώρα που τζείνος ο ξαθθός εβάσταν τον Μέμο που τον λαιμό, ο Μέμος έμπηξεν του το μασσιέρι πας την ράσσι. Ο Σάλις έμπηξε μασσιερκές τζαι τους θκυό, τζιαι τζείνου που εκατούραν τζαι του άλλου που εμάλλωννε με τον Μέμο. Είπεν μου ο Μέμος ότι μιαν μασσιερκάν έμπηξεν τζείνος, τες άλλες εν ο Σάλις. Μετά τζείνος που εκατούραν εκλώτσησεν τον Μέμο στο στήθος τζαι οι Σάλις έμπηξεν του το μασσιέρι. Τζείνος που εκατούραν πιστέφκω εν τζείνος που εν μακαρίτης. Όπως μου είπεν ο Μέμος εν ο Σάλις που τον εμασσιέρωσεν. " Ύστερα από τα μαχαιρώματα, έφυγε ο καθένας μόνος του, δηλαδή ο Μέμο και ο Σάλι έφυγαν χωριστά. Μετά που της εξιστόρησε τα πιο πάνω, ο Μέμο έκαμε το μπάνιο του στο σπίτι της Κατηγορούμενης, μίλησε λίγο με αυτήν και έφυγε. Κατά τις 12 το μεσημέρι ή 2 το απόγευμα της 14/8/2016, ο Μέμο ξανατηλεφώνησε στην Κατηγορούμενη και της είπε να πάει πίσω στην Αγιά Νάπα εκεί που είναι τα αποχωρητήρια στο πάρκιγκ απέναντι από την εκκλησία για να πιάσει το κινητό του. Της εξήγησε ότι αυτός το είχε βάλει πάνω σε ένα τοιχούι. Έτσι, η κατηγορούμενη ζήτησε από ένα φίλο της να τη μεταφέρει εκεί, όπου πράγματι αυτή το βρήκε και το έπιασε. Η Κατηγορούμενη μίλησε ξανά με τον Μέμο στο τηλέφωνο τη νύχτα της 14/8/
- Της τηλεφώνησε εκείνος και της είπε ότι ήταν ακόμα στη Λευκωσία. Τον ρώτησε η Κατηγορούμενη για τον Σάλι, αλλά της απάντησε ότι ήταν εξαφανισμένος. Την 15/8/2016 περί ώρα 8 π.μ. η Κατηγορούμενη πήρε το λεωφορείο από την εκκλησία του Άη Γιώρκη στη Λάρνακα και πήγε στη Λευκωσία. Απ' εκεί πέρασε στα κατεχόμενα μέσω του οδροφράγματος του Λήδρα Πάλλας και μετά πήγε στην Κερύνεια όπου βρήκε το Μέμο. Τον συνάντησε σε κάποιο σημείο μέσα στο δρόμο. Μαζί του ήταν και ο Σάλι. Η ίδια παρέδωσε το κινητό τηλέφωνο στο Μέμο. Τη νύχτα η ίδια έμεινε σε ένα ξενοδοχείο στην Κερύνεια. Την άλλη μέρα, δηλαδή στις 16/8/2016 πήγε με λεωφορείο από την Κερύνεια στο Λήδρα Πάλλας και η ώρα 14꞉30 ξεκίνησε με το λεωφορείο από τη Λευκωσία για να επιστρέψει στη Λάρνακα. Αξίζει, ίσως, στο σημείο αυτό να θυμίσω ότι ο λόγος που αθωώθηκε η Κατηγορούμενη σχετικά με την κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, η οποία αφορούσε στο αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη φόνου του George Henry Low αφορούσε στο ότι, αφενός, ο Μέμο το μόνο που παραδέχθηκε προς την Κατηγορούμενη ήταν ότι εκείνος είχε μαχαιρώσει μια φορά μόνο «το ξαθθό» στη ράχη, εκδοχή η οποία ταιριάζει με το σημείο μαχαιρώματος κατά του Ben, όχι του George, και, αφετέρου, η άλλη προσφερθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία και συγκεκριμένα εκείνη του ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα κ. Παναγιώτη Μιχαήλ (ΜΚ3) ήταν ότι το μαχαίρωμα κατά του Ben προήλθε από κάποιον «λευκό» ενώ το μαχαίρωμα κατά του George προήλθε από κάποιον «έγχρωμο» ο οποίος τον μαχαίρωσε στο λαιμό ακριβώς στο σημείο της καρωτίδας. Ο ΜΚ3 θυμόταν πολύ καλά αυτόν τον «έγχρωμο» που μαχαίρωσε τον George, διότι, όπως είπε, τον είδε ολοκάθαρα σε μικρή απόσταση και γι' αυτό τον περιέγραψε λεπτομερώς στην Αστυνομία, έτσι ώστε να μπορεί να σκιαγραφηθεί το πορτρέτο του να κηρυχθεί αναζητούμενο πρόσωπο. Εν συνεχεία, το πρόσωπο αυτού του έγχρωμου αναγνωρίστηκε από τον ΜΚ3 ως αυτό που φαινόταν στη φωτογραφία ως το Τεκμήριο 10 (Σάλι) και όχι ως εκείνο που φαινόταν στη φωτογραφία ως το Τεκμήριο 11 (Μέμο). Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ3, ο Μέμο και ο Σάλι κρατούσαν ξεχωριστά μαχαίρια ο καθένας και μετά τα μαχαιρώματα τράπηκαν σε φυγή προς διαφορετικά σημεία꞉ «ο λευκός που μαχαίρωσε τον Μπεν έτρεξε και έφυγε και συγκεκριμένα κατέβηκε τα σκαλιά που είναι δίπλα από την Bel και οδηγούν στην εκκλησία. Ο έγχρωμος έτρεξε προς το Soho και εξαφανίστηκε.». Από την άλλη, θυμίζω ότι ο λόγος που η Κατηγορούμενη αθωώθηκε σχετικά με τις κατηγορίες αρ. 2 και 4, ήταν γιατί από την προσφερθείσα μαρτυρία δεν δόθηκε καμία ένδειξη ότι η Κατηγορούμενη βοήθησε το Σάλι ή ότι της ζητήθηκε να προσφέρει άσυλο ή βοήθεια σ' εκείνον και να το έπραξε. Όταν μετέβηκε στα κατεχόμενα η Κατηγορούμενη, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το έπραξε κατόπιν παράκλησης του Σάλι για να του παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε να ανήκε στον Σάλι το τηλέφωνο που ο Μέμο της ζήτησε να μεταφέρει στα κατεχόμενα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η συνέργεια για την οποία θα επιβληθεί ποινή στην Κατηγορούμενη επικεντρώνεται στη βοήθεια που αυτή πρόσφερε στον Mehmet Akpinar (άλλως Μέμο), η οποία, ως περιγράφεται στις θεληματικές της καταθέσεις, ήταν ότι꞉ Πρώτον, ξημερώματα της 14.8.2016, η Κατηγορούμενη έδωσε στο Μέμο τη δυνατότητα να έχει καθαρά ρούχα για να αλλάξει μετά από το περιστατικό που, όπως ο ίδιος της είπε στο τηλέφωνο, τον άφησε να νομίζει ότι σκότωσαν κάποιον άνθρωπο και αφού εκείνος ντύθηκε με τα καθαρά ρούχα, η Κατηγορούμενη εξασφάλισε τη μεταφορά του με ταξί από την Αγία Νάπα προς το σπίτι της στη Λάρνακα. Δεύτερον, την ίδια μέρα, αμέσως μετά που πήγαν στο σπίτι της στη Λάρνακα όπου και της εξήγησε πλέον ο Μέμο λεπτομερέστερα τί έγινε, ότι δηλαδή αυτός μαχαίρωσε έναν ξαθθό Άγγλο, ενώ ο Σάλι μαχαίρωσε τόσο τον ίδιο ξαθθό Άγγλο όσο και έναν άλλο Άγγλο που ήταν μαζί με το ξαθθό και κατουρούσε μπροστά τους, η Κατηγορούμενη φιλοξένησε τον Μέμο στο σπίτι της μέχρι το πρωινό της ίδιας μέρας. Τρίτον, αργότερα την ίδια μέρα, όταν ο Μέμο πήγε στη Λευκωσία, η Κατηγορούμενη πήγε ξανά στην Αγία Νάπα με οδηγίες και καθ' υπόδειξή του Μέμο για να πάρει το κινητό τηλέφωνο, που εκείνος είχε αφήσει εκεί. Τέταρτον, την επόμενη μέρα (15.8.2016), πάλιν καθ' υπόδειξη του Μέμο, η Κατηγορούμενη πήγε και τον βρήκε στα κατεχόμενα, όπου διέφυγε ο Μέμο, και του παρέδωσε το εν λόγω κινητό. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η Κατηγορούμενη είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Από την ακροαματική διαδικασία προκλήθηκαν €60 έξοδα. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε ως μέρος της αγόρευσής της το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, όπου εκτέθηκαν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης στο στάδιο που θα εξεταζόταν η αίτησή της για νομική αρωγή. Η εν λόγω έκθεση ετοιμάστηκε κατά ή περί την 31.8.2016 κατόπιν συνέντευξης που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη στις Κεντρικές Φυλακές όπου αυτή τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση. Προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση του Γραφείου Ευημερίας τα εξής στοιχεία αναφορικά με την Κατηγορούμενη꞉ Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν 48 ετών. Γεννήθηκε στις 7.11.1967 στο Λίβερπουλ, στην Αγγλία. Έζησε εκεί μέχρι τα 9 της χρόνια. Επαναπατρίσθηκε στην Κύπρο με την οικογένειά της το
- Φοίτησε στη Σχολή Καλογραιών Λάρνακας μέχρι την Γ' Γυμνασίου και εγκατέλειψε λόγω μειωμένου σχολικού ενδιαφέροντος. Εργάστηκε για 5 χρόνια μαζί με τον πατέρα της ο οποίος διατηρούσε μάντρα αυτοκινήτων, για να διεκπεραιώνει γραφειακές εργασίες. Έχει δύο ενήλικα παιδιά (27 και 24 ετών) από τον πρώτο της γάμο, τα οποία ζουν και εργάζονται στη Λάρνακα. Έχει ακόμη ένα ενήλικο παιδί (20 ετών) από το δεύτερο της γάμο, το οποίο δεν εργάζεται. Πριν την προφυλάκισή της, διέμενε μαζί με τα τρία της παιδιά σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα τριών υπονοδωματίων. Οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίστηκαν από την ίδια ως μέτριες. Το ενοίκιο καταβαλλόταν προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως ενόψει του ότι το διαμέρισμα αποτελούσε κρατική περιουσία. Κατά τους τελευταίους 9 μήνες πριν την προφυλάκισή της διατηρούσε δεσμό με τον Τουρκοκύπριο Mehmet Akpinar, ο οποίος κατά διαστήματα διανυκτέρευε και στο σπίτι της. Αμέσως πριν την προφυλάκισή της ήταν λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος το ποσό του οποίου ανερχόταν σε €
- Δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε αποταμιεύσεις παρά μόνον μικρά χρέη (€300 για εντάλματα με μηνιαία δόση €80 και €370 στη ΣΠΕ Κοντέας με μηνιαία δόση €100). Η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι η Κατηγορούμενη δεν σκέφτηκε πολύ καλά πριν να προβεί στις ποινικά κολάσιμες πράξεις της και ότι ίσως διάφορες αποφάσεις τις οποίες αυτή πήρε να οφείλονταν και στο γεγονός ότι δεν είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί τις συνέπειες αυτού που έκαμνε εκείνη την στιγμή, είτε λόγω του συναισθηματικού δεσμού της με τον Mehmet Akpinar είτε λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου της, αφού φοίτησε μόλις μέχρι την Γ' Γυμνασίου. Σημαντικό στοιχείο όμως είναι, ως εισηγείται η συνήγορος Υπεράσπισης, το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη προχώρησε σε δεύτερες σκέψεις, συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές κατά τρόπο που στην ουσία ήταν η ίδια που καταδίκασε τον εαυτό της, διότι βοήθησε τις αστυνομικές αρχές να διαλευκάνουν σε μέγιστο βαθμό το έγκλημα, και να εκδώσουν τα εντάλματα σύλληψης κατά των ενεχόμενων. Ομολόγησε τις δικές της ενέργειες και κάτω από το βάρος ίσως των τύψεων και της ενοχής της άλλαξε την πρώτη κατάθεση και είπε ότι ήθελε να πει όλη την αλήθεια για να βοηθήσει τις αστυνομικές αρχές και τον ίδιο της τον εαυτό. Σημείωσε, επίσης, η συνήγορος Υπεράσπισης ότι πριν συμβεί το επίμαχο περιστατικό, η Κατηγορούμενη είχε μεταβεί στο δικηγορικό γραφείο της μαζί με τον Μεχμέτ Αχπινάρ, για να της πει ότι είχαν πρόθεση να αρχίσουν τη διαδικασία για να παντρευτούν. Εάν είχαν παντρευτεί, ως σύζυγος δεν θα δικαζόταν και δεν θα υπόκειτο τώρα σε τιμωρία για τη βοήθεια που του πρόσφερε, αφού θα δικαιούταν της ειδικής υπεράσπισης του άρθρου 23 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Περαιτέρω, η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν το άτομο το οποίο επιζητούσε οποιεσδήποτε φασαρίες. Ήταν φιλήσυχη, σωστή στην οικογένεια της, άνθρωπος ο οποίος στήριζε τα παιδιά της. Ο χρόνος που παρέμεινε στις Κεντρικές Φυλακές, μακριά από την οικογένεια της, έδειξε στην Κατηγορούμενη πόσο μεγάλο σφάλμα έκαμε που προέβηκε σε αυτή την πράξη. Τη σωφρόνισε αρκετά και δεν υπάρχει περίπτωση στο μέλλον να προβεί σε τέτοιου είδους αδίκημα. Είναι λευκού ποινικού μητρώου και αυτό ακριβώς δείχνει ότι το επίδικο ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Γι' αυτό η Κατηγορούμενη ζητεί από το Δικαστήριο να την κρίνει με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μεταμελημένη και ζητά τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Τέλος, η συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση, ημερ. 24.10.2016, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας / Αμμοχώστου στην υπόθεση αρ. 1756/2016, Δημοκρατία ν. Μάριος Χριστοδούλου, άλλως Μπένης κ.α., με την οποία επιβλήθηκε ποινή στην Κατηγορούμενη 5 για το αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Η σοβαρότητα που προσδίδεται από τον νομοθέτη στα διάφορα αδικήματα διαφαίνεται και από το ανώτατο όριο ποινής που έχει προβλέψει με Νόμο. Το άρθρο 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι «Ο συνεργός μετά τη διάπραξη κακουργήματος είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται, αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, σε φυλάκιση τριών χρόνων.». Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή ενοχής στην κατηγορία αρ. 3, η οποία αφορά στο αδίκημα της συνέργειας μετά από τη διάπραξη απόπειρας φόνου από τον Mehmet Akpinar κατά του Ben Joseph Robert Barker. Η απόπειρα φόνου αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα, κακούργημα. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος και υπόκειται σε μέγιστη ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει ως αφετηρία τη μέγιστη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή (βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632, Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 727) και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση, για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού, αφενός, απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και, αφετέρου, η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε σοβαρά αδικήματα, όπου η φύση ή/και η συχνότητα διάπραξής τους απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Η τιμωρία που θα επιβληθεί θα πρέπει να αντανακλά στον παράγοντα της υπονόμευσης των αρχών δικαίου και της συνάδουσας με αυτό κοινωνικής διαγωγής. Άλλωστε, η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά «..... μέτρο άμυνας έναντι παραβάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του» (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στην παρούσα υπόθεση το αδίκημα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι αναντίλεκτα ένα σοβαρό αδίκημα, όχι μόνο λόγω της αυστηρής ποινής που προβλέπεται στο Νόμο ότι επισύρει, αλλά και λόγω του ότι, ως εκ της φύσης του, το αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, στο βαθμό που ένας που έχει διαπράξει κακούργημα βοηθείται στο να διαφύγει την τιμωρία. Ως επιβαρυντικό παράγοντα λαμβάνω, λοιπόν, υπόψη το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση η βοήθεια που πρόσφερε η Κατηγορούμενη στον Mehmet Akpinar (άλλως Μέμο) ήταν καταλυτικής σημασίας στο να φύγει από τη σκηνή του εγκλήματος με τη συνοδεία της Κατηγορούμενης και υπό την προστασία της (με καθαρά ρούχα, στο ταξί μαζί της) και κατ' επέκταση στο να διαφύγει τη σύλληψη και την τιμωρία. Δραστική ήταν, επίσης, και η βοήθεια που του πρόσφερε η Κατηγορούμενη με το να μεταβεί η ίδια εκ νέου στην Αγιά Νάπα για να εξασφαλίσει την κατοχή του κινητού τηλεφώνου που ο Μέμο είχε αφήσει στη σκηνή και ακολούθως να του το παραδώσει η ίδια προσωπικά στα κατεχόμενα, αποστερώντας έτσι από τις ανακριτικές αρχές κάτι το οποίο δυνητικά θα αποτελούσε τεκμήριο στην πορεία των ανακρίσεων. Η διαφυγή του Μέμο στα κατεχόμενα δεν θα είχε ενδεχομένως συμπληρωθεί και επιτευχθεί αν η Κατηγορούμενη πήγαινε αυτοβούλως στην Αστυνομία νωρίς το πρωί της 14.8.2016, για να ομολογήσει όσα της είχε αφηγηθεί ο Μέμο τα ξημερώματα εκείνης της μέρας. Κλήθηκε προς ανάκριση η Κατηγορούμενη στην Αστυνομία στις 16/8/2016, κατόπιν πληροφορίας που εξασφάλισε η Αστυνομία, και τότε ήταν που είχε την πρώτη έκρηξη συνείδησης η Κατηγορούμενη με αποτέλεσμα να προβεί στην πρώτη θεληματική κατάθεσή της ως το Τεκμήριο 2, για να λυτρωθεί. Ο Μέμο είχε ήδη διαφύγει στα κατεχόμενα και αυτό το γνώριζε η Κατηγορούμενη αφού τον είχε επισκεφθεί εκεί στις 15.8.2016. Δεν το αποκάλυψε όμως στην πρώτη της κατάθεση και χρειάσθηκε να δώσει, υπό το βάρος της συνείδησής της, νέα κατάθεση μία ακόμη μέρα αργότερα. Συνεπώς, η δική της πλήρης ομολογία προς την Αστυνομία έγινε μετά που ο Μέμο καρπώθηκε όλο το όφελος της βοήθειάς της στο να διαφύγει της τιμωρίας. Η συνειδησιακή μετάλλαξη της Κατηγορούμενης και η στροφή που έκανε προς υποβοήθηση του έργου των ανακριτικών αρχών, έστω και εκ των υστέρων, θα τύχει κάποιας έκπτωσης στην έκταση της ποινής, εφόσον αναγνωρίζει το Δικαστήριο ότι όσα η Κατηγορούμενη αποκάλυψε τελικά στις ανακριτικές αρχές επέτρεψαν να καταστεί γνωστή η ταυτότητα των δραστών που ενέχονταν στην απόπειρα φόνου του Ben. Λαμβάνω συναφώς υπόψη ότι ούτε η μαρτυρία του ταξιτζή (ΜΚ2) που περισυνέλεξε τον Μέμο από τη σκηνή ούτε η μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα του εγκλήματος (ΜΚ3), ήταν ικανές (η καθεμιά ξεχωριστά ή και οι δύο συνδυαστικά) να δώσουν στην Αστυνομία να γνωρίζει την ταυτότητα των δραστών. Όπως λέχθηκε στην Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582, «Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες, βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων.». Η μεταμέλεια της Κατηγορούμενης εκδηλώθηκε και μέσω της συνεργασίας της με τις ανακριτικές αρχές μετά την εκ μέρους της ομολογία του αδικήματος της συνέργειας. Βοήθησε στην εξιχνίαση του εγκλήματος που διαπράχθηκε κατά των δύο Βρετανών, αφού꞉ Συγκατατέθηκε (βλ. το Τεκμήριο 5) στο να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, προκειμένου αυτή να αναγνωρισθεί από τρίτο πρόσωπο που θα έδιδε μαρτυρία στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα, επρόκειτο να υποβληθεί σε διαδικασία αναγνώρισης της Κατηγορούμενης ο οδηγός του ταξί που τη μετέφερε στην Αγία Νάπα τα ξημερώματα της 14/8/2016. Με νέα κατάθεσή της, ημερ. 16/8/2016, η οποία λήφθηκε μεταξύ των ωρών 19꞉00 και 19꞉10 (βλ. το Τεκμήριο 3), η Κατηγορούμενη έδωσε θεληματικά τη συγκατάθεσή της στην Αστυνομία για να έχει πρόσβαση και να προβεί σε επεξεργασία στα αρχεία του κινητού της τηλεφώνου, περιλαμβανομένων των επαφών, των γραπτών μηνυμάτων, των email, facebook, φωτογραφιών και βίντεο που η ίδια διατηρούσε σε αυτό. Προέβηκε σε υπόδειξη σκηνών (Τεκμήριο 15) και έδωσε συγκατάθεση για έρευνα της οικίας της (βλ. Τεκμήριο 16). Η παραδοχή ενοχής για το αδίκημα εκ μέρους ενός κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τη δική της πρόσθετη αξία ως ελαφρυντικός παράγοντας. Όπως λέχθηκε στην απόφαση ημερ. 2.12.2015, στην Πoινική ΄Εφεση αρ.154/2015, Στέλιος Κουλουντή ν. Αστυνομίας - «Θα προσθέταμε δε ότι είναι μόνο δια της παραδοχής που αποδίδεται με απτό και άμεσο τρόπο η μεταμέλεια ενός προσώπου.». Όπως επίσης τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 - «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Στην παρούσα υπόθεση, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ήταν σε προχωρημένο στάδιο η ακροαματική διαδικασία, όταν η Κατηγορούμενη αποφάσισε να προβεί σε αλλαγή απάντησης και σε παραδοχή του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 3, για την οποία θα επιβληθεί ποινή, συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί όλο το ευεργέτημα της έκπτωσης ως εκ της παραδοχής, αφού δεν είναι η περίπτωση που να εξοικονομήθηκε σημαντικός χρόνος δίκης. Προχωρώ υπό το φως όλων των πιο πάνω παραγόντων να αξιολογήσω ποια είναι η πρέπουσα ποινή για την περίπτωση του αδικήματος που διέπραξε η Κατηγορούμενη, δεδομένων και των δικών της προσωπικών συνθηκών (48 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, μητέρας τριών ενήλικων παιδιών, λήπτριας ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος), η οποία ενήργησε κατά τον ουσιώδη χρόνο του αδικήματος υπό το πρίσμα του συναισθηματικού δεσμού που τη συνέδεε με τον Μέμο. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, έχω μελετήσει και συγκρίνει την παρούσα υπόθεση με την υπόθεση αρ. 1756/2016, Δημοκρατία ν. Μάριος Χριστοδούλου, άλλως Μπένης κ.α., όπως με κάλεσε να πράξω η συνήγορος Υπεράσπισης. Στην υπόθεση 1756/2016, η Κατηγορούμενη αρ. 5 αντιμετώπιζε μια κατηγορία για το αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη του φόνου του Θεοφάνη Θεοφάνους, άλλως Καλοψιδιώτη, και του ζεύγους Ηλία και Σκεύης Χατζηευθυμίου στις 23.6.2016 ενόσω βρίσκονταν σε εστιατόριο στην Αγία Νάπα καθώς επίσης του σοβαρού τραυματισμού στον ίδιο τόπο και χρόνο του Γιώργου Χαραλάμπους και του Παναγιώτη Καλλιτσιώνη. Στις 25.6.2016 η Αστυνομία έλαβε πληροφορία ότι σε συγκεκριμένο διαμέρισμα στην Αγλαντζιά, ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 5, κρυβόταν, με τη βοήθεια του Κατηγορούμενου 6 ο ένας εκ των δραστών. Στις 26.6.2016 κατόπιν εντάλματος έρευνας αλλά και γραπτής συγκατάθεσης της Κατηγορούμενης 5 ερευνήθηκε το διαμέρισμά της. Στις 26.6.2016 λήφθηκε κατάθεση από την κατηγορούμενη 5 η οποία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή και/ή γνώση για τα γεγονότα. Στις 27.6.2016 συνελήφθηκε η κατηγορούμενη 5 η οποία απάντησε «Ψες δεν εκοιμήθηκα. Σήμερα σκεφτόμουν όλη μέρα και θέλω να σου πω την αλήθεια.». Στις 28.6.2016 οι ανακριτικές αρχές έλαβαν θεληματική κατάθεση από την κατηγορούμενη 5 με την οποία αυτή ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 6 στη διάπραξη των αδικημάτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 24.6.2016 που η Κατηγορούμενη αρ, 5 άρχισε να έχει γνώση γεγονότων που συνιστούσαν παροχή ασυλίας ή βοήθειας σε άλλο πρόσωπο ένοχο ποινικού αδικήματος, αυτή ήταν αρραβωνιασμένη με τον Κατηγορούμενο αρ. 6 και συμβίωναν. Εκείνος πήρε τα κλειδιά ενός διαμερίσματος που ανήκε στην Κατηγορούμενη αρ. 5 και πρόσφερε στέγη σε αυτό σε έναν εκ των δραστών του φονικού. Μόλις το αντιλήφθηκε η Κατηγορούμενη αρ. 5, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο αρ. 6 να μετακινήσει τον δράστη από το εν λόγω διαμέρισμα και είπε και στον ίδιο το δράστη ότι δεν μπορούσε να μείνει εκεί και ότι έπρεπε να φύγει. Την επόμενη μέρα, για να βεβαιωθεί ότι ο αρραβωνιαστικός της απομάκρυνε τον δράστη από το διαμέρισμά της όπως του ζήτησε, τον συνόδευσε η ίδια στο αυτοκίνητο για να μεταφέρουν τον δράστη σε ένα ερειπωμένο κτίριο στην Ξενοδοχειακή σχολή. Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας Αμμοχώστου επέβαλε στην Κατηγορούμενη αρ. 5 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Κατά την επιμέτρηση της ποινής έλαβε υπόψη
(1)το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης,
(2)την άμεση παραδοχή της στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο,
(3)τη μεγάλη σημασία που είχε η θεληματική κατάθεσή της για την εξιχνίαση της υπόθεσης από την Αστυνομία και
(4)την πολύ περιορισμένη εμπλοκή της κατηγορούμενης, η οποία συνίστατο ουσιαστικά στη μεταφορά εκ μέρους της, μαζί με τον κατηγορούμενο 6, του αγνώστου προσώπου σε ερειπωμένο κτίριο στην ξενοδοχειακή σχολή μετά την άμεση αντίδρασή της και την απαίτησή της να εγκαταλείψει το διαμέρισμα της. Έδειξε κατανόηση το Κακουργιοδικείο στο δύσκολο δίλημμα που βρέθηκε η Κατηγορούμενη έχοντας να αποφασίσει αν θα έπρεπε να καταδώσει στις αστυνομικές αρχές τον αρραβωνιαστικό της. Επίσης, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη ότι η επιβολή στην κατηγορούμενη ποινής φυλάκισης θα της αποστερούσε για περιορισμένο έστω χρόνο το δικαίωμα άσκησης της εργασίας της ως νηπιαγωγού. Παρατηρώ ότι οι δύο υποθέσεις ομοιάζουν λόγω του συναισθηματικού δεσμού που είχαν οι Κατηγορούμενες με τους δράστες και του σύντομου σχετικά χρόνου (2 ημερών) εντός του οποίου κατέληξαν να ομολογούν στην Αστυνομία όσα γνώριζαν για τη συμμετοχή των δραστών στο έγκλημα και για τη δική τους εμπλοκή μετά το αδίκημα. Κρίνω όμως ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σημαντικά σε ό,τι αφορά το μέγεθος και το είδος της βοήθειας που παρασχέθηκε από την Κατηγορούμενη στο δράστη. Η δική της συμβολή δεν ήταν τόσο περιορισμένη όσο εκείνη της Κατηγορούμενης αρ. 5 στην πιο πάνω υπόθεση αρ. 1756/16. Είναι πρόδηλες οι διαφορές. Δεν της φόρτωσε κάποιος τρίτος το Μέμο για να τον φυγαδεύσει ή να τον βοηθήσει. Εκείνη του προσέφερε αυτοβούλως όλη τη βοήθεια σε τρία ξεχωριστά χρονικά στάδια. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει ούτε το στοιχείο της άμεσης παραδοχής του αδικήματος ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Καταλήγω να κρίνω ότι δικαιολογείται όπως στην παρούσα υπόθεση επιβάλω στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούμενης. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένη. Αναμφίβολα, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όπως τις έχω αναλύσει πιο πάνω, δεν συνθέτουν τέτοια εικόνα, η οποία να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής. Η Κατηγορούμενη έλαβε ήδη πιο επιεική μεταχείριση κατά την επιμέτρηση της διάρκειας της ποινής φυλάκισης, λόγω των στοιχείων της έμπρακτης μεταμέλειας που έδειξε (συνεργασία με την Αστυνομία, θεληματική κατάθεση, παραδοχή έστω και σε πιο καθυστερημένο στάδιο στο Δικαστήριο). Δεν υφίστανται οποιεσδήποτε ιδιάζουσες προσωπικές ή οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης οι οποίες να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Έχοντας υπόψη μου όλους τους πιο πάνω παράγοντες, δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης 9 μηνών θα είναι άμεση, με ισχύ από σήμερα. Μειώνεται, όμως, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, κατά το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη τελούσε ως υπόδικη υπό κράτηση, ήτοι κατά το διάστημα από 25.8.2016 έως σήμερα. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παρούσα δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (υπ.) ............. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο