Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Daniela Tsetkova, Αρ. Υπόθεσης: 2671/2016, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B2 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2671/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Daniela Tsetkova Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Χατζημιχαήλ Για την Κατηγορούμενη꞉ κα Βέσσελκα Ιωάννου Η Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη, η οποία τελεί υπό κράτηση, τίθεται σήμερα ενώπιόν μου για επιβολή ποινής σε αυτήν κατόπιν τροποποίησης της κατηγορίας αρ. 3 επί του Κατηγορητηρίου και αλλαγής απάντησης σε αυτήν από μη παραδοχή σε παραδοχή. Οι κατηγορίες αρ. 1 και 2 αναστάληκαν και η Κατηγορούμενη απαλλάγηκε αυτών. Η κατηγορία αρ.3, ως τροποποιήθηκε, αφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του Κατηγορητηρίου, «Η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 1 - 25/9/16, συμπεριλαμβανομένων, σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στον Πρωταρά στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου στο κατάστημα DISCOUNT SHOP, έκλεψε το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ, περιουσία του Γιώργου Κατσιάρη από το Λιοπέρι.». Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ «Η κατηγορούμενη κατάγεται από τη Βουλγαρία και εργαζόταν στο κατάστημα του παραπονούμενου Γιώργου Κατσιάρη (ΜΚ1) από το 2008 μέχρι το 2016 τον Σεπτέμβριο. Είχε καταγγελθεί στις 28/9/16 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ότι η κατηγορούμενη είχε κλέψει από τα ταμεία του καταστήματος ποσό 300 ευρώ σε τακτά χρονικά διαστήματα μεταξύ 1/9/16 με 5/9/16, πράγμα το οποίο κατά την διερεύνηση της υπόθεσης διασταυρώθηκε από κλειστό σύστημα παρακολούθησης που υπήρχε εγκατεστημένο στο κατάστημα. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη εξέδιδε αποδείξεις τις οποίες μηδένιζε και άφηνε λιγότερο ποσό ως είσπραξη από τους πελάτες, πράγμα το οποίο φάνηκε στο Ζετ της μηχανής, στην κορδέλα που γίνεται ο έλεγχος όταν κλείνει το ταμείο. Εντιμοτάτη να πω ότι αναφέρω την σχέση που είχαν η κατηγορούμενη με τον παραπονούμενο απλά και μόνο για την ροή των γεγονότων. Είχε ενημερωθεί η κατηγορούμενη, η οποία παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος για το οποίο έχει παραδεχθεί ενώπιον σας σήμερα.». Περαιτέρω, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, με σχετική γραπτή δήλωσή του, ο παραπονούμενος (ΜΚ1) την έχει ενημερώσει ότι αποζημιώθηκε από την Κατηγορούμενη και δεν έχει παράπονο. Όσον αφορά το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ που κατακρατείται ως τεκμήριο από την Αστυνομία, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως διαταχθεί να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο, δηλαδή τον ΜΚ
- Τέλος, η Κατηγορούσα Αρχή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, η συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής αγόρευσης που παρέδωσε στο Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης αναφέρεται ότι꞉ · Η Κατηγορούμενη είναι 43 ετών. Διαµένει µόνιµα στο Παραλίµνι από το έτος
- Είναι µητέρα 2 παιδιών. Έχει μία θυγατέρα, 24 χρονών, και ένα γιο, 13 χρονών, ο οποίος είναι µαθητής της Ά Γυµνασίου στο Γυμνάσιο Παραλιµνίου (βλ. σχετικά το Έγγραφο «Β» που είναι Βεβαίωση από τη Διευθύντρια του σχολείου, ημερ. 9.1.2017). Η θυγατέρα Κατηγορούμενης διαµένει ξεχωριστά από την Κατηγορούµενη. Η Κατηγορούµενη ασκεί αποκλειστική γονική μέριµνα για το ανήλικο παιδί της (βλ. σχετικά το Έγγραφο «Δ», που είναι Πιστοποιητικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Πόλης Τσιέρβεν Μπριάγκ της Βουλγαρίας, το οποίο αναφέρει ότι ο γάμος της λύθηκε κοινή συνεναίσει με ισχύ από 15.7.2016 και ότι ανατέθηκε στην ίδια η άσκηση των γονικών δικαιωμάτων). Είναι μονογονιός, δεν έχει υποστήριξη ούτε λαμβάνει διατροφή από το φυσικό πατέρα του γιου της. Δεν έχει άλλα συγγενικά πρόσωπα για να την βοηθούν σ' αυτο το έργο της. Η Κατηγορούµενη εργάζεται εποχιακά ως βοηθός κουζίνας. Όταν εργάζεται, ο µηνιαίος µισθός της ανέρχεται σε 850 Ευρώ. Στο παρόν στάδιο είναι εγγεγραµµένη άνεργη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (βλ. σχετικά το Έγγραφο «Γ» που είναι το Δελτίο Εγγραφής στο Τοπικό Γραφείο Εργασίας της Ελεύθερης Αμμοχώστου και το οποίο δείχνει ημερομηνία εγγραφής στις 10.11.2016). Η Κατηγορούµενη, µαζί µε το ανήλικο τέκνο της, διαµένουν σε ενοικιαζόµενο διαµέρισµα όπου το ενοίκιο είναι 250 Ευρώ µηνιαίως. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήµατος, ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι «η Κατηγορούµενη δεν µπορεί να δώσει λογική εξήγηση». Θα επισκεφτεί ψυχολόγο για την συγκεκριµένη πράξη της στο Νοσοκοµείο Παραλιµνίου, όπου έχει ορισµένη συνάντηση. Έχει, ωστόσο, εκφράσει την µεταµέλειά της αµέσως, μόλις συνελήφθηκε, και έχει συνεργαστεί µε την Αστυνοµία. Νιώθει ακόµη ντροπή για την πράξη της και η αγωνία της είναι περισσότερο για το παιδί της παρά για τον εαυτό της. Ως μετριαστικούς παράγοντες, η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τους εξής꞉ · Το Λευκό Ποινικό Μητρώο της Κατηγορούμενης. · Τις οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορούμενης. · Την άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μεταμέλεια και συνεργασία της με την Αστυνομία. · Το γεγονός ότι αποζημίωσε τον παραπονούμενο και έτσι αυτός δεν υπέστηκε καμία ζημιά (βλ. σχετικά το Έγγραφο «Α», που είναι η Γραπτή Βεβαίωση, ημερ. 4.10.2016, την οποία υπογράφει ο κ. Γιώργος Κατσιάρης και δηλώνει ότι η Κατηγορούμενη τον έχει αποζημιώσει πλήρως και δεν έχει πλέον παράπονο από την ίδια). Η συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμεψε το Δικαστήριο, πρώτον, στην υπόθεση Γεώργιος Κοσασβίλη ν. Αστυνοµίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606, για να δείξει ότι, ενόψει των προσωπικών συνθηκών της Κατηγορούμενης, η ποινή φυλάκισης θα πρέπει και μπορεί να αποφευχθεί και, δεύτερον, στην απόφαση Χριστοφής ν. Αστυνοµίας
(1992)2 ΑΑΔ 71, όπου η ποινή προστίµου Λ.Κ. 400 επικυρώθηκε από το Εφετείο. Συγχρόνως, η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, θα ήταν δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναστείλει την εκτέλεσή της, αναλογιζόμενο τις επιπτώσεις ενδεχόμενης άμεσης ποινής φυλάκισης στη ζωή της κατηγορούμενης και στο παιδί της. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση έτσι ώστε οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι αποτρεπτικές και, όπως έχω προαναφέρει, είναι συνήθως αυτές τις φυλάκισης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ τονίστηκε ότι τα αδικήματα εναντίον της περιουσίας, όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν κάμψη. Αντίθετα σημειώνεται έξαρση στη διάπραξη τους. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Έχω μελετήσει τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες με παρέπεμψε η συνήγορος Υπεράσπισης. Στην πρώτη μνημονευθείσα υπόθεση, ο Γεώργιος Κοσασβίλης είχε κριθεί ένοχος επίθεσης κατά αστυνομικού και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2½ μηνών. Εφεσίβαλε την ποινή η οποία του επιβλήθηκε ως καταφανώς υπερβολική. Ο ίδιος καταγόταν από τη Γεωργία, Ελληνικής καταγωγής, στον οποίο εκδόθηκε Ελληνικό διαβατήριο. Ήλθε στην Κύπρο με την οικογένειά του, το 1996, σε αναζήτηση καλύτερης ζωής. Ήταν ηλικίας 32 ετών και ήταν πατέρας ενός κοριτσιού έντεκα χρόνων, από τον πρώτο του γάμο και έφερε την ευθύνη της φροντίδας και διατροφής του. Μετά τη διάλυση του πρώτου γάμου, συνήψε δεύτερο γάμο. Η σύζυγος του ήταν έγκυος και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τα οποία την έθεσαν εκτός εργασίας. Oι μηνιαίες απολαβές του Κοσασβίλη ως εργάτη στην Κύπρο ανέρχονταν σε £480. Ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κοσασβίλη είχε, κατ' έφεση αναφερθεί στις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της ποινής, σύμφωνα με τις οποίες η φυλάκιση αποτελεί, λόγω της δραστικότητάς της, ύστατο μέτρο τιμωρίας, αποφευκτέο εφόσον υπαλλακτικοί τρόποι τιμωρίας κρίνονται επαρκείς (βλ. Zak & others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6 και επίσης Polycarpos A. Polycarpou v. The Police
(1970)2 C.L.R. 111, Riley v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335). Το Εφετείο, υπό του Πική, Π., συμφώνησε ότι ήταν σε εκείνην την υπόθεση πράγματι αποφευκτέα η ποινή φυλάκισης ενόψει των ιδιαζουσών συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, στη βάση των οποίων δεν μπορεούσε να αποδοθεί στον Εφεσείοντα «ηθελημένη πρόθεση υπονόμευσης της αστυνομικής αποστολής, γεγονός που κατατάσσει τη σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε στη χαμηλότερη βαθμίδα σοβαρότητος αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων» και πρόσθεσε τα εξής꞉ «Το γεγονός αυτό, συν οι εξαιρετικές προσωπικές περιστάσεις του εφεσίοντος και το λευκό του μητρώο, καθιστούσαν αποφευκτέα την επιβολή ποινής φυλάκισης.». Επομένως, στην πιο πάνω υπόθεση, ο δείχτης σοβαρότητας του αδικήματος, υπό το φως των ιδιαζουσών συνθηκών διάπραξής του, κρίθηκε χαμηλός, και ήταν συνδυαστικά προς τούτο το γεγονός που προσμέτρησαν οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ώστε να ανατραπεί η ποινή φυλάκισης. Στην μνημονευθείσα υπόθεση Χριστοφή ν Αστυνομίας, ο εφεσείων ήταν πρόσφυγας, πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών, ελαιοχρωματιστής. Περί τα μέσα Μαΐου 1991 έκλεψε 68 τεμάχια οικοδομικού σιδήρου περιουσία της Κυπριακής Κυβέρνησης, τα οποία επρόκειτο να χρησιμοποιήσει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για την κατασκευή υδατοδεξαμενής στο χωριό Ύψωνα. Παραδέχτηκε ενοχή και του επεβλήθη η ποινή ΛΚ400 και την οποία εφεσίβαλε σαν έκδηλα υπερβολική. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα του αδικήματος απέρριψε την έφεση και απεφάνθηκε ότι «ο τόσο καλά σχεδιασμένος τρόπος διάπραξης της κλοπής παρείχε δυνατότητα ακόμη και για επιβολή ποινής φυλάκισης». Επομένως, αυτό το οποίο ελέχθη ήταν ότι το ύψος του προστίμου επ' ουδενί λόγο καθιστούσε την ποινή σαν έκδηλα υπερβολική, αφού απεναντίας ακόμη και μια ποινή φυλάκισης, ενόψει των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, θα ήταν κατάλληλη. Στην παρούσα υπόθεση, ως επιβαρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος από την Κατηγορούμενη που φανερώνει ύπουλο ή δόλιο σχεδιασμό και μεθοδικότητα. Δείχνει συμπεριφορά η οποία πρέπει να κατασταλεί με αυστηρή ποινή. Προς όφελος της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες το ότι αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου, ότι παραδέχτηκε ενοχή ενώπιον του Δικαστηρίου σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας (βλ. Χαρτούμπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), ότι πρόκειται για μονογονιό, μητέρα ενός ανήλικου παιδιού με αποκλειστική γονική μέριμνα γι' αυτό (βλ. Χριστοφή ν Αστυνομίας, ανωτέρω) και ότι έχει αποζημιώσει τον παραπονούμενο, ως το βεβαιώνει ο ίδιος ο ΜΚ1 γραπτώς (βλ. απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας). Τα πιο πάνω, όμως, δεν μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες για διαφοροποίηση του είδους της ποινής εκεί όπου καθίσταται επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες έχουν σαφή επίδραση στην ένταση της ποινής αλλά όχι στο είδος της. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη τελικά δεν επωφελήθηκε το κλοπιμαίο ποσό, εφόσον το επέστρεψε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξουδετερώνει την ποινική της ευθύνη και τη σοβαρότητα του αδικήματος ως εκ του τρόπου διάπραξής του. Ως εκ τούτου, στην παρούσα υπόθεση, η κατάλληλη ποινή δικαιολογείται να είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου θα εξουδετέρωνε τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε εσφαλμένο μήνυμα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το μικρό μέγεθος της κλοπιμαίας περιουσίας, καταλήγω να επιβάλλω στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνήγορου του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Χρυσοδόντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε περιθώριο επέμβασής στην πρωτόδικη απόφαση για μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε λόγω του ότι στη διαγωγή του Εφεσείοντα απουσίαζαν τα στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας. Κρίθηκε ειδικότερα ότι το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα και οι πιθανές επιπτώσεις άμεσης ποινής φυλάκισης, λαμβάνονται μεν υπόψιν, αλλά δεν είναι παράγοντες που εξετάζονται αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τις όλες περιστάσεις της υπόθεσης και από μόνοι τους δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η παράλειψη του Εφεσείοντα να αποζημιώσει τον παραπονούμενο κρίθηκε καθοριστικός παράγοντας για την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης περί μη αναστολής της ποινής φυλάκισης. Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Τούτου δεδομένου, συνυπολογίζοντας όλους τους άλλους παράγοντες (Λευκό ποινικό Μητρώο, παραδοχή που αποτελεί δείκτη μεταμέλειας και ενόψει του ότι έχει την αποκλειστική γονική μέριμνα ανήλικου παιδιού, κρίνω ότι δικαιολογείται να αναστείλω την ποινή φυλάκισης. Ως εκ τούτου αναστέλλω την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται στην κατηγορούμενη η σημασία της αναστολής.] Όσον αφορά το χρηματικό ποσό που κατακρατείται από την Αστυνομία ως τεκμήριο, εκδίδεται διάταγμα όπως αυτό επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του, δηλαδή στον ΜΚ1. Όσον αφορά το χρηματικό ποσό που κατατέθηκε ως εγγύηση στο Δικαστήριο αυτό να αποδεσμευθεί και να επιστραφεί στην Κατηγορούμενη ως εγγύηση. (υπ.) ..................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο