Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Admir Besic, Αρ. Υπόθεσης: 3374/16, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3374/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Admir Besic Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Λάντος, για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ο Κατηγορούμενος παρών. Παρόντες ο κ. Παπουής, για να μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και η κα Marina Mikovic, για να μεταφράζει από τα Αγγλικά στα Σέρβικα. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από 18.11.2016, τίθεται σήμερα ενώπιον μου προς επιβολή ποινής σε αυτόν για την κατηγορία αρ. 1, στην οποία κρίνεται ένοχος κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή. Η κατηγορία αυτή αφορά στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4
(2)(ι) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000), όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 212(Ι)/
- Παραπονούμενη είναι η πρώην σύζυγός του, κα Φωτούλα Κρασά από το Παραλίμνι. Το διαζύγιό τους εκδόθηκε μεσούσης της ακρόασης της υπόθεσης, η οποία άρχισε στις 14.12.2016 και συνεχίστηκε μέχρι την 1.2.2017, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ζήτησε την άδεια αλλαγής απάντησης σε παραδοχή. Μαρτυρία είχαν δώσει μέχρι εκείνη τη δικάσιμο τρεις μάρτυρες, ήτοι η παραπονούμενη και οι δύο δίδυμες κόρες της από προηγούμενο γάμο της. Οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος (βλ. αρ. 2 έως 9 επί του κατηγορητηρίου) διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.2.2017 και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε αυτών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, όπως τροποποιήθηκε στις 5.12.2016, το αδίκημα διαπράχθηκε στις 8.8.
- Τα γεγονότα, όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, και με τα οποία πλέον συμφωνεί η Υπεράσπιση, εξελίχθηκαν ως εξής: «Μετά από συζήτηση που υπήρξε μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, ΜΚ1 στο κατηγορητήριο, στις 5/11/16, αφού μετέβηκε στην Αστυνομία Παραλιμνίου, η ΜΚ1 κατάγγειλε στον Αστ. 3971 Φ. Μολέσκη (ΜΚ10) ότι στις 8/8/15 ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και την κτύπησε με γροθιές στο κεφάλι με αποτέλεσμα, λόγω έντονων πονοκεφάλων και λιποθυμικών τάσεων, να ζητήσει μετά από δύο μέρες από την κόρη της Μαργαρίτα Γιαπάνη (ΜΚ3) να την μεταφέρει στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Εκεί διαγνώστηκε από τον θεράποντα ιατρό Δρ. Δ. Μουζούρη (ΜΚ5) ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάσειση και κάκωση στον αυχένα. Ως εκ τούτου, παρέμεινε για νοσηλεία στο νοσοκομείο για τρεις μέρες, από τις 10 μέχρι τις 12 Αυγούστου
- Είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος και απάντησε «εντάξει». Στη συνέχεια του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ10.». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε στο Δικαστήριο Ιατρική Βεβαίωση, ημερ. 12.8.2015, που υπογράφεται από τον Δρ. Δ. Μουζούρη, Γενικό Χειρούργο του Νοσοκομείου Αμμοχώστου (βλ. το «Έγγραφο Α») και Ενημερωτικό Σημείωμα / Εξιτήριο Ασθενή, ημερ. 12.8.2015, το οποίο επίσης υπογράφεται από τον Δρ. Μουζούρη (βλ. το «Έγγραφο Β»). Προκύπτει από το Έγγραφο Β, ανωτέρω, ότι η παραπονούμενη ανέφερε κατά την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο ότι είχε υποστεί ξυλοδαρμό 48 ώρες προηγουμένως και ότι αντιμετώπιζε πολλαπλά επεισόδια εμετών, υπνηλίας και ζάλης, τα οποία επιδεινώθηκαν εντός του 48ωρου. Η κύρια διάγνωση ήταν η κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Έγινε ορθοπεδική εκτίμηση κατά την οποία διαπιστώθηκε μικρής έκτασης κάκωση του ΔΕ τραπεζοειδή μυ και της συνεστήθη φαμακευτική αγωγή. Της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από 10.8.2015 μέχρι 21.8.
- Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Βόσνιος σε καταγωγή, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τέλος, σημειώθηκε ότι από το σύνολο της ακροαματικής διαδικασίας προκλήθηκαν 120 ευρώ έξοδα. Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου όπως λάβει δωρεάν νομική αρωγή για την εκπροσώπησή του στην παρούσα υπόθεση από δικηγόρο, είχαν δοθεί από το Δικαστήριο οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η οποία εν τέλει υιοθετήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης που ανέλαβε την υπόθεση και για σκοπούς της αγόρευσής του για μετριασμό της ποινής. Στην Έκθεση αναφέρονται τα εξής꞉ Ο Κατηγορούμενος είναι 28 ετών. Κατάγεται από τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ηλικίας 52 ετών, εργάζεται ως οικοδόμος και η μητέρα του, ηλικίας 45 ετών, εργάζεται ως οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Τα άλλα αδέρφια του είναι ηλικίας 30 ετών, 22 ετών και 15 ετών και διαμένουν όλοι στη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Ο Κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Τεχνικού Λυκείου της χώρας του, στον κλάδο των ελαιοχρωματιστών αυτοκινήτων. Μετά την αποφοίτησή του εργαζόταν με τον πατέρα του στις οικοδομές για κάλυψη των οικονομικών του αναγκών. Από τις 6.1.2014 που ο Κατηγορούμενος σύναψε σχέση μέσω διαδικτύου με την παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, πηγαινοερχόταν στην Κύπρο για να είναι μαζί της. Τον Απρίλιο του 2015 τέλεσαν γάμο στην Κύπρο και τότε ο Κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε στην ιδιόκτητη οικία της παραπονούμενης στην περιοχή Παραλιμνίου μαζί με τα τρία παιδιά της παραπονούμενης από προηγούμενους της γάμους. Ενόσω διέμενε μαζί με την παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος για να καλύψει τις οικονομικές του ανάγκες εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής. Από το καλοκαίρι του 2015 άρχισαν τα προβλήματα στις σχέσεις του ζευγαριού και ο Κατηγορούμενος πηγαινοερχόταν στην χώρα του μέχρι και τον Ιούνιο
- Λίγες μέρες πριν τη σύλληψή του αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη οδηγήθηκαν σε χωρισμό λόγω έντονων προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις τους. Ο ίδιος πήγε σε ιδιότητο διαμέρισμα του εργοδότη του στην περιοχή της Αγίας Νάπας, για να διαμένει εκεί. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ούτε κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Αγόρευση για μετριασμό της ποινής Αγορεύοντας προφορικά για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος Υπεράσπισης κατέστησε σαφές ότι αγορεύει για μετριασμό του εύρους της ποινής, εφόσον τα Δικαστήρια σπάνια αποκλίνουν από το είδος της ποινής που προβλέπεται στο Νόμο για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα, όπως είναι αυτό της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, δηλαδή την ποινή φυλάκισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επικεντρώθηκε στα εξής σημεία꞉ Πρώτον, στην κλινική εικόνα της παραπονούμενης και ιδιαίτερα στο γεγονός ότι διανυκτέρευσε μόνο 2 βράδυα στο Νοσοκομείο, παρουσίασε βελτίωση σε τόσο σύντομο χρόνο, γι' αυτό και απολύθηκε από το Νοσοκομείο, χωρίς να της απομείνει οποιοδήποτε μόνιμο κατάλοιπο. Δεύτερον, στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την παραπονούμενη στο Νοσοκομείο, ενόσω νοσηλευόταν εκεί, για να δει αν είναι καλά. Τρίτον, στο γεγονός ότι, μετά το επίμαχο συμβάν του Αυγούστου 2015, ο Κατηγορούμενος έφυγε για τη χώρα του και η παραπονούμενη τον αποδέκτηκε δύο φορές να έρθει πίσω στην Κύπρο και συνέχισαν να διαμένουν μαζί και να ζουν κανονικά τη ζωή τους ως ζευγάρι, μέχρι το Νοέμβριο 2016 που τελικά τον κατήγγειλε στην Αστυνομία για το συμβάν του Αυγούστου
- Mε την πιο πάνω συμπεριφορά της, η παραπονούμενη δημιούργησε στον Κατηγορούμενο την εντύπωση ότι τον είχε συγχωρέσει. Άλλωστε, αν ο Κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί μέσα από τη στάση της παραπονούμενης ότι τον είχε συγχωρέσει, δεν θα επέστρεφε στην Κύπρο για να έχει να αντιμετωπίσει ποινική υπόθεση. Από πλευράς κατηγορουμένου δεν υπήρχε το στοιχείο του προσχεδιασμού. Ο Κατηγορούμενος απολογείται και μεταμελεί. Ζητά συγνώμη από την πρώην σύζυγό του και το μόνο που θέλει πλέον είναι να επιστρέψει πίσω στη χώρα του και στους γονείς του. Σε γραπτό κείμενο αγόρευσης το οποίο δόθηκε στο Δικαστήριο από το συνήγορο Υπεράσπισης τονίσθηκαν κάποιες άλλες πτυχές της υπόθεσης, όπως ακούσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Περιορίζομαι να αναφερθώ μόνο σε στοιχεία τα οποία ήσαν παραδεκτά, όπως για παράδειγμα꞉ · πρώτον, το γεγονός ότι η γνωριμία του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη έγινε μέσω διαδικτύου και ειδικότερα μέσω κοινωνικής δικτύωσης στο FACEBOOK, · δεύτερον, το γεγονός ότι είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, με τον Κατηγορούμενο να είναι σήμερα 28 ετών και την παραπονούμενη να είναι μεγαλύτερή του κατά 12 χρόνια, δηλαδή αυτή είναι 40 ετών, · τρίτον, ότι ο γάμος τους τον Απρίλιο του 2015 ήταν πολιτικός και απ' αυτόν δεν απέκτησαν παιδιά. Δεν αναπτύχθηκαν ποτέ στενοί δεσμοί μεταξύ των οικογενειών τους. Οι γονείς του δεν παρέστηκαν στο γάμο, ούτε γνωρίζουν τώρα γι' αυτή την εξέλιξη. · τέταρτον, ότι στο διάστημα μεταξύ της επίδικης ημερομηνίας (8.8.2015) και της ημερομηνίας της καταγγελίας (4.11.2016), ο Κατηγορούμενος επέστρεψε δύο φορές στη χώρα του επειδή έληγε η άδεια παραμονής του και ήταν η παραπονούμενη εκείνη που του πλήρωνε το εισητήριο, για να επιστρέφει στην Κύπρο. Γι' αυτό και θεωρούσε ο ίδιος ότι τον είχε συγχωρέσει. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Όσον αφορά την ενδοοικογενειακή βία, η ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης αυξάνεται δυνάμει του άρθρου 4
(2)(ι) του Ν.119(Ι)/2000, από 7 χρόνια που είναι η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για το εν λόγω αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, σε 10 χρόνια. Ωστόσο, παρά την προβλεπόμενη από το νόμο 119(Ι)/2000 ποινή, εφόσον η υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστήριο με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και του άρθρου 15
(4)του Ν.119(Ι)/2000, το μέγιστο της ποινής φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί είναι 5ετής φυλάκιση. Το άρθρο 25 του ιδίου Νόμου θεσμοθετεί την παροχή δυνατότητας στο ποινικό δικαστήριο, αντί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις καθιερωμένες ποινές στον καταδικασθέντα, να τον θέσει, μετά από αίτημα του ιδίου, υπό κηδεμονία, με τον ειδικό όρο ότι θα υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου, είτε χωρίς όρους είτε με όρους, οι οποίοι ήθελαν κριθεί αναγκαίοι προς το σκοπό μη επανάληψης πράξεων βίας. Η νομοθετική αυτή διάταξη δεν άπτεται της αναστολής ποινής φυλάκισης. Αντικείμενό της είναι η παροχή εξουσίας στο δικαστήριο να μεταχειριστεί τον ένοχο εγκλημάτων βίας στην οικογένεια με τρόπο άλλο από τα καθιερωμένα μέσα μεταχείρισης των καταδικαζομένων. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, ο Κατηγορούμενος δεν αιτήθηκε οποτεδήποτε να τύχει χειρισμού από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 25 του Ν.119(Ι)/2000. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης από το Δικαστήριο μια τέτοιας προοπτικής. Η νομολογιακή αντιμετώπιση του θέματος. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς (Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η άσκηση βίας από το σύζυγο σε βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δεν γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια (Γενικός Εισαγγελέας ν Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464). Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Η χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του, ως μέσου επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή στη σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Έχω μελετήσει τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης και έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Στην απόφαση ημερ. 7/5/10 στην υπόθεση Κωνσταντίνος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 219, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε άμεση ποινή φυλάκισης 6 μηνών για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας, όπου ο σύζυγος άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγό του και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη μπροστά στα μάτια της ανήλικης κόρης τους. Η παραπονούμενη παρουσίαζε «εκδορές στη μύτη, ζυγωματικό αριστερά, αιμάτωμα στον αριστερό οφθαλμικό κόγχο, εκχυμώσεις στην αριστερά μασχαλιαία περιοχή, ενώ παραπονείτο για αυχεναλγία». Η ποινή επιβλήθηκε μετά από μερική ακρόαση (είχε δώσει μαρτυρία η παραπονούμενη σύζυγος) και αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή του αδικήματος εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Σωτήρη Αβραάμ ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 9 μηνών και επικυρώθηκε. Ο εφεσείων είχε χειροδικήσει βάναυσα κατά της Μολδαβής συζύγου του, η οποία ήταν δύο μηνών έγκυος και της προκάλεσε βαρειά σωματική βλάβη. Το θύμα διαγνώστηκε ότι έφερε «οίδημα αριστερού ζυγωματικού κάτω σιαγόνας, μώλωπες μεταξύ εγγύς και μέσης φάλαγγας αριστερού 4ου δακτύλου, γραμμώδη μώλωπα, γραμμωτό μώλωπα περίπου 6 εκ., μώλωπα στο δεξιό αντιβραχίονα ωλένιας περιοχής δεύτερου τριτημορίου.» Περαιτέρω, εξέταση του θύματος από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο έδειξε «μικρή ρήξη τυμπάνου του αριστερού αυτιού». Αναφορικά με το ύψος της ποινής, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, και την πάροδο του μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 12.10.1999 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 7/10/03. Αρχικά ο εφεσείων δεν παραδέχθηκε ενοχή και αφού η υπόθεση ακούστηκε μερικώς, στις 28/1/05 έλαβε την άδεια του δικαστηρίου και άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία. Έτσι η ποινή επιβλήθηκε 5 χρόνια μετά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ο Κατηγορούμενος ήταν 41 ετών καθ' ον χρόνο επιβλήθηκε η ποινή (36 ετών, κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος). Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Συγκρίνοντας την παρούσα υπόθεση προς τις πιο πάνω δύο, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Με βάση την παράθεση των γεγονότων, το αδίκημα δεν φάνηκε να διαπράχθηκε στην παρουσία οποιωνδήποτε ανηλίκων, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Κωνσταντίνος Χαραλάμπους, ανωτέρω, στοιχείο το οποίο θα ήταν επιβαρυντικό αν υφίστατο, εφόσον θα άφηνε ψυχικά τραύματα στον ευαίσθητο κόσμο των παιδιών. Στην υπόθεση Σωτήρη Αβραάμ, η σύζυγος ήταν έγγυος όταν κτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο σύζυγό της, στοιχείο που ήταν σαφώς επιβαρυντικό, ενώ στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο. Οι τραυματισμοί της παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικοί από εκείνους που υπέστησαν τα θύματα στις προμνησθείσες δύο υποθέσεις. Στην παρούσα υπόθεση υπήρχε εκ μέρους της παραπονούμενης αργοπορημένη καταγγελία του επίδικου περιστατικού στην Αστυνομία για περίοδο πέραν του 1 έτους, στοιχείο που είναι ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο, ενόψει του ότι η ποινή δεν επέρχεται αμέσως μετά το επίδικο συμβάν και η ανάγκη της για αποτρεπτικότητα μειώνεται. Διευκρινίζω, ωστόσο, ότι στην παρούσα υπόθεση, άπαξ και καταχωρήθηκε κατηγορητήριο στο Δικαστήριο, εκδικάσθηκε ταχύτητα και συνεπώς δεν υφίσταται καθυστέρηση στο στάδιο της δίκης. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου επιτάχυνε την ολοκλήρωση της διαδικασίας και δικαιολογεί έκπτωση στο εύρος της ποινής. Δεδομένων όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, συν το γεγονός ότι αυτός είναι αλλοδαπός ο οποίος αναμένει να απελαθεί συνεπεία της καταδίκης του και να απωλέσει το δικαίωμα παραμονής του στην Κύπρο, καταλήγω να επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης, το εύρος της οποίας περιορίζω στους 8 μήνες. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Παρά το ότι επιβάλλεται η διπλή στάθμιση όλων των παραγόντων στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα αναστολής της ποινής φυλάκισης, δεν εντοπίζω να συντρέχει οποιοσδήποτε σημαντικός λόγος είτε στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης είτε στη βάση των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου που να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής. Το λευκό του ποινικό μητρώο και η παραδοχή του μεσούσης της ακρόασης δεν απομειώνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε και, εκτιμώντας την παραδοχή του ως δείχτη της έμπρακτης μεταμέλειάς, έχω ήδη περιορίσει σημαντικά το εύρος της ποινής του. Το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου αντικατοπτρίζεται επίσης επαρκώς στο περιορισμένο εύρος της ποινής. Στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, δεν υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η οποία να χωρεί ξεχωριστής στάθμισης. Καταλήγω ότι, η ισχύς της ποινής φυλάκισης θα είναι άμεση και θα αρχίζει από σήμερα. Μειώνεται όμως, δυνάμει του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, ήτοι από 18.11.2016 μέχρι σήμερα, περίοδος η οποία θα θεωρείται ότι εκτίθηκε ως μέρος της επιβληθείσας ποινής. Τα έξοδα €120- που προκλήθηκαν στην παρούσα δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (υπ.)............ Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο