Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Δημήτρης Φίλιος, Αρ. Υπόθεσης: 316/2016, 16/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B14 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 316/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Δημήτρης Φίλιος Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2꞉ κ Κ. Μουτσουρής Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Τίθεται σήμερα ενώπιόν μου ο Κατηγορούμενος για επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες αρ. 1, 3, 6, 7 και 8 ως φαίνονται στο Κατηγορητήριο. Οι κατηγορίες αρ. 2, 4 και 5 διακόπηκαν και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε αυτών. Οι κατηγορίες στις οποίες κρίνεται ένοχος, αφορούν στα αδικήματα꞉ (1η κατηγορία) - Κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- (3η κατηγορία) - Απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ), Κεφ.
- (6η κατηγορία) - Αντίσταση δια ματαίωση νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του για ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 244(α), Κεφ.
- (7η κατηγορία) - Ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95, Κεφ.
- (8η κατηγορία) - Συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη, κατά παράβαση του άρθρου 186Α, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 5.11.2015 στο Ξυλοφάγου της Επαρχίας Αμμοχώστου꞉ · (1η κατηγορία) - εσκεμμένα και παράνομα προξένησε ζημιά σε κυβερνητική περιουσία σπάζοντας μια γυάλινη πόρτα ερμαριού, περιουσία του Σταθμού Ξυλοφάγου, ζημιά αξίας €
- · (3η κατηγορία) - απείλησε τον Αστ. 4658 Α. Νικολάου του Σταθμού Ξυλοφάγου με τις φράσεις «ρε εννα φύεις που μπροστά μου, οξά εννά τα κάμω ούλλα λιλίτσια δαμέσα», με σκοπό την υποκίνηση του εν λόγω Αστ. 4658 για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει. · (6η κατηγορία) - αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του για ποινικό αδίκημα. · (7η κατηγορία) - χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. · (8η κατηγορία) - συμπεριφέρθηκε σε δημόσιο μέρος κατά τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Τα γεγονότα έχουν, λοιπόν, ως εξής꞉ «Στις 5/11/15 περί ώρα 00:30, ο Αστ. 4658 Α. Νικολάου (ΜΚ3), ο οποίος ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου, έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο ότι χρειαζόταν την επέμβαση της Αστυνομίας για οικογενειακό του ζήτημα, για να απομακρύνει συγκεκριμένο πρόσωπο από το διαμέρισμα του. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, εξηγήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι δεν προέκυπτε αρμοδιότητα της Αστυνομίας να επέμβει στην προκειμένη περίπτωση και τον συμβούλεψε να αποταθεί σε δικηγόρο την επόμενη μέρα, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε και συνέχισε να τηλεφωνεί επανειλημμένα το ίδιο βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου και να λέει ασυναρτησίες. Κατά τις 04:05, τα ξημερώματα της ίδιας μέρας, ο Κατηγορούμενος πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου, οδηγώντας το όχημά του, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προσέγγισε πεζός την μπροστινή είσοδο του Αστυνομικού σταθμού, η οποία είναι πόρτα αλουμινίου με γυάλινο παράθυρο που κατά την συγκεκριμένη στιγμή ήταν κλειδωμένο. Άρχισε να την κλωτσά με τα πόδια του, με αποτέλεσμα να σπάσει μέρος της πόρτας προς τα κάτω. Φώναζε ο Κατηγορούμενος μεγαλοφώνως στον ΜΚ3 και απειλούσε «εννά τα σπάσω ούλλα, εννά τα κάμω λιλλίτσια», απευθυνόμενος πάντα στον ΜΚ
- Ειδοποιήθηκαν ενισχύσεις από τον ΟΠΕ και έφτασαν στο μέρος και άλλοι αστυφύλακες. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί τον ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος ήταν σε εμφανή κατάσταση μέθης. Η ώρα 04:29 αφού είχε μπει στον αστυνομικό σταθμό ο κατηγορούμενος του ζητήθηκε από τον ΜΚ3 να δώσει δείγμα εκπνοής για εξέταση αλκοόλης, αρνήθηκε να δώσει και επίσης είχε προκαλέσει ζημιά σε γυάλινη πόρτα ερμαριού του σταθμού και ενόψει αυτού ο ΜΚ3 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Να πάεις να γαμηθείς ρε πουτσόμπατσε». Ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε, δηλαδή της απειλής, ανησυχίας σε δημόσιο μέρος, διασάλευση της ειρήνης, εξύβρισης, κακόβουλης ζημιάς και άρνησης να δώσει δείγμα για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και επίσης απάντησε με την ίδια φράση. Του είχε ζητήσει ο ΜΚ3 να τον ακολουθήσει έξω από τον σταθμό για να μπουν σε περιπολικό να μεταφερθεί στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας όπου θα κρατείτο αφού ήταν υπό σύλληψη και αυτός αρνήθηκε και προέβαλε αντίσταση σπρώχνοντας τον ΜΚ3 με τα χέρια του και κτυπώντας τον στο πρόσωπο, κατάφερε όμως ο ΜΚ3 να αποφύγει την επίθεση του κατηγορούμενου και να αποφύγει το κτύπημα στο πρόσωπο του. Τελικά περιορίστηκε ο Κατηγορούμενος και του έβαλαν χειροπέδες. Πληροφορήθηκε εκ νέου για το αδίκημα της αντίστασης σε σύλληψη και έδωσε την ίδια απάντηση που έδωσε και προηγουμένως. Διερευνήθηκε η υπόθεση και κατηγορήθηκε γραπτώς ο Κατηγορούμενος και απάντησε «Δεν παραδέχομαι είναι όλα ψέματα». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι από την πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, μέχρι τη δικάσιμο ημερ. 14.2.2017, δημιουργήθηκαν €45-- έξοδα. ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, βάσει απόφασης ημερ. 14/7/15, στην ποινική υπόθεση αρ. 27609/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου του επιβλήθηκαν οι εξής ποινές꞉ · για το αδίκημα της «Ένοπλης ληστείας», του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 μηνών με τριετή αναστολή, · για το αδίκημα της «Ληστείας», του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με τριετή αναστολή. · Για το αδίκημα της Κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή. · Για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με τριετή αναστολή. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου όπως λάβει δωρεάν νομική αρωγή για την εκπροσώπησή του στην παρούσα υπόθεση από δικηγόρο, είχαν δοθεί από το Δικαστήριο οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η οποία εν τέλει υιοθετήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης που ανέλαβε την υπόθεση και για σκοπούς της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής. Η εν λόγω Έκθεση παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως εξής꞉ · Γεννήθηκε στις 9/8/1972, συνεπώς είναι σήμερα 44 ετών. · Διαμένει στη Ξυλοφάγου σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με τη συμβία του, η οποία κατάγεται από την Ελλάδα. · Είναι διαζευγμένος και έχει δύο παιδιά από το γάμο του, ηλικίας 19 και 15 ετών. Τα δύο παιδιά διαμένουν με τη μητέρα τους στη Λευκωσία. Ωστόσο, ο ίδιος διατηρεί άριστες σχέσεις και επικοινωνία με τα παιδιά του. · Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής στον Κλάδο των Ξενοδοχειακών. Ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, υπηρετώντας στον Ελληνικό στρατό για 6 μήνες, λόγω του ότι ο πατέρας του είναι Ελλαδίτης. · Ο ίδιος αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Έχει σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας, κατάθλιψη, άγχος και μελαγχολία. Παρακολουθείται μέχρι σήμερα από διάφορες ιδιωτικές κλινικές και από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας. · Επίσης, αντιμετωπίζει προβλήματα αλκοολισμού και εξάρτησης στον τζόγο. · Όπως ο ίδιος έχει αναφέρει στην Κοινωνική Λειτουργό, κάνει από μόνος του προσπάθειες να σταματήσει τις εξαρτήσεις και μέσα στα άμεσα σχέδια του είναι η ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης και υποστήριξης. · Η συμβία του αντιμετωπίζει ομοίως προβλήματα ψυχικής υγείας, παρακολουθείται από Ψυχίατρο του γενικού Νοσοκομείου και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. · Δεν εργάζεται ούτε αυτός ούτε η συμβία του. Ο ίδιος λαμβάνει €628 μηνιαίως ως δημόσιο βοήθημα. Το ποσό των €200- που ο Κατηγορούμενος οφείλει να καταβάλλει ως ενοίκιο, καταβάλλεται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας απευθείας στον ιδιοκτήτη. · Έχει χρέος €3.000, με μηνιαία δόση €70, την οποία κάποτε καταβάλλει, αναλόγως της οικονομικής του κατάστασης. Διατηρεί όχημα, με υπολογιζόμενη αξία €
- ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος Υπεράσπισης αποκάλυψε στο Δικαστήριο ιδιαίτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων, όπως μάλιστα προκύπτουν μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ3 που ο εν λόγω συνήγορος είχε στη διάθεσή του και δεν αμφισβητεί. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο εν λόγω συνήγορος, κατά την επίδικη ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ3 ότι ο ίδιος βρήκε επ' αυτοφώρω στο διαμέρισμά του τον πατέρα του να έχει σεξουαλική επαφή με τη συμβία του και αυτό που ήθελε ο ίδιος από την Αστυνομία ήταν να πάει επί τόπου στο διαμέρισμά του και να απομακρύνει τη συμβία του απ' εκεί. Ο ΜΚ3 εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι δεν προκύπτει ποινικό αδίκημα και του συνέστησε όπως, με το πρώτο φως της μέρας, αποταθεί σε δικηγόρο για να ζητήσει νομική συμβουλή. Επειδή ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο σε κατάσταση μέθης, δεν μπορούσε να αντιληφθεί αυτά που του εξηγούσε τηλεφωνικώς ο ΜΚ3 και πίστευε ότι ο Αστυνομικός έπρεπε να τον βοηθήσει. Γι' αυτό και πήρε το αυτοκίνητό του και πήγε ο ίδιος επί τόπου στον Αστυνομικό σταθμό. Ήταν μια κακή οικογενειακή στιγμή και η όλη μετέπειτα συμπεριφορά του Κατηγορούμενου θα πρέπει να κριθεί υπό το φακό του ότι τελούσε σε κατάσταση μέθης και συναισθηματικής φόρτισης και δη άσχημης ψυχολογικής κατάστασης. Με γραπτό κείμενο αγόρευσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέπτυξε στο Δικαστήριο το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων (προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, έμπρακτη μεταμέλεια όπως εκφράστηκε μέσω της παραδοχής του στο Δικαστήριο και της μη διάπραξης άλλου αδικήματος έκτοτε, συναισθηματική φόρτιση, μέθη, επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένειά του), που ζητεί όπως ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε συναφή νομολογία. Παρουσίασε, επίσης, στο Δικαστήριο Ιατρικές βεβαιώσεις (βλ. τα Έγγραφα Α και Γ, ημερ.8.9.2016 και 25.7.2011, αντίστοιχα), καθώς και Βεβαίωση του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών για το γεγονός ότι είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος, ημερ. 1.11.2016 (βλ. το Έγγραφο Β). Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης, εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αυτό προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο Ν.41(Ι)/97όπως τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003για αναστολή της εκτέλεσής της, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορουμένου. Όσον αφορά το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της εκκρεμούσης υπό αναστολή προηγούμενης ποινής φυλάκισης, ο συνήγορος Υπεράσπισης, κάλεσε το Δικαστήριο να μην προβεί σε τέτοιο μέτρο, καθότι θα ανέστρεφε την θετική πορεία της ζωής του Κατηγορούμενου, η οποία σημειώνεται τον τελευταίο ένα χρόνο και σημείωσε ότι ο Κατηγορούμενος υπόσχεται στο μέλλον πλήρη τήρηση των νόμων και κανονισμών του Κράτους. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές Για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, το άρθρο 324 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 χρόνων ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1500 ή και τις δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Για το αδίκημα της αντίστασης δια ματαίωσης νόμιμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του δια ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Για το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Για το αδίκημα της συμπεριφοράς διασαλεύουσας την ειρήνη, κατά παράβαση του άρθρου 186Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται μέγιστη ποινή φυλάκισης 1 μηνός ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 75 ή και τις δύο ποινές. Σημειώνω ότι δυνάμει του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το Δικαστήριο δύναται, για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός της περίπτωσης του φόνου εκ προμελέτης, της εσχάτης προδοσίας και της υποκίνησης εισβολής, να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή, αντί τέτοιας ποινής, χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει, που είναι, εν προκειμένω, το ποσό των ΛΚ50.000 (βλ. άρθρο 24 του Ν.14/60). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το Δικαστήριο δύναται, για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός της περίπτωσης του φόνου εκ προμελέτης, της εσχάτης προδοσίας και της υποκίνησης εισβολής, να επιβάλει, αντί της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής ή επιπρόσθετα της εν λόγω ποινής, την υποχρέωση ανάληψης προσωπικής εγγύησης από τον Κατηγορούμενο, με ή χωρίς άλλους εγγυητές, για το ποσό που το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, ότι ο Κατηγορούμενος θα τηρεί την τάξη και θα είναι καλής διαγωγής για το χρόνο που θα διαταχθεί από το Δικαστήριο. · Η νομολογιακή αντιμετώπιση των αδικημάτων και των μετριαστικών παραγόντων. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια αδικημάτων κατά της περιουσίας, όπως είναι η κακόβουλη βλάβη, με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών - συνήθως ποινών φυλάκισης - ακόμη και στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών ή και ατόμων με λευκό ποινικό μητρώο (βλ. Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381) έχει επανειλημμένα τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτο, με το σκεπτικό ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, υποδηλώνουν εγκληματική συμπεριφορά η οποία στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης γενικότερα και πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587). Περαιτέρω, η αντίδραση κατά αστυνομικών που εκτελούν τα καθήκοντά τους, με τη χρήση βίας δεν δύναται να γίνεται ανεχτή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327). Ασφαλώς, όμως, η κάθε υπόθεση κρίνεται δικαστικά στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Στην παρούσα υπόθεση, κλήθηκε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη δύο, εν δυνάμει μετριαστικούς, παράγοντες που καθόρισαν την αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου꞉ πρώτον, τη μέθη και, δεύτερον, τη συναισθηματική του φόρτιση και κακή ψυχολογική κατάσταση. Όπως έχει νομολογηθεί, η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες, όμως, επιπτώσεις στην ποινή. Ανάλογα με την επίδρασή του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, μπορεί να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας (βλ. Kourris v. The Police
(1970)2 C.L.R. 53). Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή,
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, αναφέρθηκε ότι στον ευαίσθητο τομέα της ποινής, η μέθη μπορεί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο. Είναι δυνατό να έχει μετριαστικές επιπτώσεις, όπου διαφαίνεται ότι επηρέασε την κρίση του κατηγορουμένου (βλ. Francis Kenneth Smith and Another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189). Στην απόφαση Pernell ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, αναφέρθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. Στην παρούσα περίπτωση, η θέση της Υπεράσπισης ότι ένεκα της επήρειας του ποτού ο Κατηγορούμενος στην ουσία δεν είχε πλήρη αυτοέλεγχο των πράξεών του, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Άλλωστε αναδεικνύεται το στοιχείο της μέθης και μέσα από την παράθεση των γεγονότων από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Στρέφω τώρα την προσοχή μου στον δεύτερο παράγοντα. Όπως έχει νομολογηθεί, η συναισθηματική φόρτιση ή ένταση κάτω από την οποία λειτουργεί ο δράστης (όπως και η πρόκληση) προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας της σοβαρότητας του αδικήματος. Ο λόγος έγκειται «στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου, που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος» (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, στην οποία καταγράφεται και η σχετική νομολογία). Στη 2η έκδοση του συγγράμματος του Γ.Μ. Πική Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, στη σελίδα 123, αναφέρεται ότι, η συνήθης ποινή για επιθέσεις που διενεργήθηκαν εν βρασμώ ψυχής, όπως εκδηλώσεις θυμού («in the heat of the moment, i.e. outbursts of anger») είναι πρόστιμο σε συνδυασμό με την παροχή εγγύησης για την τήρηση της τάξης. Βεβαίως, η προκειμένη περίπτωση αφορά απειλή βιαιοπραγίας και αντίσταση δια ματαίωση νόμιμης σύλληψης, όχι επίθεσης, αλλά θεωρώ ότι ισχύουν, κατ' αναλογία, τα πιο πάνω. Τα ιδιάζοντα διαδραματιζόμενα περιστατικά που προκάλεσαν τον ψυχικό αναβρασμό του Κατηγορούμενου, όπως περιγράφησαν από τον ίδιο τηλεφωνικώς προς τον ΜΚ3 κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όπως μεταφέρθηκαν δια μέσω του συνηγόρου του στο Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ως ανταποκρινόμενα στο μαρτυρικό υλικό που είχε η Κατηγορούσα Αρχή στο φάκελό της. Είναι, πράγματι, περιστατικά που δεν συνηθίζει να βιώνει η Κυπριακή κοινωνία και εφόσον αυτά ευσταθούν, δίδουν έρεισμα για την εκρηκτική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου σε πρώιμο στάδιο στο Δικαστήριο, ήτοι προτού η υπόθεση οδηγηθεί σε ακροαματική διαδικασία, αποτελεί δείκτη της μεταμέλειας του Κατηγορούμενου και δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλλος
(2002)2 ΑΑΔ 28). Από τις 5.11.2016 που διαπράχθηκαν τα αδικήματα υπό τις πιο πάνω ιδιάζουσες συνθήκες, δεν απασχόλησε ξανά την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος και τούτο αποτελεί περαιτέρω δείκτη της έμπρακτης μεταμέλειάς του. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής, τόσο απομειώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εφόσον στο μεσοδιάστημα παρατηρείται ριζική ή θετική μεταβολή των συνθηκών του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στην παρούσα υπόθεση, δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, όπως ο συνήγορος Υπεράσπισης αναγνωρίζει, ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να χρήζει θεραπείας απεξάρτησης από το αλκοόλ και ψυχολογικής στήριξης από εξειδικευμένους ψυχολόγους. Δεν είναι δηλαδή τέτοια η περίπτωση που ο Κατηγορούμενος να έχει θεραπευθεί ήδη από τα ψυχικά του προβλήματα και τις άλλες εξαρτήσεις. Τούτου δεδομένου, η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, κρίνω ότι θα πρέπει να αντανακλά στο στοιχείο αυτό, ότι δηλαδή δεν επήλθε ριζική, θετική μεταβολή των συνθηκών του, αλλά βρίσκεται σε μια εξελικτικά θετική πορεία. Χρειάζεται να του δοθεί η ευκαιρία να αναμορφώσει τη συμπεριφορά του, χωρίς να αναχαιτισθεί η εξελικτική αυτή πορεία. Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης. Σε σχέση με την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορούμενου, σημειώνω ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δηλαδή, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της πολιτείας. Στην υπόθεση Σωτήρη Ζαχαρία Γεωργίου, άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 επεξηγήθηκε η σημασία των προηγούμενων καταδικών, με αναφορά στο σύγγραμμα "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, όπου αναφέρονται τα εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεραρυμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Στην προκειμένη περίπτωση, τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν ελάχιστους μήνες μετά την επιβολή της προηγούμενης καταδίκης στον Κατηγορούμενο (καταδίκη 14.7.2015, παρούσα υπόθεση 5.11.2015). Τούτο μειώνει την επιείκεια που θα μπορούσε να ζητεί από το Δικαστήριο. Διαφοροποιούνται, ωστόσο, ευκρινώς τα αδικήματα της μιας περίπτωσης από εκείνα της άλλης. Δεν προδιαγράφεται, δηλαδή, μια ροπή του Κατηγορούμενου να διαπράττει αδικήματα συγκεκριμένης φύσης, όπως για παράδειγμα, αδικήματα κατά της ιδιωτικής περιουσίας τρίτων προς ίδιον όφελος. Τούτο θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επιλογή είδους και εύρους της ποινής. Στην παρούσα υπόθεση, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες (μέθη, ψυχικός αναβρασμός, ιδιάζουσες συνθήκες στο οικογενειακό περιβάλλον, παραδοχή στο Δικαστήριο, αποχή από νέα αδικήματα κατά τον τελευταίο ένα χρόνο), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είναι μικρής αξίας η βλάβη που επέφερε στην κυβερνητική περιουσία (80 ευρώ) και ότι η αντίσταση κατά της νόμιμης κράτησης του από αστυνομικό δεν συνοδεύτηκε με επίθεση κατά του αστυνομικού, και ότι, από την άλλη, η απειλή βιαιοπραγίας κατά της περιουσίας, εκδηλώθηκε εν τέλει με την προαναφερθείσα μικρής αξίας βλάβη), κρίνω κατάλληλο να μετριάσω σημαντικά το εύρος της ποινής, όχι όμως να απέχω από την επιβολή του είδους ποινής που προβλέπεται στο Νόμο. Επιβάλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές꞉ για τις κατηγορίες αρ. 1, 3 και 6, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 40 ημερών. για τις κατηγορίες αρ. 7 και 8, την υποχρέωση να υπογράψει προσωπική Εγγύηση για το ποσό των €600- για ανάληψη υποχρέωσης ότι κατά τα επόμενα 2 χρόνια από σήμερα, θα τηρεί τη νομοθεσία και θα επιδεικνύει καλή διαγωγή. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Τονίζω ότι οι διατάξεις του άρθρου 3
(2)εξετάζονται και εφαρμόζονται από το Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα και ανεξάρτητα από τη διεργασία που ακολουθείται αναφορικά με την ενεργοποίηση ή μη της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον ίδιο Κατηγορούμενο αναφορικά με προηγούμενη καταδίκη. Η εν λόγω διεργασία διέπεται από χωριστές διατάξεις, εκείνες του άρθρου 4 του Ν.95/72.[1] Έχει νομολογιακά διευκρινισθεί ότι η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή, με βάση το Άρθρο 4
(1)ανωτέρω, είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής - (βλ., μεταξύ άλλων, Louca v. Republic
(1986)2 C.L.R. 141· Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251· Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409· Έλβις Αντωνίου Σύμκασης ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 1, Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). Η αλληλουχία των ενεργειών του Δικαστηρίου είναι η εξής꞉ Το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το αδίκημα που εκδικάζει και το οποίο διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο της αναστολής προηγούμενης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει, εφόσον έχει καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση. Σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του Άρθρου 4
(1)του Νόμου 95/72 και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή, ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο (Ιερόθεος Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α. ν Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, Μαρίας Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356). Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή από τη νομολογία ότι όταν επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς τη δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, είναι καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή όπως βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό. (Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Bocskei v. R. [1970] 54 Cr. App. R. 519). Εξετάζω λοιπόν πρώτα κατά πόσο θα αναστείλω την επιβληθείσα σήμερα ποινή φυλάκισης για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι υπό το φως των ιδιαζουσών συνθηκών της υπόθεσης και της έμπρακτης μεταμέλειας που επέδειξε ο Κατηγορούμενος στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, δικαιολογείται, έστω και για μια τόσο μικρής διάρκειας ποινή φυλάκισης, να ανασταλεί η ισχύς της για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής]. Συγχρόνως, δεν το κρίνω κατάλληλο να ενεργοποιήσω τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν δυνάμει προηγούμενης καταδίκης. Θα εξακολουθούν να τελούν υπό αναστολή και εκείνες ως η αρχική διαταγή του Δικαστηρίου που τις επέβαλε. Τα έξοδα €45- που προκλήθηκαν στην παρούσα δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τον Κατηγορούμενο. (υπ.)............ Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 4.-
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.
(2)Οσάκις το Δικαστήριον διατάσση ότι η ανασταλείσα ποινή δέον να εκτελεσθή, μετά ή άνευ τροποποιήσεως της αρχικής αυτής περιόδου, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως η εκτέλεσις χωρήση αμέσως ή όπως η περίοδος της φυλακίσεως αρχίση μετά την έκτισιν της ποινής της επιβληθείσης υπό του αυτού ή ετέρου Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο