Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μαρία Αλεξάνδρου, Αρ. Υποθ.: 391/17, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ., Αρ. Υποθ.: 391/17 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μαρία Αλεξάνδρου Kατηγορούμενης Ημερομηνία: 29.3.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για την Κατηγορούμενη꞉ κ. Τάσος Κουμής Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη, η οποία τελεί υπό κράτηση ως υπόδικη από 17.2.2017, τίθεται σήμερα ενώπιον μου προς επιβολή ποινής σε αυτήν, για τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1 και 2, στις οποίες δήλωσε παραδοχή ενοχής. Και οι δύο κατηγορίες αφορούν στο αδίκημα της «Κλοπής εκ κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 9/11/2016 και μεταξύ των ωρών 11꞉00 - 12꞉00 στην οδό Γρ. Διγενή στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου έκλεψε από την κατοικία με αρ. 63 το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, περιουσία του Χρίστου Γιωργάλλα από το Παραλίμνι. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 25/1/2017 - 5/2/2017, συμπεριλαμβανομένων σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου έκλεψε από την κατοικία της Αναστασίας Πογιατζή από το Παραλίμνι ένα χρυσό σταυρό και μια χρυσή καδένα, συνολικής αξίας 300 ευρώ, περιουσία της πιο πάνω. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής꞉ «10/11/16 καταγγέλθηκε στον Σταθμό Παραλιμνίου από τον Χρίστο Γιωργάλλα (ΜΚ1) ότι την 9/11/16 και ώρα 11:00 επισκέφθηκε την οικία του στην οδό Γρίβα Διγενή 63 στο Παραλίμνι κάποια γυναίκα, η οποία, από την περιγραφή που έδωσε ο ΜΚ1 στην Αστυνομία, διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι ήταν η κατηγορούμενη και η οποία του συστήθηκε ως νοσηλευτική λειτουργός την οποία έστειλε κάποια Ελένη, που συμπωματικά Ελένη είναι και η κόρη του ΜΚ1. Η γυναίκα αυτή προσφέρθηκε και έκαμε κάποιου είδους μαλάξεις στη σύζυγο του ΜΚ2, η οποία έχει πρόβλημα με τα γόνατα της και του πώλησε και αλοιφή για εντριβές για το ποσό των €30.-. Ακολούθως προσφέρθηκε να τους βοηθήσει να συγυρίσουν το δωμάτιο τους. Ο ΜΚ1 δέχτηκε και αφού έφυγε η κατηγορούμενη, αμέσως μετά αναζήτησε τα λεφτά του τα οποία ήταν κρυμμένα στο κομοδίνο του, τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €500.- και δεν τα εντόπισε. Στη συνέχεια, λίγες μέρες μετά που έγινε η καταγγελία αυτή, ενόσω ο Αστ. 2932 Χ. Μιλτιάδους (ΜΚ3) βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να περπατά στο πεζοδρόμιο και υποψιάστηκε ότι πιθανόν να είναι πλανόδια πωλητής. Διαπιστώθηκε αργότερα ότι επρόκειτο για την κατηγορούμενη. Λόγω του ότι εκείνο το διάστημα στην εν λόγω περιοχή υπήρχαν αρκετές καταγγελίες για κλοπές από κατοικίες από πλανόδιους, του ηγέρθησαν υποψίες και την έθεσε υπό παρακολούθηση. Στη συνέχεια, αφού την είδε να μπαινοβγαίνει σε διάφορα σπίτια, την σταμάτησε και της έκδωσε εξώδικο πρόστιμο για το ποσό των €85.- για το αδίκημα της παράνομης πλανοδιοπώλησης. Στη συνέχεια, κλήθηκε για ανάκριση η κατηγορούμενη λόγω υποψίας που δημιουργήθηκε και η ίδια, ανακρινόμενη, παραδέχθηκε πράγματι ότι την εν λόγω ημερομηνία 9/11/16 έκλεψε το ποσό των €500.- από τον ΜΚ1 και επίσης ότι έκλεψε από την κατοικία της Αναστασίας Πογατζιή (ΜΚ2) ένα χρυσό σταυρό και μία χρυσή καδένα συνολικής αξίας €300.-. Μάλιστα, η ίδια η κατηγορούμενη είχε εκφράσει την επιθυμία και υπέδειξε στον αστυφύλακα του ΤΑΕ Αμμοχώστου την οικία από την οποία, όπως ανέφερε η ίδια, έκλεψε τον εν λόγω σταυρό. Συνελήφθηκε η κατηγορούμενη και ανέφερε ότι, πράγματι, όταν υπέδειξε τη σκηνή από την οποία έκλεψε το σταυρό, «Από εδώ έκλεψα ένα σταυρό από μία γριά γυναίκα».» Η συνήγορος της Κατηγορούσας αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι μέχρι τη στιγμή που απάγγελλε τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είχε αποζημιωθεί οποιοσδήποτε εκ των παραπονούμενων (ΜΚ1) και (ΜΚ2) από την Κατηγορούμενη. Ωστόσο, κατά τη σημερινή δικάσιμο, πληροφορήθηκε το Δικαστήριο τόσο από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι στις 23.3.2017, η Κατηγορούμενη αποζημίωσε αμφότερους τους παραπονούμενους με την καταβολή των χρηματικών ποσών των €500 και €300, αντίστοιχα. Σημειωτέον ότι όσον αφορά τη χρυσή καδένα και τον σταυρό, η Κατηγορούμενη ανακρινόμενη από την Αστυνομία είχε αναφέρει ότι τα πώλησε στην Λεμεσό σε άγνωστο άτομο. Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Κατόπιν αίτησης της Κατηγορούμενης για δωρεάν νομική αρωγή, ετοιμάστηκε έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε η ίδια η Κατηγορούμενη στη λειτουργό που της έλαβε συνέντευξη, αυτή είναι σήμερα ηλικίας 36 ετών, άνεργη και είναι δεσμευμένη με τον Γιάννη Σταύρου, 35 ετών, πλανοδιοπώλη, ο οποίος κατάγεται από την Αθήνα και ζει στη Λεμεσό. Αμέσως πριν τη σύλληψή της για την παρούσα υποθεση, η Κατηγορούμενη διέμενε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια στη Λεμεσό, με κόστος ενοικίου €20 την ημέρα, μαζί με το συμβίο της και το γιο της, ηλικίας 17 ετών. Ο γιος της Κατηγορούμενης, μετά τη σύλληψη της ίδιας και λόγω προβλημάτων υγείας (ανίατη ασθένεια) που παρουσίασε η μητρική του γιαγιά, επέστρεψε μαζί με τη γιαγιά του στην Αθήνα. Οι γονείς της Κατηγορούμενης, ηικίας 65 και 63 ετών, διέμεναν πριν τη σύλληψή της στη Λεμεσό και εργάζονταν ως πλανοδιοπωλητές. Η Κατηγορούμενη είναι η 3η σε σειρά ηλικιακά από τα 4 παιδιά της οικογένειας. Όλα τα άλλα αδέρφια της διαμένουν στην Αθήνα. Η Κατηγορούμενη δεν φοίτησε σε σχολείο και, ως εκ τούτου, είναι αναλφάβητη. Εργαζόταν και η ίδια περιστασιακά ως πλανοδιοπώλης μαζί με τους γονείς της για την κάλυψη των οικονομικών της αναγκών. Στην ηλικία των 19 ετών σύναψε σχέση με συμπατριώτη της και από τη σχέση τους απέκτησε το γιο της. Διέμεναν στην Αθήνα. Μετά από 8 χρόνια συμβίωσης, χώρισαν και η Κατηγορούμενη εγκαταστάθηκε με τους γονείς της στην Αθήνα. Ο πατέρας του παιδιού της τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο και παντρεύτηκε με Κύπρια. Η Κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της και το συμβίο της το 2016 λόγω των οικονομικών δυσκολιών που συναντούσαν στην Ελλάδα. Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας (επιληψία) από την ηλικία των 19 ετών για τα οποία παρακολουθείται από γιατρό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αντιμετωπίζει και προβλήματα ψυχικής υγείας, για τα οποία κατά την κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές συνεργάστηκε με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του παραπτώματός της και ζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου. Η αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι η κατηγορούμενη παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος και δεν αμφισβητεί τα γεγονότα ότι έχουν όπως τα εξέθεσε η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούμενη έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και της έχει εξηγηθεί για την υπό του Νόμου προβλεπόμενη ποινή. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, ο συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Αναφέρθηκε στην ηλικία της Κατηγορουμένης, ότι είναι 36 ετών, και στο γεγονός ότι είναι μητέρα ενός αγοριού ηλικίας 17 ετών. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι προέρχεται από πολυμελή και πολύ φτωχή οικογένεια από την Ελλάδα και ότι η ίδια μετακόμισε με τον συμβίο της και το ανήλικο παιδί της στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον. Κατά καιρούς εργάστηκε σε διάφορες θέσεις αλλά δεν κατάφερε να εξεύρει κάτι μόνιμο που να της δίδει την δυνατότητα να καλύπτει τις ανάγκες της. Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Μόνο με τον μισθό του συμβίου της αδυνατούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους, τα ενοίκια τους και άλλες υποχρεώσεις τους. Οι συνθήκες αυτές την οδήγησαν να πάρει αυτή την λανθασμένη απόφαση και να διαπράξει τα αδικήματα. Η Κατηγορούμενη υποφέρει από χρόνια προβλήματα υγείας, βρίσκεται υπό συνεχή ιατρική περίθαλψη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή συνέχεια. Ο ανήλικος γιος της Κατηγορούμενης διαμένει με τους γονείς της κατηγορούμενης από τότε που η ίδια τελεί υπό κράτηση ως υπόδικος. Δυστυχώς, πριν μία εβδομάδα, η μητέρα της διαγνώστηκε με ανίατη ασθένεια και η εισαγωγή της στο νοσοκομείο κρίθηκε αναγκαία. Το προσδόκιμο ζωής της είναι πολύ μικρό γι' αυτό και μετέβηκαν όλοι στην Ελλάδα, μαζί τους και ο ανήλικος γιος της Κατηγορούμενης. Παρουσίασε ο συνήγορος Υπεράσπισης ιατρική βεβαίωση ημερ. 22/2/17, η οποία εκδόθηκε από γιατρό στη Νίκαια της Ελλάδας (βλ. το έγγραφο με την ένδειξη «Α» στο φάκελο του Δικαστηρίου), καθώς επίσης, βεβαίωση εγγραφής της κατηγορούμενης στο ατομικό βιβλιάριο χορήγησης φαρμάκων και νοσοκομειακής περίθαλψης σε νοσηλευτικό ιδρύματα της Ελληνικής Δημοκρατίας (βλ. το έγγραφο με την ένδειξη «Β» στο φάκελο του Δικαστηρίου). Τέλος, παρουσίασε ιατρικό πιστοποιητικό που αναφέρει για την κατάσταση της υγείας της μητέρας της Κατηγορούμενης (βλ. το έγγραφο με την ένδειξη «Γ» στο φάκελο του Δικαστηρίου). Καταληκτικά, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε στο Δικαστήριο τα εξής꞉ «Αδιαμφισβήτητα το αδίκημα το οποίο διέπραξε η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρό. Αντιλήφθηκε ότι αντιμετωπίζει την ποινή της φυλάκισης. Ταπεινή εισήγηση μου είναι ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει του ευεργετήματος της αναστολής της φυλάκισης. Απλά θα ήθελα να αναφέρω ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, ότι με τη σύλληψή της παραδέχθηκε τα αδικήματα που διέπραξε, έδωσε από μόνη της θεληματική κατάθεση, όπου παραδέχθηκε και εξήγησε τις συνθήκες της διάπραξης των αδικημάτων και ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου δήλωσε άμεση παραδοχή. Η όλη συμπεριφορά της δείχνει ότι έχει μετανιώσει για τις πράξεις της και ζητά μία δεύτερη ευκαιρία.». Οι Βεβαιώσεις που υπέγραψαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 για την αποζημίωση που έλαβαν από την Κατηγορούμενη παρουσιάστηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης κατά τη σημερινή δικάσιμο και βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου με ένδειξη «Α» και «Β», αντίστοιχα. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό. Αντικείμενο κλοπής δύναται να είναι κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. Σύμφωνα με το άρθρο 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, εξακολουθεί δυστυχώς να είναι εξίσου επίκαιρο σήμερα: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη.» Τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, υποδηλώνουν εγκληματική συμπεριφορά η οποία στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας, αλλά και της έννομης τάξης γενικότερα και πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381, έγινε σαφές ότι για τέτοιου είδους αδικήματα δικαιολογείται η επιβολή ποινής φυλάκισης παρά το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων: «Η απόφαση του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή φυλάκισης, παρά το λευκό ποινικό μητρώο όλων των καταδικασθέντων και την ηλικία του εφεσείοντος, ειδικά, αιτιολογείται επί μακρόν. Γίνεται αναφορά σε σειρά δικαστικών αποφάσεων, που τείνουν να καταδείξουν ότι δικαιολογείται ποινή φυλάκισης και σε νεαρά άτομα που για πρώτη φορά διώκονται για εγκληματικές πράξεις, εφόσον τούτο επιβάλλεται από τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής αδικημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση*. Στη Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 228, το Εφετείο ενέκρινε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε στρατιώτη, ηλικίας 18 ετών, για αδικήματα διάρρηξης και κλοπής. Η σοβαρότητα εγκλημάτων διάρρηξης και κλοπής, σε συνάρτηση με την εξάπλωση εγκλημάτων αυτής της κατηγορίας, υπογραμμίζεται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες απολήγουν στην επιβολή ποινών φυλάκισης.». Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του꞉ "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ασφαλώς, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Ωστόσο, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου και στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε σοβαρά αδικήματα, όπου η φύση και η συχνότητα διάπραξής τους απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. μεταξύ άλλων Ψύλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 430, Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, και Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 670). Στην παρούσα υπόθεση, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων εμφανίζουν, κατά την κρίση μου, το στοιχείο του προσχεδιασμού, δηλαδή της απόκτησης άδειας εισόδου σε κατοικία υπό την ιδιότητα του προσώπου που θα προσέφερε υπηρεσίες στον/στους ιδιοκτήτη/ες της κατοικίας, κατόπιν οδηγιών προσώπου της εμπιστοσύνης τους, και της εκμετάλλευσης αυτής της επίπλαστης δικαιολογίας και/ή ευκαιρίας εισόδου στην κατοικία, για τη διάπραξη της κλοπής. Εναλλακτικά, της απόκτησης άδειας εισόδου σε κατοικία υπό την ιδιότητα του πλανοδιοπώλη και της εκμετάλλευσης αυτής της ευκαιρίας εισόδου και πάλιν για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Αυτές οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων είναι από μόνες τους επιβαρυντικές. Το ότι το σχέδιο αυτό εφαρμόστηκε σε σχέση με κατοικίες ηλικιωμένων προσώπων έχει και αυτό το γεγονός τη δική του επιβαρυντική χροιά. Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί επίσης το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη εκμεταλλεύτηκε τα κλοπιμαία για δικό της οικονομικό όφελος. Πώλησε τα κοσμήματα και εισέπραξε το αντίτιμο, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εφικτή η επιστροφή τους στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους στη φυσική τους κατάσταση. Οι πιο πάνω παράγοντες καθιστούν επιτακτική την ανάγκη αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής στην Κατηγορούμενη και δεν αφήνουν περιθώριο επιβολής οποιασδήποτε άλλης ποινής από την φυλάκιση. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση τυχόν μετριαστικών παραγόντων. Η συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές αποτελεί παράγοντα, ο οποίος δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός. Το κατά πόσον ένας κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές είναι ζήτημα πραγματικό, που αξιολογείται δικαστικά υπό το φως των ιδιαίτερων συνθηκών της κάθε υπόθεσης. Στην Huseyin Vedat ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής꞉ «Δεν υποτιμούμε το γεγονός ότι τα κλαπέντα επεστράφησαν, όμως αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, εφ' όσον στη μια περίπτωση ο Εφεσείων συνελήφθη επ' αυτοφώρω και στην άλλη ήταν τυχαία που διελευκάνθη η υπόθεση όταν ερευνήθηκε. Δεν υπήρχε λοιπόν ούτε εκείνη η συνεργασία η οποία θα μπορούσε να αφήσει περαιτέρω περιθώρια επιείκειας στο Δικαστήριο με την έννοια της εξ ιδίων μεταμέλειας και απόλυτης συνεργασίας προς διαλεύκανση των αδικημάτων.». Εκεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ένας κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό κατά την επιμέτρηση του εύρους της ποινής. Ο συγκεκριμένος παράγοντας δεν είναι πάντοτε τόσο ισχυρός ώστε να αλλάξει το είδος της ποινής. Παραπέμπω συναφώς στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, όπου εκεί μάλιστα κρίθηκε ότι ο συγκεκριμένος παράγοντας δεν ήταν καθοριστικός ούτε για σκοπούς αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτει από την παράθεση γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, έγινε τυχαία, από τον αστυνομικό που αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη να εισέρχεται ως πλανοδιοπώλης στις διάφορες κατοικίες. Ανακρινόμενη, στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη προέβηκε σε άμεση παραδοχή των εγκληματικών πράξεών της και υπέδειξε τη σκηνή των αδικημάτων στην Αστυνομία. Δικαιούται κατά την κρίση μου, υπό τις συνθήκες αυτές να λάβει έκπτωση στο εύρος της ποινής που θα της επιβληθεί, χωρίς όμως να αναιρείται υπό τις συνθήκες αυτές η αναγκαιότητα επιβολής ποινής φυλάκισης. Έκπτωση της ποινής δικαιούται, ασφαλώς, να λάβει η Κατηγορούμενη για το γεγονός ότι έχει δηλώσει άμεση παραδοχή στις κατηγορίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 - «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Όπως συμπληρωματικά λέχθηκε στην απόφαση ημερ. 2.12.2015, στην Πoινική ΄Εφεση αρ.154/2015, Στέλιος Κουλουντή ν. Αστυνομίας - «Θα προσθέταμε δε ότι είναι μόνο δια της παραδοχής που αποδίδεται με απτό και άμεσο τρόπο η μεταμέλεια ενός προσώπου.». Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της Κατηγορούμενης, η πολυετής οικονομική δυσπραγία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, το γεγονός ότι είναι μητέρα ενός 17χρονου παιδιού και το ότι μέχρι και την ημερομηνία σύλληψής της δεν είχε μόνιμη κατοικία είναι παράγοντες που διαμορφώνουν την εικόνα ενός ατόμου που βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια στο περιθώριο της κοινωνίας. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης, η Κατηγορούμενη υπέπεσε στα παραπτώματα της κλοπής για να εξασφαλίσει τα προς το ζην αυτής και του παιδιού του. Τούτο το ιστορικό ή/και το κίνητρο αυτό δεν αποτελούν συγχωροχάρτι για την Κατηγορούμενη. Συνθέτουν, όμως, την εικόνα ενός ανθρώπου που μέσα από την τιμωρία που θα του επιβληθεί θα πρέπει να λάβει την ευκαιρία να αναμορφωθεί χωρίς να εξοντωθεί. Επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια υπό το φως των ανωτέρω, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη꞉ Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου 95/72 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο όπως αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, νοουμένου ότι αυτή δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3
(2)του ιδίου Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186(Ι)/03. Το άρθρο 3
(2)προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Χρυσοδόντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε περιθώριο επέμβασής στην πρωτόδικη απόφαση για μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε λόγω του ότι στη διαγωγή του Εφεσείοντα απουσίαζαν τα στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας. Κρίθηκε ειδικότερα ότι το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα και οι πιθανές επιπτώσεις άμεσης ποινής φυλάκισης, λαμβάνονται μεν υπόψιν, αλλά δεν είναι παράγοντες που εξετάζονται αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τις όλες περιστάσεις της υπόθεσης και από μόνοι τους δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η παράλειψη του Εφεσείοντα να αποζημιώσει τον παραπονούμενο κρίθηκε καθοριστικός παράγοντας για την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης περί μη αναστολής της ποινής φυλάκισης. Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη έχει έστω και την υστάτη αποζημιώσει τους παραπονούμενους για την αξία των κλοπιμαίων. Έδωσε δείγμα έμπρακτης μεταμέλειας τόσο μέσω της πράξης της αυτής όσο και μέσω του ότι έχει ομολογήσει τα αδικήματά της στις αστυνομικές αρχές και του ότι τα παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης και ειδικότερα την υγεία της, αποφασίζω ότι δικαιολογείται να λάβει το ευεργέτημα της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Αναστέλλεται η εκτέλεσης της ποινής για 3 χρόνια από σήμερα. [Επεξηγείται στην Κατηγορούμενη η σημασία της αναστολής.] (Υπ.) ........... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ