← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αναστάσιος Γιωργαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 165/2016, 7/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αναστάσιος Γιωργαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 165/2016, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 165/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν.

  1. Αναστάσιος Γιωργαλλής
  2. Χρίστος Σάββα Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 7 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Α. Κουμής Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Ν. Νικολάου Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της «Συνωμοσίας για ανατροπή πορείας της Δικαιοσύνης, κατά παράβαση των άρθρων 20, 35 και 121(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου꞉ «Οι κατηγορούμενοι στις 8/6/2015 στο Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου προσπάθησαν να επηρεάσουν τον Marius Aurel Vudu από τη Ρουμανία να αποσύρει την καταγγελία που έκανε εναντίον δύο μελών της Αστυνομίας.». Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες꞉ Πρώτος, κατέθεσε ο Α/Αστ. 419 Μάμας Βασιλείου (στο εξής «ο ΜΚ1»). Δεύτερος, κατέθεσε ο Marius Aurel Vudu (στο εξής «ο ΜΚ2»). Επιγραμματικά και μόνον, αναφέρομαι στη μαρτυρία που έδωσαν πιο κάτω. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος συνέταξε (βλ. Τεκμήριο 1). Είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τους Κατηγορούμενους 1 και
  3. Από τον 1ο Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 είχε λάβει ανακριτική κατάθεση στις 6.9.2015, την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  4. Επίσης, ο ΜΚ1 ήταν αυτός που προσήψε στον 1ο Κατηγορούμενο γραπτή κατηγορία για το αδίκημα της συνωμοσίας για ανατροπή της δικαιοσύνης και επηρεασμού μάρτυρα, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  5. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο Κατηγορούμενο στις 8.9.2015 (βλ. το Τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς αυθημερόν για το ίδιο αδίκημα που κατηγόρησε τον 1ο Κατηγορούμενο (βλ. το Τεκμήριο 5). Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 στην κατάθεση του (ως το Τεκμήριο 1) αυτός προχώρησε στη λήψη των πιο πάνω ανακριτικών καταθέσεων (ως τα Τεκμήρια 2 και 4) από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 επειδή στις 10.6.2015 καταγγέλθηκε, στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου όπου αυτός υπηρετούσε, από τον Ρουμανικής καταγωγής Marius Aurel Vudou (ΜΚ2), ότι την 8.6.2015 τον επισκέφθηκαν στο διαμέρισμα του ο Αναστάσης Γιωργαλλής από το Αυγόρου, καθώς και ένας Βούλγαρος φίλος του με το όνομα Συμεών και προσπάθησαν να τον επηρεάσουν, ώστε να αποσύρει την υπόθεση εναντίον δύο Αστυνομικών που έκανε καταγγελία ότι τον χτύπησαν. Ο ΜΚ2 εισήξε κατά την δική του κυρίως εξέταση το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στον ΜΚ1, στις 10.6.2015, στη μητρική του γλώσσα, δηλαδή στα Ρουμάνικα, ως το Τεκμήριο
  6. Πιστή μετάφραση αυτής στην Ελληνική γλώσσα κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  7. Συμπληρωματική κατάθεση που ο ΜΚ2 έδωσε στον ΜΚ1 στις 20.9.2015 στα Ρουμάνικα κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 και πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Ο ΜΚ2 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ως τα πρόσωπα Κυπριακής καταγωγής στα αοποία αναφέρεται στις καταθέσεις του (Τεκμήρια 6 και 8). Σύμφωνα με την εκδοχή γεγονότων που προωθεί η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση της ως άνω μαρτυρίας, αυτό το οποίο κατήγγειλε ο ΜΚ2 στον ΜΚ1 (βλ. Τεκμήριο 7) είναι ότι꞉ Αρχές Φεβρουαρίου είχαν πάει στο σπίτι όπου διέμενε δύο Αστυνομικοί και του έκαναν έρευνα. Στη συνέχεια τον πήραν μαζί τους και τον άφησαν υπό κράτηση για ένα βράδυ, γιατί όπως του είπαν ήταν ύποπτος για κλοπή και παράνομη κατοχή περιουσίας. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, αυτός κατήγγειλε στην πρεσβεία της χώρας καταγωγής του ότι οι δύο Αστυνομικοί τον χτύπησαν και, όπως του λέχθηκε, θα διερευνούσε την καταγγελία αυτή η πρεσβεία. Στις 8 Ιουνίου και περί ώρα 6 με 7 το βράδυ ήρθαν στο σπίτι του ο Συμεών και ο Τάσος για να τον δουν. Ο Συμεών είναι ένας Βούλγαρος που δούλευε παλαιότερα μαζί με τον ΜΚ2 ως υπάλληλος του Κατηγορούμενου
  9. Ο Συμεών συνέχιζε μέχρι τότε (δηλ. τον Ιούνιο) να εργάζεται για τον 2ο Κατηγορούμενο, ενώ ο ΜΚ2 είχε φύγει από τις δουλείες του 2ου Κατηγορούμενου από καιρό. Ο Συμεών είναι πολλά χρόνια στην Κύπρο και μιλά πολύ καλά Ελληνικά. Μιλά και τα Ρουμάνικα παρά το ότι είναι Βούλγαρος. Με τον Συμεών ο ΜΚ2 και η γυναίκα του είχαν πολύ καλές σχέσεις. Ο Τάσος (ο 1ος Κατηγορούμενος) ήταν ο άνθρωπος από το Αυγόρου που παλαιότερα βοήθησε τον ΜΚ2 να βρει δουλειά όταν σταμάτησε να εργάζεται για τον 2ο Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον Τάσο. Με το που έφθασαν ο Συμεών και ο Τάσος στο σπίτι του ΜΚ2 στις 8 Ιουνίου, ο Συμεών άρχισε να του λέει ότι πρέπει να πάει στην πρεσβεία του και να τους αναφέρει ότι για την υπόθεση που είχε καταγγείλει τους δύο Αστυνομικούς, δεν είχε κανένα παράπονο και ότι ήθελε να σταματήσει η διερεύνηση της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 τους ρώτησε τότε ποιος τους έστειλε για να του τα πουν αυτά και απαντήσαν του ο Χρίστος (δηλ. ο 2ος Κατηγορούμενος), εννοώντας τον πρώην εργοδότη του, λέγοντας του μάλιστα ότι ο Χρίστος είναι συγγενής με έναν από τους αστυνομικούς. Τους ρώτησε επίσης ο ΜΚ2, αν αυτός δεν απέσυρε, τί θα γινόταν, και του ανέφεραν ότι θα έστελλαν άλλους αστυνομικούς να του βάλουν ναρκωτικά στο σπίτι του ακόμη και εκείνο το βράδυ. Του ανέφεραν ακόμη ότι, εκτός από ναρκωτικά, επειδή οι αστυνομικοί ξέρουν ο ένας τον άλλο, θα μπορούσαν να του κάνουν κακό για να αποσύρει την υπόθεση εναντίον τους. Παρούσα ενόσω λέγονταν τα πιο πάνω ήταν μία Ρουμάνα, η Κορίνα, η οποία ήταν συμβία του Συμεών. Μιλούσε με τον ΜΚ2 ο Συμεών στα Ρουμάνικα, ο Τάσος στα Ελληνικά και όταν δεν καταλάβαινε ο ΜΚ2 του τα μετάφραζε ο Συμεών στα Ρουμάνικα. Όλη τη συνομιλία αυτή, ο ΜΚ2 την ηχογράφησε με το τάμπλετ του για περίπου 40 λεπτά, επειδή ήθελε να έχει αποδείξεις για όλα, αν και δεν γνωρίζει αν ήταν νόμιμο το ότι προέβη στην ηχογράφηση αυτή. Την ηχογράφηση της συνομιλίας αυτής ο ΜΚ2 την αποθήκευσε στο τάμπλετ του και την έστειλε στην πρεσβεία της χώρας στου στη Λευκωσία. Διευκρίνισε ο ΜΚ2 προς τον Αστυνομικό (ΜΚ1) που λάμβανε την πιο πάνω αρχική κατάθεσή του, και τούτο καταγράφεται και στην ίδια την κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 7), ότι σε καμία περίπτωση δεν ήθελε αυτός να προχωρήσει η καταγγελία του αυτή για το Δικαστήριο. Την ήθελε να παραμείνει στα αρχεία της Αστυνομίας. Ο μόνος λόγος που την υπέβαλε ήταν για να έβρησκε το δίκαιό του σε περίπτωση που του συνέβαινε οτιδήποτε από αυτά που ανέφερε πιο πάνω. Την επιθυμία του να μην π ροχωρήσει ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο εναντίον του Τάσου και του Συμεών, την επανέλαβε ο ΜΚ2 στη Συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε επί τούτου (βλ. Τεκμήριο 9). Στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο 1ος Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 2), αυτός φέρεται να παρουσίασε τα γεγονότα ως εξής꞉ · Γνώριζε τον ΜΚ2 ως υπάλληλο του 2ου Κατηγορούμενου για κάποιο διάστημα 4 - 5 μηνών στο παρελθόν. Επίσης, ο ίδιος ο 1ος Κατηγορούμενος βοήθησε τον ΜΚ2 να βρει αλλού δουλειά όταν έφυγε από τον 2ο Κατηγορούμενο. · Γνώριζε επίσης ότι ο ΜΚ2 είχε καταγγείλει δύο αστυνομικούς ότι τον έδειραν. Είχε ακούσει ο 1ος Κατηγορούμενος και τα ονόματα εκείνων των αστυνομικών αλλά δεν τους γνώριζε. · Παραδέχθηκε ότι πήγε μαζί με το Συμεών για να μιλήσουν στον ΜΚ2 να σταματήσει τις καταγγελίες κατά των αστυνομικών, λέγοντάς του ότι δεν είχε να κερδίσει τίποτε και ότι θα του έβρισκε ο ίδιος μια δουλειά να πάει να δουλέψει για να βρει την ησυχία του. Τούτο του το είπε με καλό τρόπο, χωρίς να τον απειλήσει. Του έλεγε απλώς ότι «δεν έχει να κερδίσει τίποτε, μόνο φασαρίες έβαλε πάνω στην τζιεφαλή του». · Ο 1ος Κατηγορούμενος πήγε να βρει τον ΜΚ2 για να του πει τα πιο πάνω, επειδή του το είχε ζητήσει ο 2ος Κατηγορούμενος. Δηλαδή, είχε πάει ο 2ος Κατηγορούμενος και ζήτησε από τον 1ο Κατηγορούμενο να μιλήσει στον ΜΚ2 για να σταματήσει την καταγγελία κατά των δύο αστυνομικών, επειδή γνώριζε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είχε πολύ καλές σχέσεις με τον ΜΚ
  10. · Για να κάνει αυτό που του ζήτησε ο 2ος Κατηγορούμενος, σκέφτηκε ο 1ος Κατηγορούμενος και ζήτησε από το Συμεών που ήξερε καλά Ρουμάνικα να πήγαινε μαζί του για να δουν φιλικά τον ΜΚ
  11. Δύο με τρεις μέρες μετά την επίσκεψη τους στον ΜΚ2 ο Συμεών έφυγε για τη χώρα του, τη Βουλγαρία και απ' ότι ήξερε δεν ξαναεπέστρεψε στην Κύπρο. Στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο 2ος Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 4), αυτός ισχυρίσθηκε ότι꞉ · Ήταν ο Συμεών εκείνος που τον ενημέρωσε ότι ο ΜΚ2 είχε καταγγείλει δύο αστυνομικούς ότι τον έδεραν και τούτο το έμαθε λίγο καιρό μετά που ο ίδιος ο 2ος Κατηγορούμενος έδιωξε τον ΜΚ2 από υπάλληλό του. · Ήξερε ο 2ος Κατηγορούμενος ότι ο ένας από τους δύο καταγγελθέντες αστυνομικούς ήταν από το Αυγόρου. · Ουδέποτε ο ίδιος (ο 2ος Κατηγορούμενος) έστειλε οποιονδήποτε να πάει να μιλήσει του ΜΚ2 για κανέναν απολύτως λόγο. Ειδικότερα, ουδέποτε ζήτησε ο ίδιος από τον 1ο Κατηγορούμενο να πάει να βρει τον ΜΚ2 και να του πει οτιδήποτε σε σχέση με την καταγγελία του κατά των αστυνομικών. Δεν έχει καμία σχέση ο ίδιος και διερωτάται γιατί τον «εμπερτέψαν». Αντεξετάστηκε ο ΜΚ2 ενώπιον του Δικαστηρίου από τους συνηγόρους αμφότερων των Κατηγορουμένων. Κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι αντιλήφθηκε ότι ήταν «φιλικά» που του μίλησε ο 1ος Κατηγορούμενος και ο Συμεών και ότι δεν τον πίεσαν να κάνει κάτι. Ισχυρίστηκε, όμως, ο ΜΚ2 ότι, όταν σου ζητεί κάτι ο μάστρος σου, νιώθεις ότι πρέπει να το κάνεις. Επί της δήλωσής του αυτής, ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2, του υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν μάστρος του κατά τον ουσιώδη χρόνο, πράγμα με το οποίο συμφώνησε ο ΜΚ
  12. Διευκρίνισε επίσης ο ΜΚ2 ότι έλαβε από τον Συμεών την πληροφορία ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν συγγενής με έναν από τους Αστυνομικούς που ο ΜΚ2 είχε καταγγείλει στην πρεσβεία της Ρουμανίας ότι τον είχαν δείρει. Δεν έλαβε οποιαδήποτε επιβεβαίωση της πληροφορίας αυτής από τον 1ο Κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 ότι στην ηχογράφηση που έκανε ακούγεται ο Συμεών όταν μιλά και του το λέει. Διευκρίνισε ο ΜΚ2 ότι την ηχογράφηση της συνομιλίας που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο με τον Τάσο και το Συμεών δεν την έδωσε ποτέ στην Κυπριακή Αστυνομία. Τούτο διότι του είπαν να τους παραδώσει το τάπλετ με το οποίο είχε κάνει την ηχογράφηση, μόνο αν επιθυμούσε να προχωρήσει ποινική υπόθεση βάσει των όσων κατήγγειλε, αλλά εκείνος τους δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να προωθηθεί τέτοια ποινική υπόθεση. Μη γνωρίζοντας τους Νόμους και Κανονισμούς της Κύπρου, ο ίδιος δεν ήξερε ότι θα προχωρούσε η ποινική υπόθεση παρά την επιθυμία του να μην συμβεί κάτι τέτοιο. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι ο 2ος Κατηγορούμενος δεν είναι συγγενής με κανέναν εκ των δύο αστυνομικών που είχε καταγγείλει ο ΜΚ2, αλλά ο ΜΚ2 επέμεινε ότι έτσι του είχαν πει. Συμφώνησε ο ΜΚ2 με την θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2, ότι αυτός (δηλ. ο ΜΚ2) δεν είχε μιλήσει ποτέ με τον 2ο Κατηγορούμενο για το θέμα της καταγγελίας που είχε κάνει κατά των Αστυνομικών. Έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, οι οποίοι και θα πρέπει να κληθούν από το Δικαστήριο σε απολογία. Γ. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ. Ο συνήγορος του 1ου Κατηγορούμενου εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση διότι (συνοψίζω)꞉ πρωτον, η μαρτυρία του ΜΚ2 βρίθει σωρείας αντιφάσεων μεταξύ άλλων για το αν τον πίεσαν ή δεν τον πίεσαν να προβεί σε απόσυρση της καταγγελίας που είχε κάνει στην πρεσβεία, δεύτερον, ο Συμεών που κατά τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ήταν εκείνος που του μιλούσε στα Ρουμάνικα και του έλεγε αυτά που ισχυρίζεται, δεν προσήλθε ως μάρτυρας κατηγορίας στο Δικαστήριο, τρίτον, ο 1ος Κατηγορούμενος δεν γνωρίζει Rουμάνικα και δεν ήταν εκείνος που μιλούσε του ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο. Ο συνήγορος του 2ου Κατηγορούμενου εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση διότι (συνοψίζω)꞉ Δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας με σκοπό την παρεμπόδιση ή παρέμβαση της πορείας της δικαιoσύνης βάσει της Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2010)2 Α.Α.Δ
  1. Ο 2ος Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών όταν κατ' ισχυρισμόν έγινε το επίδικο επεισόδιο μεταξύ του ΜΚ2, του Συμεών και του 1ου Κατηγορούμενου. Προωθήθηκε η παρούσα υπόθεση κατά του 2ου Κατηγορούμενου στη βάση μόνο της εξ ακοής μαρτυρίας του ΜΚ2 ότι ο Συμεών του είχε πει πως τους έστειλε ο 2ος Κατηγορούμενος να του μιλήσουν. Ο Συμεών που θα ήταν μάρτυρας κλειδί δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Ούτε η Κορίνα που ήταν επίσης παρούσα. Ούτε καν η Αστυνομία δεν έλαβε κατάθεση από τον Συμεών ή την Κορίνα στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας του ΜΚ2 για ό,τι καταλογίζει στους Κατηγορούμενους 1 και
  2. Ήταν ελλειπής σε όλα τα στάδια της διαδικασίας η μαρτυρία. Δεν προσήχθη η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Δεν αποδείχθηκε άμεση επικοινωνία του 2ου κατηγορούμενου με τον ΜΚ2 ούτε προσφέρθηκε μαρτυρία για να αποδείξει την πρόθεση του 2ου κατηγορούμενου να προβεί στην επίδικη πράξη. Δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία που να λέει ποια ηταν αυτή η υπόθεση του ΜΚ2 κατά των δύο αστυνομικών, σε ποιο στάδιο βρίσκεται, αν έχει στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε υπόθεση για την οποία έγινε όλος αυτός ο σάλος. Από την άλλη, ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε ο παραπονούμενος (ΜΚ2). Όσα δήλωσε στην ανακριτική κατάθεσή του προς την Αστυνομία ο 1ος Κατηγορούμενος συνάδουν με όσα κατέθεσε ο ΜΚ2, ότι δηλαδή ο 2ος Κατηγορούμενος τον έστειλε, μαζί με τον Συμεών, να βρουν τον ΜΚ2 για να του πουν ν' αποσύρει την καταγγελία κατά των αστυνομικών. Δεν ήταν ανίδεος ο 2ος Κατηγορούμενος. Γνώριζε ότι είχε γίνει μια καταγγελία από τον ΜΚ2 κατά αστυνομικών, ένας εκ των οποίων ήταν συγχωριανός του. Δεν χρειαζόταν να προσέλθουν άλλοι μάρτυρες κατηγορίας, ούτε ο Συμεών ούτε η Κορίνα, εφόσον προσήλθε ο ίδιος ο παραπονούμενος. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο Συμεών για να τον εντοπίσει και να τον φέρει ως μάρτυρα. Προσπάθησε να κλητεύσει την Κορίνα αλλά η κλήση μάρτυρος επεστράφη ανεπίδοτη. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ΜΚ2 δεν είναι του παρόντος να γίνει. Δ. Νομολογημένες αρχές για το τί εξετάζεται στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Με την άρνηση των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. προαναφερόμενο σύγγραμμα κ. Πική, σελίδα 198). Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Στο υπό εξέταση στάδιο της δίκης, το δικαστήριο περιορίζεται στη φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρησή της, κατά το πέρας της δίκης. Ο Κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Ε. Εκτίμηση Δικαστηρίου. Η κατηγορία κατά των Κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 εδράζεται επί των άρθρων 20 και 121(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Το άρθρο προβλέπει ότι꞉ «
  2. Διαπράττει πλημμέλημα όποιος- (α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν ο,τιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης ή (β) με σκοπό παρεμπόδισης της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης μεταπείθει, παρεμποδίζει ή αποτρέπει οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι νόμιμα υπόχρεο να εμφανιστεί και να δώσει μαρτυρία ως μάρτυρας, ή αποπειράται να διαπράξει με αυτό τον τρόπο ή (γ) παρεμποδίζει ή με οποιοδήποτε τρόπο παρεμβαίνει στην εκτέλεση ή γνωρίζει ότι αποτρέπει την εκτέλεση νόμιμου εντάλματος ή δικογράφου, αστικού ή ποινικού.». Αναφορικά με το αδικημα του άρθρου 121(γ) Με δεδομένο ότι το Κατηγορητήριο κάνει ειδική επίκληση της περίπτωσης (γ) του άρθρου 121, προχωρώ να εξετάσω ειδικά εκείνη τη νομική βάση του αδικήματος. Στην παρούσα υπόθεση είναι πρόδηλο εκ πρώτης όψεως ότι δεν δόθηκε καθόλου μαρτυρία από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 για την ύπαρξη «νόμιμου εντάλματος» ή «δικογράφου», έτσι που να χωρεί να εξεταστεί στη συνέχεια αν υπήρξε μαρτυρία για παρεμπόδιση ή αποτροπή της εκτέλεσής του. Το μόνο που λέχθηκε από τον παραπονούμενο ΜΚ2, επί του οποίου δεν είχε κάτι να προσθέσει ο ΜΚ1, είναι ότι ο ίδιος είχε «καταγγείλει» ένα κατ' ισχυρισμόν επεισόδιο ξυλοδαρμού του από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια κράτησής του ως υπόπτου για υπόθεση κλοπής. Μόνον που η καταγγελία αυτή έλαβε τη μορφή σχετικής «αναφοράς παραπόνου» στην Πρεσβεία της χώρας καταγωγής του, δηλ. της Ρουμανίας, στην Κύπρο. Αν η Πρεσβεία προχώρησε σε διάβημα για τη διεξαγωγή ανακρίσεων για το περιστατικό μεσω της Κυπριακής Αστυνομίας ή μέσω της ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας που προβλέπεται στο Ν.9(Ι)/2006 παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο. Ο ίδιος ο ΜΚ2 δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι κατήγγειλε απευθείας στην Κυπριακή Αστυνομία ή σε άλλη αρμόδια ανεξάρτητη Κυπριακή αρχή τη συμπεριφορά των δύο αστυνομικών. Δεν αμφισβητήθηκε στην όψη της μαρτυρίας που εισήχθη μέσω του ΜΚ1 (βλ. τις ανακριτικές καταθέσεις ως τα Τεκμήρια 2 και 4) ότι οι δύο Κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο ΜΚ2 είχε καταγγείλει στην Πρεσβεία του το εν λόγω συμβάν. Γι' αυτό και δεν έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι, για παράδειγμα, δεν κλήθηκε μάρτυρας της Πρεσβείας για να παρουσιάσει την καταχώρηση τέτοιας καταγγελίας / παραπόνου από τον ΜΚ2 σε αρχείο της πρεσβείας. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι μια τέτοια καταχώρηση παραπόνου χωρίς να εξελιχθεί και μετουσιωθεί, μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο διαδικασίες και με ενέργειες αρμοδίων οργάνων, σε «νόμιμο ένταλμα» ή «δικόγραφο», δεν αποτελεί και δεν δύναται να εξισωθεί με «νόμιμο ένταλμα» ή με «δικόγραφο» για τους σκοπούς του Ποινικού Κώδικα. Καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής που να δείχνει ότι καθ' ον χρόνο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εκδήλωσαν την επίδικη συμπεριφορά, υπήρχε εκδοθέν προς εκτέλεση νόμιμο ενταλμα (π.χ. ένταλμα σύλληψης ή έρευνας κατά των καταγγελλόμενων Αστυνομικών) ή δικόγραφο ποινικής ή αστικής υπόθεσης (κατηγορητήριο ή κλητήριο ένταλμα) συνταχθέν ή καταχωρημένο ή προς επίδοση στους καταγγελλόμενους αστυνομικούς. Πώς μπορεί να μιλά κανείς για παρέμβαση ή αποτροπή στην «εκτέλεση» τέτοιου εντάλματος ή δικογράφου χωρίς να υπάρχει ένταλμα ή δικόγραφο; Αναφέρω παρενθετικά ότι, η ίδια η πράξη της «εκτέλεσης» εντάλματος έχει τη δική της νομική σημασία και ερμηνεία στο άρθρο 21 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και, αν υπήρχε «ένταλμα», θα έπρεπε εκ πρώτης όψεως να αποδειχθεί η ανατροπή ή παρεμπόδιση της εκτέλεσής του όχι μόνον ως πραγματικό αλλά και ως νομικό ζήτημα κατά την εν λόγω έννοια. Καταλήγω ότι, μέσα στο πιο πάνω ελλειπές πλαίσιο μαρτυρίας, δεν καλύπτονται κατά την κρίση μου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 121(γ) του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία αρ.
  3. Αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 121(α) Παρατηρώ, όμως, ότι, ενώ επιλέγηκε η ρητή επίκληση του άρθρου 121(γ) στο κατηγορητήριο, εντούτοις η διατύπωση της περιγραφής του αδικήματος, και ειδικότερα η αναφορά σε συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, δείχνει να περιγράφεται αδίκημα που εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 121(α) που είναι πιο γενικά διατυπωμένο από το άρθρο 121(γ). Παρά το ότι συγκεκριμενοποιήθηκε επί του κατηγορητηρίου ότι η εν λόγω κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 121(γ) αντί στο άρθρο 121(α), εάν και εφόσον το Δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί ότι χρειάζεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, θα μπορούσε ακόμη και αυτεπάγγελτα να διατάξει την τροποποίησή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μη αποκλειομένου του σταδίου που η Κατηγορούσα Αρχή περατώνει την υπόθεσή της, ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία στο πλαίσιο του άρθρου 83 του Κεφ. 155, νοουμένου ασφαλώς ότι θα ικανοποιηθεί ότι η τροποποίηση αυτή δεν θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου και της υπεράσπισής του. Εάν και εφόσον αποφασίσει να επιφέρει τέτοια τροποποίηση το Δικαστήριο, τότε εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 84 του Κεφ.
  4. Δεν διαβλέπω να υπάρχει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των Κατηγορουμένων ή της αποτελεσματικής προώθησης της υπεράσπισής τους, σε περίπτωση που γίνει τροποποίηση της νομικής βάσης της κατηγορίας για να εδράζεται στο άρθρο 121(α). Άλλωστε, οι συνήγοροι Υπεράσπισης έστρεψαν και οι ίδιοι την προσοχή τους στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως η περίπτωση του άρθρου 121(α) ενόσω ανέλυαν τη δοθείσα μαρτυρία και ανέπτυσσαν την εισήγηση τους για μη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Για χάριν λοιπόν πληρότητας μελέτης της υπόθεσης, έχω εξετάσει και το ενδεχόμενο να μπορούσε να αποδειχθεί στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας εκ πρώτης όψεως υπόθεση δυνάμει του άρθρου 121(α). Χρήσιμη καθοδήγηση για την ερμηνεία των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της συνωμοσίας για ανατροπή της δικαιοσύνης μπορεί να αντληθεί από την πρόσφατη απόφαση, ημερ. 8.2.2017, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση αρ. 9208/15, Δημοκρατία ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κ.α.. Όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της «συνωμοσίας». Είναι γνωστές οι αρχές που αφορούν το γενικότερο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη άλλων αδικημάτων (Άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακόμη, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Σημειώνω ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. H συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας (direct evidence), αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση (concerted action)- είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις (acts), είτε σε δηλώσεις (declarations) - των κατηγορουμένων. Eπισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση (concerted action) αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Prosecution and Defence of Criminal Conspiracy Cases του Paul Marcus, η Κ.Α. δεν είναι απαραίτητο να αποδείξει ότι υπήρξε συνάντηση και ρητή συμφωνία αφού συμπέρασμα ως προς συναντίληψη των μερών αρκεί. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την υποσημείωση 5 στην παρα. 2.051, σελ. 2-23 του πιο πάνω Συγγράμματος: "In proving the agreement it is not necessary to show that the parties met and actually agreed to undertake an unlawful act or that they previously arranged a detailed plan. Generally a conspiracy can only be established by circumstantial evidence because the essence of a conspiracy - the unlawful design - can usually be proved only by the establishment of independent facts, bearing more or less closely upon the common design. Thus, a conspiracy may be proved by indirect evidence and inferences justified by the circumstances". Σχετικές με όλα τα πιο πάνω είναι και οι ακόλουθες περικοπές από το Σύγγραμμα Archbold
(2016)στις παραγράφους 33-14: Proving the agreement 33-14 The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it: ..... Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όσον αφορά το συστατικό στοιχείο της «ανατροπής της πορείας της δικαιοσύνης». Οι όροι «εκτροπή» ή «ανατροπή» της πορείας της δικαιοσύνης προέρχονται από τους αντίστοιχους αγγλικούς όρους του πρωτοτύπου κειμένου "pervert or defeat". Καθοδήγηση για την ορθή ερμηνεία του όρου «εκτροπή» δύναται να αντληθεί από τη σχετική Αγγλική νομολογία που ασχολήθηκε με το αδίκημα του Κοινοδικαίου 'perverting the course of justice'. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Archbold 2017 παρ. 28-1: «It is a common law misdemeanour to pervert the course of public justice: R. v. Vreones [1891] 1 Q.B. 360, CCR; R. v. Andrews [1973] Q.B. 422, CA. The offence is committed where a person or persons: (
  1. a)acts or embarks upon a course of conduct, (
  2. b)which has a tendency to, and (
  3. c)is intended to pervert, (
  4. d)the course of public justice: R. v. Vreones, ante (at p.369)». Στην παρ. 28-2 του πιο πάνω Συγγράμματος υπογραμμίζεται ότι οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορών η οποία τείνει και σκοπεί να επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης συνιστά αδίκημα. Απόδειξη του κινήτρου ενός προσώπου αναφορικά με την πράξη του δυνατόν να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπεράσματος σε σχέση με την πρόθεση που είχε όταν την πραγματοποιούσε. Ωστόσο το μόνο που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω αδικήματος είναι απόδειξη της γνώσης όλων των ουσιωδών περιστάσεων και η εκ προθέσεως διενέργεια πράξης η οποία έχει την τάση, ιδωμένη αντικειμενικά, να εκτρέψει την πορεία της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι το υπό κρίση αδίκημα αφορά την πορεία της δικαιοσύνης και όχι μόνο τους σκοπούς της. ('The offence is concerned with the course of justice, and not merely with the ends of justice;'). Στην υπόθεση R. v. Basil
(1985)Crim. L.R. 671 αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση κατά την οποία ένα άτομο στο οποίο εκδόθηκε κλήση μάρτυρος σκοπίμως και έναντι χρηματικού ανταλλάγματος δεν συμμορφώνεται και παραλείπει να εμφανιστεί τότε πράττει κάτι το οποίο τείνει να εκτρέψει την πορεία της δικαιοσύνης. Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Με απασχόλησε, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα πότε θεωρείται ότι αρχίζει η πορεία της δικαιοσύνης, ώστε να μπορεί να εξετασθεί τυχόν συνωμοσία για τέλεση παράνομης πράξης ή παράλειψης για εκτροπή ή ανατροπή της. Από έρευνα που έχω κάνει στην Αγγλική νομολογία, εντοπίζω ότι σημαντική επί του θέματος είναι η απόφαση Cotter & Ors, R v [2002] EWCA Crim 1033 (10..5.2002), όπου το Court of Appeal, με αναφορά στην R v Rowell 65 CAR 174 εξήγησε τα εξής꞉ «
  1. This decision is binding on us. We consider that it establishes that English law accords with the statements of principle set out by Lord Mac Dermott. By necessary implication this includes the proposition that for the purposes of the offence, "the course of public justice" includes the process of criminal investigation.
  2. [.] It is to be noted that in R v Kiffin [1994] Crim LR 449, the court clearly endorsed the views of Lord Mac Dermott that the administration, or course, of justice, includes the process of criminal investigation, whether or not that leads to any charges.
  3. [.] If an allegation is made which is capable of being taken seriously by the police so as to institute a criminal investigation with the possible consequences to which we have referred with intent that it should be taken seriously by the police, we consider that that is properly described as an act perverting the course of justice." Προκύπτει από το ανωτέρω απόσπασμα ότι η πορεία της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στο στάδιο που καταχωρείται ποινική υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου και εντεύθεν. Άρχίζει η πορεία της δικαιοσύνης άπαξ και υποβληθεί καταγγελία στην Αστυνομία, η οποία φαίνεται να είναι ικανή να ληφθεί σοβαρά υπόψη από την Αστυνομία ώστε να αρχίσει αστυνομική διερεύνησή της, ακόμη και αν τελικά αυτό το ανακριτικό έργο δεν καταλήξει σε πρόσαψη γραπτής κατηγορίας ή σε καταχώρηση κατηγορητηρίου. Στην παρούσα υπόθεση με απασχόλησε το αν μπορεί να νοηθεί ότι άρχισε η πορεία της δικαιοσύνης, από το στάδιο της υποβολής καταγγελίας από τον ΜΚ2 προς την πρεσβεία της χώρας του για κατ' ισχυρισμόν ξυλοδραμό που αυτός υπέστη από Κύπριους αστυνομικούς. Υπενθυμίζω ότι ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ήταν ότι ο Συμεών του είπε ότι έπρεπε να πάει στην πρεσβεία του για να αποσύρει την καταγγελία. Έχω επισημάνει και προηγουμένως πως καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ότι ο ΜΚ2 υπέβαλε τέτοια καταγγελία και ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών της Δημοκρατίας (ή στην ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας). Ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι η Ρουμανική πρεσβεία έστω διαβίβασε τέτοιο αίτημα προς τις αρμόδιες αρχές της Κύπρου. Καμία μαρτυρία δεν έδωσε ο ΜΚ1 για έναρξη αστυνομικών ανακρίσεων ή για έκδοση εντάλματος σύλληψής ή ερευνας σε ότι αφορά τέτοια καταγγελία ξυλοδαρμού του ΜΚ2 από αστυνομικούς. Όλα αυτά, δείχνουν πως κατά τον κρίσιμο χρόνο της 8ης Ιουνίου 2015, κατά τον οποίο οι ενώπιον μου δύο Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι συνωμότησαν προς ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, δεν είχε αρχίσει η πορεία δικαιοσύνης κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα. Κρίνω πως, ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεών μου, δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε στη βαση του άρθρου 121(α), γι' αυτό και δεν προχωρώ να τροποποιήσω το κατηγορητήριο για να τους καλέσω να απολογηθούν για αδίκημα βάσει του εν λόγω άρθρου 121(α) του Ποινικού Κώδικα. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.