← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Νικόλας Καραγιάννης, Αρ. Υπόθεσης: 646/2017, 12/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Νικόλας Καραγιάννης, Αρ. Υπόθεσης: 646/2017, 12/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 646/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Νικόλας Καραγιάννης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ''Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα. Α. Πηλείδου με κ. Α. Λοΐζου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τις 20.3.2017 ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση, τίθεται σήμερα ενώπιον μου προς επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν άμεσης παραδοχής ενοχής στις κατηγορίες αρ. 1, 2, 4, 5 και 6. Η κατηγορία αρ. 3 η οποία αφορούσε στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5

(1), 6
(3)30, 30Α, 31 και 38 του Ν.29/77, διακόπηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.5.2017 και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε αυτής. Οι κατηγορίες στις οποίες δήλωσε παραδοχή έχουν ως εξής: 1η κατηγορία: Καλλιέργεια καννάβεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7
(1)(α), 30 και 31 της παρ. 1 του μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως ούτος τέθηκε εν ισχύ δια της ΚΔΠ 139/79 και Νόμος 20(Ι)/92, ΚΔΠ 4/96 και Νόμος 91(Ι)/2003. Λεπτομέριες αδικήματος (όπως τροποποιήθηκαν κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.5.2017)꞉ Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/12/2016 - 14/3/2017, συμπεριλαμβανομένων, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου καλλιέργησε 20 φυτά του γένους κάνναβης. 2η κατηγορία꞉ Kατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1), 6
(2), 30, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Αρ. 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 και 20(Ι)/92 και ΚΔΠ 139/79, 277/86 και 4/96 και Νόμος 91(Ι)/2003. Λεπτομέριες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β' ήτοι 20 φυτά κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. 4η κατηγορία: Kατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1), 6
(2), 30, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Αρ. 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 και 20(Ι)/92 και ΚΔΠ 139/79, 277/86 και 4/96 και Νόμος 91(Ι)/2003 και ΚΔΠ149/09, ΚΔΠ45/10, ΚΔΠ385/10, ΚΔΠ246/11, ΚΔΠ446/11, ΚΔΠ165/11, ΚΔΠ264/12, ΚΔΠ506/12, ΚΔΠ67/
  1. Λεπτομέριες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος στις 14/3/2017 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β' ήτοι 17 γραμμάρια κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. 5η κατηγορία꞉ Χρήση ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), 30, 31 και 38 και Παραγράφου 1 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 και 20(Ι)/92 και ΚΔΠ 139/79, 277/86 και 4/96 και Νόμος 91(Ι)/2003 και ΚΔΠ45/
  2. Λεπτομέριες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία κάπνισε χειροποίητα τσιγάρα τα οποία περιείχαν άγνωστη ποσότητα κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. 6η κατηγορία: Κατοχή σκευών για τη λήψη ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(γ)(i)(ii), 26, 30, 31 και 38 της Παρ. 1 του Μέρους ΙΙ του πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως ούτος ετέθη εν ισχύ δια της ΚΔΠ139/79 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 91(Ι)/2003 και ΚΔΠ 4/
  3. Λεπτομέριες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του σκεύη για τη λήψη ναρκωτικών ουσιών κατασκευασμένα για χρήση ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ένα μύλο αλέσεως κάνναβης. Τα γεγονότα, όπως τα εξέθεσε η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως εξής꞉ Στις 14/03/17 περί ώρα 01:20 ενώ ο ΜΚ3 (Αστ. 3614 Π. Οικονόμου) διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο στο Παραλίμνι μαζί με μέλη της τροχαίας Αμμοχώστου ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο LBH 802 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά την διάρκεια του ελέγχου διαπίστωσε ότι στο εσωτερικό του οχήματος μύριζε έντονα κάνναβη. Πληροφορήθηκε ο Κατηγορούμενος για την πρόθεση του να τον ερευνήσει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμου απάντησε «Νo problem». Κατά την έρευνα ο ΜK3 βρήκε σε θήκη δίπλα από το χειρόφρενο ένα ελαφρώς καπνισμένο χειροποίητο τσιγάρο με πράσινη φυτική ύλη κάνναβη. Αφού το παρέλαβε, του το υπόδειξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εν ψιλή». Συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα, του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του, του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Οk». Στη συνέχεια και περί ώρα 01:27 ο ΜΚ3 στην ίδια θήκη βρήκε δύο καπνισμένα χειροποίητα τσιγάρα με κάνναβη. Τα παρέλαβε, του τα υπέδειξε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και απάντησε «It' s mine». Ακολούθως η ώρα 01:30 ο ίδιος μάρτυρας βρήκε σε άλλη θήκη ένα νάιλον σακουλάκι μέσα στο οποίο υπήρχε νάιλον συσκευασία με πράσινη φυτική ύλη κάνναβη και ένα μύλο άλεσης κάνναβης με ίχνη κάνναβης. Τα παρέλαβε, του τα υπέδειξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «It's mine». Τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα που απορρέουν από τον εντοπισμό των πιο πάνω τεκμηρίων, δηλαδή κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β χωρίς άδεια, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 02:00 - 03:10 ο ΜΚ6 (Αστ. 4142 Η. Σκορδής) μαζί με τον ΜΚ4 (Αστ. 2354 Π. Περός) και άλλους αστυφύλακες ερεύνησαν την οικία του Κατηγορούμενου στην παρουσία του, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσής του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας και ώρα 02:05 ο ΜΚ6 εντόπισε στο υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου, κάτω από το γραφείο του μία ειδική τέντα θερμοκηπίου με σωλήνες, μέσα στην οποία υπήρχαν 10 πλαστικές γλάστρες, μέσα στις γλάστρες υπήρχαν φυτεμένα 10 φυτά κάνναβης και ένα πλαστικό κουτί υδροπονίας με το δίσκο του, μέσα στον οποίο υπήρχαν 14 φυτά κάνναβης. Επίσης, μέσα σε θερμοκήπιο υπήρχε ένας ψεκαστήρας χεριού και ένα ποτιστήρι. Πάνω από τα φυτά υπήρχε ηλεκτρικός λαμπτήρας με καλώδιο και πρίζα, πολύπριζο και σύρμα και ένας χρονοδιακόπτης, ο οποίος στηριζόταν σε δύο γάντζους πάνω στο γραφείο. Σε ερμάρι δίπλα από το γραφείο του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε μία ειδική τέντα θερμοκηπίου με σωλήνες μέσα στην οποία υπήρχαν 10 πλαστικές γλάστρες, στις οποίες υπήρχε από ένα φυτό κάνναβης σε κάθε μία και πάνω από τα φυτά ηλεκτρικός λαμπτήρας με καλώδιο και πρίζα. Επίσης, πολύπριζο με σύρμα και χρονοδιακόπτη, ανεμιστηράκι και άλλο πολύπριζο το οποίο στηριζόταν με γάντζους. Ακόμα στο ίδιο μέρος στο θερμοκήπιο υπήρχε θερμόμετρο και υγρόμετρο. Κάτω από το γραφείο υπήρχε ανοικτή συσκευασία με γεωργικό περλίτι που βοηθά στη ριζοβολή, το οποίο είναι ουσία που ριζώνουν τα φυτά. Επίσης, στο γραφείο υπήρχαν πέντε συσκευασίες με σπόρους κάνναβης. Όλα αυτά υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ6 και ακολούθως παραλήφθηκαν αφού έγινε η ενδεδειγμένη διαδικασία. Ο ΜΚ6 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Τούτα εν τα φυτά που σας είπα, δεν έχω κάτι άλλο». Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν όλα τα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου μαζί με τον Κατηγορούμενο. Στην παρουσία του Κατηγορούμενου ο ΜΚ6 εκρίζωσε τα φυτά από τις γλάστρες και από τους κήπους υδροπονίας και συνεχίστηκε η διερεύνηση της υπόθεσης. Δέσμη φωτογραφιών, η οποία περιέχει 63 λήψεις φωτογραφίας και ευρετήριο φωτογραφιών στο πίσω μέρος της δέσμης, όπου απεικονίζονται τα ευρήματα από την έρευνα που διεξήγαγαν τα μέλη της ΥΚΑΝ στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου όπως περιγράφεται πιο πάνω, έχει τεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου με την ένδειξη «Α». Έδωσε κατάθεση ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα στον Μ6 και ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το χειροποίητο ελαφρώς μισοκαπνισμένο τσιγάρο είναι με κάνναβη, τα δύο καπνισμένα χειροποίητα τσιγάρα είναι με κάνναβη επίσης, καθώς και η ποσότητα που βρέθηκε στο σακουλάκι και ο μύλος άλεσης είναι δικά του για προσωπική του χρήση και επίσης ότι τα φυτά που βρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο του είναι δικά του και τα καλλιεργούσε για δική του χρήση. Στις 14/3/17, στις 9:35 το πρωί συνελήφθηκε εκ νέου στην βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης και απάντησε «Οk». Το Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου παρουσιάστηκε την ίδια ημέρα διέταξε την κράτηση του για έξι μέρες. Τα τεκμήρια έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από το Γενικό Χημείο του Κράτους με αποτελέσματα όπως φαίνεται στην Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, ημερ. 22/3/17, η οποία υπογράφεται από τον κ. Χρ. Κουντούρη και την κα Μ. Αυξεντίου (βλ. το έγγραφο στο φάκελο του Δικαστηρίου με την ένδειξη «Β»). Όπως πληροφορήθηκε το Δικαστήριο από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Όσον αφορά τα τεκμήρια που κατακρατεί η Αστυνομία, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το Δικαστήριο όπως διατάξει να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Η αγόρευση για μετριασμό της ποινής Συνοψίζω πιο κάτω τα όσα ανέφερε στη γραπτή της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης σκιαγραφόντας το άτομο του Κατηγορούμενου και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων꞉ · Ο κατηγορούμενος δεν προέβαινε στη χρήση ναρκωτικών ουσιών για προσωπική ευχαρίστηση ή από κοινωνική συνήθεια. Απεναντίας, ο κατηγορούμενος άρχισε τη χρήση κάνναβης για λόγους υγείας. · Η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου περιγράφεται ως εξής. Από το 2010 άρχισε σταδιακά να παρουσιάζει προβλήματα εντερικών διαταραχών, με συχνές διαρροϊκές κενώσεις, αέρια και αισθήματα πόνου, κραμπών και γενικά στομαχικών ενοχλήσεων. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε περαιτέρω το
  4. Ως αποτέλεσμα της βαθμιαίας επιδείνωσής υπέστη σημαντική απώλεια βάρους πέραν των 10 κιλώνμε αποτέλεσμα να είναι δυσανάλογο του ύψους του. Τελικά μετά από μια σειρά εξετάσεων, διαγνώστηκε με σοβαρής μορφής νόσο του ευερέθιστου εντέρου και με παράλληλη δυσανεξία στη λακτόζη και στη γλουτένη. Του συστήθηκε πλήρης αποχή από τροφές που περιέχουν τις ουσίες αυτές. Λόγω των προβλημάτων της σωματικής του υγείας, ο Κατηγορούμενος εμφανίζει συμπτωματολογία Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής. Ιατρικά πιστοποιητικά από θεράποντες ιατρούς στην Αγγλία (βλ. τη δέσμη εγγράφων με την ένδειξη «Γ1 έως Γ6» στα οποία περιλαμβάνονται η Βεβαίωση, ημερ. 17.7.2014, από Dr Jonathan Hoare, τα αποτελέσματα κολονοσκοπήσεων, η διάγνωση ημερ. 5.3.2003 από τη διατροφολόγο Lucy Goddard), καθώς και από γιατρούς στην Κύπρο (βλ. Βεβαίωση ημερ. 18.3.2017 από το γαστρεντερολόγο Δρ. Γ. Οικονόμου με την ένδειξη «Γ7» και την Κλινική Ψυχολογική Έκθεση ημερ. 18.3.2017 από το Δρ. Στ. Γεωργιάδη, Κλινικό Ψυχολόγο - Νευροψυχολόγο, με την ένδειξη «Ζ») τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφερόμενων. · Η επίδραση της νόσου στην καθημερινότητα του κατηγορούμενου ήταν δραστική, ενώ η φαρμακευτική αγωγή παρά τις κατά καιρούς προσαρμογές της δεν βοηθούσε ικανοποιητικά. Πέραν από το σοβαρό περιορισμό των επιτρεπόμενων τροφών, οι αναπάντεχες διάρροιες και τα αέρια δυσκόλευαν τον ίδιο στην καθημερινότητα του και τις κοινωνικές του συναναστροφές. Περαιτέρω σε περιόδους έξαρσης της ασθένειας ειδικά μετά την λήψη τροφής που ήρθε σε επαφή με γλουτένη ή λακτόζη υπέφερε με πόνους και παρουσίαζε απώλεια βάρους. Συμπωματικά, ενώ βρισκόταν ακόμη στην Αγγλία όπου και εργάστηκε μετά τις σπουδές του, διαπίστωσε κατά την περιστασιακή χρήση κάνναβης ότι, αφενός προκαλούσε ύφεση στους πόνους και αφετέρου προκαλούσε αύξηση της όρεξης του με συνεπακόλουθο την προσθήκη σωματικού βάρους. Ως αποτέλεσμα η λήψη κάνναβης κατέστη έξη και ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι ήταν το μόνο που μπορούσε να τον βοηθήσει να ελέγξει τους πόνους και την απώλεια βάρους. Αυτό ήταν που τον ώθησε και στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, η πίστη ότι η κάνναβη ήταν το μόνο ενδεδειγμένο για την περίπτωση του. · Η μόρφωση και η κοινωνική θέση του Κατηγορούμενου δυσκόλευαν την έκθεση του για αγορά κάνναβης όπου θα τον έφερνε σε επαφή με άτομα και καταστάσεις που δεν θα μπορούσε ένεκα του χαρακτήρα του να διαχειριστεί. Αυτό ήταν και που τον ώθησε να προβεί στην καλλιέργεια. · Ο λόγος καλλιέργειας των 20 φυτών από τον κατηγορούμενο, τα οποία όταν εντοπίστηκαν από την ΥΚΑΝ βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης, ήταν η προσπάθεια του να έχει συνεχή παραγωγή, έτσι ώστε να διασφαλίζει την καθημερινή του χρήση του. Όπως καταγράφεται στην Έκθεση του Κρατικού Χημείου: o 3 φυτά ήταν διαστάσεων μεταξύ 30 και 50 cm. o 4 φυτά ήταν διαστάσεων μεταξύ 20 και 30 cm. o 5 φυτά ήταν διαστάσεων μεταξύ 15 και 20 cm. o 8 φυτά ήταν διαστάσεων μεταξύ 10 και 15 cm. · Η θέση του κατηγορούμενου ότι προέβαινε στη χρήση για τους πιο πάνω λόγους, για λόγους υγείας όπως το έθεσε ο ίδιος, δεν προβάλλεται για πρώτη φορά σήμερα. Το είχε αναφέρει ο ίδιος στην κατάθεση που του λήφθηκε στις 15/3/2017 (βλ. ερώτηση 6). · Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε στο περιβάλλον μιας χώρα, στην Αγγλία, που δεν υπάρχει μεν αποποινικοποίηση αλλά υπάρχει ανοχή στην προσωπική χρήση της κάνναβης. · Τα φυτά ήταν τοποθετημένα σε μέρος της βιβλιοθήκης γραφείου του εντός του υπνοδωματίου του με πενιχρό φωτισμό και εξαερισμό. Όπως εξήγησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του σε σχετική ερώτηση για τον λόγο που είχε φυτεύσει τόσο μεγάλο αριθμό, είχε φυτεύσει περισσότερα φυτά γιατί δεν ήξερε πόσα από αυτά θα επιβιώσουν (βλ. ερώτηση 5, κατάθεση ημ 14/3/17). · Κατά την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος ανακόπηκε σε συνήθη έλεγχο τροχαίας καθ' ον χρόνο μετέβαινε σε φούρνο της περιοχής όπου πωλούνται προϊόντα χωρίς γλουτένη. Επειδή είχε σκοπό κατά την επιστροφή του στο σπίτι να σταθμεύσει έξω και να καπνίσει κάνναβη είχε μαζί του την ποσότητα της 4ης κατηγορίας. Το προηγούμενο βράδυ είχε καπνίσει κάνναβη στο όχημα του γεγονός που εντόπισε άμεσα ο αστυνομικός που τον ανάκοψε από τη χαρακτηριστική οσμή. Όταν ρωτήθηκε αμέσως το παραδέχτηκε, παράδωσε τα 17 γρ. που είχε στην κατοχή του και το μύλο αλέσεως και περαιτέρω όταν ρωτήθηκε αν έχει και άλλες παράνομες ουσίες στην κατοχή του επί τόπου αποκάλυψε την παράνομη κατοχή και καλλιέργεια των φυτών. Ως αποτέλεσμα συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Άμεσα υπέγραψε συγκατάθεση για έρευνα στην οικία του και μετέβηκε εκεί με τους άντρες της ΥΚΑΝ, όπου και τους υπέδειξε στο υπνοδωμάτιο του το έπιπλο όπου ήταν τα φυτά και αφού οι αστυνομικοί έλαβαν αριθμό φωτογραφιών, τα παρέλαβαν. Η συνεργασία με τις διωκτικές αρχές συνεχίστηκε όταν ο Κατηγορούμενος έδωσε τις δύο καταθέσεις του. · Από την ημερομηνία της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικου (20.3.2017) ο Κατηγορούμενος έχει ήδη συμπληρώσει σχεδόν δύο μήνες αποχής από ναρκωτικές ουσίες. Ενδεικτικές οι αναλύσεις ούρων ημερ. 2.5.2017 που τον δείχνουν καθαρό (βλ. το Έγγραφο «Η»). Το γεγονός αυτό τον έχει ενδυναμώσει και είναι πρόθυμος να συνεχίσει απεξάρτηση με συστηματική στήριξη του ψυχολόγου που έβλεπε πριν τη φυλάκιση του, αλλά και με εισαγωγή του σε κατάλληλο πρόγραμμα. · Είναι λευκού ποινικού μητρώου. · Προέβηκε σε άμεση παραδοχή των αδικημάτων. · Η αποκάλυψη της υπόθεσης αυτής και των διαστάσεων που έχει λάβει σε μια μικρή κοινωνία όπως η παρούσα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων κοινωνικό στιγματισμό. Αποτελεί μέρος της τιμωρίας του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι έχει εκθέσει με τη συμπεριφορά του και τους οικείους του, είναι ένας επιπλέον παράγοντας που τον πονά ιδιαίτερα. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου εκτίθενται λεπτομερέστερα στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου από τότε που αυτός παρέμεινε ως υπόδικος στη φυλακή, η συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην έκθεση ημερ. 21.4.2017 του Δρ. Πάνου (βλ. το έγγραφο με την ένδειξη «Δ») που τον επισκέφθηκε εκεί. Η ευπαίδευτη συνήγορος στήριξε επί της εν λόγω έκθεσης την εισήγησή της ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, θα ήταν ορθό και δίκαιο, ενόψει της επιβαρυνθείσας υγείας του Κατηγορούμενου, να ανασταλεί. Συγκεκριμένα, επεσήμανε ότι η πάθησή του και η αναγκαστική αποχή του από τη λήψη τροφών με γλουτένη ή λακτόζη λόγω της ιδιαιτερότητας της κατάστασης του, είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη σίτισή του κατά την κράτηση του και επέφερε επιδείνωση στην υγεία του. Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας Η έκθεση ετοιμάστηκε ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν κρατούμενος ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, γι' αυτό και, ως διευκρινίζει η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Φυλακών η οποία την ετοίμασε, βασίζεται στα λεγόμενα του Κατηγορούμενου χωρίς καμία διασταύρωση των δεδομένων. O Κατηγορούμενος περιγράφεται ως πρόσωπο ηλικίας 35 ετών, άγαμος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία. Προέρχεται από οικογένεια καλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ηλικίας 62 ετών, κατάγεται από την Αμμόχωστο και εργάζεται ως καθηγητής σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Η μητέρα του, ηλικίας 59 ετών, κατάγεται από την Κερύνεια και διατηρεί 1/3 μερίδιο σε ξενοδοχειακή μονάδα στον Πρωταρά. Αμέσως πριν τη σύλληψή του ο Κατηγορούμενος διέμενε με την οικογένειά του σε ιδιόκτητη οικία στην περιοχή Πρωταρά της Επαρχίας Αμμοχώστου. Ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος ηλικιακά από τα 3 παιδιά της οικογένειας. Τα άλλα δύο αδέρφια του, ηλικίας 33 ετών και 22 ετών, εργάζονται στην οικογενειακή ξενοδοχειακή μονάδα. Είναι απόφοιτος ιδιωτικού σχολείου της Αγγλίας και ακολούθως απόφοιτος πανεπιστημίου στον κλάδο των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Απέκτησε επίσης μεταπτυχιακό τίτλο στον κλάδο προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του εργαζόταν ως προγραμματιστής σε ιδιωτικές εταιρείες για κάλυψη των αναγκών του. Σχετικά τα έγγραφα «Ε» και «Στ» ενώπιον του Δικαστηρίου. Το 2012 επέστρεψε στην Κύπρο λόγω προβλημάτων υγείας που παρουσίασε και λόγω του ότι όλα τα άλλα μέλη της οικογένειάς του βρίσκονταν ήδη στην Κύπρο. Αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας που παρουσιάζει από το 2010 (Irritable Bowel Syndrome) για τα οποία παρακολουθείται από αρμόδιο ιατρό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, αναφέρθηκε στη χρήση κάνναβης από το 2010, την οποία ξεκίνησε λόγω των προβλημάτων υγείας. Ανέφερε ότι η κάνναβη λειτουργεί θεραπευτικά στον οργανισμό του. Σχετικά με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση, δηλώνει παραδοχή, μεταμελείται και ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. Η ιατρική έκθεση, ημερ. 21.4.2017, συνταχθείσα από τον το Δρ. Μάριο Ζήνων Πάνο, Καθηγητή κλινικής Γαστρεντορολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Γαστρεντερολόγου και Ηπατολόγου. Όπως αναφέρει ο Δρ. Πάνος στην πιο πάνω έκθεσή του, ετοίμασε την έκθεση αυτή μετά που ο ίδιος επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο στις Κεντρικές Φυλακές στις 5.4.2017 και στις 20.4.2017 όπου και τον εξέτασε στην παρουσία γιατρού της Υπηρεσίας των Φυλακών. Αρχικά, στην έκθεσή του ο Δρ. Πάνος καταγράφει το ιατρικό ιστορικό του Κατηγορούμενου όπως του το εξέθεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στηριζόμενος σε προηγούμενες εξετάσεις που έτυχε από γιατρούς στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις αντίστοιχες ιατρικές εκθέσεις που βρίσκονται στον ιατρικό του φάκελο. Έπειτα, ο Δρ. Πάνος επεξηγεί ποια είναι τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου. Αναφερόμενος στη θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτός άρχισε τη χρήση κάνναβης για ανακούφιση των έντονων συμπτωμάτων κοιλιακού άλγους και διάρροιας από τα οποία υπέφερε, ο Δρ. Πάνος παραπέμπει σε διάφορες δημοσιευθείσες κλινικές μελέτες της Αμερικανικής Εταιρείας Γαστρεντερολογίας, για να δείξει ότι βελτίωση των εντερικών συμπτωμάτων με τη χρήση της ινδικής κάνναβης έχει τεκμηριωθεί εργαστηριακά και κλινικά. Προχωρεί ο Δρ. Πάνος και αναφέρει ότι κατά την πρώτη επίσκεψή του, της 5ης Απριλίου 2017, στις Κεντρικές Φυλακές έλαβε το διαιτητικό ιστορικό του Κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι κατά την περίοδο του εκεί εγκλεισμού του Κατηγορούμενου δεν φαίνεται ο αποκλεισμός τροφών με γλουτένη ή λακτόζη να ήταν αποτελεσματικός. Συγκρίνοντας την αξιολόγηση του σωματικού βάρους του Κατηγορούμενου στις 5.4.2017 στις Κεντρικές Φυλακές με εκείνο που έδειξε η επαναξιολόγηση του βάρους του στις 20.4.2017 από το Δρ. Πάνο στις Κεντρικές Φυλακές, ο Δρ. Πάνος κατέληξε στην εξής γνωμάτευση την οποία καταγράφει στη στελίδα 3 της έκθεσής του ημερ. 21.4.2017꞉ «Κατά την περίοδο του εγκλεισμού του, ο κος Καραγιάννης υπέστη σημαντικό βαθμό υποσιτισμού, όπως αναδεικνύεται στην απώλεια μέχρι και 15% του σωματικού του βάρους, απώλεια μυικής μάζας, όπως αναδεικνύεται κλινικά από την ατροφία των κροταφιαίων μυών και επιβεβαιώνεται από τη μείωση του δείκτη σωματικής μάζας, σε λιγότερο του ΒΜΙ 20.00 kg/m2 όπου και παραμένει, χωρίς σημαντική βελτίωση. Αυτά, παρά την προσθήκη δίαιτας ελεύθερης σε γλουτένη και λακτόζη, κατά το δυνατό μέτρο στο περιβάλλον των φυλακών. Δείτε (fig. 1). Επιπλέον, το αναπόφευκτα αγχογόνο περιβάλλον του εγκλεισμού, δεν μπορεί παρά να επαυξάνει τα συμπτώματα του κοιλιακού άλγους και διάρροιας, χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου, από το οποίο πάσχει σε μία σοβαρή μορφή. Εν όψει των πιο πάνω, άποψη μου είναι ότι η κλινική εικόνα του κου Καραγιάννη θα μπορούσε να βελτιωθεί εάν βρεθεί σε λιγότερο αγχώδες περιβάλλον, καθώς επίσης και αν βελτιωθεί η συμμόρφωση του σε τροφές ελεύθερες γλουτένης και λακτόζης. Και τα δύο ίσως να ήταν περισσότερο εφικτά κατοίκον, υπό την φροντίδα των οικίων του. Σχετικά με τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει ο κος Καραγιάννης, πιστεύω ότι με εντατικοποίηση της συμβατικής θεραπείας με προσεκτικές συχνές τροποποιήσεις δόσεων και συνδυασμών σκευασμάτων, παράλληλα με μία περισσότερο αυστηρή δίαιτα ελεύθερη σε γλουτένη και λακτόζη, θα ήταν εφικτή μία σημαντική βελτίωση στα κοιλιακά συμπτώματα του, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει στη χρήση κάνναβης.» ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα που προσδίδεται από τον νομοθέτη στα διάφορα αδικήματα διαφαίνεται και από το ανώτατο όριο ποινής που έχει προβλέψει ο Νομοθέτης στο Νόμο 29/77 (βλ. άρθρο 30). Για την 1η κατηγορία, για την καλλιέργεια φυτών γένους κάνναβης, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για τη 2η και 4η κατηγορία, για την κατοχή ναρκωτικών φαρμάκων τάξεως Β', προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Για την 5η κατηγορία, χρήση ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για την 6η κατηγορία, κατοχή σκευών για τη λήψη ναρκωτικών, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Ωστόσο, με δεδομένο ότι για την παρούσα υπόθεση έχει δοθεί η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 30 του Ν.29/77 όπως εκδικασθεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστήριο, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ανέρχεται στα 5 χρόνια. Όπως έχει νομολογηθεί, το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αντανακλά την αγωνία της κοινωνίας για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τα οποία αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται, ιδιαίτερα βέβαια το οικογενειακό του περιβάλλον (βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482). Στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, 109, λέχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρονών, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359.» Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά είναι παράγοντες που λαμβάνονται συνήθως υπόψη από το Δικαστήριο στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής (βλ. Mallouk ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Το άρθρο 30
(4)του Νόμου 29/77 θεσμοθετεί κατά τρόπο πιο ολοκληρωμένο τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ως καθιστώντες το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό. Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό λαμβάνονται υπόψη τα εξής: η ηλικία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι δεν είχε ανάμειξη σε εμπορία και το παράπτωμά του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση, ο βαθμός εξάρτησής του από ναρκωτικά, η αποδεδειγμένη μεταμέλειά του η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και η προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση, το είδος και η ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που καταγράφονται στο εδάφιο (α) του άρθρου 30
(4)ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Πιο σοβαρό καθιστούν το αδίκημα τα εξής꞉ Η ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος, η χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση, η θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων, το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. Είναι και νομολογιακά θεμελιωμένη η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν στην καλλιέργεια ή κατοχή ναρκωτικών για σκοπούς προμήθειας σε τρίτους από εκείνα που αφορούν σε καλλιέργεια ή κατοχή ναρκωτικών για προσωπική χρήση (βλ. Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στη Mortimer v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 22). Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, ο Πικής, Π. έθεσε το ζήτημα ως εξής στη σελ. 177: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει· το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου». Παρομοίως, στην προηγούμενη απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μία, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 21.4.2016, στην Ποινική Έφεση 177/15, Νικόλας Γιαννακάκη ν Αστυνομίας, υιοθετήθηκε ο λόγος της απόφασης ημερ. 21.11.2014, στην Ποινική Έφεση 6/2014, Ελ Χαπίρ Ναζίπ ν. Αστυνομίας, όπου είχε λεχθεί ότι, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Η αντιμετώπιση κατά αυστηρό τρόπο των αδικοπραγούντων αποτελεί και τη συνδρομή των Δικαστηρίων, έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών. Βλέπε επίσης την Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 197 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η χρήση ναρκωτικών ξαπλώνεται στη χώρα μας με γοργό ρυθμό επηρεάζοντας άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά, όχι μόνο τη ζωή του χρήστη, της οικογένειας του αλλά ταυτοχρόνως φθείρει και τον ιστό της κοινωνίας. [...] Κάτω από αυτά τα δεδομένα, τα Δικαστήρια είναι επιφορτισμένα με την υποχρέωση επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην χαλιναγώγηση του παρατηρούμενου φαινομένου της διάβρωσης της κοινωνίας και των νέων ανθρώπων, ειδικότερα». Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση για την τεράστια εξάπλωση των ναρκωτικών ουσιών στην επαρχία όπου εδρεύει. Αντλεί τη δικαστική γνώση μέσα από την καταιγιστική καταχώρηση υποθέσεων αυτού του είδους στο Δικαστήριο. Λόγω, λοιπόν, της συχνότητας της διάπραξης των αδικημάτων που αφορούν στην καλλιέργεια κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, και της αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι εγείρονται έξω από το πλαίσιο των διαλαμβανομένων στο άρθρο 30
(4)του Νόμου 29/77, είναι περιορισμένης σημασίας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Στέλιος Ζωμενή ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, όπου τονίστηκε ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσης - «Οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία. Αυτό εν όψει των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία των ναρκωτικών οι οποίες είναι πλέον ορατές.». Στην Gloli v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30: ''Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. Βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου''. » Ασφαλώς, δεν είναι ορθό να παραγνωρίζονται εντελώς οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Το ύψος της ποινής πρέπει να καθορίζεται, αφού συνυπολογισθούν, πραγματικά και όχι απλώς λεκτικά, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ούτως ώστε η ποινή να μην είναι άδικη. Παραπέμπω στην Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Κρίνεται όμως ότι η ποινή που επεβλήθη εδώ θα μπορούσε να ήταν χαμηλότερη διότι δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση. Το λευκό ποινικό μητρώο καθώς και οι προσωπικές συνθήκες του θα μπορούσαν να βαρύνουν περισσότερο στη σκέψη του Κακουργιοδικείου, επιβάλλοντας ελαφρώς χαμηλότερη ποινή που θα λογιζόταν ως δικαιότερο μέτρο στην ολότητα των περιστατικών της υπόθεσης.». Όπως το έθεσε ο Δ. Χατζηχαμπής, Π., στην απόφαση ημερ. 29.4.2014 στην Ποινική Εφεση Αρ. 247/2013, Ανδρέας Παντελή ν. Δημοκρατίας꞉ «Μας έχει λεχθεί περαιτέρω από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον εφεσείοντα ότι αντιμετωπίζει προσωπικά προβλήματα, τα οποία δεν είναι άσχετα με τη δική του χρήση κάνναβης, και τα οποία όμως ήσαν υπόψη του Κακουργιοδικείου. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει οτιδήποτε ιδιαίτερα ξεχωριστό σε αυτή την υπόθεση που να μας οδηγεί στη θεώρηση του παράγοντα αυτού ως δραστικώς ενεργούντος επί της ποινής. Όμως τον έχουμε παραλλήλως υπόψη στη στάθμιση του ερωτήματος κατά πόσον η ποινή κρίνεται εκδήλως υπερβολική ή όχι. Θα λάβουμε περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι ο εφεσείων έχει αποκτήσει ένα παιδί μετά από την καταδίκη του. Αν και οι προσωπικές συνθήκες γενικότερα δεν βαρύνουν με τον τρόπο που θα μπορούσε να βαρύνουν σε άλλες περιπτώσεις στις υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικά, εντούτοις δεν μπορεί παρά να συνσταθμισθεί και τούτο το γεγονός παράλληλα με όλα τα άλλα.». Καθοδήγηση ως προς το ύψος των ποινών από την Κυπριακή νομολογία. Προχωρώ λοιπόν να αναφερθώ ενδεικτικά σε ποινές που επιβλήθηκαν ή επικυρώθηκαν για παρόμοιες υποθέσεις. Κωνσταντίνος Γεώργιου Παπασυμεού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 523. Οι Ζαβράντωνας, Παπασυμεού και Πόγγουρος προσήχθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου και κατηγορήθηκαν και οι τρεις για καλλιέργεια, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο ή άλλα πρόσωπα 205 φυτών κάνναβης. Ο Ζαβράντωνας προμηθεύτηκε ένα εμπορευματοκιβώτιο, οι τρεις το τοποθέτησαν σε λάκκο και το μετέτρεψαν σε θερμοκήπιο φυτών κάνναβης. Και οι τρεις φύτεψαν μέσα σ' αυτό φυτά κάνναβης ενώ, παράλληλα, τοποθέτησαν από πάνω του μπάλες από σανό ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η παρουσία του και η χασισοφυτεία που οργάνωσαν. Το εμπορευματοκιβώτιο εντοπίστηκε από την ΥΚΑΝ μετά από σχετικές πληροφορίες και μέσα σ' αυτό βρισκόταν ο Κ. Παπασυμεού ασχολούμενος με το πότισμα των φυτών. Και οι τρεις παραδέχθηκαν ότι η χασισοφυτεία ήταν δική τους. Οι τρεις κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή και το Κακουργιοδικείο επέβαλε και στους τρεις, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων στις σχετικές, με τα 205 φυτά κάνναβης, κατηγορίες. Χριστάκης Ιωάννου άλλως «Τίτος», Ανδρέας Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409. Μετά από έρευνα στο σπίτι της αδελφής του εφεσείοντος 1 στη Λεμεσό, η Αστυνομία βρήκε 22 γλάστρες με 23 φυτά κάνναβης τοποθετημένα σε ειδικά διαρρυθμισμένο χώρο σε υπονοδωμάτιο. Βρέθηκαν επίσης τρία πιστόλια σε πλαστικό σακκούλι που ήταν κρυμμένο σε ερμάρι στο ίδιο δωμάτιο. Σε δύο από αυτά ήταν προσαρμοσμένος γεμιστήρας με αριθμό σφαιρών. Στο τρίτο πιστόλι ο γεμιστήρας βρισκόταν στη θέση του, αλλά ήταν άσφαιρος. Τα πυρομαχικά ήταν τοποθετημένα μέσα στο ίδιο ερμάρι σε πλαστικά κυρίως σακκούλια. Τα όπλα και πυρομαχικά ήταν διατηρημένα σε καλή κατάσταση και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Τα αποτυπώματα των εφεσειόντων εντοπίστηκαν στον ανεμιστήρα και το λαμπτήρα που βρέθηκαν κοντά στα ναρκωτικά καθώς επίσης και στα πλακάζ και τις ασημόκολλες της κατασκευής που ήταν πάνω στο κρεβάτι και που είχε μέσα τα φυτά κάνναβης. Το Κακουργιοδικείο βρήκε ένοχο τον εφεσείοντα 1) στα αδικήματα της οπλοκατοχής, κατοχής πυρομαχικών και καλλιέργειας 23 φυτών κάνναβης και του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 χρόνων στην 1η κατηγορία και 2 χρόνων σε κάθε μια από τις άλλες κατηγορίες. Ο εφεσείων 2 καταδικάστηκε σε 2 χρόνια φυλάκιση για το αδίκημα της κατοχής φυτών κάνναβης. · Ευρυπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Εντοπίστηκαν από την Αστυνομία φυτά καννάβεως φυτευμένα σε 25 καλά κρυμμένες γλάστρες με μπάλες σανού στην κάσια φορτηγού αυτοκινήτου το οποίο ευρίσκετο στην κατοχή του εφεσείοντα και το οποίο εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον ίδιο για τη μεταφορά σανού στη κτηνοτροφική του μονάδα (μάντρα) στα Κάτω Πολεμίδια. Το Κακουργιοδικείο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο σε δύο κατηγορίες, με αντικείμενο την κατοχή και καλλιέργεια των φυτών καννάβεως, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, (Ν. 29/77) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Εφεσιβλήθηκε μόνο η καταδίκη, όχι η ποινή. Η έφεση απορρίφθηκε. Ποινική Εφεση Αρ. 247/2013, Ανδρέας Παντελή ν. Δημοκρατίας (βλ. προμνησθείσα απόφαση). Το Κακουργιοδικείο κατεδίκασε τον εφεσείοντα μετά από ακροαματική διαδικασία και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία που αφορούσε την κατοχή με σκοπό την προμήθεια και 4 ετών στην κατηγορία που αφορούσε την καλλιέργεια 12 φυτών. Κατ' έφεση, το Εφετείο έκρινε ως έκδηλα υπερβολικές τις ποινές αυτές και μείωσε σε 3ετή τη φυλάκιση στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και σε 2ετή τη φυλάκιση στην κατηγορία της καλλιέργειας. Λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα επιχειρήματα της Υπεράσπισης ότι ήταν μικρή η ποσότητα των φυτών κάνναβης τα οποία ανευρέθησαν, ότι δεν υπήρχε μαρτυρία όσον αφορά την ποσότητα της κάνναβης που θα μπορούσε να εξαχθεί και κατ' επέκταση ούτε για το οικονομικό όφελος, το οποίο θα μπορούσε να προέλθει από τη διάθεσή της, ότι δεν ανευρέθησαν άλλα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να συνδέσουν τον εφεσείοντα με εμπορία ναρκωτικών υπό τη συνήθη έννοια που αυτό γίνεται αντιληπτό, παρά το γεγονός ότι υπήρξε πρωτόδικα καταδίκη και παραδοχή στο στάδιο εκδίκασης της έφεσης επί της κατηγορίας της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Η εισήγηση της Υπεράσπισης ήταν ότι δεν υπήρχε πρόθεση για εκτεταμένη διάθεση της κάνναβης που θα μπορούσε να εξαχθεί από τη φυτεία. Σταθμίστηκαν από το Εφετείο τα πιο πάνω επιχειρήματα με εκείνα που πρόταξε η συνήγορος για τη Δημοκρατία, ήτοι ότι οι συνθήκες καλλιέργειας των φυτών κάνναβης αποκάλυπταν ένα καλά σχεδιασμένο τρόπο καλλιέργειας, προφυλαγμένο με πολλή προσοχή ώστε να μην μπορούσε να εντοπιστεί εύκολα, αλλά και με αναφορά στο γεγονός ότι τα φυτά δεν ήταν σε περιορισμένο χώρο καλλιέργειας, δηλαδή γλάστρες ή άλλα τέτοια δοχεία, αλλά στο έδαφος, όπου θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, όπως και ανεπτύχθησαν, ώστε να ήταν δυναμικά δυνατό να δώσουν μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή την άποψη. Έκρινε το Εφετείο ότι αυτή η εισήγηση από πλευράς συνηγόρου της Δημοκρατίας παρέμεινε «στη σφαίρα του αδιευκρίνιστου», «εφόσον δεν υπήρξε η συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία, όπως καταδεικνύεται στις αγγλικές αποφάσεις, είναι αποφασιστικής σημασίας όσον αφορά την κατάταξη των υποθέσεων στην ποικίλουσα κλίμακα της σοβαρότητας των αδικημάτων, αρχίζοντας από την απλή καλλιέργεια διά ιδίαν χρήση και καταλήγοντας στην τέλεια οργανωμένη τεράστιας κλίμακας επιχείρηση με σκοπό το μεγάλο κέρδος και τη μεγάλη παραγωγή». Μειώνοντας την ποινή, το Εφετείο προσμέτρησε το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν είχε οποιοδήποτε προηγούμενο, ότι ήταν σχετικώς νεαράς ηλικίας, ότι αν και επρόκειτο για μια καλά σχεδιασμένη καλλιέργεια, εντούτοις τούτο «δεν είναι ο μόνος αποφασιστικός παράγων που πρέπει να ληφθεί υπόψη» και θεωρήθηκε πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η ποσότητα των φυτών ήταν «πολύ μικρή» και ότι δεν είχε ενώπιον του το Δικαστήριο μαρτυρία που να δεικνύει την ποσότητα της κάνναβης που μπορούσε να εξαχθεί από τα φυτά αυτά. · Απόφαση ημερ. 9.6.2016 στην Ποινική Έφεση Αρ. 46/2016, Σάββα Σιδερένου ν Αστυνομίας. Η πρώτη κατηγορία, αφορούσε στην κατοχή 6 φυτών κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και η δεύτερη κατηγορία αφορούσε την καλλιέργεια των 6 φυτών κάνναβης. Άλλη κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, διακόπηκε. Τα γεγονότα, όπως εκτείθενται στην πρωτόδικη απόφαση, σε συντομία, είναι ότι στις 10.7.2013 δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, ερευνήθηκε το αγροτόσπιτο και τα υποστατικά του Εφεσείοντα στη Σωτήρα. Σε υποστατικό του εντοπίστηκε κρυφή είσοδος, καλυμμένη με χώμα. Όταν αφαιρέθηκε το χώμα, υπήρχε κουβέρτα, κάτω από την οποία υπήρχαν τρεις ορθογώνιες πολυστερίνες. Όταν αφαιρέθηκαν και αυτές, υπήρχε ξύλινο παλέτο που στήριζε ξύλινο πλακάζ, το οποίο έφραζε κρυφή είσοδο. Αφαιρώντας το πλακάζ, διαπιστώθηκε η ύπαρξη μικρής υπόγειας σήραγγας, μήκους τεσσάρων μέτρων και ύψους 60 εκατοστών, η οποία κατέληγε σε υπόγειο δωμάτιο-κρύπτη, διαστάσεων 1,80 x 3,00 μέτρα και ύψους 2,40 μέτρα, στο οποίο κατέβαινε κάποιος με αλουμινένια σκάλα. Μέσα στο δωμάτιο-κρύπτη υπήρχαν έξι πλαστικές γλάστρες με ένα φυτό κάνναβης στην καθεμιά, ενώ ολόκληρο το δωμάτιο είχε διαμορφωθεί σε θερμοκήπιο με σύστημα παραγωγής - καλλιέργειας φυτών κάνναβης που αποτελείτο από συστήματα φωτισμού και εξαερισμού, ειδικά κάτοπτρα, ανεμιστήρα, κλιματισμό, λιπάσματα και υλικά που βοηθούν στην ανάπτυξη φυτών. Τα φυτά κάνναβης, από τα οποία δεν εξήχθη ρητίνη, ήταν ύψους 13, 15, 23, 25, 28 και 30 εκατοστών. · Μετά από αρχική δήλωση άγνοιας, ο Εφεσείων κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε. Πρωτοδίκως, κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα, το ότι ήταν 38 ετών, πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών, ότι οι γονείς του καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης το 2008 και ο Εφεσείων ανέλαβε να συντηρήσει την οικογένεια του και της οικογένειας της αδελφής του, επειδή ο σύζυγός της ήταν ανίκανος για εργασία, καθώς επίσης το γεγονός ότι ο Εφεσείων παρακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και, σύμφωνα με ιατρική έκθεση, την οποία παρουσίασε, είχε απαλλαγεί από την εξάρτηση. Προς τούτο, κατέθεσε και σχετικά αποτελέσματα εξέτασης χημείου, ημερομηνίας 2.3.
  2. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 10.7.2013 και η υπόθεση εναντίον του καταχωρήθηκε στις 25.6.
  3. Μεσολάβησε η εξέταση των φυτών από το Κρατικό Χημείο και η ετοιμασία σχετικής έκθεσης. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 5.11.2015 και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 22.3.
  4. · Η επιβληθείσα πρωτοδίκως άμεση ποινή φυλάκισης 6 μηνών επικυρώθηκε από το Εφετείο. Η μόνη περίπτωση που κατόπιν έρευνας εντόπισα να επιβλήθηκε πρόστιμο αντί ποινή φυλάκισης είναι η Γενικός Εισαγγελέας ν Μάριου Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης είχαν ως εξής꞉ Η Αστυνομία κατόπιν πληροφοριών εισήλθε με δικαστικό ένταλμα στην οικία του εφεσίβλητου στη Λεμεσό και εντόπισε 7 φυτά κάνναβης ύψους 5-10 εκ., στην αυλή της οικίας, βλαστημένα στο έδαφος, δίπλα από κλουβιά πουλιών ανάμεσα σε άγρια βλάστηση. Επίσης ανευρέθηκαν ίχνη ξηρής φυτικής ύλης ανάμεικτης με καπνό στη λεκάνη του αποχωρητηρίου και στον κάλαθο σκουπιδιών ένα κομμένο χειροποίητο τσιγάρο το οποίο περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης ανάμεικτη με καπνό. Αναφορικά με τα φυτά ο εφεσίβλητος είπε στην Αστυνομία ότι «Πρώτη φορά τα βλέπω, πρέπει να βλάστησαν τυχαία από τα πουλιά των κλουβιών». Σε θεληματική του κατάθεση πρόβαλε και πάλιν την ίδια πιο πάνω θέση. Ομοίως, πρωτοδίκως ο συνήγορος υπεράσπισης προώθησε τη θέση ότι κατηγορούμενος/εφεσίβλητος «είχε κλουβιά με καναρίνια και χρησιμοποιούσε κατεργασμένο κανναούρι και αυτά τα φυτά είχαν βλαστήσει από μόνα τους». Συμπλήρωσε ότι «δεν τα φύτεψε για να μεγαλώσουν και όταν τα αντιλήφθηκε έπρεπε να τα εκριζώσει, δηλαδή δεν τα είχε φυτέψει ο ίδιος με πρόθεση εκείνη. Είχαν βλαστήσει από τη χρήση των κλουβιών των καναρινιών». Στην έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας επί το ότι η ποινή ήταν έκδηλα ανεπαρκής, το Εφετείο επικύρωσε τη χρηματική ποινή με το σκεπτικό ότι η θέση του εφεσίβλητου δεν είχε αντικρουσθεί και παρέμενε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου, η ενοχή του εφεσίβλητου ήταν οριακή και αυτό αποτελούσε μετριαστικό της ποινής παράγοντα. Ο παράγων αυτός σε συνάρτηση με το λευκό μητρώο του εφεσίβλητου και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις δεν καθιστούσαν την ποινή τόσο ανεπαρκή, σε βαθμό που να επιτρέπετο η επέμβαση του Εφετείου. Υπεδείχθη ωστόσο ότι υπό τις δοσμένες συνθήκες της υπόθεσης, θα ήταν ενδεδειγμένο να καταχωρούσε μη παραδοχή το Δικαστήριο ως απάντηση στην κατηγορία παρά να ακολουθούσε διαδικαστικά την πορεία που ακολούθησε. Έχοντας αναφερθεί στις πιο πάνω αποφάσεις, θέλω να υπενθυμίσω τη γνωστή νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Τα Δικαστήρια δεν παραγνωρίζουν ότι οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες, όπως ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους (βλ. Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), καθώς και ότι είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για αναμόρφωση των παραβατών, γι' αυτό και η ποινή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 412. Καθοδήγηση ως προς το ύψος των ποινών από την Αγγλική νομολογία. Έχω, επίσης, ανατρέξει για έρευνα στην Αγγλική νομολογία, η οποία μνημονεύεται στην απόφαση του Δ. Χατζηχαμπή, Π.Ε.Δ., στην Ποινική Εφεση Αρ. 247/2013, Ανδρέας Παντελή ν. Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, άντλησα καθοδήγηση από τις ακόλουθες τρεις υποθέσεις꞉ · R. v. Xu [2007] EWCA Crim 3129 Κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, στην Αγγλία η κάνναβης είχε επαναξιολογηθεί και καθοριστεί ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Γ' που είναι ελαφρότερη κατηγορία από την κατηγορία Β' στην οποία κατατάσσετο προηγουμένως. Παρά τη μείωση κλίμακας, εντούτοις ο Νομοθέτης αύξησε την ποινή για την καλλιέργεια του συγκεκριμένου φαρμάκου από 5 σε 14 χρόνια φυλάκισης. Σημειώθηκε, συνεπώς, ότι ο Νομοθέτης έδειξε ότι συνέχιζε να θεωρεί την καλλιέργεια κάνναβης ένα σοβαρό αδίκημα. Τα Δικαστήρια προτρέπονταν να καθορίζουν το εύρος της ποινής, αναλόγως της ποσότητας και αξίας της κάνναβης που παραγόταν στο πλαίσιο της καλλιέργειας, το μέγεθος δηλαδή της αλυσίδας παραγωγής, την εξάπλωση και οργάνωση του δικτύου παραγωγής και το βαθμό εμπλοκής του κατηγορούμενου σε αυτήν. Όπου η παραγωγή συνδεόταν με πρόθεση προμήθειας σε τρίτους, προτεινόταν μια διαβάθμιση των ποινών μεταξύ 3 και 7 ετών φυλάκισης αναλόγως του βαθμού εμπλοκής ενός κατηγορούμενου στην παραγωγική διαδικασία. Διευκρινίστηκε ότι δεν ετίθετο θέμα επιβολής τέτοιου ύψους ποινών σε περίπτωση καλλιέργειας για προσωπική χρήση. «5.The maximum penalty for production of cannabis contrary to section 4
(2)of the Misuse of Drugs Act 1971 and cultivation of cannabis contrary to section 6
(2)of the Act, is 14 years imprisonment. It is to be noted in particular that when cannabis was reclassified pursuant to the Misuse of Drugs Act 1971 (Modification) (No 2) Order 2003 (S.I. 2003 No 3201), the maximum penalty on conviction on indictment for production of a Class C drug (to which cannabis had been reclassified) was increased from 5 years to 14 years. This, in our view signalled a clear intention on the part of Parliament that whilst reclassification might result in a review of sentences for personal use, commercial production (and pari passu cultivation) should remain a serious offence carrying substantial penalties. This has been recognised by this court in, for example, Tuckman [2005] EWCA Crim 335 and Kieu Vi To [2006] 2 Cr App R (S) 38 at page
  1. 6.We do not intend in this judgment to lay down any guidelines, but rather to indicate the bracket within which some consistency of sentencing can be achieved. We consider that for those involved at the lowest level, the starting point should be 3 years before taking into account any plea of guilty and personal mitigation. This reflects the view of this court in KuangVan Nguyen [2007] EWCA Crim
  2. For those who set up and control individual operations, the organisers, the starting point should be 6 - 7 years depending upon the quantity of cannabis involved, again before taking into account a plea of guilty and personal mitigation: see Jupp [2002] Cr App R(S) 8 and Liljerous and Alderson [2004] 2Cr App (R)(S) 81 at page
  3. The starting point for managers will be somewhere between 3 and 7 years depending on the level of their involvement and the value of the cannabis being produced. Severer sentences may be appropriate for those who control a larger number or network of such operations. Nothing we say is intended to relate to non-commercial cultivation or production.». · R. v. Auton [2011] EWCA Crim 76 Αναγνωρίστηκε εκεί ότι ένας κατηγορούμενος που ασχολείται με την καλλιέργεια κάνναβης για προσωπική χρήση, το πράττει για να αποφύγει τον κίνδυνο να πιαστεί να αγοράζει στην αγορά μεγάλες ποσότητες κάνναβης. Επισημάνθηκε ότι με την ατομική καλλιέργεια φυτών κάνναβης, καταλήγει όμως, να υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα στην κοινότητα από εκείνην που φαίνεται στην αγορά. «A defendant who embarks upon such cultivation, even exclusively for his own use, is avoiding the risk of being caught buying on the open market and making available to himself large quantities of strong cannabis. The total drug available in the community is appreciably increased by these operations.» Τονίστηκε η διαφοροποίηση των ποινών που δέον να επιβάλλουν τα Δικαστήρια αναλόγως του αν η καλλιέργεια αφορά σε προσωπική χρήση ή σε προμήθεια σε τρίτους και έγινε περαιτέρω διάκριση στη δεύτερη περίπτωση ανάμεσα σε υποθέσεις όπου ο Κατηγορούμενος προμηθεύει κοινωνικά ορισμένους φίλους του περίγυρου του με μικρές ποσότητες από εκείνες τις περιπτώσεις όπου έχει στήσει μια κερδοσκοπική εμπορική επιχείρηση καλλιέργειας φυτών για προμήθεια προς τρίτους σε ευρεία κλίμακα꞉ «[...] a significant distinction exists between cultivation which is genuinely for the exclusive use of the defendant alone, and cultivation which will lead to some element of supply. Both will ordinarily involve a custodial sentence, but the latter clearly a longer sentence than the former. For those propositions see for example Evans [2000] 1 Cr App R (S) 107, Herridge (2005, supra), and Labbett [2010] EWCA Crim 1819.» Δόθηκε η εξής κατεύθυνση για το εύρος των ποινών꞉ i) where the cultivation will genuinely involve no element of supply of any kind, the sentence after trial is likely to be in the range 9 to 18 months, depending on the size of the operation, and the personal history of the defendant; ii) where the cultivation is for the defendant's own use and is not a frankly commercial operation for profit, but will involve supply to others, the sentence after trial is likely to be in the range 18 months to 3 years; where any individual case will come within this range will depend on, inter alia, the scale of cultivation, the investment made, the number of parties involved, the nature of the likely supply and, in the upper reaches of the range, the level of any profit element; a previous history of directly relevant similar offending may take the case above this range. iii) where the cultivation is a frankly commercial one designed with a view to sale for profit, and whether or not the defendant may use a limited quantity of the drug himself, the sentence will usually be somewhat below the Xu range because of the smaller size of operation, but is likely to be in the general range after trial of 3 to 6 years. The circumstances, character and any criminal history of the defendant will as always be relevant. Where cultivation is accompanied by unlawful abstraction of electricity, often on a substantial scale, that will ordinarily be an aggravating factor. Adjustment should be made for a plea of guilty in the usual way according to the stage at which it was tendered. Herridge, R. v [2005] EWCA Crim 1410 (26 May 2005) Πρόκειται για υπόθεση που μνημονεύεται στις προαναφερθείσες δύο αποφάσεις, ως παράδειγμα υπόθεσης όπου η καλλιέργεια αφορούσε καθαρά σε προσωπική χρήση της κάνναβης από τον Κατηγορούμενο. Ο Εφεσείων ήταν 35 χρονών, εθισμένος χρήστης κάνναβης, ο οποίος δήλωσε παραδοχή για το αδίκημα της καλλιέργειας φυτών κάνναβης κατά παράβαση του άρθρου 6
(2)του Misuse of Drugs Act
  1. Ο εν λόγω Νόμος προέβλεπε μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών για το συγκεκριμένο αδίκημα. Σημειωτέον ότι στο διαμέρισμα του Εφεσείοντος είχαν βρεθεί συγκεκριμένα 52 γλάστρες φυτών κάνναβης. Ο Εφεσείων είχε δηλώσει ότι επρόκειτο για τη 2η σοδειά της προσπάθειας του για καλλιέργεια τέτοιων φυτών διότι η πρώτη είχε αποτύχει. Δεν δόθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το πόση χρησιμοποιήσιμη κάνναβη μπορούσε να παραχθεί από την επίδικη σοδειά, αλλά ήταν αποδεκτό ότι η όποια παραγωγή ήταν για προσωπική χρήση του Εφεσείοντος. Ο Εφεσείων είχε ποινικό μητρώο βεβαρυμένο με διάφορα αδικήματα, εκ των οποίων όμως το μόνο που αφορούσε σε ναρκωτικά χρονολογείτο το 1995 ενώ η ποινή για την τρέχουσα υπόθεση θα του επιβαλλόταν το
  2. Στο μεσοδιάστημα ο Κατηγορούμενος είχε αυτοβούλως ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού συνυπολόγισε όλους τους παράγοντες του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Το Εφετείο παραμέρισε την εν λόγω ποινή και τη μείωσε σε 6 μήνες φυλάκιση. Το σκεπτικό του περιέχει τις εξής επισημάνσεις꞉ - Η μέγιστη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή για την καλλιέργεια φυτών κάνναβης ανέρχεται σε 14 χρόνια. Το ανώτατο όριο ποινής τέθηκε τόσο ψηλά διότι η καλλιέργεια προορίζεται να καλύψει ένα ευρύ φάσμα δραστηριότητας, από βιομηχανική καλλιέργεια για σκοπούς κερδοσκοπίας μέχρι εκείνους που καλλιεργούν τα φυτά σε γλάστρες για ατομική χρήση. «Against that must be set the fact that the maximum sentence for cultivation of cannabis remains unaltered at 14 years imprisonment suggesting that Parliament did not intend any lessening in the seriousness of that offence. Again it must be recognised that the Section 6 offence covers a very wide spectrum of criminality from industrial farming for substantial commercial profit down to those who keep cannabis plants where others more conventionally keep pot plants.» - Όταν η καλλιέργεια γίνεται για προσωπική χρήση, η ποινή, όπου υπάρχει παραδοχή ενοχής, είναι λογικό να κυμαίνεται μεταξύ 6 και 9 μήνες. «A perusal of cases like Davy [1997] 1 Crim App Rep (S) 17, Bennett [1998] 1 Crim App Rep (S)429 and Evans [2000] 1 Crim App Rep (S) 107 suggests that on a plea of guilty to this offence where the object is personal use a sentence of between 6 and 9 months imprisonment will usually be merited.». - Ακόμη και στις περιπτώσεις που η καλλιέργεια γίνεται για προσωπική χρήση ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και όχι προστίμου. «Given that a significant element of calculated defiance of the law is required to commit the Section 6 offence even on a small scale, we would expect to see such offences not only being regarded as over the custodial threshold but as ordinarily attracting a custodial sentence. The issue is the length of such sentence.». Επίκληση λόγων υγείας ως αιτιολογίας για τη χρήση κάνναβης. Έχω, περαιτέρω, προβεί σε έρευνα στην Αγγλική νομολογία, για να αντλήσω καθοδήγηση αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η επίκληση λόγων υγείας εκ μέρους του Κατηγορούμενου για να δικαιολογήσει την ισχυριζόμενη ανάγκη να καλλιεργεί, κατέχει και χρησιμοποιεί κάνναβη για ανακούφιση χρόνιου πόνου που αντιμετωπίζει. Στην Quayle & Others v R [2005] EWCA Crim 1415 (27 May 2005) τέθηκαν ενώπιον του Εφετείου, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες περιπτώσεις Κατηγορουμένων꞉ Ο Mr Quayle, 38 ετών, ο οποίος βρέθηκε να καλλιεργεί φυτά κάνναβης στο διαμέρισμά του για προσωπική χρήση, επικαλούμενος ότι η κάνναβη που παρήγαγε ήταν το μόνο πράγμα που του έδινε ανακούφιση, ενώ τα φάρμακα που του είχαν συνταγογραφηθεί τον έβγαζαν "knock out". Τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκθέσεις γιατρών που επιβεβαίωναν το γνήσιο της δήλωσή του περί χρόνιου πόνου και την ελάφρυνσης αυτού από τη χρήση κάνναβης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή εκτέλεσης για περίοδο 6 μηνών. Δεν αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης πόσα φυτά είχε βρεθεί να καλλιεργεί. Ο Mr Wales, 53 ετών, ο οποίος βρέθηκε να καλλιεργεί 20 φυτά κάνναβης σε υπνοδωμάτιο. Ισχυρίστηκε ότι λάμβανε την κάνναβη αντί μορφίνης στις οποίες είχε εθιστεί. Υπέφερε από χρόνιο πόνο λόγω παγκρεατίτιδας και αρθρίτιδας. Επιβεβαιώθηκε η κατάσταση της υγείας του με μαρτυρία ιατρών. Ο Kenny, 25 ετών, ο οποίος βρέθηκε να καλλιεργεί 16 φυτά κάνναβης. Ισχυρίστηκε ότι κάπνιζε κάνναβη για να ανακουφίζεται από τους πόνους στην πλάτη του. Προσκόμισε μαρτυρία γιατρών για να αποδείξει τη θεραπευτική ιδιότητα της κάνναβης για την περίπτωσή του. Επιχειρήθηκε εκεί να εισαχθεί, πρωτοδίκως, η υπεράσπιση της «κατάστασης ανάγκης» (necessity) (βλ. αντίστοιχα το άρθρο 17 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154)[1], ό,τι δηλαδή οι Κατηγορούμενοι - Εφεσείοντες εξ ανάγκης καλλιεργούσαν τα φυτά και κάπνιζαν την παραχθείσα κάνναβη λόγω της κατάστασης της υγείας τους, για να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν μια χειρότερη κατάσταση που τους προκαλούσαν τα συμβατικά φάρμακα. Αποκλείστηκε από τον πρωτόδικο δικαστή η υπεράσπιση αυτή, υπό την έννοια ότι δεν την έθεσε στους ενόρκους προς εξέταση, για τούτο και ηγέρθηκε η έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε. Στην ενώπιον μου υπόθεση έχουμε παραδοχή της ποινικής ευθύνης από τον Κατηγορούμενο, γι' αυτό και ό,τι ενδιαφέρει είναι μόνο το απόσπασμα όπου δίδεται κατεύθυνση από το Εφετείο ως προς το μήνυμα που δέον να στέλνουν τα Δικαστήρια και το οποίο θεωρώ συναφές ακόμη και σε ό,τι αφορά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής꞉ Πρώτον, ότι είναι έργο του Νομοθέτη να θεσμοθετήσει τυχόν υπεράσπιση ή εξαίρεση στην ποινική ευθύνη προσώπου που καλλιεργεί ή κατέχει κάνναβη για σκοπούς προσωπικής χρήσης που συσχετίζεται με λόγους υγείας. Δεν αποτελεί ρόλο των Δικαστηρίων να διαπλάσουν τη νομολογία κατά τρόπο που να συνεπάγεται την αναγνώριση τέτοιας, μη νομοθετικά θεσμοθετημένης, υπεράσπισης ή εξαίρεσης. Δεύτερον, ότι δεν είναι θεμιτό να δοθεί η εντύπωση στον οποιονδήποτε Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είναι γιατρός και δεν έχει αρμοδιότητα να συνταγογραφεί φάρμακα, ότι αυτός δικαιούται να αποφασίζει με δικά του μη επιστημονικά κριτήρια ότι η κάνναβη είναι καταλληλότερη από τα συμβατικά φάρμακα για την περίπτωσή του και ότι του είναι αναγκαία να την χρησιμοποιεί αντί άλλων συμβατικών φαρμάκων. Τούτο, ειδικότερα ενόσω ο Νόμος δίδει αποκλειστική αρμοδιότητα στον Υπουργό να χορηγεί άδεια για την καλλιέργεια ή κατοχή κάνναβης για ιατρική χρήση ή για ιατρική έρευνα, κατόπιν κατάλληλης γνωμοδότησης ιατρών η φαρμακοποιών. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα꞉ «
  3. In our view all the cases before us require to be addressed at a basic level at which we consider that a clear overall answer is to be found to all of them. This arises from the Crown's submissions outlined in paragraph 34 above, as well as to the appellants' acknowledgement that policy considerations may have played at least a background part in Rodger & Rose. The defence of necessity suggested by the appellants and Mr Ditchfield would, if it exists in law, enable individuals to undertake otherwise unlawful activities, without medical intervention or prescription, with a view to the use for medicinal purposes of cannabis either by themselves or by others for whom they say that they assumed responsibility as unqualified medical practitioners. The legislative scheme makes the most careful provision regarding the categorisation of drugs and the production, importation, possession, supply, prescription and use of such drugs for medical or other purposes. Its starting point is that the Secretary of State shall exercise his power to enable doctors (among other qualified professionals) to have, prescribe and supply controlled drugs (see s.7
(3)of the 1971 Act and the consequential provisions of the Misuse of Drugs Regulations 2001 dealing with importation set out in paragraph 11 above). But, under s.7
(4), the Secretary of State may exclude the operation of s.7
(3)in relation to a drug, if of the opinion that it is in the public interest that its production, supply and possession should be wholly or partly unlawful or unlawful except for purposes of research or other special purposes or except under a licence or other authority issued by him. Cannabis, cannabis resin and most cannabinoids are, under SI 2001 No. 3998 and SI 2001 No. 3997, designated as drugs which may only be used for medical or scientific research and as drugs to which s.7
(4)of the 1971 Act applies (paragraph 10 above). The effect of that designation is that, whatever benefits might be perceived or suggested for any individual patients, if these particular drugs were available for medical prescription and use (other than research), such individual benefits were and are in the legislator's view outweighed by disbenefits of strength sufficient in the national interest to require a general prohibition. The House of Lords Select Committee and the Runciman Committee in their weighty reports expressed the view that the present legislative regime is inappropriately restrictive, and recommended its relaxation, on grounds summarised in paragraphs 18-20 and 22-24 above, so as to permit with immediate effect the prescription by doctors of cannabis and cannabis resin as an unlicensed medicine on a named-patient basis. Whether to make such a change was a matter for the Secretary of State and Parliament. Neither took up the recommendation for any immediate change in the law. The government in early 1999 issued an unequivocal rejection of any change which would, in its view, short-circuit "the well-established procedure which prospective medicines have to go through in order to ensure their safety, quality and efficacy", and in December 2001 emphasised its view that "the development and peer-review of high-quality trials are processes which cannot be rushed" (paragraphs 21 and 25 above). The actual passage of time since the Select Committee and Runciman Reports will have reinforced the view of those who would have preferred to see those reports accepted and implemented. But the law remains unchanged, and it is the courts' role to give effect to it. There is, we would add, no basis on which we can judge, nor have we been asked to judge, whether there is anything unreasonable about the length of time being taken to complete the trials of cannabis which have been in progress. The necessitous medical use on an individual basis which is at the root of the defences suggested by all the appellants and Mr Ditchfield is in conflict with the purpose and effect of the legislative scheme. First, no such use is permitted under the present legislation, even on doctor's prescription, except in the context of the ongoing trials for medical research purposes. Secondly, the defences involve the proposition that it is lawful for unqualified individuals to prescribe cannabis to themselves as patients or to assume the role of unqualified doctors by obtaining it and prescribing and supplying it to other individual "patients". This is contrary not only to the legislative scheme, but also to any recommendation for its change made by the Select Committee and Runciman Reports. Further, it would involve obvious risks for the integrity and the prospects of any coherent enforcement of the legislative scheme. A parallel but lawful market in the importation, cultivation, prescription, supply, possession and use of cannabis would have to come into existence, which would not only be subject to no medical safeguards or constraints, but the scope and legitimacy of which would in all likelihood be extremely difficult to ascertain or control. Mr Fitzgerald cited to us Lord Scarman's ringing endorsement in McLoughlin v. O'Brien [1983] AC 410, 430B-D of the courts' role in developing, formulating and applying principle, ending with the words: "By concentrating on principle the judges can keep the legal system clear of policy problems which neither they, nor the forensic process which it is their duty to operate, are equipped to resolve. If principle leads to results which are thought to be socially unacceptable, Parliament can legislate to draw a line or map out a new path." Accepting every word of that, we consider that in the present context it cuts in the opposite direction to that for which Mr Fitzgerald contends. Neither judges nor juries are well equipped to resolve issues as to when and how far the deliberate policy of clear legislation should give way in a particular case to countervailing individual hardship, or as to what the overall effect of such derogations would be on the whole legislative scheme.». Τα πιο πάνω λέχθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο μετά από μια εκτενή και πολύ ενδιαφέρουσα ανασκόπηση των μελετών και εκθέσεων που έγιναν στην Αγγλία προς αξιολόγηση του ενδεχόμενου να αποποινικοποιείτο η χρήση της κάνναβης (βλ. τις παρα. 12 έως 26 της απόφασης Quayle & Others v R), χωρίς όμως να καταλήξουν τα πράγματα σε τέτοιο νομοθετικό αποτέλεσμα δεδομένων των κινδύνων που εμπεριέχει. Παραθέτω πολύ ενδεικτικά τις δύο αντιμαχόμενες εκτιμήσεις σε ό,τι αφορά τα οφέλη και τους κινδύνους από την αποποινικοποίηση της κάνναβης, οι οποίες καταγράφονται στην προμνησθείσα απόφαση Quayle & Others v R ꞉ «
  1. Prior to the enactment of the Medicines Act 1968 (enacted following the thalidomide tragedy), there was limited control of only some medicines regarded as dangerous. In previous centuries cannabis and its derivatives were the subject of (largely undocumented) use in a medicinal context, but this appears to have died away by the earlier part of the last century with the advent of new and synthetic drugs. During the 1980s and 1990s there was renewed interest in the potential medical uses of cannabis and its derivatives. The Select Committee's report of 4th November 1998, to which we have referred, examined the position in some detail. It recorded that "Use of cannabis for medical purposes is sometimes connived at by the medical professions". [.]
  2. As to the potential risks of use of cannabis, the Committee observed that "Although cannabis is not in the premier league of dangerous substances, new research tends to suggest that it may be more hazardous to health than might have been thought only a few years ago" (paragraph 4.1). The report examined both the acute (short-term) effects (paragraphs 4.3-4.10) and its chronic (long-term) toxicity (paragraphs 4.13-4.24). It said that the former include slight impairment of psychomotor and cognitive function, important for example for those driving a car or operating a machine, and delusions and hallucinations capable of being misdiagnosed as schizophrenic illness, and that cannabis may also exacerbate the symptoms of those suffering from schizophrenic illness. The Committee concluded that "These relatively rare psychological effects of cannabis are not considered to represent a serious limitation on the potential medical use of the drug .., save that patients suffering from schizophrenic illness or other psychoses should be excluded. However, they do constitute an issue for public health. According to the Department of Health, cannabis contributes to the extra cost of acute psychiatric services imposed by drug misuse, although this cannot be separately costed ..". [.]
  3. In the upshot the Committee recommended that the Government should at once take steps to transfer cannabis and cannabis resin from Schedule 1 to Schedule 2 of the Misuse of Drugs Regulations, so as to allow doctors to prescribe an appropriate preparation of cannabis, albeit as an unlicensed medicine and on a named-patient basis, and to allow doctors and pharmacists to supply the drug prescribed, with the incidental effect that research without a special licence would also be possible. [.]
  4. The government's response to the Committee's report was an immediate rejection of the Committee's recommendation regarding cannabis and cannabis resin, In its explanation in the written reply referred to in paragraph 12 above, the Government referred to the "well-established procedure which prospective medicines have to go through in order to ensure their safety, quality and efficacy" and its view that "it would not be proper to allow cannabis to be prescribed by doctors before those characteristics have been scientifically established", a position which "the report admits .. has not been reached". The Government said that it "has very great sympathy for those whose conditions are not helped by existing medicine. But it sees no case for setting aside the controls which exist to protect the public and allowing doctors to prescribe, even on a named patient basis, raw cannabis with unknown standards of safety, quality and efficacy". The House of Lords Select Committee returned to the topic in its report dated 14th March
  5. Standing by its original report, it welcomed what it saw as "a more encouraging [governmental] attitude towards the licensing of therapeutic preparations of cannabis", if its quality, safety and efficacy were established. It considered that the treatment of therapeutic users by prosecutors and in court by juries was inconsistent (paragraph 14), that the acquittal by some juries of cannabis users brought the law into disrepute, and that it was undesirable to prosecute genuine therapeutic users who grow or possess cannabis for their own use (paragraph 18). It expressed concern about what it regarded as an "overly cautious stance" on the part of the MCA, which it considered placed "the requirements of safety and the needs of patients in an unacceptable balance" (paragraphs 29 and 27). The government in a response published in December 2001 emphasised that "the development and peer-review of high-quality clinical trials are processes which cannot be rushed, irrespective of the need, otherwise there is the danger that an inadequate trial design would result in a flawed clinical study", and it defended both its record in granting research licences and the MCA's record in relation to product licences. With regard to prosecutions, it observed that their number was small, that every case depended on its circumstances, and that inevitably there would be cases where a false or unsubstantiated claim of a therapeutic need would be made.». [.] In March 2002 the Report of the Advisory Council on the Misuse of Drugs recommended the reclassification as a Class C drug, effected as from 29th January 2004 as referred to in paragraph 7 above, on the basis that cannabis was "less harmful" than other substances within Class B, while stating explicitly that "Cannabis is not a harmless substance and its use unquestionably risks harm to individual health and to society". The chairman's covering letter underlined this, adding that "the Council is anxious that the dangers associated with the use of cannabis preparations are widely known".». Ακολούθησε η Lee Altham v R. [2006] EWCA Crim 7, όπου υιοθετήθηκε η Quayle & Others v R και όπου περαιτέρω λέχθηκε ότι δεν υφίσταται παραβίαση του Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του ανθρώπου, για το μόνο λόγο ότι το κράτος δεν παρέχει σε έναν κατηγορούμενο την υπεράσπιση της «κατάστασης ανάγκης» για να αποφεύγει την νομοθετικά καθιερωμένη ποινική ευθύνη από την καλλιέργεια, κατοχή και χρήση κάνναβης για λόγους υγείας. Σχετικές οι παρα. 26 - 28 από την εν λόγω απόφαση꞉ In our judgment the state has done nothing to subject the appellant to either inhuman or degrading treatment and thereby engage the absolute prohibition in Article
  6. If the true position is that, absent a defence of necessity, the appellant will either break the criminal law or continue to suffer degrading treatment, the state is not in breach of its Article 3 obligation. We make the qualification about the true position because he is now taking another drug, ketamine, that has been prescribed for him and his pain has been alleviated to such an extent that he no longer uses cannabis. We do not think that this is a case in which, to use the words of Lord Brown in Adam, the state is properly to be regarded as responsible for the harm inflicted on the appellant. Nor do we think that Article 3 requires the state to take any steps to alleviate the appellant's condition. As Mance LJ pointed out in Quayle at para 54, the defence of necessity advocated by the appellants in these cases would, if it exists in law, enable individuals to undertake otherwise unlawful activities without medical intervention or prescription. He said: "Its starting point is that the Secretary of State shall exercise his power to enable doctors (among other qualified professionals) to have, prescribe and supply controlled drugs (see section 7
(3)of the 1971 Act and the consequential provisions of Misuse of Drugs Regulations 2001 dealing with importation set out in paragraph 11 above). But, under s 7
(4), the Secretary of State may exclude the operation of s 7
(3)in relation to a drug, if of the opinion that it is in the public interest that its production, supply and possession should be wholly or partly unlawful or unlawful except for purposes of research or other special purposes or except under a licence or other authority issued by him. Cannabis, cannabis resin and most cannabinoids are, under SI 2001 No. 3998 and SI 2001 No. 3997, designated as drugs which may only be used for medical or scientific research and as drugs to which s 7
(4)of the 1971 Act applies (para 10 above). The effect of that designation is that, whatever benefits might be perceived or suggested for any individual patients, if these particular drugs were available for medical prescription and use (other than research), such individual benefits were and are in the legislator's view outweighed by disbenefits of strength sufficient in the national interest to require a general prohibition." ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω κατ' αρχάς υπόψη τους συνήθεις μετριαστικούς παράγοντες, ήτοι το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και στο Δικαστήριο. Αν και το στοιχείο της παραδοχής δεν πρέπει να υπερτιμάται σε υποθέσεις ναρκωτικών (βλ. Firat ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 402), εντούτοις η παραδοχή εμπεριέχει το απτό στοιχείο της μεταμέλειας, (Δημήτρης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ 110/14, ημ. 15.6.15), και πρέπει να αμοίβεται με έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), διότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Ενδεικτική και η διαβάθμιση των ποινών που προκύπτει από την προπαρατεθείσα Αγγλική καθοδηγητική νομολογία, όπου σε περίπτωση άμεσης παραδοχής για καλλιέργεια και κατοχή φυτών κάνναβης για προσωπική χρήση οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 6 και 9 μηνών, ενώ σε περίπτωση καταδίκης μετά από ακρόαση οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 9 και 18 μηνών, εκεί όπου το ανώτατο όριο ποινής ανέρχεται σε 14 χρόνια. Λαμβάνω συναφώς υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος έχει τεκμηριώσει με ιατρικές βεβαιώσεις το πρόβλημα υγείας (ευερέθιστο έντερο οξείας μορφής) από το οποίο πάσχει και το οποίο συνοδεύεται με χρόνιο πόνο. Δέχομαι ως ειλικρινή και γνήσια τη θέση του ιδίου του Κατηγορούμενου, ότι αυτοβούλως αντιμετώπισε τη χρήση κάνναβης ως εναλλακτικό καταπραϋντικό φάρμακο για την περίπτωσή του. Το ότι η κάνναβη έχει ορισμένες ιδιότητες θεραπευτικές ή/και ευεργετικές για την περίπτωση υγείας του Κατηγορούμενου επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων διαμέσω του Δρ. Πάνου. Ωστόσο, θα τονίσω στο σημείο αυτό, ότι, όπως προκύπτει και από την Αγγλική νομολογία, η επίκληση της κατάστασης ανάγκης χρήσης της κάνναβης για λόγους υγείας δεν αποτελεί σωσίβια λέμβο προς αποφυγή της ποινικής ευθύνης και θα ήταν, παρομοίως, εσφαλμένο το μήνυμα που θα δίδετο στον Κατηγορούμενο, αν αφήνετο να νοηθεί ότι μπορεί να συνεχίσει να παραβιάζει το νόμο κατ' επίκληση των λόγων υγείας. Παραταύτα, υπό το φως των ανωτέρω συνθηκών του Κατηγορούμενου, είμαι πρόθυμη να δεχθώ την εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η καλλιέργεια και κατοχή των φυτών κάνναβης που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου προοριζόταν για τη δική του προσωπική χρήση και όχι για εμπορία προς τρίτα πρόσωπα. Η κατηγορία αρ. 3 η οποία αφορούσε στην κατοχή των φυτών με σκοπό την προμήθεια έχει ήδη ανασταλεί από την Κατηγορούσα Αρχή και τούτο αποτελεί ένδειξη του γεγονότος ότι δεν αμφισβητείται η εκδοχή της Υπεράσπισης ότι η καλλιέργεια και κατοχή των φυτών κάνναβης έγινε για προσωπική χρήση και όχι για προμήθεια σε τρίτους. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς ότι το άρθρο 30Α του Ν.29/77, το οποίο μπορεί δυνητικά να ληφθεί υπόψη και κατά την επιμέτρηση της ποινής για τις κατηγορίες αρ. 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου, προβλέπει ότι, εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι πρόσωπο καλλιέργησε ή κατείχε τρία
(3)ή περισσότερα φυτά του γένους κάνναβης, θεωρείται ότι τα καλλιέργησε ή τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Εδώ ο αριθμός των φυτών που καλλιέργησε ο Κατηγορούμενος ήταν πολλαπλάσιος των τριών. Ελλείψει όμως συλλογής από τις διωκτικές αρχές οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας στη σκηνή του αδικήματος, ήτοι στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου ή/και στο όχημά του όταν ανακόπηκε, που να δείχνει ότι είχε οποιεσδήποτε εισπράξεις ή οποιεσδήποτε συσκευασίες που να συσχετίζονται με την πώληση κάνναβης, δεν υπάρχει υπόβαθρο για να αμφισβητηθεί η εκδοχή του ότι η καλλιέργεια και κατοχή του συγκεκριμένου αριθμού των 20 φυτών προοριζόταν να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες για τους λόγους υγείας που ανέφερε. Δεν μπορώ εξάλλου να παραβλέψω το γεγονός ότι εδώ απουσιάζει οποιασδήποτε συγκεκριμένη και σαφής επιστημονική εκτίμηση για την παραγωγική ικανότητα των 20 φυτών που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου. Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η παραγόμενη ποσότητα ήταν τόσο μεγάλη που να υπερβαίνει τις λογικές ανάγκες ενός χρήστη ως ο Κατηγορούμενος. Αυτή η ίδια η οργάνωση του χώρου του υπνοδωματίου του, όπως αποτυπώνεται στο φωτογραφικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, δείχνει ότι δεν υπήρχαν ιδιαίτερα περιθώρια για σημαντική ανάπτυξη των φυτών. Ήταν κρυμμένα κάτω από το γραφείο του, φυτεμένα σε γλάστρες και όχι στο φυσικό έδαφος σε εξωτερικό χώρο. Ούτε υφίσταται οποιαδήποτε διαθέσιμη μαρτυρία, στη βάση της εκδοχής γεγονότων που έχει εκθέσει η Κατηγορούσα Αρχή προς το Δικαστήριο, η οποία να δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μπλεγμένος σε οποιοδήποτε κύκλωμα εμπορίας της κάνναβης που παρήγαγε. Επομένως ελλείπει στην παρούσα υπόθεση το επιβαρυντικό στοιχείο της εμπορίας κάνναβης. Τούτου δεδομένου, μετριάζεται σημαντικά η ποινή που θα του επιβληθεί παρά το φαινομενικά μεγάλο αριθμό φυτών. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια υπό το σύνολο των ανωτέρω συνθηκών, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη 2η κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται σε εκείνα της 1ης κατηγορίας. Στην 4 κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στoν κατηγορούμενο ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186(Ι)/03, προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 17.10.2016 στην Ποινική Έφεση 11/2016, Παρασκευά Παπαντελή ν. Δημοκρατίας, το οποίο αποτυπώνει την πλέον πρόσφατη προσέγγιση του Εφετείου για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων περί αναστολής ή μη της ποινής꞉ «Ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/72, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο, με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε με το Ν. 41
(1)/97, ο οποίος περιόρισε, σε μεγάλο βαθμό, τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης μιας ποινής φυλάκισης, καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Με την περαιτέρω τροποποίηση που επήλθε με το Ν.186(Ι)/2003, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια διευρύνθηκε και το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Το θέμα έκτοτε απασχόλησε σε έκταση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφορά μπορεί να γίνει μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, και Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 28/2014, ημερ. 24.2.14. [...] Το ερώτημα το οποίο όμως παρέμεινε πλέον για το Κακουργιοδικείο ήταν κατά πόσο, δεδομένης της επιβληθείσας ποινής, η περίπτωση του Εφεσείοντα ήταν κατάλληλη για αναστολή. Η καταλληλότητα εξετάζεται πρωταρχικώς αναφορικά με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει. Εφόσον εμπίπτει, στην παρούσα υπόθεση δεν υποστηρίζεται το αντίθετο, τότε το μόνο που παρέμενε ήταν να εξετάσει κατά πόσο μπορούσε να δοθεί η αναστολή εάν βεβαίως ήταν η πρέπουσα περίπτωση. Το Κακουργιοδικείο φαίνεται όμως, από το μέρος της απόφασης του που ήδη προαναφέραμε, να περιορίζει τον εαυτό του όσον αφορά την σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων στο ότι αυτοί «έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικοί παράγοντες στον καθορισμό του ύψους της ποινής που του έχει επιβληθεί». Συνέδεσε δηλαδή τη δικαστική του διεργασία για καθορισμό του ύψους της ποινής με την εξέταση του θέματος του κατά πόσον ήταν η πρέπουσα περίπτωση για να δοθεί αναστολή. Έκρινε δηλαδή ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες είχαν σημασία προς τον καθορισμό του ύψους της ποινής, αλλά παρόλα ταύτα δεν μπορούσαν περαιτέρω να επηρεάσουν τα δεδομένα στα πλαίσια του θέματος της αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέληση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016). Κρίνουμε ότι το Κακουργιοδικείο προσέγγισε το θέμα λανθασμένα με τον τρόπο που ενήργησε, στερώντας από τον εαυτό του τη δυνατότητα που επιτρέπει ο Νόμος, ήτοι να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Εφεσείοντα/κατηγορούμενου μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο Περί της Υπ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/72 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.186(Ι)/2003. Θα προχωρήσουμε, λοιπόν, και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του Εφετείου, να εξετάσουμε εάν συντρέχουν, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, οι προϋποθέσεις του Νόμου για αναστολή της επιβληθείσας στον Εφεσείοντα ποινής. Παρατηρούμε ότι ο κύριος άξονας της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου του Εφεσείοντα συνίστατο στο ότι η επιβληθείσα ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την απόλυση του Εφεσείοντα από την εργασία του. [...] Ποια θα είναι η άποψη του Έντιμου Γενικού Εισαγγελέα και ποια θα είναι η πειθαρχική ποινή που τυχόν θα επιβάλει η Επιτροπή (ΕΔΥ) είναι άγνωστοι παράγοντες και δεν θα ήταν ορθό να προκαταλάβουμε οποιαδήποτε απόφαση τους. Συνεπώς ο παράγοντας αυτός παραμένει μετέωρος, πλην όμως λαμβάνεται υπόψιν ως μια πιθανότητα. Παρατηρούμε ότι πρόκειται για πρόσωπο 46 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, νυμφευμένο με τρία τέκνα ηλικίας 14, 16, 18 ετών, λευκού ποινικού μητρώου. Από το 1991 εργοδοτείται ως υδραυλικός στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο Εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή μετά από μερική ακρόαση και ότι η σύλληψη και κατηγορία του ήταν το αποτέλεσμα ανεύρεσης γενετικού του υλικού στις διαφανείς μεμβράνες που ήταν περιτυλιγμένα τέσσερα σκευάσματα που περιείχαν κάνναβη και στη ρούχινη τσάντα μεταφοράς τους χωρίς άλλη λεπτομέρεια της εμπλοκής του. Η ανεύρεση τους κατέστη δυνατή μετά τη σύλληψη του συγκατηγορούμενου του στον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού Λάρνακας ο οποίος τα μετέφερε με το αυτοκίνητο του από τη Λεμεσό. Στον τελευταίο επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης 2.5 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια η οποία κατ΄ έφεση μειώθηκε στους 18 μήνες για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση του Εφετείου και αφορούν κυρίως την ίση μεταχείριση των παραβατών (βλ. Αντωνάκης Φλώρου ν. Δημοκρατίας, (άνω)). Κρίνουμε από το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών συνθηκών του Εφεσείοντα ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Το αδίκημα που διέπραξε ο Εφεσείων είναι πολύ σοβαρό και καθημερινά παρατηρείται η διάπραξη του με τους κινδύνους που το περιβάλλουν και εγκυμονούν, να είναι ορατοί για την κοινωνία. Διαφορετική μεταχείριση του Εφεσείοντα θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ άλλους επίδοξους παραβάτες και θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας ποινής. Τα ναρκωτικά είναι μια μάστιγα για την κοινωνία μας και τα Δικαστήρια οφείλουν, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να την καταπολεμήσουν με το μόνο όπλο που διαθέτουν, τις αποτρεπτικές ποινές. [...] Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η πρωτόδικη απόφαση κρίνεται στο αποτέλεσμα της ως ορθή, αλλά με το δικό μας σκεπτικό.». Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος έχει κατ' ουσίαν εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 4, 5 και 6, το χρόνο που έχει παραμείνει έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές ως υπόδικος. Προχωρώ, όμως, να λάβω σοβαρά υπόψη το αίτημα για αναστολή της ποινής, με το σκεπτικό ότι η ποινή που του επιβλήθηκε στην κατηγορία αρ. 1 συνεπάγεται τον περαιτέρω εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές για πολύμηνη περίοδο. Εδώ, το κίνητρο του Κατηγορούμενου για την καλλιέργεια, κατοχή και χρήση κάνναβης έχει ήδη αποσαφηνισθεί πιο πάνω ότι δεν συσχετίζεται με την εμπορία ναρκωτικών, παρά μόνο με την ατομική χρήση προς ελάφρυνση του χρόνιου πόνου που τον ταλανίζει λόγω εντερικής διαταραχής. Το λευκό του ποινικό μητρώο και η άμεση παραδοχή του αποτελούν δείκτες έμπρακτης μεταμέλειας. Το ότι προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, η οποία είναι έτοιμη να σταθεί αρωγός στην προσπάθειά του για αποχή από τις ναρκωτικές ουσίες στο μέλλον, με την καθοδήγηση ειδικού γιατρού όσον αφορά τη συμβατική θεραπευτική μέθοδο, αποτελεί επιπλέον παράγοντα που λαμβάνω υπόψη. Ο κίνδυνος που διατρέχει η υγεία του σε περίπτωση που δεν σιτίζεται καθώς πρέπει ενόσω εκτίει την ποινή του, έχει αναδειχθεί στην έκθεση του Δρ. Πάνου με σαφή τρόπο και προβληματίζει το Δικαστήριο. Η ευάλωτη ψυχική του υγεία έχει αναδειχθεί στην έκθεση του Δρ. Στ. Γεωργιάδη. Λόγοι υγείας (σωματικής ή ψυχικής) αποτέλεσαν σε παλαιότερη νομολογία τη βάση επί της οποίας επετράπηκε και επικυρώθηκε η αναστολή ποινής φυλάκισης (βλ. μεταξύ άλλων, Μαρία Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356, Κωνσταντίνος Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/16, 19.7.2016). Στόχος της έκτισης μιας ποινής δεν είναι η εξόντωση ενός Κατηγορούμενου, αλλά η αναμόρφωση της συμπεριφοράς του στο μέλλον και ο παραδειγματισμός. Εδώ έχω ενώπιον μου ένα μορφωμένο άτομο, το οποίο ως εκ του χρόνου που έχει ήδη μείνει έγκλειστος στη φυλακή και της δικαστικής διαδικασίας που έχει διέλθει, κρίνω πως μπορεί να αντιληφθεί σαφώς ποια συμπεριφορά αναμένεται να επιδείξει στο μέλλον, κατά τρόπο υπεύθυνο και νομοταγή. Αναστέλλεται η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής.] Τα τεκμήρια διατάσσεται όπως κατασχεθούν και καταστραφούν. (υπ.)......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατάσταση ανάγκης. 17. Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.