Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλη Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 15/2016, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλη Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ''Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πιττάτζιης Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (από έδρας - ex tempore) (Αναφορικά με την ένσταση στην κλήση Subpoena Duces Tecum) Θεωρώ σχετικές, με ό,τι καλούμαι να αποφασίσω τώρα, και τις δύο προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις που έχω δώσει στην παρούσα υπόθεση, αφενός την απόφαση ημ. 26/4/16 και αφετέρου την προγενέστερη ενδιάμεση απόφαση ημ. 19/12/16, στις οποίες είχα την ευκαιρία να πραγματευθώ την προσπάθεια της πλευράς της Υπεράσπισης, σε πρώτο στάδιο, να εγείρει ζήτημα κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, επί το ότι καταχωρήθηκε για δεύτερη φορά η παρούσα υπόθεση για πανομοιότυπα αδικήματα με προγενέστερη ποινική υπόθεση η οποία είχε διακοπεί όταν η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι επιθυμούσε να την διακόψει λόγω του ότι δεν είχε το φάκελο της υπόθεσης στην κατοχή της αφού εκκρεμούσε η εξέταση αιτήματος του κατηγορούμενου για να του επιδίδετο ο φάκελος της εξέτασης του παραπόνου του ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής διερεύνησης ισχυρισμών και παραπόνων της αστυνομίας. Εκείνο το ζήτημα το επιλήφθηκα με την πρώτη σε ημερομηνία απόφαση μου ημ. 19/12/16, και είχα σημειώσει ως επισήμανση στην σελ. 24 της υπό αναφορά απόφασης μου ότι «Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η έγερση νέας ποινικής δίκης με τις ίδιες κατηγορίες δεν καταστρατηγεί αφ΄ εαυτής και εκ των προτέρων το δικαίωμα του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Τυχόν ασυνέπειά της κατηγορούσας αρχής στο πλαίσιο της παρούσας δίκης να τον προμηθεύσει με το ζητούμενο μαρτυρικό υλικό, για να μπορέσει ο Κατηγορούμενος να προβάλει πλήρως και με επάρκεια την υπεράσπισή του κατά την ακρόαση, θα εξεταστεί στην πορεία της δίκης. Δεν έχει εγερθεί τέτοιο παράπονο στο παρόν στάδιο». Στην πορεία της ακρόασης της παρούσας ποινικής υπόθεσης ηγέρθηκε αίτημα αναβολής της ακροαματικής διαδικασίας, έτσι ώστε, προτού ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξετάσει τον ΜΚ1, Α/Αστ. 3044, να του δοθεί ο χρόνος για να εκδώσει κλήση βάσει της αρχής του subpoena duces tecum προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά μελών αστυνομίας, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως Ανεξάρτητη Αρχή, για να παρουσιάσει το φάκελο σε ό,τι αφορά το παράπονο που είχε διατυπώσει ο κατηγορούμενος κατά αστυνομικού που ενεπλάκη στην εδώ διερεύνηση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης και συγκεκριμένου του Μ.Κ.1 (Α/Αστ. 3044). Στο πλαίσιο της απόφασης μου, ημ. 26/04/16, επί του εν λόγω αιτήματος του κ. Πιττάτζιη είχα την ευκαιρία να εξηγήσω τη διαδικασία subpoena duces tecum με παραπομπή στην απόφαση του Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου, έντιμου κ. Χάρη Πογιατζιή, ημ. 18/12/15, στην αγωγή 7457/14, όπου λεπτομερώς επεξηγείται η διαδικασία που ακολουθείται με αναφορά εκεί σε αγωγή, όπως όμως σημείωνα με καθοδηγητική χροιά ακόμη και για ποινική. Αυτό το οποίο είχα εξ΄ αρχής διευκρινίσει είναι ότι δεν ετίθετο θέμα εκ των προτέρων χορήγησης άδειας για έκδοση της κλήσης. Το ζήτημα του νομότυπου της κλήτευσης ελέγχεται από το Δικαστήριο άπαξ και τεθεί στην διάθεση του Δικαστηρίου η ίδια η ειδοποίηση της κλήσης και στη συνέχεια το Δικαστήριο έχει εξουσία να παραμερίσει και ακυρώσει την κλήση αφού ακούσει και τυχόν ένσταση του κλητευθέντος προσώπου. Εφόσον το κλητευθέν πρόσωπο έχει ένσταση τότε ακούγεται ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν δεν έχει καμία ένσταση να παρουσιάσει τα έγγραφα για τα οποία εκδόθηκε η κλήση, τότε δικαιούται να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμη και χωρίς να είναι το ίδιο το πρόσωπο παρών. Στην ενώπιον μου υπόθεση έχει εκδοθεί κλήση στις 8/5/17 από τον συνήγορο της Υπεράσπισης προς τον κ. Γιώργο Καρά της Ανεξάρτητης Αρχής, η οποία του επιδόθηκε και βρέθηκε σήμερα ενώπιον μου και κατέθεσε ενόρκως υπό την ιδιότητά του ως γραμματέα της Ανεξάρτητης Αρχής, όπου ήγειρε ένσταση να παραδώσει το φάκελο ή και τα στοιχεία όπως περιγράφονται στο σώμα της κλήσης μάρτυρος που του επιδόθηκε. Έχω ακούσει τον μάρτυρα να καταθέτει ενόρκως και έδωσα την ευκαιρία σε αμφότερους τους συνηγόρους της Υπεράσπισης και της Κατηγορούσας Αρχής να θέσουν τις ερωτήσεις τους προς τον μάρτυρα. Σε σχέση με τα δικά του λεχθέντα, ό,τι ο μάρτυρας είπε, είναι κατεγραμμένα αυτολεξεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου της σημερινής δικασίμου και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα επαναλάβω. Επικεντρώνομαι στο ότι ο μάρτυρας έχει διευκρινίσει ότι ενίσταται στην κατάθεση των εγγράφων, βάσει του άρθρου 16 του Νόμου που διέπει τη σύσταση και τη λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Νόμος αρ. 9(Ι)/06. Θεωρώ ως πρωτεύουσας σημασίας άρθρο για σκοπούς μελέτης από το Δικαστήριο, τo άρθρo 16
(3)το οποίο υπαγορεύει τα εξής: «3) Σε περίπτωση που η διερεύνηση του ισχυρισµού ή παραπόνου είχε ανατεθεί στην Αρχή από τον Υπουργό, η Αρχή τον ενηµερώνει γραπτώς για το αποτέλεσµα της διερεύνησης χωρίς οποιαδήποτε διαβίβαση ή γνωστοποίηση του υλικού, των εγγράφων ή της έκθεσης που υποβλήθηκαν στην Αρχή ή οποιουδήποτε µέρους αυτών». Εδώ είναι αποδεκτό, κοινός τόπος, ότι το παράπονο ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής ήταν φυσικό πρόσωπο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος που το υπέβαλε. Ως εκ τούτου, το άρθρο 16
(4)παραπέμπει στην ενημέρωση που περιγράφεται στο άρθρο 16
(3)και αναφέρει ότι: «4) Σε περίπτωση που η διερεύνηση έγινε κατόπιν υποβολής παραπόνου οποιουδήποτε προσώπου, η ενηµέρωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(3)γίνεται επίσης προς το πρόσωπο που είχε υποβάλει το παράπονο». Αυτό ήταν το πρώτο σημείο των όσων επισήμανε ο μάρτυρας, ο οποίος προχώρησε όμως και επεσήμανε ακόμη κάτι επιπρόσθετο, ότι όπως ήδη έχει ενημερώσει το συνήγορο του παραπονούμενου με επιστολή, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένδειξη Α5, ημ. 20/02/17, ενημερώθηκε ο παραπονούμενος στις 9/11/15 μέσω του συνηγόρου του, ότι έγιναν εξετάσεις για διερεύνηση του παραπόνου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν υπό την έννοια ότι διαβιβάστηκαν προς την Νομική Υπηρεσία όσα ερευνήθηκαν και όμως ο Γενικός Εισαγγελέας επέστρεψε την υπόθεση αναφέροντας ότι είναι ορθότερο να αναμένεται η ετυμηγορία του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση που αντιμετωπίζει ο παραπονούμενος προτού δοθούν οδηγίες για περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης που διερευνά η Αρχή. Πρόκειται για τη δεύτερη παράγραφο της επιστολής ημ. 9/11/15. Με βάση αυτά τα καταγραφέντα και διαμειφθέντα προς τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ενώπιον μου σήμερα χαρακτήρισε ως μη ολοκληρωθείσα τη διερεύνηση της υπόθεσης, η οποία βρίσκεται ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής και έτσι πρόταξε και αυτόν το λόγο ως λόγο για τον οποίο ενίσταται στο να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που ζήτησε με την κλήση subpoena duces tecum ο συνήγορος υπεράσπισης. Έχω ακούσει την αγόρευση του κ. Πιττάτζιη ο οποίος έθεσε το ζήτημα ως ζήτημα που υπερέχει της τήρησης της Νομοθεσίας που διέπει την Ανεξάρτητη Αρχή, συγκεκριμένα δηλαδή του Νόμου 9(Ι)/06, στην οποία εντάσσεται το άρθρο 16, στο οποίο προαναφέρθηκα και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι το ίδιο θα πρέπει να αντιμετωπίσει την έκδοση ή μη διαταγής σε σχέση με την κλήση που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης αρχής για εξασφάλιση δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής υπεράσπισης του κατηγορούμενου στο πλαίσιο των Συνταγματικών του Δικαιωμάτων. Κρίνω ότι το πρώτο ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει είναι η νομιμότητα της έκδοσης της κλήσης. Δεν θεωρώ ότι έχει διαφανεί οτιδήποτε το παράτυπο σε ότι αφορά αυτή καθ΄ εαυτή την έκδοση της κλήσης. Είναι επί της ουσίας του αιτούμενου υλικού που καλείται το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει κατ΄ ουσίαν το ζήτημα. Συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα το ζήτημα δίκαιης δίκης, με βάση τις ευρύτερες αρχές που διατυπώνουν αυτό το θέμα, από το ζήτημα της τήρησης του Νόμου 9(Ι)/06 που αφορά στην λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής. Το ζήτημα δίκαιης δίκης είναι κάτι το οποίο εξετάζεται από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία η ακροαματική και διαφανεί ότι με κάποιο τρόπο μπορεί να επηρεάστηκε το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου είτε στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο δυσμενή προς τον ίδιο, είτε σε σχέση με την αποτελεσματική προώθηση της υπεράσπισης. Σε σχέση με το επιμέρους ζήτημα της κλήσης η οποία έχει εκδοθεί προς τον μάρτυρα κ. Καρά κρίνω ότι προέχει να σημειωθεί από το Δικαστήριο ότι δεν θα ήταν ορθό να εξαναγκάσει τον μάρτυρα να καταθέσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε υλικό βρίσκεται στην κατοχή του ως μέρος του φακέλου διερεύνησης παραπόνου που εξακολουθεί να εκκρεμεί, ως διαφαίνεται, ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής. Έπειτα, εφόσον το ίδιο το άρθρο 16 δεν αφήνει διακριτική ευχέρεια προς την Ανεξάρτητη αρχή αλλά αντίθετα, είναι διατυπωμένο κατά τρόπο που φανερώνει δέσμια αρμοδιότητα, δηλαδή επιβάλλει την υποχρέωση να ενημερώνει τον παραπονούμενο για το αποτέλεσμα της διερεύνησης του παραπόνου του χωρίς όμως, και αυτό τίθεται με τρόπο απόλυτο, να του διαβιβάζει ή γνωστοποιεί οποιοδήποτε υλικό. Αν το παρών Δικαστήριο εξανάγκαζε σήμερα τον μάρτυρα να παρουσιάσει αυτό το υλικό προς το Δικαστήριο, θα άνοιγε το έδαφος στη διαδικασία έτσι ώστε να δοθεί στη συνέχεια η ευχέρεια προς τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση να λάβουν γνώση του υλικού για σκοπούς αξιοποίησης του στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης και κατά τον τρόπο αυτό θα μπορούσε έμμεσα να καταστρατηγηθεί η διάταξη του άρθρου 16
(3)
(4). Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι θα ήταν νομότυπο για το παρόν Δικαστήριο να επιτρέψει να κατατεθεί ενώπιον του οτιδήποτε πέραν αυτών που διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι είναι εκ του Νόμου επιτρεπτό να δοθούν στον παραπονούμενο, δηλαδή η δική του κατάθεση η οποία έχει γίνει προς την Ανεξάρτητη Αρχή, με την οποία διατύπωσε το παράπονο ή και οποιαδήποτε άλλη κατάθεση δόθηκε από τον ίδιο στο πλαίσιο της διερεύνησης του παραπόνου του ή ιατρικό υλικό που αφορά στον ίδιο ή το όνομα του αστυνομικού, του μέλους δηλαδή της αστυνομίας του οποίου διερευνάται η συμπεριφορά. Θεωρώ ότι ακόμη και με αυτή την τοποθέτηση του Δικαστηρίου, με την οποία δηλαδή δεν επιτρέπει να κατατεθεί ο φάκελος της Ανεξάρτητης Αρχής, αποδεχόμενο την ένσταση του μάρτυρα, κ. Καρά, δεν διαφαίνεται, χωρίς να τοποθετούμαι οριστικά επί του θέματος, ζήτημα αποστέρησης από τον κατηγορούμενο υλικού που ο ίδιος έχει θέσει στη διάθεση της Ανεξάρτητης Αρχής, υπό την έννοια ότι ο συνήγορος του στην επιστολή ημ. 16/11/15, σημειωθείσα «Α6» στις 20/02/17 ενώπιον του Δικαστηρίου, απευθυνόμενος προς την Ανεξάρτητη Αρχή αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος εκείνος που προμήθευσε την Ανεξάρτητη Αρχή (βλ. στη δεύτερη παράγραφο της επιστολής για ό,τι τους προμήθευσε) με μαρτυρικό υλικό μεταξύ άλλων και μαρτυρία από κλειστό κύκλωμα ή και σύστημα παρακολούθησης όπως και ονόματα μαρτύρων, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήσαν σε θέση να δούν το περιστατικό. Στην Υπεράσπιση εναπόκειται να καλέσει αυτούς τους μάρτυρες που θεωρεί κατάλληλους στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για να προσφέρουν τη μαρτυρία, την οποία έχει κατά νου ο παραπονούμενος, εδώ κατηγορούμενος, ως άμεσα σχετική με την υπόθεση. Δηλαδή, αν και εφόσον ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία, αν δηλαδή κατηγορούσα αρχή υπερπηδήσει το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ο κατηγορούμενος θα μπορεί να αξιοποιήσει την παρουσία τυχόν τρίτων προσώπων αυτόπτων μαρτύρων, τους οποίους ο ίδιος κατονόμασε προς την Ανεξάρτητη Αρχή και να κρίνει εν τέλει το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο της δίκης το ζήτημα της δίκαιης δίκης το οποίο θίγεται και απασχολεί την Υπεράσπιση. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο