Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Miroslav Hadzhiev, Αρ. Υπόθεσης: 1375/2016, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1375/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Miroslav Hadzhiev Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ''Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Πίττας με κ. Ν. Θωμά Κατηγορούμενος παρών. Παρούσα η κα Μαριάννα Παρνέρου, για να μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Βουλγάρικα. ΠΟΙΝΗ Με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 31.5.2017, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε τέσσερις κατηγορίες, ως ακολούθως꞉ 1η κατηγορία꞉ Κατοχή παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(2), 16 και 17 του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου του 2004, Αρ. 110(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 23(Ι)/2008 και 155(Ι)/2012. Λεπτομέρειες αδικήματος 1ης κατηγορίας꞉ Ο κατηγορούμενος στις 24/5/2016 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου εν γνώσει του κατείχε 80 παραχαραγμένα νομίσματα (πλαστά χαρτονομίσματα) των 50 ευρώ με πρόθεση να τα χρησιμοποιήσει για πληρωμή. 2η κατηγορία꞉ Κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 16 και 17 του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα συναφή Θέματα) Νόμου του 2004, Αρ.110(Ι)/04 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 23(Ι)/2008 και 115(Ι)/
- Λεπτομέρειες αδικήματος 2ης κατηγορίας꞉ Ο κατηγορούμενος στις 24/5/2016 στην μπυραρία SENIOR FROGS στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου εν γνώσει του κυκλοφόρησε το παραχαραγμένο νόμισμα (πλαστό χαρτονόμισμα) των 50 Ευρώ ήτοι υπ΄ αριθμό Χ
- 3η κατηγορία꞉ Απόπειρα απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(2)και 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 130(I)/
- Λεπτομέρειες αδικήματος 3ης κατηγορίας꞉ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως αποπειράθηκε να αποσπάσει από τον Alexander Rybakov, υπάλληλο της μπυραρίας SENIOR FROGS, ποτά αξίας 7 ευρώ και το χρηματικό ποσό των 43 ευρώ, ψευδείς παραστάσεις συνισταμένας εις το ότι πλήρωσε με το πλαστό χαρτονόμισμα που αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν πλαστό. 4η κατηγορία꞉ Εισαγωγή παραχαραγμένου νομίσματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 6 του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα συναφή θέματα) Νόμου του 2004, 110(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 23(Ι)/2008 και 115(Ι)/2012 και Νόμος 43/
- Λεπτομέρειες αδικήματος 4ης κατηγορίας꞉ Ο κατηγορούμενος στις 12/5/2016 στον Αερολιμένα στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας εν γνώσει του εισήγαγε 80 παραχαραγμένα νομίσματα με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία, δηλαδή χαρτονομίσματα των 50 ευρώ. Όπως επεσήμανα στην καταδικαστική απόφαση, είχε καταστεί ξεκάθαρο από πλευράς συνηγόρων Υπεράσπισης κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι ήταν δεκτό꞉ ότι τα επίδικα χαρτονομίσματα (80 @ €50 έκαστο) που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου ήταν όντως παραχαραγμένα· ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα εισήχθηκαν όντως από τον Κατηγορούμενο στην Κύπρο κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 4· ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το παραχαραγμένο χαρτονόμισμα αξίας €50, υπ' αριθμό Χ71763437138 (ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αρ. 2), για να πληρώσει στη μπυραρία SENIOR FROGS για την αγορά ποτών αξίας 7ευρώ (ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αρ. 3). Ότι τα νομίσματα (περιλαμβανομένων των χαρτονομισμάτων) που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και παραλήφθηκαν από τον ΜΚ2 διακινήθηκαν στη συνέχεια νομότυπα προς τους υπόλοιπους αστυνομικούς που είχαν ανάμειξη στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Το μόνο επίδικο θέμα που τέθηκε προς εκδίκαση ήταν το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος «γνώριζε» ότι ήταν παραχαραγμένα τα επίδικα χαρτονομίσματα που βρέθηκαν στην κατοχή του ή/και καθ' ον χρόνο τα εισήγαγε ή/και τα οποία χρησιμοποίησε για να αγοράσει ποτά. Επί τούτου του ζητήματος, έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία κατέληξα σε θετικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος είχε τέτοια γνώση. Προχώρησα μάλιστα στη διαπίστωση ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη επίγνωση για τη μη γνησιότητα των νομισμάτων που έφερε από τη χώρα του και μάλιστα με σχέδιο να τα ανταλλάζει στην Κύπρο με γνήσια ως τα ρέστα που λάμβανε από τις διενεργηθείσες πληρωμές. Κατέληξα στο συμπέρασμα αυτό αφού ο Κατηγορούμενος φάνηκε να προέβηκε σε διαχωρισμό των πλαστών χαρτονομισμάτων από τα γνήσια χαρτονομίσματα στις δύο διαφορετικές τσέπες του παντελονιού του, καθώς και ότι αποκάλυψε τη διαφορετική προέλευση που είχαν τα πλαστά από τα γνήσια (ήτοι ότι όλα τα πλαστά τα έφερε από τη Βουλγαρία, ενώ όλα τα γνήσια τα έλαβε όταν άλλαξε τα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ στην Κύπρο). Δεν έσμιγε τα πλαστά χαρτονομίσματα των 50 ευρώ με οποιαδήποτε άλλα γνήσια χαρτονομίσματα των 10 ή των 20 ευρώ ούτε στο δωμάτιο του ούτε και όταν τα είχε στη φυσική κατοχή του στα ρούχα του. Μεριμνούσε να προβαίνει σε απόλυτο διαχωρισμό των πλαστών από τα γνήσια χαρτονομίσματα που είχε στην κατοχή του. Προσφερόταν να πληρώνει με τα πλαστά χαρτονομίσματα των 50 ευρώ αντί με τα γνήσια των 10 ή των 20 ευρώ, ενώ γνώριζε από προηγούμενες εξόδους του ότι ένα ποτό στοίχιζε περί τα 6 ή 8 ή 10 ευρώ. Τα γνήσια χαρτονομίσματα των 10 ή των 20 ευρώ, που έλαβε ως ρέστα από προηγούμενες πληρωμές που έκανε στην Κύπρο με τα πλαστά, τα κατείχε ως εφεδρική, υπαλλακτική, επιλογή για τη διενέργεια της πληρωμής αν εντοπιζόταν ότι τα προτεινόμενα για πληρωμή ήταν πλαστά. Συγκεκριμένα, από την αξιολόγηση της μαρτυρίας διαφάνηκε ότι꞉ · Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Βούλγαρος σε καταγωγή, έφθασε στην Κύπρο στις 12.5.2016 από τη Σόφια στον αερολιμένα της Λάρνακας. Συνολικά, έφερε μαζί του από τη Βουλγαρία το ποσό των €5000, μόνο σε χαρτονομίσματα των €
- Έφερε μαζί του όλα αυτά τα λεφτά για να κάνει τις διακοπές του. Είχε αγοράσει τα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας €5000 από ανταλλακτήριο στο κέντρο της Σόφιας έναντι της απόδειξης (βλ. το Τεκμήριο 11) που παρέδωσε στον ΜΚ
- · Το βράδυ της 24.5.2016 κατά την έξοδό του με τη φίλη του στις διάφορες μπυραρίες της Αγίας Νάπας, είχε πάρει μαζί του το συνολικό ποσό των €
- Τα περισσότερα ήταν χαρτονομίσματα των €50, αλλά είχε μαζί του και κάποια των €20 και €
- · Η παρούσα ποινική υπόθεση προέκυψε όταν, ως η μαρτυρία του ΜΚ4 (βλ. Τεκμήριο 19), στις 24.5.2016 γύρω στις 1 π.μ. ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τη μπυραρία Senior Frogs, πλήρωσε στο μπαρ αρ. 3 το ποτό του (whisky με κόκα κόλα αξίας €7) με χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, το οποίο φάνηκε στον υπάλληλο της μπυραρίας που το εισέπραξε, επ' ονόματι Alexander Rybakov (βλ. Τεκμήριο 18), ότι ήταν πλαστό. Για τον έλεγχο της γνησιότητας των χαρτονομισμάτων, στην μπυραρία υπήρχαν ειδικοί μαρκαδόροι και μηχανές στο μπαρ. Το χαρτονόμισμα το κρατούσε ο Τόνυ o Κρεμμαστός, όταν ειδοποιήθηκε ο ΜΚ4 για το περιστατικό. Ένας από τους φρουρούς της μπυραρίας, ο Μιχάλης, ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι έπρεπε να μείνει στο μέρος μέχρις ότου φθάσει εκεί Αστυνομία. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε και δεν έκαμε καμία προσπάθεια διαφυγής. Παρέμεινε στο μέρος μέχρι την άφιξη του αστυφύλακα (ΜΚ2). Το χαρτονόμισμα των €50 που ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω για να αγοράσει τα ποτά του είναι το Τεκμήριο 2 στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά το σωματικό έλεγχο που διενήργησε ο ΜΚ2 στις 24/5/2016 και ώρα 01꞉40 στον Κατηγορούμενο φθάνοντας στο μέρος, εντόπισε στην κατοχή του 24 χαρτονομίσματα των €
- Ο Κατηγορούμενος τα είχε στη μπροστινή δεξιά τσέπη του παντελονιού του (βλ. το Τεκμήριο 3). Από προκαταρκτικό έλεγχο που έκανε ο ΜΚ2 του φάνηκε ότι δεν έφεραν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και ορισμένα από αυτά είχαν τον ίδιο αύξων αριθμό. Όταν ο ΜΚ2 επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι «I BRING IT WITH ME». · Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο ΜΚ2 εντόπισε στην αριστερή μπροστινή τσέπη του παντελονιού του Κατηγορούμενου 14 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, 3 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ και 7 χαρτονομίσματα των 5 ευρώ (βλ. το Τεκμήριο 9). Αυτά διαπιστώθηκε ότι έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και δεν ήταν πλαστά. Καθώς επίσης ο κατηγορούμενος κατείχε κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο 3 κέρματα των 2 ευρώ και 4 κέρματα του 1 ευρώ. Ο ΜΚ2 τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος απάντησε «I CHANGE SOME 50 AND TAKE THIS». · Ακολούθως, την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 02꞉50 - 03꞉10, ο ΜΚ3 ερεύνησε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, το δωμάτιο του στο ξενοδοχείο NISSIANA στην Αγία Νάπα, όπου στην παρουσία του εντόπισε «σε τσάντα η οποία ήταν στο ερμάρι του δωματίου του» πενήντα πέντε
(55)χαρτονομίσματα των €50, τα οποία από έλεγχο που διενήργησε ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι δεν έφεραν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας, ενώ μερικά από αυτά είχαν και τον ίδιο αύξων αριθμό. Πρόκειται για το Τεκμήριο 4 ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα υπέδειξε ο ΜΚ3 στον Κατηγορούμενο και απάντησε «I buy from Bulgaria». · Ακολούθως, «σε πορτοφόλι που βρισκόταν στην ίδια τσάντα στο οποίο βρισκόταν και η ταυτότητά του», ο ΜΚ3 εντόπισε το χρηματικό ποσό των €240 (11@€20, 1@€10, 2@€5). Πρόκειται για το Τεκμήριο 10 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ3 τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «my money». Όλα τα χαρτονομίσματα για τα οποία οι ΜΚ2 και ΜΚ3 διατύπωσαν την υπόνοια ότι ήταν πλαστά, εξετάστηκαν επιστημονικά από τον ΜΚ1, ο οποίος είναι πραγματογνώμονας στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου και κρίθηκαν ότι ήταν πλαστά (παραχαραγμένα). Όσον αφορά την ποιότητα των χαρτονομισμάτων, ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι είχαν όλα τα χαρτονομίσματα απομίμηση όλων των χαρακτηριστικών ασφαλείας. Από το σύνολο των 24 χαρτονομισμάτων (βλ. Τεκμήριο 3) που είχε πάνω του ο Κατηγορούμενος όταν βγήκε για την έξοδο του στη μπυραρία Senior Frogs, μόνο επτά
(7)εξ αυτών είχαν μοναδικό αύξων αριθμό έκδοσης, ενώ τα υπόλοιπα είχαν αριθμό που συνέπιπτε με εκείνο άλλων χαρτονομισμάτων. Από το σύνολο των 55 χαρτονομισμάτων (βλ. Τεκμήριο 4) που είχε φυλαγμένα στο δωμάτιο του ο Κατηγορούμενος, μόνο 19 εξ αυτών είχαν μοναδικό αύξων αριθμό έκδοσης, ενώ τα υπόλοιπα είχαν αριθμό που συνέπιπτε με εκείνο άλλων χαρτονομισμάτων. Ακόμη και εκείνα τα χαρτονομίσματα που είχαν μοναδικό αύξων αριθμό, δεν ήταν γνήσια. · Ο Κατηγορούμενος υπήρξε συνεργάσιμος με τις αστυνομικές αρχές. Στις 25.5.2016 ο ΜΚ3 του έλαβε ανακριτική κατάθεση με τη μέθοδο των ερωτοαπαντήσεων, στη μητρική του γλώσσα με τη βοήθεια διερμηνέως (βλ. τα Τεκμήρια 12 και 13), καθώς επίσης στις 29.5.2016 του λήφθηκε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση με την ίδια μέθοδο, στη μητρική του γλώσσα με τη βοήθεια της ίδιας διερμηνέως (βλ. τα Τεκμήρια 14 και Τεκμήριο 15). Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις. · Παραδέχθηκε στη συμπληρωματική ανακριτική κατάθεσή του ότι τη συγκεκριμένη νύχτα που συνελήφθηκε (24.5.2016), είχε επισκεφθεί προηγουμένως μαζί με τη φίλη του τη μπυραρία DELIRIUM που βρίσκεται δίπλα από το SENIOR FROGS και όταν πλήρωσε τα ποτά με χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, τον ενημέρωσαν από το μπαρ ότι το χαρτονόμισμα ήταν πλαστό. Κατέληξε να πληρώνει με άλλα χαρτονομίσματα μικρότερης αξίας (όχι των 50 ευρώ). · Όπως ο ίδιος είχε πει στην αρχική ανακριτική κατάθεσή του, σε προηγούμενη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος πήγε σε ένα κατάστημα κοντά στο NISSIANA και όταν πήγε να πληρώσει με χαρτονόμισμα των €50 η υπάλληλος εκεί του είπε δεν μπορούσε να πιάσει αυτό το χαρτονόμισμα. Επειδή αυτός δεν κρατούσε άλλα λεφτά πάνω του, έτσι έπιασε το χαρτονόμισμα και έφυγε χωρίς να το αγοράσει. · Ενώ, λοιπόν, είχε σαφείς ενδείξεις ώστε να πιστεύει ότι τα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ ήταν πλαστά, εντούτοις συνέχισε να προτιμά να πληρώνει με αυτά μέχρι που συνελήφθηκε. Στην ουσία, αυτό επιτεύχθηκε επειδή η μπυραρία Senior Frogs δεν του έδωσε την ευκαιρία να πληρώσει με άλλο νόμισμα. Μόλις αντιλήφθηκε ότι το προτεινόμενο νόμισμα ήταν πλαστό, τον κράτησε απευθείας στο μέρος για να τον θέσει στη διάθεση της Αστυνομίας. · Ο Κατηγορούμενος από το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας, φάνηκε ότι είχε γνώση για το ότι ήταν πλαστά τα χαρτονομίσματα που εισήγαγε στην Κύπρο και τα κατείχε με πρόθεση να τα χρησιμοποιήσει για πληρωμές για να εξαφαλίζει αγαθά και γνήσια χρήματα ως ρέστα, όπως και έπραξε αφού κυκλοφόρησε στην Κυπριακή αγορά το αναφερόμενο στις κατηγορίες 2 και 3 χαρτονόμισμα των 50 ευρώ. Σημειώνω ότι, όπως πληροφόρησε το Δικαστήριο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Όσον αφορά τα πλαστά χαρτονομίσματα (βλ. τα Τεκμήρια 2, 3 και 4), η συνήγορος της κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως εκδοθεί από το Δικαστήριο διάταγμα για την κατάσχεση και καταστροφή τους. Όσον αφορά τα γνήσια χαρτονομίσματα που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου (βλ. τα Τεκμήρια 9 και 10), αυτά, με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου, όπως διαμηνύθηκε στο Δικαστήριο μέσω των συνηγόρων Υπεράσπισης, ζητείται από την κατηγορούσα αρχή να αποτελέσουν το αντικείμενο διαταγής του Δικαστηρίου για κατάσχεσή τους. Δεν θα επιστραφούν, δηλαδή στον Κατηγορούμενο, εφόσον αποτέλεσαν το αντάλλαγμα των πλαστών χαρτονομισμάτων και κατ' επέκταση το έκνομο αποτέλεσμα που είχε επιδιώξει να προσπορίσει ο Κατηγορούμενος μέσα από την κυκλοφορία των πλαστών χαρτονομισμάτων. Η κατάσχεση του ποσού αυτού των χρημάτων ως το Τεκμήριο 9, ζητείται να λογισθεί, ασφαλώς, ως μέρος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Από την όλη δικαστική ακροαματική διαδικασία προκλήθηκαν έξοδα της τάξεως των €
- Αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου τις προσωπικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Πρόκειται για άτομο ηλικίας 27 ετών, με καταγωγή από τη Βουλγαρία. Έχει μία αδερφή η οποία διαμένει στη Βουλγαρία. Είναι επί πτυχίου. Του έμεινε ένα μάθημα για να αποφοιτήσει από τον Κλάδο της Αρχιτεκτονικής. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια με αρχές και δεν προκάλεσε ποτέ προβλήματα. Ο πατέρας του είναι Διευθυντής σε σχολείο στη Βουλγαρία. Ο Κατηγορούμενος σήμερα διατηρεί σοβαρή σχέση με μια Ρωσσίδα και έχουν σκοπό να επισημοποιήσουν τη σχέση τους. Πριν διαταχθεί η κράτησή του στις 31.5.2017, είχε αρχίσει να εργάζεται για την εταιρεία Atlantica που διατηρεί ξενοδοχεία. Το καλοκαίρι θα εργαζόταν ως σερβιτόρος και το χειμώνα ως συντηρητής του ξενοδοχείου. Είχε συμφωνήσει να λαμβάνει περί τα €1000 το μήνα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου και την αλλαγή των συνθηκών του από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, λόγω του σοβαρού δεσμού που δημιούργησε και της εξεύρεσης εργασίας. Επίσης, το γεγονός ότι δεν επέδειξε άλλη παραβατική συμπεριφορά. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την πορεία της ζωής του κατηγορούμενου. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση 212/2009, Γενικός Εισαγγελέας ν Παναγιώτης Στυλιανού, όπου, ως παρατηρώ, λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με υπόθεση διάρρηξης και κλοπής για την οποία η ποινή επιβαλλόταν δύο χρόνια μετά το αδίκημα꞉ «ο Εφεσίβλητος, ηλικίας 27 ετών, είναι σχετικά νεαρό πρόσωπο και δεν έχουν αναφερθεί γι΄αυτόν προηγούμενες καταδίκες. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή ποινής φυλάκισης όχι μόνο θα ήταν υπέρμετρη τιμωρία πέραν της οκτάμηνης κράτησής του αλλά και, κυρίως, θα ενεργούσε ακριβώς αντίθετα με τη μακροπρόθεσμη επιδίωξη του ποινικού δικαίου να αποτρέψει μελλοντική εγκληματική συμπεριφορά, [...]». Επεσήμανε επίσης στο Δικαστήριο ότι από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ουδείς άλλος υπέστη οικονομική ζημιά. Ο μοναδικός που υπέστη ζημιά είναι ο Κατηγορούμενος. Ουσιαστικά όλη η υπόθεση αφορά ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ σε ένα συγκεκριμένο υποστατικό. Ο Κατηγορούμενος δεν αξιώνει επιστροφή των γνήσιων νομισμάτων και χαρτονομισμάτων που κατακρατούνται ως τεκμήρια. Καλεί το Δικαστήριο να αποτιμήσει την κατάσχεση του ποσού αυτού ως μέρος της ποινής που θα του επιβληθεί. Ζητεί μόνο να αποδεσμευθεί μετά την επιβολή της ποινής η χρηματική εγγύηση που κατέβαλε στις 17.6.
- Δεδομένου και του λευκού του ποινικού μητρώου, ευσεβάστως ζητείται από το Δικαστήριο να σκεφθεί την αναστολή της ποινής φυλάκισης, εάν ήθελε επιβάλει τέτοια ποινή. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Η προστασία του Ευρώ το οποίο υιοθέτησαν ως νόμισμά τους οι 19 χώρες μέλη της ευρωζώνης, περιλαμβανομένης και της Κύπρου, απαιτεί τη συντονισμένη προσπάθεια των κρατών μελών για την προστασία του νομίσματος από την παραχάραξη. Τα αδικήματα που αφορούν σε εισαγωγή, μεταφορά, κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων έχουν συνήθως εμβέλεια που υπερβαίνει την επικράτεια ενός μόνο κράτους μέλους. Γι' αυτό και ενώ το κάθε κράτος μέλος έχει την πρωταρχική ευθύνη για την προστασία των νομισμάτων που κυκλοφορούν στο έδαφός του, εντούτοις έχει εκδοθεί εναρμονιστική νομοθεσία στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να είναι εφικτή μια ομοιόμορφη και αποτελεσματική προσπάθεια για αποτροπή δραστηριοτήτων που υπονομεύουν την ασφάλεια των συναλλαγών με τη διοχέτευση πλαστών ευρώ στην αγορά. Ο Κυπριακός νόμος που εναρμονίζεται με την κείμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία για το θέμα είναι ο περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέματα) Νόμος του 2004, Αρ. 110(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 23(Ι)/2008 και 155(Ι)/
- Σε αυτόν, προβλέπονται οι πιο κάτω ποινές꞉ «Άρθρο 5 Κυκλοφορία παραχαραγµένου.
(1)Κάθε πρόσωπο που θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγµένο νόµισµα, το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη.
(2)Κάθε πρόσωπο που κατέχει, έχει υπό τον έλεγχο του, παραλαµβάνει ή εξασφαλίζει παραχαραγµένο νόµισµα και προτίθεται να το χρησιµοποιήσει για πληρωµή, εν γνώσει του ότι τέτοιο νόµισµα είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.» Άρθρο 6 «Κάθε πρόσωπο που εν γνώσει του εισάγει, εξάγει, µεταφέρει, προµηθεύει ως γνήσιο ή αποδέχεται παραχαραγµένο νόµισµα, προκειµένου να τεθεί σε κυκλοφορία, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη.» Στα άρθρα 297 και 298
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπονται τα εξής꞉ «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.». Κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει, το Δικαστήριο αρχίζει πάντοτε από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση, με δεδομένο ότι έχει δοθεί η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 24 του Ν.14/60 όπως εκδικασθεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστήριο, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ανέρχεται στα 5 χρόνια. Έχω προβεί σε έρευνα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να καταδείξω τα επίπεδα ποινών που επιβάλλονται για αδικήματα του είδους που διαπράχθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Πλείστες όσες αποφάσεις έχω εντοπίσει είναι βασισμένες σε παλαιότερη νομοθεσία, μη εναρμονιστική, και κυρίως σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Διαφέρουν τα ανώτατα όρια ποινών που ίσχυαν καθ'ον χρόνο εκδίδονταν εκείνες οι αποφάσεις που εντόπισα. Είναι, όμως, καθοδηγητικές για την αυστηρότητα που διαπνέει τις δικαστικές αποφάσεις για αδικήματα αυτού του είδους. Τούτο χωρίς να παραγνωρίζω τη γνωστή νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Τα Δικαστήρια δεν παραγνωρίζουν ότι οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες, όπως ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους (βλ. Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), καθώς και ότι είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για αναμόρφωση των παραβατών, γι' αυτό και η ποινή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 412. Οι πιο πάνω αρχές έχουν θεμελιωθεί και σε ό,τι αφορά υποθέσεις του είδους όπως η παρούσα, που άπτονται της εισαγωγής, κατοχής και κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων. Συγκεκριμένα, στην Fahd Abdo Kozhaya and others v The Republic
(1988)2 Α.Α.Δ. 67, λέχθηκαν τα εξής꞉ «We have been referred to a number of cases that have laid down that principle, but we must say that in matters of sentencing the decided cases do not establish binding precedents but only set out a pattern of sentencing which is desirable to be followed, subject to the necessary modifications so that the sentence will fit the facts and the personal circumstances of the offender in each case. Furthermore, the individualization of sentence is an accepted principle, but such individualization must never lead to frustration or neutralization of sentencing.». Προχωρώ σε ενδεικτική περιγραφή εκείνων των παλαιότερων υποθέσεων, τα γεγονότα των οποίων προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Στην Kashawi v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 37, 39, οι Εφεσείοντες είχαν φθάσει από το Λίβανο στο αεροδρόμιο Λάρνακος στις 13.1.87 και τους δόθηκε άδεια να παραμείνουν στην Κύπρο ως επισκέπτες μέχρι τις 19.1.
- Τη μέρα της άφιξής τους έμειναν στο Ξενοδοχείο «Ευτυχία» στη Λάρνακα. Την επόμενη μέρα ενοικίασαν ένα αυτοκίνητο «Z», με το οποίο ταξίδεψαν προς τη Λεμεσό στις 15.1.
- Εκεί εκείνη τη μέρα, περί τις 2.00 p.m. -2.30 p.m. επισκέφθηκαν δύο εστιατόρια όπου έφαγαν και ήπιαν ποτά, πληρώνοντας σε κάθε περίπτωση το λογαριασμό περί τις ΛΚ10 με ένα πλαστό χαρτονόμισμα των 100 δολλαρίων Αμερικής και λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση τα ρέστα σε Κυπριακά χρήματα. Περί τα μεσάνυχτα εκείνης της μέρας, επισκέφθηκαν ένα καμπαρέ στη Λεμεσό και αφότου κατανάλωσαν διάφορα ποτά, προσπάθησαν να πληρώσουν το λογαριασμό των ΛΚ28 ζητώντας ο καθένας τα ρέστα για δύο χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων Αμερικής. Ο υπεύθυνος στο καμπαρέ, έχοντας υποψιαστείότι τα δύο χαρτονομίσματα ήταν πλαστά, προσποιήθηκε ότι θα πήγαινε στο μπαρ απέναντι για να πιάσει ρέστα και μόλις βγήκε έξω από το καμπαρέ ειδοποίησε την Αστυνομία. Σύντομα, αργότερα, οι δύο εφεσίβλητοι συνελήφθηκαν και ομολόγησαν. Έρευνα στο ξενοδοχείο στη Λάρνακα δεν αποκάλυψε οτιδήποτε, αλλά την επόμενη μέρα ενόσω οι δύο εφεσείοντες τελούσαν υπό κράτηση εντοπίστηκαν ακόμη 61 πλαστά εκατονταδόλλαρα μέσα στο αυτοκίνητο ενοικιάσεως που οι εφεσείοντες είχαν ενοικιάσει στη Λάρνακα. Τότε αμφότεροι ομολόγησαν ότι κατείχαν τα προαναφερόμενα πλαστά εκατονταδόλλαρα χαρτονομίσματα. Στην απόφαση του Εφετείου, λέχθηκε ότι η παραχάραξη, η κατοχή και η κυκλοφορία πλαστών εγγράφων είναι από μόνα τους πολύ σοβαρά αδικήματα και δεν θα πρέπει να τυγχάνουν τέτοιας μεταχείρισης που να δίδεται η εντύπωση ότι ενθαρρύνεται η διάπραξή τους. Ασφαλώς σε κάθε υπόθεση η σοβαρότητα των γεγονότων, καθώς επίσης οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου πρέπει να συνεκτιμούνται. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Forging, possessing and uttering false documents are of themselves very serious offences and in no way they should be treated in a manner that may appear to be encouraging their commission. Of course, in each case the gravity of the facts as well as the personal circumstances of the accused must be assessed.» Στην πιο πάνω υπόθεση, ο ένας Εφεσείων ήταν 23 ετών, ανύπαντρος. Προερχόταν από Λιβάνια φτωχή οικογένεια και ήταν ένας εκ των 11 παιδιών. Φοίτησε μέχρι την 1η τάξη γυμνασίου και εγκατέλειψε το σχολείο για να εργαστεί με τον πατέρα του. Ο άλλος Εφεσείον ήταν 26 ετών, παντρεμένος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, ηλικίας 3 και 1 ετών. Ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο δίδασκε στο Λίβανο και ταυτόχρονα σπούδαζε ιατρική στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, όπου είχε ήδη συμπληρώσει το 4ο έτος σπουδών. Επιβλήθηκε πρωτόδικα από το κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της κατοχής πλαστών χαρτονομσμάτων και συντρέχουσα 5ετής ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων, όπου το ανώτατο όριο ποινών ήταν 7 χρόνια και δια βίου φυλάκιση, αντίστοιχα. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε 2,5 χρόνια. Συγκεκριμένα, κρίθηκε εκεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε δυσανάλογη βαρύτητα στον συνολικό αριθμό των πλαστών χαρτονομισμάτων που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου, παραγνωρίζοντας ότι μόνο δύο χαρτονομίσματα χρησιμοποιήθηκαν στην πράξη, ως επίσης και το γεγονός ότι οι Εφεσείοντες ήταν πρώτη φορά παραβάτες και είχαν δηλώσει παραδοχή για τα αδικήματα. Σχετικό το απόσπασμα που ακολουθεί꞉ «We feel that in this particular instance the trial Court attached undue weight to the number of the forged bank notes found in the possession of the appellants, loosing sight, on the one hand, that only two forged bank notes were in fact used, and on the other hand failed to assess properly the personal circumstances of each appellant including the fact that they are both first offenders, that they have made clean breast of the offences in question and that they have pleaded guilty at their trial by the Assize Court.». Στην υπόθεση Diana Elie Nehme v The Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 242, η εφεσείουσα ήταν υπήκοος Λιβάνου και έφτασε στη Λάρνακα στις 6.8.1987. Την ίδια μέρα επισκέφθηκε ένα υποκατάστημα της Barclay's Bank και παρουσίασε τρείς επιταγές της Τράπεζας της Αμερικής (traveller's cheques the Bank of America) αξίας εκατών δολαρίων Αμερικής έκαστη επιταγή και ο ταμίας της έδωσε 147 λίρες Κύπρου. Έπειτα επισκέφθηκε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, παρουσίασε τρεις επιταγές της Τράπεζας της Αμερικής τύπου traveller's cheques, αξίας 100 δολλαρίων η καθεμία και ο ταμίας, διαπιστώνοντας ότι ήταν πλαστές, πληροφόρησε την Αστυνομία η οποία έφθασε στην Τράπεζα και την ανέκρινε. Ομολόγησε ότι κατείχε άλλες 14 τέτοιες επιταγές πλαστές, τις οποίες κρατούσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της. Της παρέδωσε, κατόπιν έρευνας στο δωμάτιό της, στην Αστυνομία, η οποία κατάσχε επίσης το ποσό των 147 λιρών Κύπρου που η Εφεσείουσα είχε εισπράξει από την πρώτη τράπεζα όπου είχε πετύχει να της αλλάξουν τις πλαστές επιταγές σε Κυπριακές λίρες. Συνελήφθη, τέθηκε υπό κράτηση μέχρι τη δίκη και όταν δικάστηκε της επιβλήθηκε 18μηνη φυλάκιση. Η Εφεσείουσα εφεσίβαλε την ποινή ως υπερβολική. Ήταν 30 ετών η ίδια, παντρεμένη, την οποία όμως είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της, ενώ ήταν μητέρα τριών ανήλικων παιδιών. Κατ' έφεση, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι το ανώτατο όριο ποινής που είχε να λάβει ως αφετηρία για την επιμέτρηση της ποινής ήταν ποινή φυλάκισης δια βίου, αντί 3 χρόνια που ήταν το ορθό βάσει του άρθρου 335 του Ποινικού κώδικα και έτσι μείωσε την ποινή σε 12 μήνες φυλάκισης. Στην υπόθεση Fahd Abdo Kozhaya and others v The Republic
(1988)2 Α.Α.Δ. 67 οι τρεις Εφεσείοντες είχαν έρθει από το Λίβανο. Ήταν ηλικίας 25 χρονών περίπου. Ο πρώτος Εφεσείων είχε εξασφαλίσει σε χαμηλή τιμή ένα αριθμό πλαστών δολλαρίων Αμερικής από εμπόρους (dealers), όπου η κυκλοφορία πλαστών δολαρίων ευδοκιμούσε. Συνεργάστηκε με τον δεύτερο εφεσείοντα που ήταν υπάλληλός του και κατήρτισαν ένα σχέδιο για το πώς να τα κυκλοφορήσουν στην Κύπρο. Γι' αυτό το σκοπό, ήρθαν στην Κύπρο στις 28.10.
- Η τρίτη Εφεσείουσα έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι δεν ήταν εξ αρχής μπλεγμένη στο σχέδιό τους και ότι αναμείχθηκε μετά που έφτασαν στην Κύπρο. Ο 2ος Εφεσείων ήρθε στην Κύπρο δύο φορές, στις 7 και στις 24 Οκτωβρίου και κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεών του κατάφερε να εξαργυρώσει πέντε πλαστά δολλάρια, αποφεύγοντας τη σύλληψη. Αισθάνθηκαν έτσι, ο 1ος και ο 2ος Εφεσείων, ότι πέτυχε το σχέδιό τους, γι' αυτό και αργότερα επανήλθαν στην Κύπρο, για να συνεχίσουν τις εγκληματικές τους δραστηριότητες. Στις 28 και 29 Οκτωβρίου επισκέφθηκαν διάφορες τράπεζες και αντάλλαξαν τα πλαστά δολάρια με γνήσιες λίρες. Κατέληξαν όμως κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψής τους στις 29 Οκτωβρίου όταν ο 2ος Εφεσείων επιχείρησε να ανταλλάξει τρία ακόμη πλαστά εκατονταδόλλαρα, να γίνει αντιληπτό από τον ταμία της τράπεζας ότι επρόκειτο για πλαστά, ο οποίος και ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία να έρθει στο μέρος και συνελήφθηκε. Μετά από έρευνα της Αστυνομίας, οι Εφεσείοντες βρέθηκε ότι κατείχαν πλαστά δολάρια συνολικής αξίας $5,
- Ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Εφεσείοντες παραδέχθηκαν την κατοχή και κυκλοφορία πλαστών χαρτονομισμάτων, καθώς επίσης την εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις συνολικής αξίας ΛΚ400 και μετρητών συνολικής αξίας ΛΚ
- Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας επέβαλε στους πρώτους δύο Κατηγορούμενους ποινή φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες για κατοχή και κυκλοφορία πλαστών δολαρίων και ποινή φυλάκισης 1 έτους για την απόκτηση αγαθών και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Οι ποινές ήταν συντρέχουσες. Κατ' έφεση, ισχυρίσθηκαν ότι δόθηκε δυσανάλογα μεγάλη σημασία στη σοβαρότητα της υπόθεσης και ότι δεν έγινε η δέουσα εξατομίκευση της ποινής. Σημειωτέον ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων προβλεπόταν στον Ποινικό Κώδικα ποινή φυλάκισης δια βίου και για την κατοχή των πλαστών εγγράφων προβλεπόταν ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε τις ποινές αφού έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε την πρέπουσα προσοχή σε όλους τους παράγοντες που έπρεπε να λάβει υπόψη όσον αφορά την εξατομίκευση της ποινής και παρατήρησε, όσον αφορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ότι η ανησυχητική συχνότητα με την οποία ξένοι επισκέπτες έρχονται στην Κύπρο και διαπράττουν αδικήματα αυτού του είδους, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για παραδειγματισμό άλλων επίδοξων παραβατών, ώστε να μην θεωρήσουν ότι η Κύπρος είναι ένας παράδεισος όπου ευδοκιμεί ή ανθεί η κυκλοφορία πλαστών χρημάτων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα ꞉ «Needless, also, to say that such offences appear in Cyprus in recent years in an alarming frequency and Courts should take cognizance of the prevalence of such offences committed by visitors to Cyprus and should try by their sentences to see that culprits and would be offenders are convinced that Cyprus is not a haven for the uttering of forged currency notes.». Στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160, υιοθετήθηκε ακόμη πιο αυστηρή προσέγγιση. Οι δύο Εφεσείοντες αντιμετώπιζαν πρωτόδικα τις ακόλουθες κατηγορίες꞉ Η πρώτη αφορούσε σε «κατοχή πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων κατά παράβαση των Άρθρων 345 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Η δεύτερη αφορούσε σε «κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333, 336, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα». Η τρίτη και τέταρτη αφορούσαν σε «εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα». Κατά τον ουσιώδη χρόνο, διά μεν την πρώτη κατηγορία προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι επτά ετών και για τη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης διά βίου. Η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον Κακουργιοδικείου. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ως εξής: Στον πρώτο εφεσείοντα, τρία χρόνια στην πρώτη κατηγορία, τέσσερα στη δεύτερη και ένα χρόνο σε κάθε μια από τις τρίτη και τέταρτη κατηγορίες. Στο δεύτερο εφεσείοντα, δύο χρόνια στην πρώτη κατηγορία, τρία στη δεύτερη και ένα χρόνο σε κάθε μια από τις τρίτη και τέταρτη κατηγορίες. Τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν ως εξής꞉ Οι δύο εφεσείοντες έφθασαν στην Κύπρο στις 6 Οκτωβρίου 1991 και τους δόθηκε άδεια παραμονής ως επισκέπτες μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 1991. Στη διάρκεια της παραμονής τους διέμεναν σε διαμέρισμα το οποίο ενοικίασαν για επτά μέρες. Τα περιστατικά του πρώτου αδικήματος ήλθαν στο φως όταν στις 7 Οκτωβρίου 1991, δηλαδή την επαύριο της άφιξης τους, ο πρώτος εφεσείων επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Λάρνακα και παρουσίασε δύο χαρτονομίσματα των $100 δολλαρίων Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για εξαργύρωση. Μετά από τεχνικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για πλαστά δολλάρια και ειδοποιήθηκε σχετικά η Αστυνομία. Εκεί υποδείχθη στους αστυνομικούς που έφθασαν στη σκηνή ο πρώτος εφεσείων και παρέλαβαν τα δύο χαρτονομίσματα. Ακολούθως ερεύνησαν το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν οι δύο εφεσείοντες και βρέθηκαν 69 πλαστά χαρτονομίσματα των $100 μέσα σε ειδική θήκη στον πάτο μιας βαλίτσας. Ο πρώτος εφεσείων ανέφερε ότι τα 69 αυτά χαρτονομίσματα ανήκαν στο δεύτερο εφεσείοντα. Μετά από προσωπική έρευνα του πρώτου εφεσείοντα, βρέθηκαν άλλα τρία χαρτονομίσματα των $100 στην τσέπη του. Επίσης έξι παρόμοια χαρτονομίσματα βρέθηκαν στις τσέπες του δεύτερου εφεσείοντα. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούσαν τις άλλες τρεις κατηγορίες ήταν ότι δύο χαρτονομίσματα των $100 δόθηκαν, ένα από τα οποία ήταν πλαστό δόθηκε στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν οι κατηγορούμενοι σαν ενοίκιο και πήρε ρέστα £20 Κύπρου. Ένα πλαστό χαρτονόμισμα των $100 Αμερικής δόθηκε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου "Le Palmier" για την αξία του φαγητού £4 που είχαν οι εφεσείοντες στις 7 Οκτωβρίου 1991 και πήραν ρέστα £44 Κύπρου. Τα άλλα δύο χαρτονομίσματα παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα όπως έχει ήδη αναφερθεί. Και οι δύο εφεσείοντες παραδέχθηκαν τη διάπραξη του αδικήματος παρόλο που ο πρώτος εφεσείων κατ' αρχή αρνήθηκε και στις θεληματικές καταθέσεις που έκαμαν αναφέρθηκε ότι σκοπός τους ήταν να τα πάρουν στη Λιβύη αλλά χρησιμοποίησαν μερικά στην Κύπρο για τα έξοδα διαμονής και το φαγητό τους. Το Εφετείο σημείωσε τα εξής꞉ «Είναι γεγονός ότι υπάρχει μια έξαρση του είδους των αδικημάτων αυτών στην Κύπρο και είναι θλιβερό διότι οι πλείστες, αν όχι η ολότητα των υποθέσεων, που έχουν φθάσει σ' αυτό το Δικαστήριο τα τελευταία επτά ή οκτώ χρόνια έχουν σε ένα μεγάλο βαθμό σαν δράστες ανθρώπους που δυστυχώς προέρχονται από μια γειτονική χώρα, όπως ο Λίβανος. Φαίνεται έχει παρεξηγηθεί η έκταση του σεβασμού προς τους νόμους που οφείλουν να έχουν οι άνθρωποι που ζουν ή επισκέπτονται τη χώρα μας. Δεν αποτελεί δε δικαιολογία το ότι η Κύπρος επρόκειτο κατά τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων να χρησιμοποιηθεί ως διαμετακομιστικός σταθμός και ότι θα χρησιμοποιούντο μόνο τόσα πλαστά δολλάρια όσα χρειάζονταν για να καλύψουν τη διαμονή τους και τη συντήρηση τους εδώ. Έχει τονιστεί από το Δικαστήριο αυτό σε σχέση με άλλης φύσης αδικήματα, αλλά τούτο ισχύει και εδώ, ότι σε αδικήματα που έχουν διεθνείς προεκτάσεις, το καθήκον των Δικαστηρίων της Κύπρου δεν μπορεί να διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις εκείνες που η διάπραξη αδικημάτων περιορίζεται μόνο στην Κύπρο. Αντίθετα, το καθήκον των Κυπριακών Δικαστηρίων και των Αρχών που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση της έννομης τάξης είναι να συνδράμουν κατά το δυνατό και να συμμετάσχουν έντονα στον αγώνα για την πάταξη του διεθνούς εγκλήματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων αναφέρθηκε σε σειρά αποφάσεων (Mohammad Kasim v. R.
(1987)2 C.L.R. 91, Mohamed Kashawi v. Republic
(1985)2 C.L.R. 37, Diana Elie - Nehme v. Republic
(1987)2 C.L.R. 242 και Fahd Abdo Kozhaya v. Republic
(1988)2 C.L.R. 67) και στις ποινές που επιβλήθηκαν για τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων για να δείξει ότι θα μπορούσε στην υπό εξέταση έφεση να μειωθούν οι ποινές. Δεν νομίζουμε ότι με τις ποινές που επιβάλλονται καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απότερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο της διάπραξης των αδικημάτων στα οποία οι αποφάσεις αναφέρονται. Θα ήταν παράλειψη όμως αν δεν τονίζαμε και εδώ ότι όταν παρατηρείται μια έξαρση διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και μια επιμονή στο να συνεχίζεται η διάπραξη των αδικημάτων παρά τις ποινές που επιβλήθηκαν στο παρελθόν, τα Δικαστήρια οφείλουν να αυξάνουν τις ποινές διά να έχουν και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που επιβάλλεται κάτω από τις περιστάσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επιβληθείσες ποινές όχι μόνο δεν είναι έκδηλα υπερβολικές, αλλά ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να επιβληθεί κάτω από τις περιστάσεις. Οι εφέσεις επομένως αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.». Στην υπόθεση Nicolay Kolev v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 197 ο εφεσείων στις 8.2.2002, κατά την αναχώρισή του από την Κύπρο, είχε στην κατοχή του 396 χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων το καθένα, τα οποία μετά από έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι ήταν πλαστά. Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων αλλά δήλωσε ότι δεν είχε γνώση του γεγονότος. Ισχυρίσθηκε ότι του τα προμήθευσε κάποιο πρόσωπο που εργαζόταν στην Κύπρο ως ξεναγός που γνώρισε πρόσφατα στην παραλία. Κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Επικυρώθηκε κατ' έφεση τόσο η καταδίκη του όσο και η ποινή. Το εφετείο ανέφερε, συναφώς, τα εξής꞉ «Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων είναι πολύ σοβαρό και προβλέπεται γι' αυτό ποινή φυλάκισης εφτά χρόνων. Οι συναλλαγές πρέπει να προστατευτούν και η κυκλοφορία του χαρτονομίσματος να περιφρουρηθεί. Τα ελαφρυντικά που προβλήθηκαν, όπως για παράδειγμα η ασθένεια της αδελφής του που απαιτεί χρηματική δαπάνη, δεν αποτελούν δικαιολογία. Εξ άλλου, φαίνεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και την έλλειψη σχεδιασμού και την επιπολαιότητα της όλης εκτέλεσης, αφού η μεταφορά των χρημάτων μπορούσε να διευθετηθεί με ασφαλέστερο τρόπο. Η αναφορά του πρωτόδικου δικαστηρίου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160, είναι, παρά την αντίθετη άποψη του εφεσείοντα, ορθή, γιατί εκεί, παρά τους κάποιους επιβαρυντικούς παράγοντες που ελλείπουν από την παρούσα υπόθεση, ο εφεσείων κατείχε μόνο 82 πλαστά χαρτονομίσματα. Επισημαίνεται ακόμα η άμεση ομολογία, η βοήθεια που δόθηκε στις αστυνομικές αρχές για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και η παραδοχή των συγκεκριμένων κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση όλοι αυτοί οι ελαφρυντικοί παράγοντες ελλείπουν. Ο εφεσείων δεν φαίνεται να έχει συνεργαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις αστυνομικές αρχές και βέβαια δεν προέβη σε παραδοχή.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Στρέφομαι τώρα στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει ξεκάθαρα από τις προμνησθείσες αποφάσεις Kashawi v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 37 και Fahd Abdo Kozhaya and others v The Republic
(1988)2 Α.Α.Δ. 67 ότι το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για να αποκλίνει το Δικαστήριο από την επιβολή ποινής φυλάκισης, ως του είδους ποινής που προδιαγράφεται στο Νόμο ως κατάλληλο για να αποδοθεί η πρέπουσα σημασία στη σοβαρότητα των αδικημάτων του είδους αυτού. Όσον αφορά το εύρος ποινής, συνεκτιμώ τους ακόλουθους παράγοντες꞉ Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε παραδοχή των αδικημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου, «δεν επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά, από την άλλη, στερεί από [αυτόν] το δικαίωμα να ζητήσει επιεική αντιμετώπιση» (βλ. Nicolay Kolev v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 197). Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν εμπόδισε τις αστυνομικές αρχές στο να διερευνήσουν την υπόθεση και έδωσε τη συγκατάθεση του για την έρευνα του δίδει το περιθώριο μεγαλύτερης επιείκειας από ό,τι ήταν η περίπτωση στην Nicolay Kolev v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 197. Η ποσότητα των πλαστών χαρτονομισμάτων που βρέθηκαν συνολικά στην κατοχή του (80 χαρτονομίσματα), θα κριθεί υπό το φακό του ότι δεν πρόλαβε να προσπορίσει οποιοδήποτε όφελος από αυτά. Η απόπειρά του να χρησιμοποιήσει ένα εξ αυτών, το επίδικο, απέτυχε, εφόσον συνελήφθηκε. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συγκατένευσε με το πέρας της δίκης και την απόδειξη της ενοχής του στο να κατασχεθούν τα γνήσια χαρτονομίσματα, ως μέρος της ποινής που θα του επιβληθεί, θα ληφθεί υπόψη μετριαστικά όσον αφορά το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί. Τούτο διότι, εκ των πραγμάτων, δεν απέσπασε εν τέλει κανένα οικονομικό όφελος, εφόσον τα γνήσια που πρόλαβε και αντάλλαξε έχουν επίσης βρεθεί στην κατοχή του και κατασχεθεί. Κατάσχεση των γνήσιων χαρτονομισμάτων που είχε εξασφαλίσει ως το προϊόν της παράνομης πράξης, είχε επιτευχθεί και στην υπόθεση Diana Elie Nehme v The Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 242 ανωτέρω. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, υπό το φως του γεγονότος ότι το ανώτατο όριο ποινής που είναι εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πολύ μικρότερο εκείνου που εφαρμοζόταν βάσει του Ποινικού Κώδικα στις προμνησθείσες καθοδηγητικές αποφάσεις, καταλήγω να επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές꞉ Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 2η κατηγορία, καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται σε εκείνα της 3ης κατηγορίας. Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 4η κατηγορία, ενόψει του ότι τα γεγονότα της συσχετίζονται άμεσα με εκείνα της 1ης κατηγορίας και ενόψει της αρχής της συνολικότητας των ποινών, καμία ποινή. Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Παρατηρώ ότι σε καμία από τις προμνησθείσες καθοδηγητικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν συζητήθηκε αλλά και δεν δόθηκε περιθώριο αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνω ότι για τόσο σοβαρά αδικήματα, το λευκό ποινικό μητρώο και το νεαρό της ηλικίας δεν αποτελούν από μόνα τους ισχυρούς παράγοντες για να ανασταλεί η εκτέλεση των ποινών. Η μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, όπως τις έχει περιγράψει ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης, ήτοι το γεγονός ότι έχει συνάψει σοβαρό δεσμό με άλλο πρόσωπο και προτίθεται να επισημοποιήσει τη σχέση του ή το γεγονός ότι βρήκε εργασία στην Κύπρο, δεν αποτελούν παράγοντες που να ανατρέπουν στο μυαλό του Δικαστηρίου την ανάγκη να εκτιθεί η ποινή αμέσως, το εύρος της οποίας δεν είναι τέτοιο που να εμποδίζει τον Κατηγορούμενο να συνεχίσει στο εγγύς μέλλον τα σχέδιά του. Η ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση, με έναρξη ισχύος από σήμερα. Θα μειωθεί, ωστόσο, η διάρκεια της φυλάκισης που θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 31.5.2016 μέχρι 17.6.2016 και από 31.5.2017 μέχρι σήμερα, που τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, όπως ορίζει το άρθρο 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα πλαστά χαρτονομίσματα που βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας (βλ. τα Τεκμήρια 2, 3 και 4) να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα γνήσια νομίσματα (περιλαμβανομένων των χαρτονομισμάτων), που κατακρατούνται ως Τεκμήρια 9 και 10, να κατασχεθούν. Ενόψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, τα έξοδα που προκλήθηκαν από τη δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Η χρηματική εγγύηση που καταβλήθηκε στις 17.6.2016 να αποδεσμευθεί. (υπ.) ..................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο