Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ali Tokak κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 648/2017, 9/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 648/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν.
- Ali Tokak
- Λέβινσον Βαχτανίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1꞉ κ. Καζάκος Για τον Κατηγορούμενο αρ.2: καμία εμφάνιση (τη χειρίζεται αυτοπροσώπως) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αρ. 1, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τις 21.3.2017 ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση, έχει δηλώσει ευθέως παραδοχή ενοχής για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, το οποίο αφορά σε παραμονή αλλοδαπού στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και του Καν. 9
(1)(ε) των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών του 1972 (ΚΔΠ 242/72) και Νόμοι 50/88 και 66(Ι)/2003. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες είναι παραδεκτές, ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν αλλοδαπός που του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου, και ενώ η άδεια αυτή ακυρώθηκε στις 22.10.2006, εντούτοις ο Κατηγορούμενος παρέμενε στις 20.3.2017 και ώρα 10꞉40 στον Πρωταρά στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αρνείται, ωστόσο, ο 1ος Κατηγορούμενος τη 2η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου, η οποία αφορά στο αδίκημα της άσκησης επαγγέλματος από αλλοδαπό χωρίς άδεια απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 19
(1)(κ) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και Καν. 9, 11 και 14 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών ΚΔΠ 242/72 και Νόμοι 50/88, 14(Ι)/98 και 66(Ι)/2003. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, «Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ ήταν αλλοδαπός και του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου, η οποία άδεια του ακυρώθηκε στις 22.10.2006, αυτός αποδέχτηκε απασχόληση ως υπάλληλος με εργοδότη τον 2ο κατηγορούμενο χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης». Ως εκ της άρνησης της 2ης κατηγορίας, η υπόθεση για τον 1ο Κατηγορούμενο οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ομοίως, ο 2ος Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα - της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και ΚΔΠ 242/72, ΚΔΠ 146/91, Νόμος 50/88 και άρθρο 14Β
(1)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Τροποποιητικός) Νόμου του 1996, αρ. 100(Ι)/96 και Νόμος 66(Ι)/2003, επί τω ότι ο 2ος Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, εργοδοτούσε τον 1ο κατηγορούμενο ως υπάλληλο στην υπηρεσία του, χωρίς την άδεια του Διευθυντή· της πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψη ειδοποιήσεως Λειτουργού Καταγραφής περί της τοιαύτης πρόσληψης, κατά παράβαση του άρθρου 20 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και Καν. 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών ΚΔΠ 242/72 και Νόμος 50/88 και Νόμος 66(Ι)/2003, επί τω ότι ο 2ος Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προσέλαβε τον 1ο κατηγορούμενο στην υπηρεσία του και παρέλειψε να ειδοποιήσει το Διευθυντή ευθύς όταν ο αλλοδαπός εισήλθε στην υπηρεσία του. Το άρθρο 19
(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 προβλέπει ότι «Πρόσωπο το οποίο, αv και είvαι κάτoχo άδειας πoυ χoρηγήθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ, παραβαίvει oπoιoδήπoτε όρo ή πρoϋπόθεση πoυ περιέχεται σε τέτoια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 1000 (€1708) ή και στις δύο αυτές ποινές.». Ο Κανονισμός 38 της ΚΔΠ 242/72 προβλέπει ότι꞉ «38. Πας όστις προσλαμβάνει εις την υπηρεσίαν αύτου άλλοδαπόν, δέον όπως ειδοποιή τον λειτουργόν καταγραφής ευθύς ως ο τοιούτος αλλοδαπός εισέλθη εις την υπηρεσίαν αυτού ή εγκαταλείψη ταύτην. Πας παραβαίνων τον παρόντα κανονισμόν υπόκειται εις πρόστιμον μη υπερβαίνον τας είκοσι πέντε λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους τρεις μήνας ή είς άμφοτέρας τάς ποινάς ταύτας.».[1] Το άρθρο 14Β
(1)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, προβλέπει ότι η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων της άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή κανονισμού συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σε ποινικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία για να το αποσείσει θα πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία επαρκή και νόμιμη η οποία να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των Κατηγορουμένων. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για ν' αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μόνο μάρτυρα, τον Αστ. 419 Μάμα Βασιλείου, ο οποίος στο εξής θ' αναφέρεται ως «ο ΜΚ1». Έκλεισε την υπόθεσή της στη βάση της μαρτυρίας αυτού και μόνον του μάρτυρα. Δεν υπήρξε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2. Αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως. Δεν εκδήλωσαν την επιθυμία να αντεξετάσουν ο ένας κατηγορούμενος τον άλλο. Ούτε παρουσίασαν οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Όλη η δοθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, ως επίσης τα κατατεθέντα τεκμήρια αποτελούν μέρος του Δικαστικού φακέλου. Για χάριν αξιολόγησης της μαρτυρίας, παραθέτω πιο κάτω συνοπτικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Η μαρτυρία του ΜΚ1 Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος συνέταξε ευθύς μετά το περιστατικό που περιγράφεται σε αυτήν (σχετική η αναφορά «Σήμερα, 20.3.2017»). Η κατάθεση αυτή κατατέθηκε από τον ΜΚ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Όπως εκεί σημειώνεται꞉ Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο της Επαρχίας Αμμοχώστου. Στις 20.3.2017 και ώρα 10꞉40 ο ΜΚ1 βρισκόταν περιπολία μαζί με τον Αστ. 2251 στον Πρωταρά στο πλαίσιο του καθημερινού ελέγχου που διενεργείται στην περιοχή της Επαρχίας Αμμοχώστου για εντοπισμό παράνομων αλλοδαπών. Ενώ βρίσκονταν στο υπό ανακαίνιση ξενοδοχείο «Sunrise» και συγκεκριμένα στην καινούργια πισίνα του ξενοδοχείου, ο ΜΚ1 πρόσεξε ένα αλλοδαπό να ασχολείται με την τοποθέτηση κεραμικών εντός της πισίνας. Μόλις ο αναφερόμενος αλλοδαπός αντιλήφθηκε την παρουσία τους, σταμάτησε να τοποθετεί κεραμικά, βγήκε από την πισίνα και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Αφού ο ΜΚ1 προσέγγισε τον αλλοδαπό, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και του ζήτησε, στην Αγγλική γλώσσα και εν συνεχεία στην Ελληνική, όπως του αποκαλύψει τη δική του ταυτότητα. Ο αλλοδαπός απάντησε στον ΜΚ1 ότι ονομάζεται Ali Tokak και είναι Κούρδος και ότι εργάζεται εκεί «Μόνο για σήμερα». Ακολούθως ο ΜΚ1 τον ρώτησε αν έχει άδεια για να εργάζεται και του απάντησε ότι δεν έχει άδεια να εργάζεται. Την ίδια στιγμή ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε, ότι δηλαδή εργαζόταν παράνομα χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και, αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Βοήθα με». Ακολούθως ο ΜΚ1 τον ρώτησε ποιος είναι ο εργοδότης του και εκείνος του ανέφερε ότι ήταν κάποιος Πόντιος, με αριθμό τηλεφώνου 99-[.. .. ..][2]. Από έλεγχο που έκαμε ο ΜΚ1 μέσω του αρχείου της ΥΑΜ Αμμοχώστου στον Η/Υ διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον αλλοδαπό «ALI TOKAK, ARC [.][3], MP [.][4] Ημερ. γέννησης 01/01/1971 από την Τουρκία». Αφίχθη στην Κύπρο κατά το έτος 2005 μέσω των κατεχομένων και την 4.3.2005 έκανε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Την 22/10/06 ο φάκελος του έκλεισε από την Υπηρεσία Ασύλου. Ο αλλοδαπός πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του, τα οποία του δόθηκαν γραπτώς και, αφού του επεξηγήθηκαν τα διάβασε και τα υπέγραψε στην παρουσία του ΜΚ
- Την ίδια μέρα (20.3.2017) και ώρα 11꞉10 στα γραφεία της ΥΑΜ Αμ/στου ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Λέβινσον Βαχτανίδη ARC [.][5] εργοδότη του ALI TOKAK για τη διερευνώμενη εναντίον του υπόθεση, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Να σου τι έγινε». Εν συνεχεία και μεταξύ των ωρών 11꞉15 - 11꞉35 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Βαχτανίδη. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο κι εκείνος έδωσε μια κατάθεση την οποία ο ΜΚ1 κατέγραψε, ακολούθως όμως ο Βαχτανίδης αρνήθηκε να την υπογράψει λέγοντας πως θα μιλήσει με το δικηγόρο του και αρνήθηκε να γράψει σχετικό λεκτικό. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 11꞉45 - 11꞉50 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Βαχτανίδη και αφού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Όχι ήταν να δω τα χαρτιά του». Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον 2ο Κατηγορούμενο στις 20.3.2015 μεταξύ των ωρών 11꞉15 και 11꞉35 (βλ. Τεκμήριο 5). Προκύπτουν από το κείμενό της τα εξής στοιχεία όσον αφορά τη διαδικασία λήψης της꞉ Πρώτον, καταγράφεται ότι κατά την έναρξη της λήψης της κατάθεσης, ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον 2ο Κατηγορούμενο ότι διερευνά υπόθεση παράνομης εργοδότησης, αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε την 20.3.2017 και ώρα 10꞉40 στον Πρωταρά, Ξενοδοχείο Sunrise, για την οποία έχει μαρτυρία που του παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεται. Τον πληροφόρησε επίσης ότι προτίθεται να τον ανακρίνει και να λάβει κατάθεση από αυτόν, ο οποίος δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός αν θέλει να πει, αλλά ό,τι πει δυνατόν να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Ακολούθως, καταγράφονται οι δηλώσεις, στις οποίες, ως ο ΜΚ1 ισχυρίζεται, προέβη ο 2ος Κατηγορούμενος ανακρινόμενος, ως εξής꞉ «Γράφω και διαβάζω πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα. Πριν 15 με 16 μέρες έπιασα την εργολαβία για την πισίνα του Ξενοδοχείου Sunrise στον Πρωταρά για την τοποθέτηση των κεραμικών με 8.5 ευρώ το μέτρο από τον Κώστα Εκαμπίδη. Μαζί μου ερχόταν ο παπάς μου, αλλά μπήκε στο μάτι του κάτι και δεν μπορούσε να έρτει για σήμερα. Γι' αυτό βρήκα σε ένα πρακτορείο στη Λάρνακα τον άνθρωπο που μου έδειξες εσύ ο αστυνομικός και συμφωνήσαμε να έρθει στο ξενοδοχείο το Sunrise στον Πρωταρά να τοποθετήσει αυτός τα πλακάκια και να του δώσω έξι ευρώ το μέτρο και εγώ να πάρω τα υπόλοιπα. Δεν συμφωνήσαμε πως θα έρθει στη δουλειά και ο άνθρρωπος αυτός που νόμιζα τον λένε Άλεξ πήγε στη δουλειά από το πρωί, εγιώ το ήξερα, αλλά άργησα και δεν πήγα να δω τί έκανε με τη δουλειά του. Να γράψεις ότι μου είπε ότι είναι από τη Βουλγαρία, συγκεκριμένα Τούρκος της Βουλγαρίας.». Αμέσως μετά τις πιο πάνω καταγραφείσες δηλώσεις, ο ΜΚ1 κατέγραψε τα εξής λεχθέντα από τον 2ο Κατηγορούμενο꞉ «Εν υπογράφω τίποτε, θέλω πρώτα να μιλήσω με το δικηγόρο μου. Να γράψεις ακόμα ότι θα έβλεπα τα χαρτιά του και μετά να πιάσει δουλειά.». Τέλος, ο ΜΚ1 κατέγραψε την εξής πιστοποίηση꞉ «Λήφθηκε από εμένα σήμερα 20/3/17 και μεταξύ των ωρών 11꞉15 - 11꞉35 στα γραφεία της ΥΑΜ Αμμοχώστου στη Δερύνεια, αφού του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο, έδωσε μια κατάθεση την οποία του τη διάβασα και αρνήθηκε να την υπογράψει, λέγοντας πως πρώτα πρέπει να μιλήσει με το δικηγόρο του. Εν συνεχεία αρνήθηκε να γράψει και το σχετικό λεκτικό λέγοντας πως θέλει να μιλήσει με το δικηγόρο του.». Προτού ολοκληρωθεί η κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ1 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τους δύο κατηγορούμενους. Περαιτέρω παρουσίασε τα έγγραφα που συνέλεξε στο φάκελό του αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του 1ου Κατηγορούμενου και ειδικότερα τα προσωπικά του στοιχεία ως αιτητή πολιτικού ασύλου, την ημερομηνία λήξης της άδειας παραμονής του και την ανάρτηση του ονόματός του στον κατάλογο των αναζητούμενων προσώπων (βλ. Τεκμήρια 2, 3, 4). Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η άδεια παραμονής του στην Κύπρο έληξε στις 14.5.2006 και ο φάκελος του στην Υπηρεσία Ασύλου έκλεισε οριστικά στις 22.10.
- Διευκρίνισε ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο 2ος Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στο μέρος όπου εντόπισε τον 1ο Κατηγορούμενο. Όμως, ο 1ος Κατηγορούμενος ανάφερε στον ΜΚ1 ότι εργοδότης του ήταν ένας πόντιος και ταυτόχρονα του έδωσε ένα αριθμό κινητού τηλεφώνου, στον οποίο ο ΜΚ1 τηλεφώνησε και επικοινώνησε με τον 2ο Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο 1ος ανάφερε στο ΜΚ1 ότι το πρωί τον μετέφερε στη δουλειά του ο 2ος Κατηγορούμενος και μετά έφυγε, κάτι το οποίο από εξετάσεις που έγιναν στο εργοτάξιο του ξενοδοχείου επιβεβαιώθηκε από ένα άλλο άτομο, το οποίο όμως αρνήθηκε να το δώσει γραπτώς. Όταν ο ΜΚ1 επικοινώνησε με το 2ο κατηγορούμενο, εκείνος του ανάφερε ότι βρισκόταν μακριά. Ήταν συνεργάσιμος ο 2ος με τον ΜΚ
- Πήγε στα γραφεία της ΥΑΜ Αμμοχώστου στη Δερύνεια, όπου ο ΜΚ1 του έλαβε ανακριτική κατάθεση στην Ελληνική γλώσσα, αφού του δήλωσε ότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά την Ελληνική. Ό,τι έλεγε ο 2ος Κατηγορούμενος το κατέγραφε ο ΜΚ
- Ωστόσο, στο τέλος αρνήθηκε ο 2ος να υπογράψει την κατάθεση επειδή ήθελε να μιλήσει πρώτα με το δικηγόρο του. Προχώρησε ο ΜΚ1 και τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. το Τεκμήριο 6). Η μαρτυρία του 1ου Κατηγορούμενου Όσον αφορά το επίδικο συμβάν, ο 1ος Κατηγορούμενος δήλωσε από το εδώλιο του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου τα εξής꞉ Δεν ήξερε ότι υπήρχε Αστυνομία στο μέρος. Περίμενε το 2ο Κατηγορούμενο και επειδή εκείνος άργησε να έρθει, έκαμνε γυρούς εκεί που ήταν το ξενοδοχείο. Μετά πήγε προς την παραλία. Ο λόγος που ο ίδιος περίμενε τον 2ο Κατηγορούμενο ήταν διότι ήθελε να δουλέψει για εκείνον και θα μιλούσαν έτσι ώστε, αν συμφωνούσαν, να άρχιζε τότε δουλειά. Πριν από εκείνη τη μέρα, ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τον 2ο Κατηγορούμενο. Τον γνώριζε μόνο φατσικώς, επειδή τον έβλεπε σε ένα πρακτορείο στοιχημάτων και είχαν έναν κοινό φίλο, Βούλγαρο, που έβαζε κι εκείνος κεραμικά και ο οποίος του σύστησε τον 2ο κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει να δουλέψει. Δεν παίρνει ο ίδιος καμιά βοήθεια από το Κράτος. Ακόμη και όταν δικαιούταν να λάβει, το αρνήθηκε, διότι δεν ήθελε να είναι βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προτιμούσε να εργάζεται μόνος του, γιατί πιστεύει ότι είναι το πιο ωραίο πράγμα να δουλεύει και να κερδίζει μόνος του τα προς το ζειν. Ανέμενε ότι θα τον ρωτούσε ο 2ος κατηγορούμενος αν έχει άδεια. Ως συνήθως όταν πήγαινε σε άλλες εργασίες και δεν είχε την άδεια του, δεν τον έπιαναν δουλειά. Δεν είναι αλήθεια αυτό που λέει ο ΜΚ1 ότι τον συνέλαβε περίπου η ώρα 11, γιατί την ώρα της σύλληψης ο ίδιος κοίταξε τον τηλέφωνο του και έδειχνε 10 π.μ. Την επίδικη ημερομηνία αυτός δεν είχε ακόμη συμφωνήσει με τον 2ο Κατηγορούμενο ούτε είχε ακόμη αρχίσει δουλειά. Τον είδε αργότερα στον Αστυνομικό Σταθμό. Ο ίδιος ήταν με την εντύπωση ότι ονομαζόταν Γιώργος, επειδή έτσι του τον είχαν συστήσει. Η μαρτυρία του 2ου Κατηγορούμενου Η εκδοχή που εξέθεσε ενόρκως ήταν ως εξής꞉ «Δευτέρα πρωί επήγα κατά τις 6꞉30 - 7꞉00, για ν' αγοράσω υλικά οικοδομικά. Μόλις, τέλειωσα απ' εκεί, πήγα στο λαστιχάρη. 7꞉40 ήδη με έπιασε ο εργολάβος ότι μας έχουν κλέψει στη Λευκωσία. Έπιασα το δρόμο για Λευκωσία. Έπρεπε να έρθει και ο ασφαλιστής. Εγώ γνωρίζω πόσα εργαλεία είχαμε εκεί. Μόλις τέλειωσα με τον εργολάβο, έπιασα το δρόμο για Πρωταρά. Έλειψε η πεζίνα. Έβαλα στο Δάλι. Περίπου 9꞉20 έφυγα από το Δάλι προς Πρωταρά. Σε μια περίπτωση, αντί 100 έτρεχα 127 αν δεν κάνω λάθος. Έγραψε μου το εξώδικο. Έκαμα εκκίνηση προς τη δουλειά. Έπιαμε ο Αστυνομικός τηλέφωνο και μου λέει επιάσαμε ένα άνθρωπο στο Sunrise και είναι υπάλληλος σου. Εγώ του λέω ότι δεν είναι υπάλληλος μου. Που το Σάββατο δεν πήγα ακόμα δουλειά. Τώρα πάω. Πήγα στο Σταθμό, αφού με χίλια βάσανα ήβρα το Σταθμό. Ήταν μέσα ο 1ος κατηγορούμενος. Μόλις πήγα, εβγάλαν τον έξω. Του απάντησα του αστυνομικού ό,τι ρωτούσε. Μου είπε διάβασε αυτά που έγραψα. Και του είπα ότι τόπους τόπους έκαμε λάθος. Και δεν το υπέγραφα γιατί δεν ήταν αλήθεια. Πρώτον, δεν έκαμα συμφωνία μαζί του. Και του έλεγα επίσης ότι μπορείς να καλέσεις τους συναδέλφους σου στο Δάλι για να δούνε τις κάμερες 2 ώρες πίσω να δει. Το αυτοκίνητο μου ήταν κάτω που το μπαλκόνι. Του το έδειξα. Συνέχεια μου έλεγε δεν σε πιστεύω.». Προς υποστήριξη της εκδοχής του, ο 2ος Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο εξώδικο πρόστιμο που του επιβλήθηκε στις 20.3.2017 και ώρα 10 π.μ. στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς - Αγ. Νάπας περιοχή Κοινοτικού Συμβουλίου Λιοπετρίου ενώ οδηγούσε το όχημα ΕΕΥ862 με ταχύτητα 127 χαω αντί 100 χαω (βλ. Τεκμήριο 7). Περαιτέρω, παρουσίασε στο Δικαστήριο απόδειξη αγοράς ειδών οικοδομής στις 20.3.2017 από το κατάστημα Μιχάλης Κασής Λτδ, Αγ. Γεώργιου Κοντού 84, 6045 Λάρνακα (βλ. Τεκμήριο 8). Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος Κατηγορούμενος επέμεινε ότι πριν την επίδικη ημερομηνία δεν είχε μιλήσει με τον 1ο Κατηγορούμενο για την τοποθέτηση των κεραμικών, αλλά με τον Βούλγαρο, τον Alexi Barbaros. Ισχυρίστηκε επίσης ότι «Με το να πιεις ένα καφέ μαζί του, δεν τον βγάζεις ή όχι», γι' αυτό και έπρεπε να πάει επί τόπου ο 1ος κατηγορούμενους με τα χαρτιά του. Επέμεινε ότι ο ίδιος δεν είπε στον 1ο να πάει να αρχίσει δουλειά την επίδικη ημερομηνία και ότι δεν τον πήρε ο ίδιος στο μέρος εκείνο το πρωινό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν ήξερε πώς βρήκε τον αριθμό του κινητού του ο 1ος . Τόνισε ότι κάνει 15 χρόνια αυτή τη δουλειά, χωρίς να το ρισκάρει ποτέ και δεν θα το ρίσκαρε να παρανομήσει τώρα που έχει 2 μωρά. Δεν ισχυρίζεται ότι ο ΜΚ1 τα έβγαλε όλα από τη φαντασία του όσα έγραψε ως ανακριτική κατάθεση του 2ου. Μερικά μόνο απ' αυτά που έγραψε ο ΜΚ1 δεν ήταν η αλήθεια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προχωρώ πιο κάτω σε αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιόν μου, δηλαδή της προφορικής μαρτυρίας που έδωσαν οι μάρτυρες σε σύγκριση και προς την υπάρχουσα γραπτή μαρτυρία (βλ. την Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι ο ΜΚ1 υπό την αστυνομική του ιδιότητα ουδέν προσωπικό συμφέρον έχει μέσα από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, παρά μόνον εξυπηρετεί το υπηρεσιακό συμφέρον για την εξιχνίαση υποθέσεων αδήλωτης εργασίας και παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Η πάταξη τέτοιων φαινομένων εξυπηρετεί ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Έπειτα, επισημαίνω ότι ο ΜΚ1 κατέθετε με άνεση λόγου ενώπιον του Δικαστηρίου, δείχνοντας ότι είχε ζωηρές και άμεσες παραστάσεις στο μυαλό του για τα γεγονότα που εξιστορούσε. Στηρίχθηκε, επίσης, στη γραπτή του κατάθεση, η οποία όπως ήδη παρατήρησα συντάχθηκε αυθημερόν όταν εκτυλίχθηκε το επίδικο συμβάν και η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο έγινε μία μόλις μέρα αργότερα, όταν όλα ήταν φρέσκα καταγραμμένα στην κατάθεση και στο μυαλό του ΜΚ
- Κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 άντεξε σθεναρά στη βάσανο της αντεξέτασης που του έκανε ο συνήγορος του 1ου Κατηγορούμενου. Κλήθηκε και έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για ό,τι είδε επί της σκηνής στο εργοτάξιο του αναφερόμενου ξενοδοχείου. Χωρίς καμία αμφιβολία ή δισταγμό, ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν εντός της πισίνας και τοποθετούσε κεραμικά μικρού μεγέθους και είχε γόμα κεραμικών δίπλα του. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, άφησε τα υλικά του εκεί και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Έδωσε επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις ο ΜΚ1 αναφορικά με το ερώτημα που του έθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης για το πώς ήταν δυνατόν να αντιληφθεί την παρουσία του ως αστυνομικού ο 1ος κατηγορούμενος εφόσον, όπως ο ΜΚ1 διευκρίνισε, την επίδικη ημερομηνία δεν φορούσε αστυνομική στολή, αλλά πολιτική περιβολή. Συγκεκριμένα, εξήγησε ο ΜΚ1 ότι τη συγκεκριμένη μέρα, αυτός ήταν σε εκστρατεία για εντοπισμό περιπτώσεων αδήλωτης εργασίας μαζί με κλιμάκιο του Υπουργείου Εργασίας. Ήταν κλιμάκιο 5 αστυνομικών και 5 λειτουργών του Γραφείου Εργασίας. Το ξενοδοχείο τη μέρα εκείνη ήταν ένα μεγάλο εργοτάξιο και με την άφιξη του κλιμακίου στο μέρος ήταν πολύ εύκολο να μαθευτεί η παρουσία τους, έστω κι αν δεν φορούσαν στολή. Πρόσθετα επεσήμανε ο ΜΚ1 ότι, ο τρόπος που βγήκε ο 1ος Κατηγορούμενος από την πισίνα την ώρα που τοποθετούσε κεραμικά και έφυγε ήταν ύποπτος, γι' αυτό και τον σταμάτησαν και του ζήτησαν τα στοιχεία του. Όσα ο ΜΚ1 κατέγραψε στην κατάθεσή του (βλ. Τεκμήριο 1) ως απαντήσεις που έλαβε από τον 1ο Κατηγορούμενο, παρατηρώ ότι δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης του 1ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν αρνήθηκε ότι, πρώτον, ο πελάτης του δήλωσε προς τον ΜΚ1 ότι εργαζόταν «μόνο για σήμερα» και, δεύτερον, το ότι ο πελάτης του (1ος Κατηγορούμενος) έδωσε στον ΜΚ1 τον αριθμό κινητού τηλεφώνου που αποδεδειγμένα ανήκει στον 2ο Κατηγορούμενο, όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο εργοδότης του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς τα δύο αυτά ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 έμειναν ακλόνητα. Το ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ήξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του 2ου ενώ δεν ήξερε να πει το όνομά του, δεν το αρνήθηκε ο ΜΚ1 και τούτο αποτελεί δείχτη της δικής του ειλικρίνειας προς το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει η άγνοια του ονόματος του εργοδότη ή η πλάνη υπό την οποία ισχυρίζεται ο 1ος Κατηγορούμενος ότι τελούσε σε σχέση με το όνομα του εργοδότη του (Γιώργος αντί Λέβινσον) δεν αναιρούν απαραιτήτως την αλήθεια του ισχυρισμού ότι η εργοδότηση άρχισε εκείνη τη μέρα για εκείνη μόνο τη μέρα, όπως ήταν ο ισχυρισμός που προέβαλε ο 1ος κατηγορούμενος προς τον ΜΚ1 βάσει των όσων καταγράφονται στη γραπτή κατάθεση του ΜΚ
- Η αξιοπιστία του ΜΚ1 παραμένει ισχυρή. Όσον αφορά την αντεξέταση του ΜΚ1 από το 2ο Κατηγορούμενο, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Ήταν εμφανής η προσπάθεια του 2ου Κατηγορούμενου μέσω της αντεξέτασης του ΜΚ1 να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ1 με απώτερο στόχο να μην γίνει αποδεκτό και πιστευτό από το Δικαστήριο το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης που του έλαβε ο ΜΚ
- Αίτημα για τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε ό,τι αφορά τη δεκτότητα της ανακριτικής κατάθεσης δεν είχε υποβληθεί από τον ίδιο το 2ο Κατηγορούμενο, ο οποίος υπενθυμίζω δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την ακροαματική διαδικασία. Εάν το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο ή αναγκαίο να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, θα διατηρούσε τη διακριτική εξουσία να το διατάξει ακόμη και αυτεπάγγελτα. Θέλω, λοιπόν, να εξηγήσω για ποιο λόγο δεν έκρινα αναγκαίο να διατάξω κάτι τέτοιο. Υπάρχουν αναγνωρισμένες περιπτώσεις όπου δεν είναι αναγκαία η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης (βλ. το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές.» των Τάκης Ηλιάδης και Ν. Γ. Σάντης, HIPASSUS Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 910). Τέτοιες είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες δύο περιπτώσεις꞉ Όταν δεν υπάρχει ομολογία. Όταν η γραπτή κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου δεν περικλείει ενοχοποιητικά στοιχεία, δεν υφίσταται λόγος διεξαγωγής δίκης εντός δίκης για σκοπούς διαπίστωσης της θεληματικότητας της (Αχιλλέως κ.α. ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 181/10, ημερ. 22.10.2012). Όταν ο Κατηγορούμενος αρνείται την ομολογία. Η άρνηση του Κατηγορούμενου ότι προέβη σε προφορική ενοχοποιητική δήλωση, δεν αφήνει αντικείμενο προς εξέταση στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το αν έγινε ή όχι η ομολογία αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Δίκη εντός δίκης διεξάγεται σε σχέση με υπαρκτή ομολογία. Εάν αμφισβητείται το εκούσιο της υπογραφής της ομολογίας, αναπόφευκτα θεωρείται ότι αμφισβητείται και το εκούσιο του περιεχομένου της. Σε τέτοια περίπτωση η δίκη εντός δίκης είναι επιβεβλημένη, αφού η ύπαρξη γραπτής κατάθεσης υπογραμμένης από τον κατηγορούμενο διαφοροποιεί την κατάσταση υπό την έννοια ότι η κατάθεση αποτελεί υπαρκτό στοιχείο μαρτυρίας το οποίο εμφανίζει ως πηγή του τον κατηγορούμενο (Δημοκρατία ν Kirnouyan κ.α.
(1996)2 ΑΑΔ 126, Ajodha v The State
(1981)2 ALL ER 193). Στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται υπογεγραμμένη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου αρ. 2 και συνεπώς δεν υπάρχει υπαρκτό στοιχείο μαρτυρίας που να εμφανίζει ομολογία ενοχοποιητική η οποία να έχει ως πηγή τον Κατηγορούμενο. Είναι τελικά μόνο η μαρτυρία του ΜΚ1 εκείνη η οποία αποδίδει στον Κατηγορούμενο 2 τις δηλώσεις που κατέγραψε ο ΜΚ
- Επομένως αρκεί να αντιπαραβληθεί η μαρτυρία του ΜΚ1 με τη μαρτυρία του 2ου Κατηγορούμενου και να κριθεί η αξιοπιστία του ενός έναντι του άλλου, υπό το πρίσμα ασφαλώς του συνόλου της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ελέγχοντας λοιπόν την ποιότητα της μαρτυρίας του ενός έναντι του άλλου, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Η ενοχοποιητική δήλωση που αποδίδει ο ΜΚ1 στον 2ο Κατηγορούμενο συνίσταται στο ότι κατ' ισχυρισμόν υπήρξε ήδη γενόμενη «συμφωνία» μεταξύ του 2ου Κατηγορούμενου και του 1ου να πάει ο 1ος στο ξενοδοχείο την επίδικη ημερομηνία για να τοποθετήσει κεραμικά στην πισίνα έναντι συγκεκριμένης αμοιβής 6 ευρώ το μέτρο» και ότι ο 2ος γνώριζε ότι ο 1ος πήγε στο ξενοδοχείο την επίδικη ημερομηνία για να αρχίσει να εργάζεται ως τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Η όλη προσπάθεια του 2ου ήταν να δείξει ότι συμφωνία εργοδότησης δεν είχε προλάβει να συναφθεί, διότι δεν είχε προλάβει να συναντήσει τον 1ο εκείνη τη μέρα για να δει τα έγγραφα του και το καθεστώς παραμονής και άδειάς του να εργαστεί. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από το 2ο Κατηγορούμενο, του έθεσε την εκδοχή που κατ' ισχυρισμόν του είχε εξιστορήσει για να καταγράψει στην κατάθεσή του, ενώ δεν φαίνεται καταγεγραμμένη στην ανακριτική κατάθεση που παρουσίασε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, υπέβαλε στον ΜΚ1 τα εξής꞉ «Έγραψες ότι είχα μιλήσει μαζί του 1ου και είχα επαφή μαζί του για δουλειά, ενώ εγώ σου είπα ότι μίλησα με τον άλλο, το Βούλγαρο στη Λάρνακα, του είπα ότι χρειάζομαι κάποιον για δουλειά και μου είπε ότι έχει ένα γνωστό. Και του είπα, εντάξει χρειάζομαι κάποιον, αλλά πρέπει να δω τα χαρτιά του και αν είναι νόμιμος, τότε θα μιλήσουμε μαζί για δουλειά. Και Δευτέρα θα ερχόταν εκεί στο Sunrise. Δυστυχώς, η ώρα 06꞉30 είχε κρεπάρει το λάστιχο μου και πήγα στον λαστιχάρη. Ήταν κλειστός. Μετά πήγα στα υλικά οικοδομής και ψώνισα. Άνοιξε ο λαστιχάρης. Σάστηκε το λάστιχο 7꞉00 με 7꞉
- Έπιασε με ο εργολάβος που μου διά δουλειές που τη Λευκωσία και μου είπε «εκλέψαν μας». Εγώ η ώρα 8 παρά 20' ξεκίνησα να πάω Λευκωσία. Πήγα στη Λευκωσία, κανονίσαμε τις δουλειές και η ώρα 9꞉15 εστρέφουμουν πίσω. Στον αυτοκινητόδρομο, στο Δάλι, βγήκα στην έξοδο για βενζίνη. Πριν φτάσω στον Πρωταρά, με σταμάτησε η τροχαία. Έχω το εξώδικο πρόστιμο.». Κρίνω ότι υπερβολική έμφαση δόθηκε από τον 2ο Κατηγορούμενο στο χρονικό των κινήσεων και των ταξιδιών του που έκανε το πρωινό της επίδικης ημερομηνία, προκειμένου να δείξει ότι ο ίδιος δεν είχε μεταφέρει τον 1ο κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο. Λέγω υπερβολική διότι, στην ίδια την ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, έτσι κι αλλιώς δεν αναγράφεται αντιφατικός ισχυρισμός. Απεναντίας, στην ανακριτική κατάθεση σημειώνεται ότι «Δεν συμφωνήσαμε πως θα έρθει στη δουλειά και ο άνθρωπος αυτός που νόμιζα ότι τον λένε Άλεξ πήγε στη δουλειά από το πρωί». Επομένως, όλα τα ισχυριζόμενα ταξίδια του 2ου Κατηγορούμενου από Λάρνακα προς Λευκωσία και πίσω προς Πρωταρά, ακόμη και αν έγιναν, δεν αντιβαίνουν στο περιεχόμενο της προαναφερθείσας δήλωσης που κατέγραψε ο ΜΚ1 στην ανακριτική κατάθεση του 2ου Κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του 2ου Κατηγορούμενου ότι ήθελε να δει τα χαρτιά του 1ου κατηγορούμενου πριν πιάσει δουλεία, έχει επίσης καταγραφεί από τον ΜΚ1 στην ανακριτική κατάθεση. Δεν το έχει αποκρύψει ο ΜΚ1 ότι του τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Ουδέποτε αρνήθηκε ο 2ος κατηγορούμενος ούτε αντεξέτασε τον ΜΚ1 αναφορικά με την καταγεγραμμένη δήλωση στην ανακριτική του κατάθεση ότι υπήρχε μία θέση εργασίας την επίδικη ημερομηνία λόγω προβλήματος που αντιμετώπιζε στο μάτι του εκείνη τη μέρα ο πεθερός του 2ου κατηγορούμενου. Αντίθετα, σε διάφορα σημεία της ένορκης μαρτυρίας του ο 2ος Κατηγορούμενος παραδεχόταν ότι είχε εκτάκτως ανάγκη ένα εργάτη για την εργασία στο συγκεκριμένο υποστατικό και προς τούτο ο ίδιος απευθύνθηκε σε γνωστό του Βούλγαρο για ν' αναζητήσει εργατικά χέρια. Ήταν ομόθυμοι οι δύο Κατηγορούμενοι ότι γνωρίστηκαν μεταξύ τους μέσω του εν λόγω τρίτου Βούλγαρου που σύχναζε όπως και οι ίδιοι σε γραφείο στοιχημάτων. Δεν αμφισβήτησε μάλιστα ο 2ος κατηγορούμενος την ορθότητα της καταγραφής στην ανακριτική του κατάθεση του ισχυρισμού ότι ο ίδιος τελούσε υπό την εντύπωση ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν Τούρκος της Βουλγαρίας. Σε κανένα σημείο της δίκης δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο ΜΚ1 κατέγραψε αυθαίρετα ή/και εξωπραγματικά ή /και ως εκ της φαντασίας του στην ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου είτε ότι αυτός κέρδισε την προσφορά για την τοποθέτηση των κεραμικών της πισίνας του συγκεκριμένου ξενοδοχείου είτε ότι το ποσό προσφοράς ήταν 8.5 ευρώ το μέτρο και ότι η προσφερόμενη αμοιβή προς τον 1ο κατηγορούμενο για την εργασία του ήταν 6 ευρώ το μέτρο. Η μαρτυρία που έδωσε ο 1ος κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου δείχνει ότι είχε προηγηθεί συζήτηση μεταξύ αυτού και του 2ου κατηγορούμενου για το ποσό της προσφερόμενης αμοιβής που θα λάμβανε, όπως και καταγράφεται στην ανακριτική κατάθεση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω να αποδέχομαι ως ειλικρινή και αληθή τη μαρτυρία του ΜΚ1 περί του ότι όποιον ισχυρισμό του είχε πει ο 2ος Κατηγορούμενος να καταγράψει στην ανακριτική του κατάθεση, εκείνος τον κατέγραψε επί λέξει και ότι ο μόνος λόγος που ουσιαστικά επικαλέστηκε ο 2ος κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει την άρνησή του να υπογράψει την κατάθεσή του ήταν ότι ήθελε πρώτα νε επικοινωνήσει με το δικηγόρο του. Επ' αυτού του σημείου θεωρώ σημαντικό να παρατηρήσω ότι꞉ Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (N.163(I)/2005) και ιδίως το άρθρο 3(2Α)(α) αυτού καθιερώνει και θεσμοθετεί το δικαίωμα προσώπου το οποίο συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας ως ύποπτος να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές, ανάλογα με το ποιά προκύπτει πρώτη, προτού ανακριθεί από την Αστυνομία Κύπρου ή άλλη αρμόδια αρχή. Βάσει του άρθρου 3(2Β) του ιδίου Νόμου, το δικαίωμα υπόπτου για πρόσβαση σε δικηγόρο περιλαμβάνει το δικαίωμά του- (α) Να έχει κατ' ιδίαν συνάντηση και επικοινωνία με το δικηγόρο που τον εκπροσωπεί, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, περιλαμβανομένων, πριν από την ανάκρισή του από την Αστυνομία Κύπρου ή άλλη αρμόδια αρχή ή προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου· (β) να ζητήσει την παρουσία και τη συμμετοχή του δικηγόρου του κατά την ανάκρισή του. Δηλαδή προβλέπεται η δυνατότητα δικηγόρου να παρέχει διευκρινίσεις στον πελάτη του σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία και να τον συμβουλεύει για τα δικονομικά δικαιώματά του που σχετίζονται με την ανάκρισή του. Αποτελεί συναφώς, βάσει του άρθρου 8 του ίδιου Νόμου, υποχρέωση κάθε μέλους της Αστυνομίας που διενεργεί σύλληψη να παρέχει στο συλληφθέντα κάθε διευκόλυνση και μέσο που είναι πρακτικά αναγκαίο, για να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα επικοινωνίας που αναφέρονται στα εδάφια
(1),
(2)και
(4)του άρθρου 3 και να μεριμνά και διευθετεί, ώστε, όταν του ζητηθεί, να μπορούν να ασκηθούν τα δικαιώματα αμέσως ή σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 3 να μπορούν να ασκηθούν εντός του χρόνου που προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο. Ομοίως το άρθρο 9 του Νόμου καθιερώνει την υποχρέωση κάθε ανακριτή ή υπευθύνου ανακρίσεων σε σχέση με τις οποίες διενεργήθηκε σύλληψη να μεριμνά, ώστε να μην αρχίζει η ανάκριση του συλληφθέντος πριν από την πληροφόρηση ή και ενημέρωση που αναφέρονται στο άρθρο 7 και προτού ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο έχει ζητήσει να ασκήσει. Βάσει του άρθρου 11
(2)(α), σε περίπτωση κατά την οποία συλληφθέν πρόσωπο ζητά να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωµα προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, το γεγονός αυτό καταγράφεται στο σχετικό ανακριτικό φάκελο μαζί με την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία ασκήθηκε το εν λόγω δικαίωμα. (β) Σε περίπτωση κατά την οποία συλληφθέν πρόσωπο αποφασίζει να μην ασκήσει τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο δικαιώματα, το γεγονός αυτό καθώς και οι περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η παραίτηση από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο καταγράφονται στο σχετικό ανακριτικό φάκελο από τον υπεύθυνο των ανακρίσεων και προσυπογράφεται από το συλληφθέν πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση άρνησης αυτού να προσυπογράψει, ο υπεύθυνος των ανακρίσεων καταγράφει το γεγονός της άρνησης. Ενόψει των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, είναι ορθό το γεγονός ότι καταγράφηκε από τον ΜΚ1 στην ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου ο λόγος άρνησης της υπογραφής της από αυτόν λόγω επιθυμίας του να επικοινωνούσε προηγουμένως με το δικηγόρο του. Καλό θα ήταν, κατά την κρίση μου, να λαμβάνετο και νέα ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο αφότου του παρείχετο κάποιος χρόνος να ασκήσει το δικαίωμά του για επικοινωνία με το δικηγόρο του. Ομοίως, θεωρώ ότι η γραπτή κατηγορία δεν θα έπρεπε να του προσαφθεί προτού διαρρεύσει κάποιο λογικό χρονικό διάστημα από την ώρα που ζήτησε να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το δικηγόρο του, ενώ στην όψη του Τεκμηρίου 5 ο Κατηγορούμενος 2 εμφανίζεται να ζήτησε να του επιτραπεί να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του η ώρα 11꞉35 και στην όψη του Τεκμηρίου 6 η γραπτή κατηγορία προσήφθη σε αυτόν η ώρα 11꞉45, με αποτέλεσμα να αρνηθεί να την υπογράψει εφόσον δεν είχε ακόμη επικοινωνήσει με το δικηγόρο του. Ανεξάρτητα των πιο πάνω διαδικαστικών αδυναμιών, ο 2ος Κατηγορούμενος εμφανίζεται και στην απάντησή του προς τη γραπτή κατηγορία, όπως την κατέγραψε ο ΜΚ1, να προέβαλε τον ισχυρισμό «Όχι, ήταν να δω τα χαρτιά του». Τον ίδιο ισχυρισμό προώθησε ο ίδιος ο 2ος Κατηγορούμενος ενόρκως και ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, η αξιοπιστία του ΜΚ1, σε ό,τι αφορά το τί κατέγραψε ως δήλωση του 2ου Κατηγορούμενου, και πάλιν δεν έχει κλονιστεί. Ομοίως, η αξιοπιστία του ΜΚ1 δεν κλονίστηκε ούτε σε σχέση με όσα του δήλωσε ο 1ος κατηγορούμενος και τα οποία καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο 1ος Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι είπε στον ΜΚ1 «Βοήθα με» και εξήγησε ότι τούτο του το είπε με το πνεύμα ότι δεν είχε άδεια παραμονής στην Κύπρο και του είπε ότι «τόσα χρόνια είμαι φυλακισμένος γιατί δεν έχω άδεια, γι' αυτό αφού με φέρατε εδώ, δώστε μου άδεια, γιατί έτσι ούτε τα μωρά μου δεν μπορώ να τα βλέπω». Καταλήγω να αποδέχομαι πλήρως ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ1, περιλαμβανομένων των όσων αυτός απέδωσε ως λεγόμενα του ΜΚ1 στο στάδιο λήψης της ανακριτικής του κατάθεσης και της γραπτής κατηγορίας. Απορρίπτω τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου στο βαθμό που συγκρούεται με τα αναφερόμενα από τον ΜΚ
- Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που έδωσε ο 1ος κατηγορούμενος με σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας σε ό,τι αφορά το αν είχε ήδη προσληφθεί στην υπηρεσία του 2ου κατηγορούμενου κατά την επίδικη ημερομηνία ή όχι. Σημειώνω, κατ' αρχάς, ότι παρά το ότι ο 1ος Κατηγορούμενος επέλεξε να απολογηθεί δίδοντας ένορκη μαρτυρία, εντούτοις, στο στάδιο που θα ασκούσε το δικαίωμα του αυτό, αρνήθηκε να ορκιστεί στο κοράνι, λόγω του ότι δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος, όπως απαιτεί η θρησκεία του (ήτοι, ως ανέφερε, θα έπρεπε να είχε λουστεί προηγουμένως). Του επετράπη από το Δικαστήριο να προβεί σε διαβεβαίωση. Υπάρχουν επ' αυτού τρία σημεία που επιθυμώ να αναδείξω, αντλώντας καθοδήγηση από το το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές.» των Τάκης Ηλιάδης και Ν. Γ. Σάντης, HIPASSUS Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 93 και 95꞉ Πρώτον, ότι η παροχή «διαβεβαίωσης» αντί ορκοδοσίας είναι επιλογή που είναι επιτρεπτό να εγκριθεί ή να διαταχθεί από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 50
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, σε περίπτωση που μάρτυρας αρνείται να ορκιστεί ή κρίνεται μη ικανός να ορκιστεί ή όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρκος δεν θα έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα επί της συνείδησης του μάρτυρα για θρησμευτικούς συνήθως λόγους. Δεύτερον, ότι η περίπτωση όπου Μωαμεθανός μάρτυρας επικαλείται ως λόγο άρνησής του να προβεί σε ορκοδοσία το ότι, βάσει των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, αποτελεί σημαντική προϋπόθεση να μην είναι σωματικά ακάθαρτος, δεν είναι άγνωστη στη νομολογία꞉ στην υπόθεση R v Mehrban
(2002)1 Cr App R 561, ο Μωαμεθανός μάρτυρας επετράπηκε να προβεί σε διαβεβαίωση αντί σε ορκοδοσία επειδή, ως ισχυρίστηκε, δεν είχε την ευχέρεια να πλυθεί καταλλήλως προτού ορκιστεί, κάτι που προϋπέθετε η θρησκεία του για να μπορεί να ορκιστεί. Τα Δικαστήρια οφείλουν να αντιμετωπίζουν με διακριτικότητα τέτοια αιτήματα. Τρίτον, η ορκοδοσία δεν αποτελεί προϋπόθεση αξιοπιστίας του μάρτυρα (R v Majid
(2009)EWCA Crim 2563, R v Robinson
(2001)EWCA Crim 214). Η διαβεβαίωση δυνάμει του άρθρου 50
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 θεωρείται εξίσου δεσμευτική για τη συνείδησή του όσο και ο όρκος (Μούρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» και Άλλων
(1997)1(Α) ΑΑΔ 80). Οφείλω να παρατηρήσω ότι στα λόγια του 1ου Κατηγορούμενου διέκρινα την προσπάθεια να πει πράγματα ευνοϊκά για την εκδοχή του 2ου Κατηγορούμενου, προς υποβοήθηση της θέσης του. Για παράδειγμα, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ο 1ος Κατηγορούμενος ότι όταν τον ρώτησε η Αστυνομία τί κάνει εκεί στην πισίνα, τους δήλωσε ότι πήγε για να δει τη δουλειά και αν συμφωνούσαν με τον 2ο κατηγορούμενο τότε ν' αρχίσει κοντά του, αλλά η Αστυνομία δεν τον πίστεψε και ότι μάλιστα η Αστυνομία του είπε ότι η πισίνα είναι τελειωμένη και δεν χρειαζόταν να δουλέψει ο ίδιος εκεί. Όλα τούτα αποκλείεται να μπόρεσε να τα πει στην Αστυνομία ο 1ος στη σκηνή, αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταλάβαινε τί του έλεγε η Αστυνομία, γι' αυτό και δεν μπορούσε να της πει και πολλά πράγματα και έτσι τους έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του 2ου κατηγορούμενου, εκδοχή η οποία ακούγεται πιο αληθοφανής. Υποβλήθηκε στον 1ο Κατηγορούμενο ότι η μόνη αλήθεια είναι ότι εκείνος συμφώνησε με το 2ο Κατηγορούμενο να πάει στο Sunrise να ξεκινήσει δουλειά και να πληρώνεται 6 ευρώ το μέτρο. Αρνήθηκε ο 1ος ότι είχε τέτοια συμφωνία με το 2ο. Δήλωσε συγκεκριμένα ότι «Δεν εσυμφωνήσαμε κάτι. Μόνο πήγα εκεί. Ερώτησε ο 2ος πόσα παίρνω όταν δουλεύω και του είπα μπορεί 6 - 7 ευρώ το μέτρο.». Ερωτηθείς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να εξηγήσει γιατί χρειαζόταν να μεταβεί στο Sunrise για να συμφωνήσει με τον 2ο Κατηγορούμενο για τη δουλειά, ο 1ος ισχυρίστηκε ότι «Την προηγούμενη μέρα, πριν πάω στο ξενοδοχείο, ο κοινός μας ο φίλος με ρώτησε πόσα παίρνω ως συνήθως για τη δουλειά και του είπα πρέπει να δω τη δουλειά για να πω την τιμή». Εντοπίζω αντίθετα ότι ο 2ος κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας έχω ήδη αποδεχθεί ότι καταγράφηκε από τον ΜΚ1 επακριβώς όπως του το υπαγόρευε ο 2ος κατηγορούμενος, δείχνει ότι ο 2ος ήταν εκείνος που καθόριζε την προσφορά αμοιβής ανά μέτρο. Είναι πιο λογικό, εμπειρικά, ο εργοδότης με 15ετή πείρα ως επικαλέστηκε ότι είχε ο 2ος κατηγορούμενος, να καθόρισε το προσφερόμενο ποσό αμοιβής, παρά να ανέμενε να ασκήσει διαπραγματευτική τακτική ο εργοδοτούμενος και να του εισηγηθεί εκείνος τιμή, όταν μάλιστα γνώριζε ο τελευταίος ότι ούτε καν δικαίωμα στην εργασία δεν είχε. Η αλήθεια φάνηκε όταν καταληκτικά του υποβλήθηκε ότι εργάστηκε τη συγκεκριμένη μέρα και ο 1ος Κατηγορούμενος διερωτήθηκε φωνακτά «Είναι το πιο ωραίο πράγμα να εργάζεται ένας άνθρωπος. Τί έπρεπε να κάνω, να κλέψω;». Αναγκάστηκε ο συνήγορός του να τον επανεξετάσει για να τον ρωτήσει αν τελικά εργάστηκε ή όχι την επίδικη ημερομηνία στην επίδικη οικοδομή. Απάντησε μονολεκτικά ο Κατηγορούμενος λέγοντας «Όχι», πλην όμως η εικόνα που ανεξίτηλα αποτυπώθηκε στο μυαλό του Δικαστηρίου ήταν ότι ο Κατηγορούμενος εργάστηκε όντως εκείνη τη μέρα, όπως ήταν και η απάντηση που έδωσε στον ΜΚ1 στη σκηνή και όπως βαρούσε στη σκέψη του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος με εμφανή ζήλο επεδίωξε να εξασφαλίσει την εργασία αυτή και ήταν περήφανος που εργαζόταν για να βγάλει τα προς το ζην. Ευρήματα γεγονότων Ενόψει της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω σε εύρημα των εξής γεγονότων꞉ Ότι λόγω έκτακτου κωλύματος που είχε ο πεθερός του 2ου για να εργαστεί την επίδικη ημερομηνία, ο 2ος κατηγορούμενος αναζήτησε και βρήκε, μέσω κοινού Βούλγαρου φίλου τους, τον 1ο κατηγορούμενο ως ενδιαφερόμενο να εργαστεί. Συμφώνησαν μεταξύ τους να εργαστεί ο 1ος την επίδικη ημερομηνία ως υπηρέτης του 2ου, τοποθετώντας κεραμικά έναντι 6 ευρώ το μέτρο στην πισίνα του ξενοδοχείου Sunrise. Ότι η συμφωνία αυτή έγινε προτού ο 2ος ελέγξει τα χαρτιά του 1ου για να γνωρίζει αν είχε δικαίωμα εργασίας και παραμονής στην Κύπρο. Ήταν η πρώτη μέρα που άρχισε να εργάζεται για τον 2ο κατηγορούμενο όταν συνελήφθη ο 1ος. Ότι η συμφωνία έγινε προφορικά μεταξύ των δύο μερών χωρίς να συνταχθούν, εγκριθούν ή υπογραφούν συμβόλαια εργοδότησης και τούτο χωρίς άδεια του Διευθυντή Μετανάστευσης, ο οποίος δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων, ως έπρεπε να είχε ενημερωθεί για να αποφανθεί αν θα χορηγούσε άδεια. Η νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74) δεικνύει ότι ακόμη και η εργοδότηση για μία μικρή χρονική διάρκεια, την οποία τα μέρη μεταξύ τους χαρακτηρίζουν ως «δοκιμαστική» με την προοπτική της συνέχισης αυτής, εξακολουθεί να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου και να επιδέχεται αυστηρής αντιμετώπισης από τα Δικαστήρια, εφόσον είναι παράνομη. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον και των δύο κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Ο περί Αυξήσεως τωv Χρηματικώv Πoιvώv Νόμoς τoυ 1987 (Ν.166/87) αύξησε τις ποινές που προβλέπονται σε δευτερογενή νομοθεσία κατά τρόπο ώστε όπου προβλέπεται ποινή φυλάκισης υπερβαίνουσα τον ένα μήνα, αλλά μη υπερβαίνουσα τους τρεις μήνες, το αντίστοιχο μέγιστο πρόστιμο που δύναται να επιβληθεί να ανέρχεται σε 150 λίρες. [2] Αναφέρεται πλήρως ο αριθμός κινητού τηλεφώνου στην κατάθεση του ΜΚ1 (Τεκμήριο 1) την οποία είχαν την ευκαιρία να επιθεωρήσουν οι Κατηγορούμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβήτησαν τον εν λόγω αριθμό ως ορθό. Εν πάση περιπτώσει, για χάριν προστασίας του προσωπικού αυτού δεδομένου, δεν παρατίθεται στο παρόν κείμενο της απόφασης το οποίο θα δημοσιευθεί. [3] Ισχύει η ίδια λογική όπως και στην υποσημείωση αρ. 1. [4] Ισχύει ό,τι και στην υποσημείωση αρ. 1. [5] Ισχύει ό,τι και στην υποσημείωση αρ. 1. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο