← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 15/2016, 31/7/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 15/2016, 31/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πιττάτζιης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες αρ. 3 και 4, ως ακολούθως꞉ Κατηγορία αρ. 3: Αντίσταση διά ματαίωση νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του διά ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος στις 19.9.2014 και περί ώρα 23꞉35 στην οδό Αγίου Γεωργίου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή κράτησής του για ποινικό αδίκημα. Κατηγορία αρ. 4꞉ Εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και Νόμος 166/
  2. Λεπτομέρειες αδικήματος꞉ Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία εσκεμμένως παρεμπόδισε όργανο τηρήσεως της τάξεως εν τη δεούση εκτελέση του καθήκοντός του, ήτοι τον Αστ. 3044 Σ. Σάββα της Μ.Μ.Α.Δ. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή και στις δύο κατηγορίες. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας τους δύο μάρτυρες που αναγράφονταν στο Κατηγορητήριο, δηλαδή, τον Αστ. 3044 Σ. Σάββα (στο εξής «ο ΜΚ1») και τον Αστ. 2772 Γ. Γεωργίου (στο εξής «ο ΜΚ2»). Αυτούσια η ένορκη μαρτυρία που έδωσαν αυτοί οι δύο μάρτυρες κατηγορίας είναι καταταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ότι, με το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, δεν ηγέρθηκε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο, ακολουθώντας τα νομολογημένα κριτήρια αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως, προχώρησε και κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικονομικά του δικαιώματα αναφορικά με τον τρόπο απολογίας βάσει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική πτυχή των αδικημάτων. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 244(α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ «244. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα, ή [...] είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». Τα συστατικά στοιχεία είναι τρία꞉ Επίθεση εναντίον άλλου, Με σκοπό αντίσταση ή ματαίωση Νόμιμης σύλληψης. Στην παρούσα υπόθεση, σπεύδω να αναφέρω ότι η σύλληψη του Κατηγορούμενου από το ΜΚ1 έγινε, κατ' ισχυρισμόν του ΜΚ1 ως αναφέρεται στη μαρτυρία του, γι' αυτόφωρα αδικήματα που διέπραττε στην παρουσία του ο Κατηγορούμενος, ήτοι για τα αδικήματα της ανησυχίας και της παρεμπόδισης του έργου του ΜΚ1 εν ώρα καθήκοντος. Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να διαβάζονται, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11
(3)του Συντάγματος. Στην υπόθεση Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C.66 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δίδοντας τον ορισμό του όρου «αυτόφωρο» εξήγησε ότι η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά, άμεσα και σε αλληλουχία («directly in point of time and in sequence»). Με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 19.12.2016, ο Κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί στην κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, η οποία αφορούσε στο αδίκημα της ανησυχίας, για το λόγο ότι κρίθηκε δικαστικά ότι είχε παραγραφεί το εν λόγω αδίκημα κατά το χρόνο καταχώρησης του Κατηγορητηρίου (βλ. άρθρο 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 σε συνδυασμό με το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154). Συνεπώς, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ενώπιόν μου η τέλεση από τον Κατηγορούμενο του αδικήματος της ανησυχίας, κωλύομαι να κρίνω ότι υπήρξε επιχειρούμενη «νόμιμη σύλληψή» του για το αυτόφωρο αδίκημα της ανησυχίας. Το επίδικο θέμα καταλήγει να είναι κατά πόσο, κατά το χρόνο της αυτόφωρης σύλληψης, είχε διαπραχθεί στην παρουσία του ΜΚ1, ως αστυνομικού σε καθήκον, το έτερο ισχυριζόμενο αδίκημα, ήτοι της εσκεμμένης παρεμπόδισης του ΜΚ1 κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, το οποίο αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Αν αποδειχθεί ότι διαπράχθηκε το εν λόγω αδίκημα του άρθρου 244(β), τότε - · αφενός αποδεικνύεται η κατηγορία αρ. 4, · αφετέρου θα αποδειχθεί ένα συστατικό στοιχείο της κατηγορίας αρ. 3, ότι δηλαδή ήταν νόμιμη η επιχειρούμενη σύλληψη του Κατηγορούμενου για το προαναφερθέν αυτόφωρο αδίκημα, δυνάμει του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ.155, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να λεχθεί ότι, τυχόν επίθεση του Κατηγορούμενου κατά του ΜΚ1 προς ματαίωση της σύλληψής του (που είναι το άλλο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας αρ. 3), συνιστούσε αδίκημα ως προβλέπεται στο άρθρο 244(α). Το άρθρο 244(β) του Κεφ.154, το οποίο προνοεί τα εξής: «244. Όποιος - (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». Όσον αφορά την έννοια της παρεμπόδισης (obstruction) αστυνομικού οργάνου στην εκτέλεση του καθήκοντος του, σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone Criminal Practice 2003, παρ. Β.2.30 σελ. 173-174 (βλ. απόφαση της αδελφής Δικαστού Ε. Αντωνίου, ημερ. 11.2.2011, στην υπόθεση αρ. 17038/08, Αστυνομία ν Γιάννης Παντελίδης κ.α.): «Β2.30: A defendant obstructs a police constable, if he makes it more difficult for him to carry out his duty (Hinchcliffe v Sheldon [1955] 1 WLR 1207, obiter). While 'resisting' implies some physical action, no physical act is necessary to constitute obstruction. Simple refusal to answer questions does not constitute an obstruction (Rice v Connolly [1966] 2 QB 414), neither does advising another person not to answer (Green v DPP
(1991)155 JP 816). Answering questions incorrectly may, however, amount to obstruction, although the distinction is not always clear (see Ledger v DPP [1991] Crim LR 439). A person may obstruct by omission, provided that such a person is under an initial duty to act (Lunt v DPP [1993] Crim LR 534). . . . . . . . . . . . . . . . In Green v Moore [1982] QB 1044 the court held that a tip-off to persons who were preparing to commit an offence, and who as a result of the tip-off decided not to commit such an offence, could amount to an obstruction. Police could still be said to be acting in execution of their duty even if only making general inquiries before an offence was committed. The court admitted that this was a difficult situation, since the result of the tip-off was in fact the prevention of crime. Liability would turn, however, on the mens rea and the question of whether the defendant's intent was to assist the potential criminal or to assist the police. A constable is not acting in the course of his duty, and a person cannot therefore be liable for obstructing him in the course of such action, if what he is doing is carrying out an arrest which is in fact unlawful (Edwards v DPP
(1993)97 Cr App R 301). If obstruction (rather than resistance) is alleged, it must be proved to have been willful. The defendant does not commit willful obstruction if he tries to help the police, even if he actually makes their job more difficult (Wilmott v Atack [1977] QB 498) nor can he be guilty if he is unaware that he is obstructing police officers at all (Ostler v Elliott [1980] Crim LR 584), but if the defendant deliberately obstructs the police, it will be no defence to argue that he was merely trying to prevent the arrest of a person he believed to be innocent (Lewis v Cox [1985] QB 509). As to the obstruction of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Από τα διαλαμβανόμενα στο πιο πάνω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's προκύπτει ότι παρεμπόδιση του έργου ενός επί καθήκοντι αστυνομικού υπάρχει όταν ο Κατηγορούμενος κάνει πιο δύσκολη την εκτέλεση του καθήκοντος του αστυφύλακα. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η τέλεση κάποιας φυσικής πράξης, για να υπάρχει τέτοια παρεμπόδιση, αφού η παρεμπόδιση στοιχειοθετείται ακόμη και σε περίπτωση παράλειψης, όταν όμως ο κατηγορούμενος είχε εξ αρχής καθήκον να πράξει αυτό που παραλείπει. Η παρεμπόδιση πρέπει να αποδειχθεί ότι ήταν εσκεμμένη. Αν αυτό που παρεμποδίζει ο κατηγορούμενος είναι τη σύλληψη άλλου προσώπου, δεν αποτελεί υπεράσπιση γι' αυτόν ο ισχυρισμός ότι πίστευε στην αθωότητα του εν λόγω προσώπου. Αλλά, αν ο αστυνομικός διενεργούσε μία σύλληψη, η οποία εκ των πραγμάτων ήταν παράνομη, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αστυνομικός ενεργούσε κατά την κανονική εκτέλεση καθήκοντος, τότε που συνέβη το επίδικο συμβάν της παρεμπόδισης. Από την Κυπριακή νομολογία ξεχωρίζει επί του θέματος η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 207/2008, 208/2008, 209/2008, Ανδρέας Αχτάρ κ.α. -v- Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, όπου αναφέρονται τα εξής: «Όσον αφορά το αδίκημα της παρακώλυσης κάτω από το Άρθρο 244(β), αυτό αποτελεί ξέχωρο και διαζευκτικό αδίκημα από την επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου που επίσης αποτελεί αξιόποινη πράξη κάτω από το ίδιο άρθρο. Ενώ το αδίκημα της επίθεσης εμπεριέχει τρία στοιχεία (Police v. Sundelin [1973]6 J.S.C.722 και Police v. Stephanou [1973]10 J.S.C. 1400), το αδίκημα του Άρθρου 244(β), θεμελιώνεται με τη διαπίστωση τεσσάρων στοιχείων, δηλαδή (
  1. i)της παρακώλυσης που πρέπει να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός, (
  2. ii)η παρακώλυση να είναι εσκεμμένη, (iii) να κατευθύνεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης που (
  3. iv)εκείνη τη στιγμή εκτελεί δεόντως το καθήκον του. Το τι αποτελεί παρακώλυση («obstruction»), μπορεί να ανευρεθεί από τα αντίστοιχα νομοθετήματα της Ινδίας και Αγγλίας. Κατά το Penal Law of India του Sir Hari Singh Gour, 9η έκδ., Τόμος 2, σελ. 1484-1497, σε άρθρο του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, ανάλογο αλλά όχι πανομοιότυπο με το Άρθρο 244(β), αναφέρεται ότι απλές απειλές ή προσβλητικές λέξεις ή φράσεις, δεν είναι επαρκείς για να θεμελιώσουν παρακώλυση.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Το ότι ο ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν επί καθήκον αστυνομικός είναι ένα γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Το ερώτημα καταλήγει να είναι, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, τα οποία θα διακριβωθούν με την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, αν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «εσκεμμένης παρεμπόδισης» του ΜΚ1 στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Επαναλαμβάνω ότι, αν τούτο αποδειχθεί (ήτοι η κατηγορία αρ. 4), τότε είναι που θα μπορεί να κριθεί ότι η επακολουθήσασα επ' αυτοφώρω σύλληψή του ήταν νόμιμη, ώστε να χωρεί εξέτασης αν υπήρξε επίθεση εκ μέρους του Κατηγορούμενου προς ματαίωσή της, στην οποία περίπτωση στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 3. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΟΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία του ΜΚ1. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσής του, ημερ. 19.9.2014 (βλ. Τεκμήριο 1), στην οποία καταγράφονται τα εξής (τα διαχωρίζω σε παραγράφους για ευχερέστερη ανάγνωση και μελέτη)꞉ «Υπηρετώ στην Μ.Μ.Α.Δ και είμαι τοποθετημένος στον Α ΟΥΛΕΚ. Την 19/09/2014 και ώρα 23꞉30 έκανα τροχονομικό έλεγχο στην οδό Αγίου Γεωργίου στην πλατεία Παραλιμνίου μαζί με τους Αστ /111 και 579, άλλα μέλη της Μ.Μ.Α.Δ και της Τροχαίας Αμμοχώστου. Ελέγχαμε και ερευνούσαμε διάφορα οχήματα και μοτοσυκλέτες και γίνονταν ανάλογες καταγγελίες. Κατά την διάρκεια των ελέγχων σε δύο περιπτώσεις, πρόσωπο το οποίο διατηρεί περίπτερο στην οδό Αγίου Γεωργίου δίπλα από το σημείο όπου γίνονταν οι έλεγχοι άρχισε να αντιδρά και να διαμαρτύρεται για τον τρόπο που σταματούσαμε τα διάφορα οχήματα. Στη δευτερη περιπτωση, όταν οδηγός μοτοσυκλέτας μεγάλου κυβισμού αντελήφθηκε την παρουσία μας, μετά που του έκανα σήμα να σταματήσει και κινήθηκα προς το μέρος του, έκανε επαναστροφή και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα και διέφυγε, το πιο πάνω πρόσωπο βγήκε από το περίπτερο του φωνάζοντας δυνατά, κρατώντας το κινητό του και ήρθε προς το μέρος μου φωνάζοντάς μου «Εν να σας σάσω. Ξέρω ποιον να πιάσω τωρά τζαι εν να σας κανονίσω. Αΐστε τα κοπελούθκια του κόσμου ήσυχα». Συνέχισε να φωνάζει πάρα πολύ δυνατά, προκαλώντας ανησυχία, με αποτέλεσμα να μαζεύεται κόσμος από τα διάφορα κέντρα που ήταν στη γύρω περιοχή. Επανειλημμένα του ζητούσα να σταματήσει να φωνάζει διότι προκαλούσε ανησυχία και να φύγει απο μπροστά μου διότι με εμπόδιζε να κάνω την δουλειά μου. Αυτός συνέχισε να φωνάζει, απειλώντας με, λέγοντας μου «Εν να σε σασω, εν να δεις να μπου να σου κάμω». Τότε κινήθηκα προς το μέρος του, εξηγώντας του τα αδικήματα τα οποία διέπραπε, δηλαδή της ανησυχίας και της παρεμπόδισης του έργου της αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Του επέστησα την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε «Παρέτα με ρε κουμπάρε». Η ώρα 23꞉35 συνέλαβα το πιο πάνω πρόσωπο για τα αυτόφωρα αδικήματα τα οποία διέπραπε, του επέστησα εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε «Άισμε ρε κουμπάρε». Όταν του είπα ότι είναι υπό σύλληψη, κινήθηκε για να φύγει και αναγκάστηκα να τον πάρω από το χέρι για να τον συγκρατήσω. Αυτός άρχισε να τραβά δυνατά για να φύγει αναγκάζοντας εμένα και τον Αστ.111 να του βάλουμε χειροπέδες. Μεταφέρθηκε στον Αστ. Σταθμο Παραλιμνίου. Εκεί εξακριβώθηκε ότι πρόκειται για τον Μιχάλη Κυριάκου Δ.Τ.: 707284, άλλως «Τσσιακκούρμας» από το Παραλίμνι. Ο Α/Αστ. 2772 ανέλαβε για τα περαιτέρω. Στον Σταθμό η ώρα 23꞉50 του έδωσα τα δικαιώματα κρατουμένων.». Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του ότι διατηρούσε περίπτερο και το οποίο προέβη στις πράξεις που περιγράφει στην κατάθεσή του. Ανέφερε, επίσης, ο ΜΚ1 ότι η ομάδα που ασκούσε τον τροχονομικό έλεγχο ήταν τοποθετημένη στο δρόμο στα 10 με 15 μέτρα περίπου δεξιά απέναντι από το περίπτερο του κατηγορούμενου. Προσφερόταν ο χώρος εκεί για να παρκάρουν το όχημα της αστυνομίας και για να ανακόπτουν πιο εύκολα τα οχήματα για έλεγχο. Η εκστρατεία τροχονομικού ελέγχου έγινε μετά από αίτημα του Συμβουλίου του Δημαρχείου Παραλιμνίου, λόγω παραπόνων που υπήρχαν ότι επικρατούσαν στο χώρο φασαρίες από καυγάδες από νεαρούς με τις μοτοσικλέτες τους, ειδικά τις Παρασκευές αργά το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα. Ο ΜΚ1 πήγε στο μέρος για ενίσχυση της τροχαίας και του ΟΠΕ Αμμόχωστου. Δεδομένου ότι στη γραπτή κατάθεσή ΜΚ1 αυτός αναφερόταν σε δύο περιπτώσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος αντέδρασε και φώναζε για τον τρόπο που είδε να σταματούν τα διερχόμενα οχήματα, ότι η πρώτη περίπτωση ήταν όταν περνούσε από το μέρος μια μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού, η οποία διέφυγε όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας. Η δεύτερη περίπτωση ήταν αυτή που αφορά τη διερχόμενη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, για την οποία δίδει μεγαλύτερη περιγραφή στη γραπτή κατάθεσή του ο ΜΚ1. Περιγράφοντας τη συμπεριφορά που εκδήλωσε ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ1 επανέλαβε ενόρκως στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του τα εξής꞉ «Α. Μετά από πάροδο κάποιου χρόνου που βρισκόμαστε εκεί για έλεγχο, ο κατηγορούμενος μαζί με την γυναίκα του βγήκαν πάνω στη βεράντα του περιπτέρου και άρχισαν να φωνάζουν για κάποια λεπτά. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό τηλέφωνο, κατέβηκε στη μέση του δρόμου, κρατούσε το κινητό τηλέφωνο και έκαμνε πως τηλεφωνούσε και συγκεκριμένα θυμάμαι ότι έλεγε μας, είπε ότι έπιασε το Αρχηγείο τον υπεύθυνο μας, συνέχισε να φωνάζει, γύριζε στο δρόμο εκεί, κρατούσε το κινητό, τηλεφωνούσε μιλώντας με κάποιον. Σε κάποια στιγμή ήρθε προς το μέρας μου, στάθηκε μπροστά μου απειλώντας με και τους άλλους αστυφύλακες που ήταν πιο δίπλα ότι θα μας σάσει. Γύρισε μπήκε ξανά μέσα στο περίπτερο, συνέχισε να φωνάζει από εκεί και η γυναίκα του και μετά ξανά κατέβηκε στο δρόμο και συνέχισε το ίδιο πράγμα, ήρθε ξανά μπροστά, φωνάζοντας και απειλώντας και στις δύο περιπτώσεις που με πλησίασε του είπα να φύγει να με αφήσει να κάμω τη δουλειά μου, πράγμα το οποίο δεν έκαμε. [...] Στο περίπτερο μπορεί να μπήκε και βγήκε πάνω από 2 - 3 φορές. Μπορεί. Αντιλαμβάνεστε ότι υπήρχε φασαρία, υπήρχε κόσμος, υπήρχαν αυτοκίνητα πάνω κάτω, δεν μπορούσα να έχω τον πλήρη έλεγχο το τι ακριβώς γινόταν και απέναντι στο περίπτερο.». Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν ως εξής꞉ «Οι νεαροί άρχισαν να μαζεύονται, να κάθονται στο τοιχούι της εκκλησίας, να πλησιάζουν πιο κοντά. Η αστυνομία της διεύθυνσης νομίζω του ΟΠΕ, κάποιοι συναδέλφοι που ήταν μαζί μας στην ομάδα μας μας ζήτησαν να φύγουμε επειδή φοβήθηκαν μη συμβεί οτιδήποτε με τους νεαρούς, εννοώ μετά που μαζεύονταν πολλοί, αν πρόκυπτε οτιδήποτε.». Όσον αφορά τον τρόπο που ο ίδιος χειρίστηκε τον Κατηγορούμενο μέχρι και τη σύλληψή του, ο ΜΚ1 δήλωσε τα εξής꞉ «Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήμουν πολύ προσεκτικός, όπως ανέφερα και πιο πάνω, όταν ήρθε κοντά μου επανειλημμένα και μετά που του είπα να σταματήσει θεώρησα ότι δεν είχα άλλη επιλογή, αφού θα συνέχιζε να το κάμνει, δεν θα με άφηνε να δουλέψω και υπήρχε και ο κίνδυνος με τους νεαρούς που μαζεύτηκαν να μπούμε σε άλλες καταστάσεις, προτίμησα να τον συλλάβω, να κάμω τη δουλειά μου βασικά. Προχώρησα προς το μέρος του, ναι τον πήρα από το χέρι, θυμάμαι εδώ στον καρπό του, μετά που τον ενημέρωσα για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε και του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο, άρχισε να με τραβά να φύγει, να αντιδρά για να φύγει προς το περίπτερο. Εκεί επενέβηκε και ο συνάδελφος ο Αστ. 111, τον αγκαλιάσαμε και του βάλαμε τις χειροπέδες και τον οδηγήσαμε στο αστυνομικό όχημα και τον μεταφέραμε στον σταθμό Παραλιμνίου.». Εύλογα ο συνήγορος Υπεράσπισης, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, του υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις για να διαφανεί υπό ποια έννοια αντιλήφθηκε ο ΜΚ1 να υπήρξε παρεμπόδιση του έργου του꞉ «Ε. Δηλαδή η έννοια της παρεμπόδισης είναι ότι στεκτόταν μπροστά σου και παράλληλα μιλούσε στο τηλέφωνο και διαμαρτυρόταν; Α. Το μιλούσε είναι διαφορετικά από το τσιριλλούσε, ούρλιαζε στο τηλέφωνο και γράφω μέσα τί ακριβώς έλεγε κατά λέξη, απειλώντας να πιάσω τον αξιωματικό σας, τώρα να δείτε και έστεκε μπροστά μου που έπρεπε να έχω το νου μου τζιαμέ, να βλέπεις αυτοκίνητα, τον κόσμο που στεκόταν, τον νου μου στους συναδέλφους που ήταν τζιαμέ και να έχεις κάποιον μπροστά σου να φωνάζει, να σούζει τα χέρια του και να σε απειλά, ναι δεν με άφηνε να δουλέψω. Ε. Και τα δύο χέρια κουνούσε; Α. Όχι το ένα εκράταν το τηλέφωνο. [...] Ε. Τι έλεγε σε αυτόν που μιλούσε μαζί του για το οποίο σας είπε μετά ότι ήταν το Αρχηγείο; Α. Δεν μας είπε μετά ότι ήταν του Αρχηγείου. Άκουσα, στεκόταν μπροστά μας και μας είπε εννά σας σάσω έννα πιάσω στο Αρχηγείο τον μάστρο σας, κάτι έτσι. Συνέχισε να τηλεφωνά και τον άκουσα κάποιες λέξεις, επειδή όπως ανέφερα και πριν δεν ήταν να κάτσω να ασχολούμαι μόνο με τον πελάτη σας, είχα και δουλειά τζιαμέ να κάμω. Μου έλεγε εν δαμέ και τα κοπελλούδκια του κόσμου. κάτι έτσι. Ε. Δηλαδή εσείς συνεχίζετε και κάμνετε τη δουλειά σας; Α. Επροσπάθουν, έστεκε μες τη μέση του δρόμου.». Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι ο λόγος που συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δεν ήταν επειδή φώναζε, αλλά επειδή τηλεφωνούσε στο Αρχηγείο Αστυνομίας να καταγγείλει την απαράδεκτη συμπεριφορά της Αστυνομίας. Αρνήθηκε την εκδοχή αυτή ο ΜΚ1. Ήταν επίσης η θέση της Υπεράσπισης ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος αντέδρασε ως περιγράφει ο ΜΚ1 είναι διότι η συμπεριφορά της Αστυνομίας έθετε σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Από την άλλη, ο ΜΚ1 επέμεινε ότι δεν άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει κάτι τέτοιο. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιδρούσε όταν η Αστυνομία σταματούσε τα διερχόμενα αυτοκίνητα, παρά μόνο αντέδρασε σχετικά με τις δύο μοτοσικλέτες, λόγω του κινδύνου που δημιουργήθηκε για τις ζωές των οδηγών τους με τον τρόπο που επιχειρήθηκε η ανακοπή, ο ΜΚ1 εξέφρασε την προσωπική του πεποίθηση ότι άλλος ήταν ο λόγος που ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε δεν ήταν ούτε για τις μοτοσικλέτες ούτε για τα αυτοκίνητα, ήταν επειδή έχανε την πελατεία του μαγαζιού του. Εστίασε ο συνήγορος Υπεράσπισης την προσοχή του στα διαδραματισθέντα σε ό,τι αφορά τις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις μοτοσικλετών που αναφέρει ο ΜΚ1 στη γραπτή του κατάθεση꞉ Σχετικά με την 1η περίπτωση (μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού), όπως διευκρίνισε ο ΜΚ1 ήταν διπλοκαβάλα δύο νεαροί οι οποίοι όταν είδαν την Αστυνομία από μακριά, γύρισαν την μοτοσικλέτα προς το μονόδρομο, ο οδηγός έφυγε, ενώ ο πισινός επιβάτης κατέβηκε. Παραδέκτηκε ο ΜΚ1 ότι έτρεξαν από πίσω τον εν λόγω επιβάτη της μοτοσικλέτας και τον έπιασαν (ένας συνάδελφος του ΜΚ1). Κατά τον εν λόγω χρόνο, δεν φορούσαν φωσφορούχα ρούχα οι αστυνομικοί, αλλά την επίσημη στολή της ΜΜΑΔ που είναι μαύρη με παραλλαγή. Σχετικά με τη 2η περίπτωση (μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού), θυμίζω ότι η εκδοχή του ΜΚ1 στη γραπτή κατάθεσή του ήταν ότι μετά που αυτός έκανε σήμα στον οδηγό της μοτοσικλέτας να σταματήσει και κινήθηκε προς το μέρος του, ο οδηγός έκανε επαναστροφή και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα διέφυγε. Μετά τη διαφυγή του οδηγού, ήταν που ο Κατηγορούμενος βγήκε από το περίπτερο του φωνάζοντας δυνατά προς το ΜΚ1. Για να αντιολογήσει την αντίδραση του Κατηγορούμενου, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι η επαναστροφή που έκαμε αυτή η μοτοσικλέτα ήταν μέσα σε μονόδρομο, δηλαδή χρησιμοποίησε μονόδρομο για να διαφύγει επειδή ο ΜΚ1 την κυνηγούσε με τα πόδια, τον έτρεχε, στο μονόδρομο. Το ότι η μοτοσικλέτα έλαβε κατεύθυνση διαφυγής προς το μονόδρομο ήταν παραδεκτό γεγονός από το ΜΚ1, πλην όμως εξήγησε ότι αυτός κατευθύνθηκε προς το μέρος του μοτοσικλετιστή για να συγκρατήσει τα νούμερα της μοτόρας αν είχε ή/και το πρόσωπο του οδηγού της. Ήταν σε μεγάλη απόσταση από τη μοτοσικλέτα ο ΜΚ1. Αρνήθηκε έντονα ο ΜΚ1 τον ισχυρισμό του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο ίδιος αποπειράθηκε να κτυπήσει το πισινό λάστιχο της μοτοσικλέτας, ενόσω ο οδηγός της βρισκόταν σε κίνηση προς το μονόδρομο, ότι δηλαδή ο ΜΚ1 έκαμε μια επικίνδυνη κίνηση, για να κλειδώσει τον πισινό τροχό της μοτοσικλέτας ενόσω βρισκόταν εν κινήσει και με κατεύθυνση το μονόδρομο. Αρνήθηκε ο ΜΚ1 την εκδοχή αυτή, στηριζόμενος μάλιστα σε φωτογραφίες που έβγαλε ο Κατηγορούμενος και τις οποίες ανήρτησε στο ίντερνετ, τις οποίες ως ανέφερε ο ΜΚ1 είχε την ευκαιρία να δει και από τις οποίες φαίνεται ότι αυτός ούτε καν πλησίασε τη μοτοσικλέτα για να μπορεί να τη κτυπήσει, προσθέτοντας ότι «που πρέπει να ήμουν με το συγνώμη πελλός επειδή ήταν να σπάσω και το πόδι μου αν εκλώτσουν έτσι μηχανή». Άλλες περιπτώσεις που να αντέδρασε ο Κατηγορούμενος δεν υπήρξαν, αφού όπως εξήγησε ο ΜΚ1 «δεν περνούσαν οι νεαροί μοτοσικλετιστές ή οι παράνομοι με τα εξώς τα θορυβώδη, κάπου έσπασε η κίνηση στο σημείο που ήμαστε λόγω της παρουσίας της αστυνομίας». Σχετικά με το ότι, μόνο ο ΜΚ1 έκανε γραπτή κατάθεση ως παραπονούμενος, ενώ υπήρχαν περί τους επτά αστυφύλακες στο μέρος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εφόσον εκείνος συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, εκείνος ήταν που έπρεπε να κάμει κατάθεση. Συνηθίζεται να γίνεται κατάθεση από αυτόν που συλλαμβάνει. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι όχι μόνον ο Κατηγορούμενος, αλλά και άλλοι περίοικοι καταστηματάρχες διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την απαράδεκτη συμπεριφορά του. Ο ΜΚ1 το αρνήθηκε λέγοντας ότι απεναντίας ένας 80χρονος του είπε κατά λέξη «ευτυχώς που ήρτετε επειδή δαμέ εκαταντήσε ζούγκλα». Αναφορικά με τη διερεύνηση του παραπόνου του Κατηγορούμενου ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κλήθηκε από τον ανακριτή της εν λόγω Ανεξάρτητης Αρχής να δώσει κατάθεση ως διερευνώμενο πρόσωπο, έπειτα από καταγγελία του προσώπου που είναι κατηγορούμενος στην παρούσα ποινική υπόθεση. Δεν γνώριζε ο ΜΚ1 να πει με βεβαιότητα ποιο ήταν το αποτέλεσμα της εν λόγω διερεύνησης του παραπόνου, αλλά παρατήρησε ότι, απ' ό,τι ξέρει, συνήθως, «αν δεν σε ενημερώσουν εντός ενός μηνός ότι σε κατηγόρησαν για κάτι, σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό». Συγχρόνως, ήταν με την εντύπωση ότι στάληκε μία επιστολή στο αρχείο της μονάδας του ότι δεν υπήρχε τίποτε εναντίον του, χωρίς όμως να είναι βέβαιος ο ΜΚ1 ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Δεν θυμόταν να πει αν άλλοι συνάδελφοί του έδωσαν κατάθεση στην Αρχή. Η μαρτυρία του ΜΚ2. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου, στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Είναι ο εξεταστής της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο μιας πολύ σύντομης γραπτής κατάθεσης (βλ. Τεκμήριο 3) όπου το μόνο που αναφέρεται είναι ότι αυτός κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο στις 20.9.2014 για τα αδικήματα ως φαίνονται και στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης και ακολούθως καταγράφεται η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στη γραπτή κατηγορία (βλ. Τεκμήριο 4), ήτοι ότι «Δεν παραδέχομαι, η συμπεριφορά τους ήταν απαράδεκτη». Αντεξετασθείς, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η συμπεριφορά του Κατηγορύμενου απέναντι στα μέλη του Αστ. Σταθμού Παραλιμνίου καθ' ον χρόνο αφίχθη εκεί ήταν εξαιρετική. Προέβαλε αμέσως ο Κατηγορούμενος την επιθυμία να καταγγείλει τους αστυνομικούς της ΜΜΑΔ και ο ΜΚ2 του είπε ότι έπρεπε να αποταθεί στην Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά μελών της Αστυνομίας. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ο ΜΚ2 δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι, αν και δεν γνώριζε πόσα μέλη της Αστυνομικής δύναμης βρίσκονταν στον επίδικο τόπο, εντούτοις ήξερε ότι ήταν μία αστυνομική επιχείρηση για τη νεανική παραβατικότητα και υπήρχαν στατικά σημεία ελέγχου σε διάφορες περιοχές στο Παραλίμνι. Επιβεβαίωσε ο ΜΚ2 ότι, πέραν από τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, ο ΜΚ2 δεν έλαβε άλλες καταθέσεις από τους υπόλοιπους αστυφύλακες που συμμετείχαν στην επιχείρηση κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο. Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης το εξής꞉ «Ε. [...] Το γεγονός ότι δεν αναζητήσατε καθόλου άλλη μαρτυρία ή από τους αστυφύλακες οι οποίοι συνόδευαν τον κ. Σάββα ή από περιοίκους οφείλεται σε πλημμελή διερεύνηση από μέρους σας ή θεωρήσατε ότι όλοι αυτοί ας πάνε στην Ανεξάρτητη Αρχή να καταθέσουν; Α. Όχι καμία πλημμέλεια δεν υπάρχει στη διερεύνηση. Όταν λήφθηκε το αρχικό παράπονο από τον συνάδελφο και αμέσως μετά τη λήψη του προφορικού παραπόνου του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα έπρεπε να σταματήσει οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Στη συνέχεια δόθηκαν οδηγίες με βάση τη συγκεκριμένη κατάθεση του συγκεκριμένου συναδέλφου να ασκηθεί ποινική δίωξη.». Για να αιτιολογήσει γιατί δεν έκρινε σκόπιμο να λάβει άλλες καταθέσεις, ο ΜΚ2 πρόσθεσε και τα εξής꞉ «Εξάλλου μία κατάθεση ενός και μόνο μάρτυρα είναι ικανοποιητική για να ασκηθεί ποινική δίωξη» και «Είναι ένα επεισόδιο το οποίο έγινε στην παρουσία αστυνομικού, είναι γνωστό ποιοι αστυφύλακες συμμετείχαν στον έλεγχο, επομένως σε οποιοδήποτε στάδιο θα μπορούσαν να κλητευθούν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου.». Παρατήρησε επίσης ο ΜΚ2 ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου κατά του ΜΚ1 δεν θα διερευνούνταν από τον ίδιο. Όταν μία υπόθεση στρέφεται εναντίον αστυφύλακα, ορίζεται αστυνομικός με βάση τους βαθμούς των εμπλεκομένων συναδέλφων. Αν είναι απλός αστυνομικός μπορεί να αναλάβει την εξέταση απλός αστυνομικός, αν φέρει βαθμό Λοχία και άνω, πρέπει να είναι ανώτερος αστυνόμος που θα αναλάβει. Διευκρίνισε, τέλος, ο ΜΚ2 ότι ο ίδιος δεν κλήθηκε από την Ανεξάρτητη Αρχή για να δώσει κατάθεση και ότι η συγκεκριμένη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα στην οποία ο ίδιος αναφέρθηκε, δεν εκδόθηκε για τη συγκεκριμένη υπόθεση, προϋπήρχε και ακριβώς επειδή ο ίδιος γνώριζε γι' αυτή τη γνωμάτευση, αμέσως μετά τη γραπτή κατηγορία σταμάτησε την οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης κατά του Κατηγορούμενου. Όσον αφορά τις οδηγίες που πήρε στη συνέχεια για σχηματισμό του ποινικού φακέλου κατά του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι αυτές δόθηκαν από τον υπεύθυνο του σταθμού. Η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου꞉ «Ονομάζομαι Μιχάλης Κυριάκου και είμαι ο κατηγορούμενος στην ανωτέρω υπόθεση. Δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς όπως τούτοι υποστηρίχθηκαν από τον μοναδικό μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε εναντίον μου, που είναι και ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Έδωσα γραπτή κατάθεση στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Σε αυτή μου την κατάθεση κατέγραψα με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο που αντικρούουν τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου. Αυτή μου την κατάθεση δεν την έχω. Και ο λόγος που δεν έχω την κατάθεσή μου, αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που αποδεικνύει την αθωότητά μου, είναι γιατί ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας που επιθυμεί την συνέχιση της δίωξής μου, είναι το ίδιο πρόσωπο που έδωσε οδηγίες στην Ανεξάρτητη Αρχή να μην μου κοινοποιήσουν αυτή τη μαρτυρία. Είναι και κατήγορος μου και νομικός σύμβουλος της αρχής στην οποία προσέφυγα για να βρω το δίκαιό μου. Υπο την διπλή αυτή του ιδιότητα συνεπώς ο Γενικός Εισαγγελέας, μου έχει αποστερήσει το δικαίωμα να υιοθετήσω την κατάθεση εκείνη και να την καταθέσω ενώπιον του Δικαστηρίου παραβιάζοντας μου συνεπώς το δικαίωμά μου σε δίκαιη δίκη. Ο Παραπονούμενος Αστυνομικός είχε το ευεργέτημα να έχει την κατάθεσή του που έδωσε στην αστυνομία τότε και να την υιοθετήσει ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μάλιστα σε διάφορα σημεία η δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής τον παρότρυνε να συμβουλευθεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του υπενθυμίζοντας τον τι έγραψε. Γιατί να μην δικαιούμαι και εγώ τουλάχιστον της ίδιας μεταχείρισης και να πρέπει να δώσω μαρτυρία για λεπτομέρειες που ενδεχομένως λόγω της παρόδου του χρόνου να μην μπορώ να μεταφέρω με πλήρη λεπτομέρεια; Αναμένει μάλιστα η Αρχή και ο Γενικός Εισαγγελέας το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης για να αποφασίσουν για την περαιτέρω πορεία του παραπόνου μου. Δηλαδή το κράτος που προσέφυγα για να βρω το δίκαιό μου, θα είναι και επιπροσθέτως των ανωτέρω (δηλαδή εκτός από κατηγορούσα αρχή και η υπηρεσία που απαγόρευσε στην Ανεξάρτητη Αρχή να μου δώσει τη κατάθεσή μου) και κριτής της μαρτυρίας μου για να αποφασίσουν την περαιτέρω συνέχιση. Και υπάρχει ο κίνδυνος εάν καταθέσω ενόρκως, μια μικρή λεπτομέρεια να κάνω λάθος, να επικαλεσθούν ότι άλλα είπα στη κατάθεσή μου και άλλα στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια υποβολής του παραπόνου μου προμήθευσα την Ανεξάρτητη αρχή με τα εξης στοιχεία: (α) Ονόματα των μαρτύρων που ήσαν παρόντες. Τα περαιτέρω στοιχεία τους δεν τα έχω, όμως από την Ανεξάρτητη Αρχή μου ανέφεραν ότι τους εντόπισαν και τους έλαβαν καταθέσεις. Τούτο, ότι δηλαδή έλαβαν καταθέσεις, το επιβεβαίωσε και ο κ. Καρράς καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ακόμα όμως και εάν έρχονταν οι μάρτυρες αυτοί στο Δικαστήριο, θα εκαλούνταν για να δώσουν και καταθέσουν για γεγονότα που έγιναν προ 3 σχεδόν ετών, χωρίς καν να έχουν το περιεχόμενο της κατάθεσής τους και μάλιστα όταν η ίδια η Αστυνομία δεν τους κάλεσε για κατάθεση; (β) Πραγματική μαρτυρία ταινία (video) που δείχνει σκηνές από το περίπτερό μου και αποκαλύπτει τα γεγονότα της υπόθεσης. (γ) Κατάθεση δική μου Παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκε ο Κ. Καρράς ότι μπορούσαν να μου δώσουν την κατάθεσή μου, εντούτοις δεν το έπραξαν. Τι έπρεπε να κάμω παραπάνω για να μου την δώσουν; Έστειλα επιστολές μέσω του δικηγόρου μου, τον καλέσαμε στο Δικαστήριο για να φέρει τον φάκελο και ενώ ανέφερε ότι έστω και την καιάθεση μου θα μπορούσε να μου την δώσει, πάλι δεν το έπραξε. Θα μπορούσε να αναφέρει ότι δεν μπορώ να δώσω το περιεχόμενο του φακέλου, όμως έστω την κατάθεσή σας την παραδίδω σήμερα. Δεν το έπραξε. Μήπως φταίω εγώ γιατί δεν την έδωσε; Υπάρχει πραγματική μαρτυρία (video) που απεικονίζει τι πραγματικά έγινε εκεινο το βραδυ. Και αυτή την μαρτυρία την απέκρυψαν από το Σεβαστό Δικαστήριο κρυμμένοι πίσω από νομικίστηκες προσεγγίσεις. Εάν δηλαδή κατηγορούμουν για φόνο και αυτό το video αποδείκνυε ποιος διέπραξε το φόνο, θα επέτρεπαν να καταδικαζόμουν σε δια βίου φυλάκιση και δεν θα έφερναν αυτή τη μαρτυρία; Διευκρινίζω ότι έχω κάποια μικρά αποσπάσματα από αυτά τα video που απέστειλα στην αρχή. Όμως, από μόνα τους δεν μπορούν να δώσουν σαφή εικόνα και περιγραφή στο Δικαστήριο ούτε και εμπεριέχουν τα αποσπάσματα εκείνα που ο αστυνομικός φαίνεται να κλωτσά τον τροχό μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού που κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι έπραξε. Μόνο εκείνο το απόσπασμα θα ήταν ικανοποιητικό να καταδείξει και τη συμπεριφορά του κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και το γεγονός ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Όμως επαναλαμβάνω, ο Γενικός Εισαγγελέας που απαγόρευσε να μου δώσουν αυτή την σημαντικότατη μαρτυρία, είναι και η αρχή που επιθυμεί την συνέχιση της δίκης μου. Τούτο κατά την ταπεινή μου άποψη δεν συνιστά μόνο παραβίαση των θεσμών της δίκαιης δίκης, αλλά και περιφρόνηση της δικαιοσύνης. Ο ίδιος ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε αριθμό αστυνομικών που ήταν παρόντες κατά τον χρόνο που έγινε το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο. Μάλιστα ανέφερε ότι με την βοήθεια άλλου αστυνομικού με συνέλαβε. Παρά τούτο, όμως, κανένας άλλος αστυνομικός δεν ανακρίθηκε και κανένας δεν ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Μάλιστα, ο ίδιος ο ανακριτής παραδέχθηκε ότι «σταμάτησε την ανάκριση», όταν ανέφερα γεγονότα που ήταν εναντίον του Αστυνομικού. Με λίγα λόγια, όχι μόνον δεν με επρομήθευσε η Αρχή με την μαρτυρία που τους υπέδειξα αν και δεν είχα καμία υποχρέωση, αλλά η ίδια η Αστυνομία δεν διερεύνησε καν την υπόθεση γιατί αφορούσε αστυνομικό. Είχαν ευσεβάστως εισηγούμαι, ιερή υποχρέωση έναντί μου να λάβουν τέτοιες μαρτυρίες τόσο από αυτόπτες μάρτυρες (που παραδέχθηκαν ότι υπήρχαν), για να διερευνήσουν έστω το αληθές του περιεχομένου της κατάθεσης του Αστυνομικού. Με λίγα λόγια στα πλαίσια διερεύνησης μιας υπόθεσης, εφόσον εμπλέκεται αστυνομικός, οι ανακριτές δεν διερευνούν. Και ο αστυνομικός αυτός δεν φταίει και τον τιμά η ειλικρίνειά του. Είναι με οδηγίες και πάλι του Γενικού Εισαγγελέα. Τα ανωτέρω είναι πρωτάκουστα και σείουν τα θεμέλια της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. Kλήθηκα να προβάλω την υπεράσπισή μου. Το θεωρώ όμως αδιανόητο να καλούμαι εγώ να αποδείξω την αθωότητά μου, όταν το ίδιο το κράτος δεν προσκόμισε ικανοποιητική μαρτυρία, για να αποδείξει την ενοχή μου. Η Κατηγορούσα αρχήσε αυτή την υπόθεση συμπεριφέρθηκε ως διάδικος σε ιδιωτική υπόθεση. Έφερε μόνο τη μαρτυρία που την εσύμφερε και απέκρυψαν από το Σεβαστό Δικαστήριο σωρεία άλλων μαρτυριών που θα έπρεπε να είχε ενώπιον του για να αποφασίσει. Καταθέτω ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου σειρά επιστολών που απέστειλε ο Δικηγόρος μου με τις οδηγίες μου και απαντήσεις που έλαβε από την Ανεξάρτητη Αρχή αλλά και τον Γενικό Εισαγγελέα. Όλα τα ανωτέρω συνιστούν κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων μου για δίκαιη δίκη.». Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατηγορίας κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α. Δ. 614). Μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του ΜΚ1 έχοντας κατά νου ότι είναι πρόσωπο που γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος τον είχε καταγγείλει στην Ανεξάρτητη Αρχή για το ότι επέδειξε απαράδεκτη συμπεριφορά κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο ως φαίνεται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Δεν μπορεί να κριθεί ως αμερόληπτος μάρτυρας υπό τις περιστάσεις αυτές. Δεν παραγνωρίζω ασφαλώς το γεγονός ότι ο ΜΚ1 προσήλθε να μαρτυρήσει έχοντας πλέον την πεποίθηση ότι δεν εντοπίστηκε κάτι μεπτό εναντίον του. Παραταύτα, η φυσικότητα του λόγου του, η ευθύτητα και άνεση με την οποία απαντούσε στις ερωτήσεις, η λεπτομέρεια στην οποία υπεισήλθε περιγράφοντας τα γεγονότα, χωρίς υπεκφυγές στα σημεία που άπτονταν της δικής του συμπεριφοράς και στα όσα του υπέβαλλε ο συνήγορος Υπεράσπισης, μου δημιούργησαν την εντύπωση ότι πρόκειται για ειλικρινή μάρτυρα, ο οποίος είπε την αλήθεια. Ομοίως, ο ΜΚ2 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας, αφού περιέγραψε τις δικές του ενέργειες χωρίς να τις ωραιοποιήσει. Δεν έδειξε να μεροληπτεί υπέρ του συναδέλφου του (ΜΚ1). Ήταν σαφές ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική και άμεση γνώση των γεγονότων που είναι επίδικα στην παρούσα υπόθεση. Γνωρίζει ο ΜΚ2 μόνο αυτά που αναφέρει ο ΜΚ1 στη δική του γραπτή κατάθεση. Δεν έκαμε καμία περαιτέρω εξέταση κατ' ουσίαν ο ίδιος, παρά μόνο κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο στηριζόμενος στην κατάθεση του ΜΚ1. Όσον αφορά την επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, σπεύδω να αναφέρω ότι δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ενοχής από την επιλογή του αυτή. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τέτοιας δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλαδή με ένορκη μαρτυρία η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση και ελέγχεται για το αξιόπιστό της (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως η ανώμοτη δήλωση να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (βλ. R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 91/14, Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 22/06/2016, καταγράφηκαν οι εξής παρατηρήσεις: «Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. [...] Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. [...] Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. [...] [...]Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v.Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).». Στην παρούσα υπόθεση η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου δημιουργεί στο Δικαστήριο την αγωνία ότι, παρά τη διαπίστωση του ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ήταν μάρτυρες της αλήθειας, θα ήταν εντούτοις άδικο και ακροσφαλές να στηριχθεί στη μαρτυρία τους για να διαμορφώσει ευρήματα γεγονότων, εφόσον ελλείπει από την παρούσα δικαστική διαδικασία ουσιώδης μαρτυρία, υπαρκτή και σχετική με τα επίδικα θέματα, η οποία θα μπορούσε είτε να αποδυναμώνει την υπόθεση της κατηγορούσας Αρχής είτε να ενδυναμώσει την υπόθεση της Υπεράσπισης. Θεωρώ λοιπόν πρέπον να εξετάσω πρώτα τον ισχυρισμό αυτό του Κατηγορούμενου , ως αναδύεται στην ανώμοτη του δήλωση και μετά να κρίνω κατά πόσον χωρεί η εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων βάσει της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 μόνο. Αναφορικά με το ζήτημα μη δίκαιης δίκης. Είναι θεμελιωμένο ότι η άσκηση της συνταγματικής εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα να εγείρει, αναστέλλει ή να διακόπτει ποινική διαδικασία δεν ελέγχεται δικαστικά (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας ν. Οδυσσέως κ.ά.
(1991)2 Α.Α.Δ 309). Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να αναμένεται από το παρόν Δικαστήριο να ελέγξει την επιλογή του Γενικού Εισαγγελέα να δώσει οδηγίες για έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης προτού αποφασίσει για το χειρισμό της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής. Το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται να αποφασίσει μόνο για ό,τι εμπίπτει εντός των δικών του ορίων δικαιοδοσίας. Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο, ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης." (Βλ. και Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135, Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256, 261). Η εκ των προτέρων γνώση της πρακτικής και διαδικασιών του δικαστηρίου, και γενικά η προκαθορισμένη πορεία της δικαιοσύνης, ώστε ο κάθε διάδικος να μπορεί με βεβαιότητα να ετοιμάζει και να παρουσιάζει την υπόθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου, είναι ύψιστης σπουδαιότητας για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. και Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Xαραλαμπίδου)
(1997)1(B) A.A.Δ. 724, απόφαση της Ολομέλειας και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1449/15.5.98). Στην παρούσα υπόθεση, αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβητεί είναι το αν τηρήθηκαν οι δικονομικοί κανόνες που αφορούν στην αποκάλυψη προς αυτήν όλου του μαρτυρικού υλικού που είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα, τόσο προδικαστικά όσο και κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο είναι ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 7 (το άρθρο 102 που αφορά σε προανάκριση καταργήθηκε). Η υποχρέωση για αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού προς την Υπεράσπιση και η έκταση της αποκάλυψης βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Το δε δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η υποχρέωση έχει εκπληρωθεί και αν όχι κατά πόσο αποτελεί ουσιώδη παρατυπία ικανή να οδηγήσει σε παραμερισμό τυχόν καταδίκης. Στην Κορέλλης Αχιλλέας ν Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1718 υιοθετήθηκε ο λόγος της R. v. Ward [1993] 2 All E.R. 577 όπου τονίσθηκε (βλ. σελ. 598) ότι η υποχρέωση για αποκάλυψη εγείρεται σε σχέση με μαρτυρία, η οποία είναι ή δυνατόν να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν, ή τα οποία εγείρονται αναπάντεχα, στη διάρκεια της δίκης. Αν η μαρτυρία είναι ή δυνατόν να είναι ουσιώδης με αυτή την έννοια, τότε η μη αποκάλυψη της δυνατόν να αποτελέσει ουσιώδη παρατυπία. Το ζήτημα που εγείρει η Υπεράσπιση περί μη δίκαιης δίκης συσχετίζεται από την Υπεράσπιση με τη μη αποκάλυψη σε αυτήν από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρικού υλικού που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση, αλλά βρίσκεται σε φάκελο της Ανεξάρτητης Αρχής. Είναι γεγονός ότι η Υπεράσπιση, προτού αντεξετάσει τον ΜΚ1, κίνησε τη διαδικασία subpoena duces tecum προκειμένου να εξασφαλίσει την κατάθεσή του φακέλου της Ανεξάρτητης Αρχής στο παρόν Δικαστήριο, αλλά κατόπιν ένστασης του εκροσώπου της εν λόγω Ανεξάρτητης Αρχής, δεν επετράπη από το Δικαστήριο να κατατεθεί (βλ. σχετικώς την ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 30.5.2017). Είναι καλά νομολογημένο ότι το κατά πόσον ένας κατηγορούμενος έχει δίκαιη δίκη ή όχι κρίνεται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και με βάση τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία ν. Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, Hani Abdul Ghani Kabbara v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177). Η έννοια της δίκαιης δίκης, καθώς έχει νομολογηθεί, απαιτεί σεβασμό προς την αρχή της «ισότητας των όπλων», δηλαδή την αρχή της διαδικαστικής ισότητας ανάμεσα στα μέρη (Eur. Court H.R., Delcourt judgment of 17 January 1970, Series A No. 11, p.15, para. 28; Monnell and Morris judgment of 2 March 1987, Series A No. 115, p.23, para. 62). Πρωταρχικός σκοπός του άρθρου 6
(3)(β) της Σύμβασης είναι η επίτευξη ισότητας όπλων ανάμεσα στην Κατηγορούσα Αρχή και την υπεράσπιση (Βλ. Jespers, 8403 (Belgium) Report 27, D.R. 61 και Law of the European Convention on Human Rights των Harris, O' Boyle και Warbrick, σελ. 255). Ο J.E.S. Fawcett στο βιβλίο του «The application of the European Convention on Human Rights», υποδεικνύει: «Η αρχή της ισότητας των όπλων αποτελεί έκφραση του κανόνα audi alteram partem και εξυπακούει ότι στο κάθε μέρος πρέπει να δίδεται ίση ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του, τόσο πάνω στα γεγονότα, όσο και πάνω στο Νόμο, και να σχολιάσει την υπόθεση που παρουσίασε ο αντίδικος του. Η ευκαιρία πρέπει να είναι ίση ανάμεσα στους διαδίκους και να περιορίζεται μόνο από το καθήκον του δικαστηρίου να αποτρέψει υπερβολική παράταση ή καθυστέρηση της διαδικασίας.». Θα πρέπει να τονίσω εμφαντικά ότι αυτό για το οποίο ο Κατηγορούμενος παραπονείται δεν είναι ότι δεν του δόθηκε μαρτυρικό υλικό που περισυνέλεξε η Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή είχε στην κατοχή της κατά την έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Απεναντίας, το παράπονο εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν του δόθηκε μαρτυρικό υλικό που η Ανεξάρτητη Αρχή περισυνέλεξε στο πλαίσιο μιας εντελώς ξεχωριστής δικονομικής διαδικασίας που ακολούθησε η ίδια βάσει του νόμου 9(Ι)/2006 που διέπει τη σύσταση και λειτουργία της και το οποίο υλικό δεν κατέχει στο δικό της φάκελο η Κατηγορούσα Αρχή. Τούτο, άλλωστε, φάνηκε περίτρανα κατά την εφαρμογή της διαδικασίας subpoena duces tecum, όπου προσήλθε μάρτυρας εκ μέρους της Ανεξάρτητης Αρχής, έχοντας το φάκελο στην κατοχή του, κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης να τον καταθέσει στη διάθεση του Δικαστηρίου, επειδή ακριβώς η Κατηγορούσα Αρχή δεν τον είχε στη διάθεσή της, ώστε να μπορούσε η ίδια να δώσει πρόσβαση στο υλικό που περιείχε προς τον Κατηγορούμενο. Λέγω τα πιο πάνω έχοντας κατά νου ότι εξεταστής για τους σκοπούς της παρούσας ποινικής υπόθεσης ήταν ο ΜΚ2, που, όπως φάνηκε από την ένορκη μαρτυρία του ιδίου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν έλαβε ποτέ ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο πριν τον κατηγορήσει γραπτώς, ούτε μερίμνησε να λάβει οποιεσδήποτε γραπτές καταθέσεις από τρίτα πρόσωπα (είτε αστυνομικούς που συμμετείχαν στον τροχονομικό έλεγχο στη σκηνή είτε περίοικους είτε οδηγούς μοτοσικλετών). Τούτος ήταν και ο λόγος που τέτοιο μαρτυρικό υλικό δεν υπήρχε στο φάκελο της Κατηγορούσας Αρχής, παρά μόνο η γραπτή κατάθεση που έκανε ο ΜΚ1 για την παρούσα υπόθεση (βλ. το Τεκμήριο 1). Πρόκειται για την ανοικτή γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 για τους σκοπούς της ποινικής δίωξης του Κατηγορούμενου και όχι για ανακριτική κατάθεση του ΜΚ1 ως διερευνώμενου προσώπου στο πλαίσιο της διαδικασίας της ποινικής ανάκρισης που διεξήγαγε η Ανεξάρτητη Αρχή κατόπιν καταγγελίας του Κατηγορούμενου. Ουδέποτε συμβουλεύθηκε ο ΜΚ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το κείμενο γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος έδωσε για την Ανεξάρτητη Αρχή, ούτε το είχε ενώπιον του για να το υιοθετήσει ως μέρος της κυρίως εξέτασής του όπως εσφαλμένα φαίνεται να θεωρεί ο κατηγορούμενος (βλ. παρα. 5 της ανώμοτης του δήλωσης). Ουδέποτε συμβουλεύθηκε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρικό υλικό αυτόπτων μαρτύρων που να περισυνέλεξε η Ανεξάρτητη Αρχή, προκειμένου να αντεξετάσει τον Κατηγορούμενο. Ούτε συμβουλεύθηκε οποιοδήποτε βίντεο το οποίο να έχει στην κατοχή της η Ανεξάρτητη Αρχή. Η Κατηγορούσα αρχή εφοδίασε τον Κατηγορούμενο με ό,τι η ίδια κατείχε στο φάκελό της και μόνον αυτό αξιοποίησε η ίδια εναντίον του. Δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων κατά τη δίκη. Παρεμβάλλω εδώ ότι το Δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση του εκπροσώπου της Ανεξάρτητης Αρχής στο να καταθέσει εδώ το φάκελο με το μαρτυρικό υλικό που διαθέτει η εν λόγω Αρχή, για δύο λόγους όπως αποτυπώνονται στη σελ. 6 της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 30.5.2017. Πρώτον, διότι ως ο μάρτυρας ανέφερε, με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, παρέμενε σε εκκρεμότητα η ολοκλήρωση της ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής διαδικασίας και, δεύτερον, διότι το ίδιο το άρθρο 16 του Ν.9(Ι)/2006, ακόμη και στο στάδιο που ολοκλήρωνεται η διαδικασία ενώπιον της εν λόγω Αρχής, της επιβάλλει δέσμια αρμοδιότητα να τον ενημερώσει για το αποτέλεσμα αυτής χωρίς οποιαδήποτε γνωστοποίηση ή διαβίβαση του υλικού που υποβλήθηκε στην Αρχή ή μέρους αυτού, με εξαίρεση την κατάθεση που ο ίδιος ο παραπονούμενος έδωσε προς την Ανεξάρτητη Αρχή ή ιατρικό υλικό που τον αφορούσε ή το όνομα του αστυνομικού του οποίου η συμπεριφορά διερευνάτο. Αυτά τα μεμονωμένα στοιχεία, εξ αρχής η Ανεξάρτητη Αρχή είχε προσφερθεί να τα εφοδιάσει στον Κατηγορούμενο όπως φάνηκε μέσα από αλληλογραφία που υπήρξε με το δικηγόρο του και η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερ. 20.2.2017 στο στάδιο που ηγέρθηκε αίτημα αναβολής της αντεξέτασης του ΜΚ1 για να εκδοθεί η κλήση subpoena duces tecum. Το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που εφοδίασε ο κατηγορούμενος προς την Ανεξάρτητη Αρχή και οι καταθέσεις είτε του διερευνώμενου προσώπου είτε των όποιων τρίτων προσώπων βρίσκονταν στη σκηνή, τους οποίους κατονόμασε ο Κατηγορούμενος προς την Ανεξάρτητη Αρχή, στο στάδιο που υπέβαλλε την καταγγελία του κατά του ΜΚ1, εμπίπτουν στο υλικό που εν τη σοφία του ο Νομοθέτης, με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Νόμου 9(Ι)/2006 ρητά εμποδίζει να αποκαλύπτεται στον παραπονούμενο. Το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να παρακάμψει ή να καταστρατηγήσει τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου επικαλούμενο τη συμφυή εξουσία του ως δικαστηρίου δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 7.7.2017, στην Ποινική Έφεση Ε34/2016, Κυριάκου Μιχαηλίδη κ.α. ν. Λεώνης Παρασκευαϊδου, το γεγονός της νομοθετικής ρύθμισης ενός ζητήματος δεν εμποδίζει, per se, την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, εκτός αν η άσκηση της σύμφυτης εξουσίας κατ' αυτόν τον τρόπο θα παραβίαζε τη νομοθεσία (βλ. τα λεχθέντα υπό του Sir Jack Jacob, The Inherent Jurisdiction of the Court [1970] Current Legal Problems (CLP) 23: «the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or by rule of court, so long as it can do so without contravening any statutory provision.» (Bλ. Al Rawi and Others v. Security Service [2011] UKSC 34, In re Corey [2013] UKSC 76)». Το σφάλμα, κατά την ταπεινή μου κρίση, εντοπίζεται στο στάδιο της διερεύνησης από την Αστυνομία της υπό κρίση υπόθεσης που στρέφεται κατά του Κατηγορούμενου. Πώς είναι δυνατόν να έχει κατηγορηθεί γραπτώς ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ2 χωρίς να ληφθεί καν μία κατάθεση από τον ίδιo τον Κατηγορούμενο, για να δηλώσει τη θέση του; Πώς είναι δυνατόν να γνώριζε ο ΜΚ2 ότι ο ΜΚ1 ήταν υπό κατηγορία και ενώ ήταν εύκολο για τον ΜΚ2, όπως ο ίδιος ομολόγησε, να εντοπίσει τους άλλους αστυνομικούς που υπηρετούσαν μαζί με τον ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο, περιλαμβανομένου του αστυνομικού που βοήθησε τον ΜΚ1 να συλλάβουν τον Κατηγορούμενο και να τον μεταφέρουν στον Αστυνομικό Σταθμό, να μην τους αναζήτησε για να λάβει από αυτούς μία κατάθεση; Η παράλειψη να ληφθούν τέτοιες καταθέσεις, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη στο αρχικό στάδιο που αναστάληκε η διερεύνηση από τον ΜΚ2 κατ' εφαρμογή γνωμοδότησης του Γενικού Εισαγγελέα, την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε αν και δεν την είχε για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο, έπαυσε να δικαιολογείται άπαξ και δόθηκαν οδηγίες να προωθηθεί η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου. Θα έπρεπε έστω και σε εκείνο το στάδιο να βεβαιωθεί η Αστυνομία για την πληρότητα του ανακριτικού της έργου. Δεν υπήρξε πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης κατά του Κατηγορούμενου από πλευράς Αστυνομίας. Η διερεύνηση ήταν ημιτελής και τούτο δέον να λεχθεί, χωρίς να υπαινίσσεται το παρόν Δικαστήριο ότι υπήρξε οποιοδήποτε ελατήριο είτε εκ μέρους του ΜΚ2 είτε εκ μέρους του υπευθύνου του Σταθμού που του έδωσε οδηγίες για άσκηση της ποινικής δίωξης. Υιοθετώ το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 3.3.2010 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου στην Ποινική υπόθεση 1109/2009, Δημοκρατία ν Περικλή Θεωρή, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης꞉ «Δεν έχει σημασία το ελατήριο του όλου μηχανισμού της δίωξης για τη συνολική παράλειψη. Ούτε αποδίδουμε, χωρίς την αναγκαία μαρτυρία, αλλότρια κίνητρα στην αστυνομία και πολύ περισσότερο στην έντιμη και ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η οποία βρέθηκε στη δυσχερή θέση να της διατεθεί ελλιπής η μαρτυρία. Όταν η παράλειψη είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατό να προκληθεί αδικία στον κατηγορούμενο, η παράλειψη από μόνη της μπορεί να καταστήσει άδικη τη δίκη ανεξάρτητα από το ελατήριο. [R v. Bolton Justices, ex p. Scally [1991] 2 All ER 619, R v. Criminal Injuries Compensation Board, ex p. A [1977] 3 All ER 745, R v. Leyland Magistrates, ex p. Hawthorn [1979] 1 All ER 200]. Σημειώνουμε ότι αρκεί η μαρτυρία που δεν παρουσιάστηκε ή δεν αποκαλύφθηκε να είναι δυνητικά υποστηριχτική της υπεράσπισης (Πέγκερος (ανώτ.), Fournaris (ανώτ.), R v. Leyland Justices (ανώτ.), R v. Blundeston Prison Board of Visitors, ex p. Fox - Taylor [1982] 1 All ER 646). Τέτοια παράλειψη θεωρήθηκε υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ότι καθιστούσε την καταδίκη άδικη ή δυνητικά άδικη ή ότι συνιστούσε άρνηση της φυσικής δικαιοσύνης. Στη Fournaris δε, συνδέθηκε, ως άνω, με το ζήτημα της «υποβόσκουσας αμφιβολίας». Ειδικότερα στην R v. Bolton Justices (ανώτ., στη σελ. 635) το ζήτημα σχολιάστηκε σε συνάρτηση με τον κίνδυνο πρόκλησης αδικίας στον κατηγορούμενο από το μη ορθό χειρισμό μαρτυρικού υλικού από την αστυνομία κατά την ανακριτική διαδικασία, κατά την οποία η διακρίβωση των ουσιωδών γεγονότων εξαρτάται αποκλειστικά από τους χειρισμούς της αστυνομίας επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν έχει κανένα έλεγχο.». Αν οι διωκτικές αρχές παραλείψουν να λάβουν σημαντική μαρτυρία, η οποία ενδεχομένως να αθώωνε τον Κατηγορούμενο, τούτο στρέφεται κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου που εξασφαλίζονται από τα Άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος, και τότε η δίκη καθίσταται άδικη (βλ. R. (Ebrahim) v Feltham Magistrates's Court [2001] 2 Cr App R 23 (DC)). Υπό τις περιστάσεις, γνωρίζοντας ότι υπήρχε βίντεο από κλειστο κύκλωμα παρακολούθησης στο περίπτερο του Κατηγορούμενου το οποίο θα έδιδε χρήσιμες εικόνες για τα διαδραματισθένα, ως επίσης και μαρτυρίες περίοικων που είδαν τα διαδραματισθέντα, τα οποία δεν έλαβε η Αστυνομία ή/και δεν αξιολόγησε στο στάδιο των ανακρίσεων κατά του Κατηγορούμενου, αλλά και άλλοι αστυνομικοί στη σκηνή από τους οποίους δεν λήφθηκε κατάθεση, καταλήγω να κρίνω ότι η διαμόρφωση οποιωνδήποτε συμπερασμάτων ως προς τα γεγονότα η οποία να στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρία του ΜΚ1, θα ήταν επισφαλής και τυχόν καταδίκη θα ήταν έξω από τα πλαίσια μιας δίκαιης δίκης του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και να απαλλαγεί των κατηγοριών. Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου, εάν είχα να διατυπώσω συμπεράσματα γεγονότων στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, θα εντόπιζα τα εξής꞉ Ότι, με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ1, στις 19.9.2014 και περί ώρα 23꞉35 στην οδό Αγίου Γεωργίου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, καθ' ον χρόνο ο ΜΚ1 διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο σε διερχόμενα οχήματα, ο Κατηγορούμενος πηγαινοερχόταν από το περίπτερο που διατηρούσε σε απόσταση 10 - 15 μέτρων από το σημείο ελέγχου προς το δρόμο και στεκόταν μπροστά από τον ΜΚ1, κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο, μιλώντας στο τηλέφωνο και φωνάζοντας συγχρόνως δυνατά, απειλώντας τον ΜΚ1 με τη φράση «Εν να σε σασω, εν να δεις να μπου να σου κάμω». Με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος έκαμε το έργο του ΜΚ1 πιο δύσκολο επί τω ότι, με τις φωνές του, προσέλκυσε στο μέρος πολλούς νεαρούς που άρχισαν να κάθονται σε παρακείμενο τοίχο και δημιούργησε ανησυχία. Δεν προκύπτει όμως από κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενοε παρεμπόδισε τον ΜΚ1 από το να ακινητοποιήσει οποιοδήποτε διερχόμενο όχημα για να του ασκήσει τροχονομικό έλεγχο. Απεναντίας, από την αντεξέταση του ΜΚ1 φάνηκε καθαρά ότι ο ΜΚ1 και οι συναδέλφοι του έκαμαν όσες ενέργειες χρειάζονταν με σκοπό να ανακόψουν τις μοτοσυκλέτες στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις που ο ΜΚ1 σημειώνει στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1), σε χρόνο που ο Κατηγορούμενος δεν ήταν καν μέσα στο δρόμο, αλλά στη βεράντα του περιπτέρου του και απ' εκεί ήταν που φώναζε. Μετά τη διαφυγή των μοτοσικλέτων ήταν που ο Κατηγορούμενος προσέγγιζε τον ΜΚ1 μέσα στο δρόμο και φώναζε ή/και απειλούσε. Δεν μεσολάβησε κάποια πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου η οποία να διευκόλυνε ή να παρεμπόδισε τη διαφυγή των μοτοσικλετών που η Αστυνομία επιχείρησε να ανακόψει. Με βάση το απόσπασμα από την απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 207/2008 κ.α., Ανδρέας Αχτάρ κ.α. -v- Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, το οποίο παρέθεσα αναλύοντας τη νομική πτυχή των αδικημάτων ανωτέρω, θα κατέληγα πως οι φωνές ή/και οι απειλές του Κατηγορούμενου, ελλείψει άλλης φυσικής του πράξης ή παράλειψης, δεν είναι ικανές να παρεμποδίσουν τον ΜΚ1 κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του και συνεπώς, και, εάν ακόμη, για χάριν συζήτησης, ήταν δίκαιο να αποπερατωθεί η δίκη στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, θα αθώωνα επί της ουσίας της υπόθεσης τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία αρ. 4 και επακόλουθα και στην κατηγορία αρ. 3. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον της Δημοκρατίας. (υπ.)......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.