← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αχιλλέας Κύρου, Αρ. Υπόθεσης: 758/2017, 7/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αχιλλέας Κύρου, Αρ. Υπόθεσης: 758/2017, 7/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 758/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αχιλλέας Κύρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Ιωαννίδης Ο Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες꞉ · Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80(Ι)/2000 και 181(Ι)/

  1. · Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της οδήγησης καθ' oν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερβαίνει το καθορισθέν όριο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174/1986, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 24(Ι)/06 και άρθρο 20A του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 30(Ι)/2000 και 80(Ι)/2000 και του περί Εξωδίκων Ρυθμίσεων Αδικημάτων του 1997 με αριθμό 47(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 90(Ι)/2012 και 99(Ι)/2012 και ΚΔΠ 51/90 και Νόμος 33(Ι)/2000 και 80(Ι)/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου - Αναφορικά με την 1η κατηγορία꞉ Ο Κατηγορούμενος στις 16.8.2009 στην οδό Γ. Παπαδοπούλου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRQ981 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο εις τη Θεοφανή Δημοσθένους 62 ετών τέως από τα Λατσιά. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία꞉ Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRQ981 καθ΄ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, ήτοι η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 95,0 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, ενώ το όριο είναι 22,0 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Στη δεύτερη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος δήλωσε αμέσως παραδοχή. Στην πρώτη κατηγορία, όμως, δήλωσε μη παραδοχή, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτήν. Για ν' αποδείξει την πρώτη κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας꞉ Πρώτος κατέθεσε ο Α/Αστ. 3642 Α. Γιαννακού (στο εξής «ο ΜΚ1»). Δεύτερος κατέθεσε ο Αστ. 3216 Σ. Κωνσταντίνου (στο εξής «ο ΜΚ2»). Τρίτος κατέθεσε ο κ. Νίκος Δημοσθένους (στο εξής «ο ΜΚ3»). Έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Δεν ηγέρθηκε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης από το συνήγορο Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στα νομολογημένα κριτήρια για το πότε δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έκρινε ότι πράγματι στην παρούσα υπόθεση υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και, ως εκ τούτου, τον κάλεσε σε απολογία αναφορικά με την πρώτη κατηγορία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικονομικά του δικαιώματα βάσει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, όπως και έπραξε. Δεν κάλεσε οποιονδήποτε άλλοn ως μάρτυρα υπεράσπισης. Σπεύδω να σημειώσω ότι αποτέλεσε από κοινού παραδεκτό γεγονός, ως δηλώθηκε στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους κατά τη δικάσιμο ημερ. 25.7.2017 ότι «Ο θάνατος της Θεοφανής Δημοσθένους επήλθε στις 3.9.2009 συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ημερ. 16.8.2009 με ενεχόμενα τα οχήματα KRQ981 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και ΗΑΗ335 που οδηγούσε ο ΜΚ3 και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η θανούσα». Κατατέθηκε επίσης αριθμός εγγράφων ως παραδεκτών για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Συγκεκριμένα꞉ Η ιατροδικαστική έκθεση στην οποία καταγράφεται η αιτία θανάτου της Θεοφανής Δημοσθένους (βλ. Τεκμήριο 12). Η γραπτή κατάθεση του Αστ.4069 Α. Αντωνίου (βλ. Τεκμήριο 13). Η απόδειξη της τελικής εξέτασης της αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 14). Η πιστοποίηση της καταλληλότητας της συσκευής τελικής εξέτασης της αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 15). Οι δηλώσεις των συνηγόρων ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, ως ανωτέρω, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και είναι δεσμευτικά γι' αυτό όσον αφορά τα ευρήματα γεγονότων σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο. Θυμίζω, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα το αν νομότυπα διενεργήθηκε ο έλεγχος αλοκόλης στην εκπνοή του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο ή αν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έχοντας αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του που υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη από το Νόμο, αφού ο ίδιος προσερχόμενος στο Δικαστήριο δήλωσε αμέσως παραδοχή στην κατηγορία αρ. 2 υπό τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες του αδικήματος, βάσει των οποίων δέχθηκε ότι κατά την τελική εξέταση είχε αναλογία αλκοόλης 95,0 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, ενώ το ανώτατο όριο ήταν 22,0 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία του ΜΚ1 Ο ΜΚ1 είναι ο αστυνομικός που ανέλαβε την εξέταση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος άπαξ και αυτό εξελίχθηκε σε θανατηφόρο, δηλαδή μετά που απεβίωσε η Θεοφάνη Δημοσθένους. Συγκεκριμένα, όπως ο ΜΚ1 κατέγραψε στην κατάθεσή του, ημερ. 25.10.2009, την οποία αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. το Τεκμήριο 1) στις 16/8/09 και ώρα 07꞉00 επεσυνέβη σοβαρό τροχαίο δυστύχημα στην οδό Γ. Παπαδοπούλου στο Παραλίμνι. Στο δυστύχημα ενέχονταν το σαλούν όχημα ΗΑΗ335 και το convertible όχημα ΚRQ
  1. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά τόσο ο οδηγός του ΗΑΗ335 Νίκος Δημοσθένους, 62 ετών από τα Λατσιά, όσο και η σύζυγός του, η οποία ήταν συνοδηγός στο όχημα, ονόματι Θεοφάνη Δημοσθένους. Αρχικά, η Δημοσθένους μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Παραλιμνίου, αλλά λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου εκεί, αφού παρέμεινε για νοσηλεία, τελικά στις 03/09/09 και ώρα 19꞉20 απεβίωσε. Το δυστύχημα αρχικά εξεταζόταν από τον Αστ.3216 Σ. Κωνσταντίνου του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου, αλλά λόγω της εξέλιξής του, που απεβίωσε η Δημοσθένους, την περαιτέρω διερεύνησή του, ανέλαβε αυτός (δηλ. ο ΜΚ1) «λόγω αρμοδιότητας». Όπως επεξήγησε ο ΜΚ1, απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ίδιος είναι ειδικευμένος αστυνομικός να εξετάζει τροχαία δυστυχήματα. Συγκεκριμένα, όπως το έθεσε ο ΜΚ1, αυτός γράφτηκε στην Αστυνομία στις 27/12/
  2. Δηλαδή, κατά την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, είχε περί τα 17.5 χρόνια υπηρεσίας ως αστυνομικός. Έχει παρακολουθήσει το traffic course και το advanced traffic course, το οποίο, ως η δήλωση του ΜΚ1, είναι το ανώτατο επίπεδο που μπορεί να κάνει κάποιος στην Αστυνομία. Είναι εκπαιδευμένος για τη σχεδιαγράφηση της σκηνής δυστυχημάτων, σε κλίμακα. Περαιτέρω, παρακολούθησε διάφορα άλλα σεμινάρια τα οποία αφορούν στον έλεγχο των οχημάτων και τις αναπαραστάσεις τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι εξουσιοδοτημένος αστυνομικός φωτογράφος και εξέτασε πάνω από 15 ‑ 16 θανατηφόρα κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Στην κατάθεσή του ως το Τεκμήριο 1 ανωτέρω, ο ΜΚ1 περιέγραψε τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε για την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος, αναφέροντας μεταξύ άλλων, τα εξής꞉[1] Κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας («ΑΔΕ») Αμμοχώστου και ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας της περιοχής. Στις 14/09/09 στο χώρο στάθμευσης της ΑΔΕ Αμμοχώστου ο ΜΚ1 επιθεώρησε το όχημα ΗΑΗ335 που οδηγούσε ο ΜΚ3 και διαπίστωσε τα ακόλουθα: ΤΙΜΟΝΙ: Είναι υδραυλικό, λειτουργούσε κανονικά και οι δύο μπροστινοί τροχοί υπάκουαν σε αυτό. ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΕΔΗΣΗΣ: Μπροστά με δισκόφρενα και πίσω με παπούτσες σε πολύ καλή κατάσταση. Το πατίδι των φρένων το πάτησε ο ΜΚ1 και επανερχόταν προς τα πίσω κανονικά, παρόλο που δεν υπήρχε λάδι στο σύστημα των φρένων, διότι υπήρχε ακόμη λίγο λάδι στις σωλήνες του συστήματος πέδησης. ΕΛΑΣΤΙΚΑ: Είναι τέσσερα tubless, όλα σε καλή κατάσταση γεμάτα αέρα και το πέλμα τους ήταν επίσης σε καλή κατάσταση. Γενικά το όχημα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση αμέσως πριν από το δυστύχημα. Από την επιθεώρηση που έκανε ο ΜΚ1 στο εσωτερικό του οχήματος ΗΑΗ335 κατέληξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το θύμα δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, γιατί βρήκε στον ανεμοθώρακα του οχήματος, ακριβώς μπροστά στην θέση του συνοδηγού αραχvoειδές σχήμα και μέσα στα γυαλιά τρίχες από την κεφαλή του θύματος. Στις 15.9.09 ο ΜΚ1 παρέδωσε το όχημα ΗΑΗ335 στο κάτοχο του. Στις 16.10.09 ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος, μαζί με τον οδηγό του σαλούν ΗΑΗ335 (ήτοι τον ΜΚ3) και στην παρουσία του ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και έλαβε διάφορες μετρήσεις του δρόμου σε κλίμακα. Στη σκηνή ο ΜΚ1 υπέδειξε στον ΜΚ3 όλες τις μετρήσεις που έκανε ο ίδιος, καθώς και τις μετρήσεις που έκανε ο ΜΚ2 την ημέρα του δυστυχήματος. Εν συνεχεία, ο ΜΚ1 κάλεσε τον ΜΚ3 στη σκηνή να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης, πράγμα το οποίο έπραξε ο ΜΚ3 και τότε ο ΜΚ1 το σημείωσε με το ψηφίο «Χ2» τόσο στο δικό του πρόχειρο σχεδιαγράφημα όσο και στο σχεδιαγράφημα του ΜΚ2 και ο ΜΚ3 του το υπέγραψε και στα δύο. Αργότερα με βάση τα ευρήματα του ΜΚ2 και τις μετρήσεις του δρόμου που έκαμε ο ίδιος ο ΜΚ1, αυτός (δηλ. ο ΜΚ1) ετοίμασε σχέδιο σε κλίμακα 1:200Μ. Στις 24.02.10 στο Στρόβολο, στην παρουσία του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του οχήματος KRQ981, ονόματι Σόλων Κυρου, πατέρα του ενεχόμενου στο δυστύχημα Αχιλλέα Κυρου (Κατηγορούμενου), ο ΜΚ1 επιθεώρησε το εν λόγω όχημα όσον αφορά το τιμόνι και διαπίστωσε ότι τα μέρη του ήταν συνδεδεμένα σε αυτό και οι δυο μπροστινοί τροχοί υπάκουαν σε αυτό. Ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση αμέσως πριν από το δυστύχημα. Την 01.11.10 και μεταξύ των ωρών 19꞉30-20꞉20 στο Τμήμα Τροχαίας Αμμοχώστου στο Παραλίμνι, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Αχιλλέα Κυρου, ότι - Πρώτον, την 16.08.09 και ώρα 07꞉00 στην οδό Γ. Παπαδοπούλου στο Παραλίμνι οδηγούσε το convertible όχημα υπ' αριθμό εγγραφής KRQ981 και λόγω αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, προκάλεσε τον θάνατο της Θεοφάνης Δημοσθένους, 62 ετών, τέως από τα Λατσιά, και δεύτερον, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το convertible όχημα KRQ981 έχοντας στην εκπνοή του αναλογία αλκοόλης 95mg αντί 22mg. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο σύμφωνα με τον δικαστικό κανόνα 3Α και αυτός απάντησε «Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ, ΘΑ ΤΟ ΠΩ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ». Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο ετοίμασε ο ΜΚ1 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 και το σχέδιο επί κλίμακος 1꞉200 (δηλαδή, όπως εξήγησε, κάθε 1 εκατοστό στο σχέδιο ισούται 2 μέτρα στην πραγματικότητα) που ετοίμασε ο ίδιος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που είχε ετοιμάσει ο ΜΚ2 και το οποίο ο ΜΚ1 είχε στην κατοχή του, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Υπάρχουν τρία σημεία σύγκρουσης σημειωμένα επί των σχεδίων, Χ, Χ1 και Χ2, ως οι υποδείξεις του ΜΚ2, του Κατηγορούμενου και του ΜΚ3, αντίστοιχα. Η μετρημένη απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή στη μέση του δρόμου μέχρι το σημείο σύγκρουσης «Χ» είναι 70 εκατοστά, από το «Χ1» είναι 50 εκατοστά και από το «Χ2» είναι 1,20 μέτρα. Η μετρημένη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης «Χ» μέχρι την τελική θέση «Α1» του οχήματος KRQ981 του Κατηγορούμενου είναι 11,60μ., υπολογισθείσα από το κέντρο του αυτοκινήτου στο πίσω μέρος μέχρι το «Χ». Η μετρημένη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης «Χ» μέχρι την τελική θέση «Β1» του οχήματος HAH335 του ΜΚ3, υπολογισθείσα από το πισινό μέρος του οχήματος μέχρι το «Χ», είναι 9, 20 μέτρα. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι, εφόσον αυτός μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος για επιτόπια εξέταση 10 ‑ 15 μέρες μετά την ημερομηνία του δυστυχήματος, η σκηνή είχε αλλοιωθεί, εφόσον περνούν χιλιάδες αυτοκίνητα πάνω από τον δρόμο. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 διευκρίνισε αντεξεταζόμενος ότι τις μετρήσεις για τα σημεία Χ και Χ1, τις έλαβε από το συνάδελφό του ΜΚ2, όπου το σημείο Χ ήταν αυτό που καθόρισε ο ίδιος ο ΜΚ2 ενώ το σημείο Χ1 ήταν αυτό που υπέδειξε στον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος. Το μόνο σημείο για το οποίο προέβηκε σε μετρήσεις ο ίδιος ο ΜΚ1, ήταν το Χ2 και τούτο βάσει των υποδείξεων του ΜΚ
  4. Καμία άλλη από τις μετρήσεις ή τις πορείες που φαίνονται στα σχέδια ως τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν λήφθηκε ή ελέχθηκε επί της σκηνής από τον ΜΚ
  5. Τις τοποθέτησε στα σχέδια αυτά όπως τις έλαβε από τον ΜΚ
  6. Απλώς, ο ΜΚ1 τις υπέδειξε στη σκηνή στον ΜΚ3 και τους τις εξήγησε, έτσι ώστε να μπορεί ο ΜΚ3 να τοποθετηθεί για το αν συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης Χ ή Χ
  7. Είναι ακριβώς λόγω της περιορισμένης εμπλοκής του στη διενέργεια των μετρήσεων, που ο ΜΚ1 κατέληξε να δηλώνει κατά την αντεξέτασή του ότι «προσωπική διερεύνηση» αυτός δεν έκανε, απλώς, τελείωσε τη συνοπτική έκθεση και έκανε το σχέδιο σε κλίμακα με τις μετρήσεις του συναδέλφου του, ΜΚ
  8. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι στην πλευρά του δρόμου όπου οδηγούσε ο Κατηγορούμενος δεν υπήρχε χρησιμοποιήσιμο παγκέτο, ενώ υπήρχε τέτοιο στην άλλη πλευρά που ήταν στο όχημα στο οποίο επέβαινε το θύμα. Δεν απαντήθηκε εν τέλει η συγκεκριμένη υποβολή από τον ΜΚ1, διότι, λόγω της παρέλευσης των πολλών χρόνων από την ημερομηνία του δυστυχήματος, αυτός ήθελε να ανατρέξει σε φωτογραφικό υλικό της σκηνής, για να μπορέσει να φρεσκάρει τη μνήμη του, κάτι που δεν είχε στην κατοχή του για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ήταν στην κατοχή του ΜΚ
  9. Αν υπήρξε αναφορά από οποιονδήποτε εκ των ενεχόμενων οδηγών για την ύπαρξη παγκέτου, θα φαινόταν στις καταθέσεις τους, εξήγησε ο ΜΚ
  10. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  11. Η μαρτυρία του ΜΚ2 Ο ΜΚ2 είναι ο αστυνομικός που μετέβη πρώτος στη σκηνή του δυστυχήματος και χειρίστηκε την εξέταση της υπόθεσης μέχρι τις 3.9.2009 που ανέλαβε ο ΜΚ
  12. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερομηνίας 25.10.2009 (βλ. Τεκμήριο 4). Εκεί καταγράφονται τα εξής꞉ Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΚ2 υπηρετούσε στην ΑΔΕ Αμμοχώστου και ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Στις 16.08.2009 και ώρα 07꞉15 ο ΜΚ2 επισκέφθηκε τη σκηνή ενός σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα την ίδια ημέρα 16.08.09 και ώρα 07꞉00 στην οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου στο Παραλίμνι. Διαπίστωσε ότι στο δυστύχημα ενεχόταν το επιβατικό αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KRQ981 με οδηγό τον Αχιλλέα Κύρου, 24 ετών, φοιτητή από την Λευκωσία, Δ.Τ: [...] και το saloon όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΗΑΗ335 με οδηγό και συνοδηγό αντίστοιχα τον Νίκο Δημοσθένους, 62 ετών, κουρέα, από την Λευκωσία, Δ.Τ: [...] και τη σύζυγο του ονόματι Θεοφανή Δημοσθένους, 62 ετών από την Λευκωσία, Δ.Τ: [...]. Κατά την άφιξη του ΜΚ2 στη σκηνή αυτός βρήκε (τα δύο ενεχόμενα οχήματα να είναι στις τελικές τους θέσεις και τους οδηγούς τους να είναι παρόντες έξω από τα οχήματα τους, ενώ η Θεοφανή Δημοσθένους ήταν ακόμα εγκλωβισμένη στο όχημα ΗΑΗ335 και γίνονταν προσπάθειες από τους άνδρες της πυροσβεστικής υπηρεσίας για τον απεγκλωβισμό της. Αμέσως μετά τον απεγκλωβισμό της Δημοσθένους, η ώρα 07꞉25 ο ΜΚ2 διενήργησε προκαταρκτική εξέταση alcotest στον Νίκο Δημοσθένους με ένδειξη μηδέν και ακολούθως η ώρα 07꞉30 τους παρέλαβε ασθενοφόρο τόσο αυτόν όσο και τη σύζυγο του για να τους μεταφέρει στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Έν συνεχεία, αφού αναχώρησε το ασθενοφόρο με τους δύο τραυματίες, στη σκηνή παρέμεινε ο Αχιλλέας Κύρου, ο οποίος δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα, αλλά αργότερα επισκέφθηκε το Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου για προληπτικούς σκοπούς. Η ώρα 08꞉00 της ίδιας ημέρας στη σκηνή του δυστυχήματος ο ΜΚ2 ζήτησε από τον Αχιλλέα Κύρου όπως του παράσχει ένα δείγμα εκπνοής του για προκαταρκτική εξέταση άλκοτεστ και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο Αχιλλέας Κύρου έδωσε δείγμα εκπνοής στη συσκευή 38945 με ένδειξη 106mg αντί 22mg. Αμέσως ο ΜΚ2 γνωστοποίησε το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου σ'αυτόν και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο Αχιλλέας Κύρου απάντησε: «Ήπια λίον παραπάνω που το κανονικό». Ακολούθως, ο ΜΚ2 ειδοποίησε τον Αστ.4069 της Τροχαίας Αμμοχώστου, ο οποίος προσήλθε στη σκηνή η ώρα 08꞉15 και παρέλαβε τον Αχιλλέα Κύρου για να του διενεργήσει τελική εξέταση άλκοτεστ στο Τμήμα Τροχαίας. Στη συνέχεια ο ΜΚ2 έλεγξε πολύ προσεκτικά τη σκηνή ως και τα ενεχόμενα οχήματα και διαπίστωσε τα ακόλουθα: ΔΡΟΜΟΣ: Είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, ευθύς και επίπεδος, στεγνός κατά την ώρα του δυστυχήματος, πλάτους 6 μ. και βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ και είναι κατάλληλα σηματοδοτημένος. Το οδόστρωμα χωρίζεται με μονή συνεχόμενη γραμμή. Με πορεία προς τη θάλασσα, δηλαδή ως η πορεία του KRQ981 υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 9,60μ στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ενώ στα αριστερά υπάρχει χωμάτινο παγκέτο (ανοιχτός χώρος). Στο οδόστρωμα ο ΜΚ2 βρήκε ελαφρύ ξύσιμο μήκους 0,70μ, το οποίο ο ΜΚ2 σημείωσε στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα με το ψηφίο «Γ». Εκεί ήταν και το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ: Ο ΜΚ2 μέτρησε την ορατότητα με τη συσκευή ραντάρ τύπου laser και από το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων προς την θάλασσα ήταν 136μ., ενώ από το ίδιο σημείο προς το Παραλίμνι ήταν 163μ.. ΚΑΙΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ: Ήταν μέρα και ο καιρός ήταν αίθριος. ΕΠIΒΑΤΙΚΟ ΟΧΗΜΑ KRQ981: Μάρκας ΑUDI Convertible με κυβισμό μηχανής 1781 κ.ε, περιουσία του πατέρα του Αχιλλέα Κύρου, ονόματι Σόλων Κύρου. Επιθεωρήθηκε από τον ΜΚ2 στη σκηνή όσον αφορά τις ζημιές που προκλήθηκαν σ' αυτό μετά από το δυστύχημα. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι καταστράφηκε ολοσχερώς ολόκληρο το μπροστινό μέρος του οχήματος. Στις 17/08/09 ο ΜΚ2 παρέδωσε το όχημα στον ιδιοκτήτη του. SALOON ΟΧΗΜΑ ΗΑΗ335: Είναι μάρκας NISSAN PULSAR με κυβισμό μηχανής 1490 κ.ε., περιουσία του ενεχόμενου στο δυστύχημα Νίκου Δημοσθένους. Επιθεωρήθηκε από τον ΜΚ2 στη σκηνή όσον αφορά τις ζημιές που υπέστηκε μετά από το δυστύχημα. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι καταστράφηκε ολοσχερώς το μπροστινό μέρος και ο ανεμοθώρακας του. ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ: Δεικνύεται επί του σχεδιαγραφήματος με το ψηφίο «Χ». Ο ΜΚ2 κατέληξε σ' αυτό, γιατί εκεί βρήκε ελαφρύ ξύσιμο επί του οδοστρώματος, μήκους 0,70μ, που προκλήθηκε κατά την μετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων. Είναι η θέση του ΜΚ2 ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ» είναι ολοφάνερο και βρίσκεται στη λωρίδα που οδηγούσε το όχημα του ο Δημοσθένους. Δείχνει ολοφάνερα ότι ο Κύρου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, διότι από πιο λεπτομερή εξέταση που έκαμε ο ΜΚ2 στη σκηνή δεν βρήκε το παραμικρό ίχνος που να φανερώνει ότι ο Δημοσθένους εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η αριστερή λωρίδα του δρόμου, ως ήταν η αρχική πορεία του Αχιλλέα Κύρου, ήταν ανέπαφη. Μετά το πέρας των μετρήσεων στη σκηνή του δυστυχήματος στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του ΜΚ2 ο Αστ.1759 Π. Μιχαήλ του Τμήματος Τροχαίας Αμμοχώστου έλαβε αριθμό φωτογραφιών επί της σκηνής και ακολούθως του ενεχόμενου στο δυστύχημα οχήματος ΗΑΗ335 του ΜΚ
  13. Ενόσω ο ΜΚ2 βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος πληροφορήθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου ότι η Θεοφάνη Δημοσθένους και ο σύζυγος της Νίκος Δημοσθένους (ΜΚ3) μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης τους. Στις 17.08.09 ο ΜΚ2 μετέφερε τον Αχιλλέα Κύρου στη σκηνή του δυστυχήματος, εξήγησε σ' αυτόν με κάθε λεπτομέρεια το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής καθώς και τις μετρήσεις που έκαμε και ακολούθως τον κάλεσε να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης. Αφού του υπέδειξε ένα σημείο, ο ΜΚ2 το μέτρησε στην παρουσία του Αχιλλέα Κύρου και το σημείωσε στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα με το ψηφίο «Χ1», με το οποίο όμως ο ΜΚ2 διαφωνεί απόλυτα. Όταν ο ΜΚ2 υπέδειξε στον Αχιλλέα Κύρου το σημείο σύγκρουσης στο οποίο ο ΜΚ2 κατέληξε, ο Κύρου διαφώνησε πλήρως και όταν ο ΜΚ2 τον κάλεσε να του υπογράψει το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ο Κύρου το υπέγραψε, πλήν όμως δεν συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης «Χ» στο οποίο κατάληξε ο ΜΚ
  14. Στις 17.08.09 και μεταξύ των ωρών 19꞉40-20꞉55 στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Αχιλλέα Κύρου, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Στις 03.09.09 και ώρα 19꞉20 η Θεοφανή Δημοσθένους απεβίωσε και από τη συγκεκριμένη ημέρα 03.09.09 την περαιτέρω διερεύνηση του δυστυχήματος ανέλαβε ο Αστ.3642, Α. Γιαννακού της Τροχαίας Αμμοχώστου λόγω αρμοδιότητας. Ο ΜΚ2 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής που ο ίδιος είχε σχεδιάσει και το οποίο ήταν κατατεθημένο στο Δικαστήριο από τον ΜΚ1 ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Κατατέθηκε ακολούθως από τον ΜΚ2 ως κανονικό Τεκμήριο
  15. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 είδε και αναγνώρισε τη δέσμη των φωτογραφιών της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος, οι οποίες λήφθηκαν από τον Αστ. 1759 Π. Μιχαήλ καθ' υπόδειξη του ΜΚ
  16. Τις κατέθεσε ο ΜΚ2 στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  17. Ο ΜΚ2 κατέθεσε επίσης, ως το Τεκμήριο 7, την ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 17/08/2009 που αυτός έλαβε από τον κατηγορούμενο. Πιστοποίηση ότι η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης για την ανίχνευση αλκοόλης στην εκπνοή, ημερομηνίας 1/12/2008, την οποία χρησιμοποίησε ο ΜΚ2 για να διερνεργήσει τη σχετική εξέταση στον Κατηγορούμενο, συνάδει προς τα εφαρμοστέα πρότυπα, κατατέθηκε από τον ΜΚ2 ως το Τεκμήριο
  18. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι αυτός μέτρησε την ορατότητα με ραντάρ από το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με τα ευρήματά του στη σκηνή. Για να είναι πιο ρεαλιστική η μέτρηση που θα διενεργούσε, ο ΜΚ2 χαμήλωσε το κορμί του, έτσι ώστε να είναι στο ίδιο ύψος με εκείνο των οδηγών. Ο ΜΚ2 διεξήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου το φωτογραφικό υλικό ως το Τεκμήριο 6 και ανέφερε τα εξής꞉ · Στην 1η φωτογραφία φαίνεται η κατεύθυνση από Παραλίμνι προς Κάππαρη, η οποία ήταν η πορεία του κατηγορούμενου. Η αριστερή λωρίδα είναι του κατηγορούμενου. Στη 2η φωτογραφία είναι πιο κοντινό πλάνο του ιδίου σκηνικού. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 στην 1η φωτογραφία φαίνεται, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, το χωμάτινο παγκέτο, ενώ εξ αντιθέτου είναι το ασφάλτινο παγκέτο όπου υπάρχει αρκετό πλάτος 9,60 μ. · Στην 3η φωτογραφία φαίνεται η εξ αντιθέτου πορεία του οχήματος HAH335, δηλαδή η πορεία από το Παραλίμνι προς Κάππαρη. Όπως βλέπουμε τη φωτογραφία, δεξιά είναι η πορεία του κατηγορούμενου και αριστερά είναι του θύματος. Στην 4η φωτογραφία είναι σε πιο κοντινό πλάνο το ίδιο σκηνικό. · Στην 5η φωτογραφία φαίνεται, κατά την εκτίμηση του ΜΚ2, «καθαρά» ότι υπάρχει το ξύσιμο που αυτός ανέφερε στην κατάθεσή του. Υπάρχει ένα τόξο που δείχνει το σημείο σύγκρουσης, εκεί υπάρχει λεκές στο δρόμο, πιθανόν από το ραδιατέρ, από το νερό που υπάρχει στο ενεχόμενο αυτοκίνητο HAH
  19. Το γδάρσιμο κατά την εκτίμηση του ΜΚ2 προήλθε από τους τροχούς του οχήματος HAH
  20. Υπάρχουν δύο γδαρσίματα, το ένα είναι από τον μπροστινό τροχό και το άλλο από τον πισινό τροχό. Ο ΜΚ2 σημείωσε επί της φωτογραφίας 5 ενώπιον του Δικαστηρίου με το γράμμα «Μ» το μπροστινό γδάρσιμο τροχού και με το γράμμα «Π» το πισινό γδάρσιμο τροχού του οχήματος HAH335, ως η μαρτυρία γνώμης του. Επίσης, στη φωτογραφία 5 φαίνεται, κατά τη γνώμη του ΜΚ2, ότι υπήρχε χωμάτινο παγκέτο στην πλευρά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορούμενου τόσο πριν όσο και μετά το σημείο της σύγκρουσης, ενώ στην πλευρά ως η πορεία του ΜΚ3 υπήρχε ασφάλτινο παγκέτο μετά το σημείο της σύγκρουσης. · Στις φωτογραφίες 6 και 7 φαίνονται οι ζημιές του ανεμοθώρακα του οχήματος HAH
  21. · Στις φωτογραφίες 8 ‑ 11 φαίνονται οι ζημιές του οχήματος HAH
  22. Ήταν η θέση του ΜΚ2 ότι αφότου αυτός έκανε επί τόπου στη σκηνή του δυστυχήματος μια πιο λεπτομερή έρευνα, δεν βρήκε οποιοδήποτε στοιχείο που να του υποδείκνυε ότι η σύγκρουση έγινε στην πορεία του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ2 εξήγησε ότι περπάτησε στο δρόμο και έψαχνε οποιαδήποτε στοιχεία και οποιαδήποτε αντικείμενα που θα τον βοηθούσαν να κάνει τις έρευνες του επί τόπου και δεν εντόπισε οτιδήποτε πέραν αυτών που επεσήμανε επί της φωτογραφίας 5 υπό το Τεκμήριο
  23. Ερωτηθείς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να πει πώς μπορεί να είναι σίγουρος ότι το ξύσιμο στο δρόμο που φαίνεται στη φωτογραφία 5 υπό το Τεκμήριο 6 δεν δημιουργήθηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 δήλωσε ότι η φωτογραφία 5 «φαίνεται καθαρά, μάλλον επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι όταν δύο οχήματα χτυπηθούν μετωπικά το ένα με το άλλο, το πιο ελαφρύ όχημα, ο νόμος της φυσικής το λέει αυτό, θα πάει προς τα πίσω, ενώ το άλλο θα συνεχίσει την πορεία του» και εδώ εν προκειμένω πιο ελαφρύ ήταν το όχημα HAH
  24. Ο ΜΚ2 αιτιολόγησε επίσης τη γνώμη του ότι ήταν ορθή η τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης Χ εντός της λωρίδας του ΜΚ3, στη βάση των ζημιών των οχημάτων όπως ο ίδιος τις είδε στη σκηνή. Συγκεκριμένα, δήλωσε τα εξής꞉ «Οι ζημιές που είχαν στο μπροστινό μέρος τα δύο οχήματα ήταν αριστερά σύμφωνα με την πορεία, στην αριστερή μπροστινή γωνιά και τα δύο. Το γεγονός τούτο μας δείχνει ότι και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στην ίδια γωνιά. Το όχημα Β κάνει στροφή περίπου 180 μοίρες, ενώ το όχημα A συνέχισε την πορεία του εκτός δρόμου και κατέληξε στην τελική του θέση. Αν ήταν η σύγκρουση στη λωρίδα του κατηγορούμενου, τα δύο οχήματα θα είχαν ζημιά στη δεξιά γωνιά.». Ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι την πιο πάνω γνώμη για τα συμπεράσματα που συνάγονται από τις ζημιές των οχημάτων τη σχημάτισε προτού δει τις φωτογραφίες των ζημιών του οχήματος KRQ981 του Κατηγορούμενου, όπως τις τράβηξε άλλος συνάδελφός του, αλλά άπαξ και τέθηκαν αυτές στη διάθεσή του, τις έθεσε στο φάκελο της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 9). Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 από το συνήγορο, αυτός απάντησε σε σειρά ερωτήσεων που αφορούσαν στο αν αυτός διέθετε κατά τον ουσιώδη χρόνο την αναγκαία εκπαίδευση και ειδίκευση για τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Ο ΜΚ2 δήλωσε ότι αυτός ενεγράφη στην Αστυνομία στις 3.9.2001, ότι δεν έτυχε άλλης εκπαίδευσης εκτός από εκείνην του Αστυνομικού και ότι, δεν έχει οποιανδήποτε άλλη ειδίκευση εκτός από τη συνηθισμένη του Αστυνομικού εν σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, αλλά, κατά την κρίση του, αυτός μπορεί να εξετάσει δυστυχήματα που δεν είναι θανατηφόρα. Λόγω της αναφοράς που ο ΜΚ2 είχε κάνει κατά την κυρίως εξέτασή του σε κανόνα της φυσικής βάσει του οποίου από τη σύγκρουση δύο οχημάτων, το πιο ελαφρύ θα κινηθεί προς τα πίσω, ο συνήγορος Υπεράσπισης διερωτήθηκε αν ο ΜΚ2 έχει οποιανδήποτε ειδίκευση σε σχέση με τη φυσική. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΚ2 ήταν ότι δεν είναι καθηγητής φυσικής, αλλά εκπαιδεύτηκε στο σχολείο ώστε να γνωρίζει κάποιους γενικούς κανόνες φυσικής, όπως για παράδειγμα ότι, αν αφήσει ένα αντικείμενο στον αέρα, εκείνο θα πέσει κάτω. Παραδέχτηκε πάντως ότι ο ίδιος δεν έχει οποιανδήποτε ειδίκευση για να κρίνει τη φορά των οχημάτων, αναλόγως του βάρους και της δύναμής τους. Κατέληξε ο συνήγορος Υπεράσπισης να του υποβάλλει τη θέση ότι, όσα ο ίδιος δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα, αλλά είναι η προσωπική του άποψη, διότι δεν έχει οποιανδήποτε επιστημονική κατάρτιση. Στο στόχαστρο της αντεξέτασης βρέθηκε και η δήλωση του ΜΚ2 ότι περπάτησε το δρόμο στη σκηνή του δυστυχήματος και δεν εντόπισε οτιδήποτε που να καταδείκνυε ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου. Απαντώντας σε σειρά ερωτήσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΚ2 δήλωσε ότι ο ίδιος έφθασε στη σκηνή μόλις δεκαπέντε λεπτά μετά το δυστύχημα και απέκλεισε αμέσως τη σκηνή ώστε να μην μπορούν να διέρχονται άλλα οχήματα ή πεζοί. Παρά το ότι ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα είχαν σπασμένα μπροστά αριστερά τα γυαλιά τους, τα φώτα τους, εντούτοις επέμεινε ο ΜΚ2 ότι αυτός δεν βρήκε επί του οδοστρώματος σπασμένα γυαλιά και δεν γνώριζε να πει τί απέγιναν. Ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 ότι το πρώτο μέλημα αυτού και των συναδέλφων του στη σκηνή ήταν οι τραυματίες και όχι οι ζημιές ή οτιδήποτε άλλο, όπως το αν υπήρχαν γυαλιά χαμέ. Αν και αναγνώρισε ο ΜΚ2 ότι κάποια γυαλιά από τα σπασμένα φανάρια των ενεχόμενων αυτοκινήτων ήταν λογικό να ήταν κάτω στο υδόστρωμα, εντούτοις η μόνη σκέψη που μπορούσε να κάνει για να δικαιολογήσει πώς αυτός δεν τα εντόπισε στη σκηνή ήταν ότι εντός του δεκαπεντάλεπτου που πέρασε μέχρι την άφιξη του ιδίου στη σκηνή του δυστυχήματος, μπορούσαν να περάσουν πολλά οχήματα, μπορούσε να μετακινηθεί οτιδήποτε άλλο από τα εξαρτήματα του αυτοκινήτου ή από τα μέρη τους. Διαφώνησε με την τοποθέτησή του αυτή ο συνήγορος Υπεράσπισης υποδεικνύοντας στον ΜΚ2 ότι ο ίδιος είχε ισχυριστεί στη γραπτή κατάθεσή του ότι περπάτησε παντού και μάλιστα πολύ προσεκτικά και δεν βρήκε τίποτε απολύτως. Κατέληξε ο ΜΚ2 να λέγει ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν είναι δυνατό από τη ζημιά του οχήματος του ΜΚ3 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 να μην έπεσε κάτω οτιδήποτε κάτω στον δρόμο. Πάντως, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΚ2 παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν πολλοί περαστικοί ή τροχαία κίνηση στην περιοχή την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν στη σκηνή για τις εξετάσεις του λόγω του ότι ήταν πρωινό ενός Σαββατοκυρίακου και ο κόσμος κοιμόταν ακόμη. Τούτη η δήλωση του ΜΚ2 οδήγησε τον συνήγορο Υπεράσπισης να επαναλάβει τη θέση του ότι, δεδομένης της περιορισμένης κίνησης και του αποκλεισμού της σκηνής 15 λεπτά μετά το ατύχημα, δεν μπορεί να μετακινήθηκαν τα σπασμένα γυαλιά και θα έπρεπε να τα είχε βρει ο ΜΚ2 κατά τον επιτόπιο έλεγχο. Ο ΜΚ2 αντεξετάσθηκε στη συνέχεια σε σχέση με το αν ήταν χρησιμοποιήσιμο το χωμάτινο παγκέτο που υπήρχε στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορούμενου ως φαίνεται στην 1η φωτογραφία του Τεκμηρίου
  25. Αφού υπέδειξε ο ΜΚ2 ότι το δυστύχημα έγινε στο ύψος του περιπολικού που φαίνεται σταθμευμένο στα δεξιά στην 1η φωτογραφία, προχώρησε και δήλωσε ότι στα αριστερά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορούμενου προς Κάππαρη υπάρχει ένα μικρό κομμάτι του δρόμου όπου το χωμάτινο παγκέτο δεν είναι χρησιμοποιήσιμο, στο ύψος του σπιτιού που φαίνεται στη φωτογραφία, αλλά στο υπόλοιπο, πλείστο μέρος του παγκέτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή πιο πίσω και πιο μπροστά από το σπίτι. Έπειτα ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξέτασε τον ΜΚ2 σε σχέση με τα ευρήματά του για την ορατότητα, τον τρόπο μέτρησης αυτής και τον επηρεασμό της από την ύπαρξη ακακιών στις δύο πλευρές του δρόμου, καθώς και ελαφριάς στροφής. Δόθηκε η εξής μαρτυρία από το ΜΚ2꞉ Κατ' αρχάς, συμφώνησε ο ΜΚ2, βλέποντας τη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 6, ότι στα δεξιά του δρόμου φαίνεται το σταθμευμένο περιπολικό σε πιο κοντινό πλάνο και διακρίνονται απέναντι από αυτό, αριστερά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορούμενου ακακίες, όπως επίσης ακακίες υπάρχουν και μετά το ύψος του περιπολικού στα δεξιά του δρόμου ως η πορεία του ΜΚ3, δηλαδή πριν από το σημείο σύγκρουσης ως η πορεία του ΜΚ
  26. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι την επομένη του δυστυχήματος [κάποιοι] πήγαν και έκοψαν τις ακακίες και από τις δύο πλευρές του δρόμου, γιατί εμπόδιζαν την ορατότητα. Ο ΜΚ2 αποδέχθηκε τη θέση αυτή. Είδε και αναγνώρισε σε φωτογραφίες που του υπέδειξε ο συνήγορος Υπεράσπισης (βλ. τα Τεκμήρια Β και Γ προς αναγνώριση) το δρόμο όπου έγινε το επίδικο δυστύχημα και στις οποίες φαίνεται ότι αποκόπηκαν οι ακακίες που στη φωτογραφία 5 υπό το Τεκμήριο 6 φαίνονταν να υπάρχουν τη μέρα του δυστυχήματος. Διαφώνισε όμως ο ΜΚ2 ότι οι υπάρχουσες κατά τον ουσιώδη χρόνο ακακίες εμπόδιζαν την ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών, είτε του ΜΚ3 είτε του Κατηγορούμενου. Εξήγησε ο ΜΚ2 ότι αν υπήρχε, στην πορεία του ΜΚ3 που οδηγούσε το όχημα HAH335, είτε μια αριστερή πάροδος είτε μια αριστερή είσοδος ‑ έξοδος ενός κτηρίου, τότε θα εμποδίζετο η ορατότητα από τις ακακίες για εκείνον, ειδικότερα, που θα εξερχόταν από την πάροδο ή την είσοδο ‑ έξοδο του κτιρίου. Απεναντίας, για κάποιον που ερχόταν εξ αντιθέτου, όπως ο Κατηγορούμενος, που είναι ευθύς ο δρόμος, υπήρχε ορατότητα. Σε συνέχεια της πιο πάνω δήλωσης του ΜΚ2, υποδείχθηκε σ' αυτόν από το συνήγορο Υπεράσπισης η φωτογραφία 3 υπό το Τεκμήριο 6, για να πει αν ο δρόμος ήταν ευθύς ή αν υπήρχε ελαφριά στροφή. Συμφώνησε ο ΜΚ2 ότι υπήρχε ελαφριά στροφή, παραταύτα επέμεινε στη θέση του ότι υπήρχε αρκετή ορατότητα. Διευκρίνισε ο ΜΚ2 ότι αυτός μέτρησε την ορατότητα μόνος του, από το σημείο σύγκρουσης «Χ» (όχι από τα σημεία «Χ1» και «Χ2») μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι του καθαρά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι εμποδιζόταν η ορατότητα και ότι δεν υπήρχε ορατότητα σε απόσταση 163 μέτρων όπως είχε ισχυριστεί. Για ν' αντικρούσει τη θέση αυτή ο ΜΚ2 παρέπεμψε στη φωτογραφία 5, όπου φαίνεται ότι από το σημείο σύγκρουσης που τη μέτρησε ο ίδιος, υπήρχε αρκετή ορατότητα, καθ'ότι η στροφή είναι πολύ πιο κάτω. Αντεξετάστηκε, τέλος, ο ΜΚ2 όσον αφορά την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης «Χ». Δόθηκε η εξής μαρτυρία꞉ Τα σημεία «Χ1» και «Χ2», όπως τα υπέδειξαν ο Κατηγορούμενος και ο ΜΚ3, κατά την εκτίμησή του ΜΚ2 δεν απείχαν πέραν του 1 μέτρου από το σημείο «Χ» όσον αφορά το ύψος του δρόμου. Επεσήμανε ο ΜΚ2 ότι είναι σχεδόν δίπλα ‑ δίπλα το ένα με το άλλο. Στη μέση του δρόμου υπήρχε διακριτή συνεχής λευκή γραμμή παρατήρησε ο ΜΚ2 δείχνοντας επί της φωτογραφίας 3 υπό το Τεκμήριο 6 και των υπολοίπων φωτογραφιών του ιδίου τεκμηρίου, ενώ απέδωσε το γεγονός ότι η εν λόγω γραμμή δεν φαινόταν ευδιάκριτη στα Τεκμήρια Β και Γ προς αναγνώριση στο ότι ίσως να λήφθηκαν σε ώρα ή από οπτική γωνία που κτυπούσε αλλιώς ο ήλιος. Όσον αφορά τα σημεία «Μ» και «Π» που σημείωσε ο ΜΚ2 ενώπιον του Δικαστηρίου επί της φωτογραφίας, αυτός παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν έγινε επιστημονική ταυτοποίηση ή δοκιμή των τροχών του οχήματος του ΜΚ3 με τα σημάδια «Μ» και «Π», που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι ανταποκρίνονταν στους τροχούς του συγκεκριμένου οχήματος. Ήταν οπτική δική του παρατήρηση το ότι ταυτίζονταν. Όσον αφορά το γδάρσιμο «Γ»επί του οδοστρώματος, όπως ο ΜΚ2 το βρήκε και το σημείωσε επί του σχεδίου της σκηνής που ο ίδιος ετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 5), διευκρίνισε ότι αυτό ήταν μήκους 0,70 μ. (όπως το κύκλωσε επί της φωτογραφίας 5 του Τεκμηρίου 6) και συμπτωματικά βρισκόταν 0,70 μ. μέσα στην πλευρά του δρόμου του ΜΚ3, δηλαδή σε απόσταση 3,70 μ. από την άκρη του δρόμου ως η πλευρά του Κατηγορούμενου. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι το γδάρσιμο επί του οδοστρώματος εσφαλμένα ο ΜΚ2 το υπολόγισε σε 0,70μ μακριά από τη διαχωριστική γραμμή, αφού απεναντίας, ως η θέση της Υπεράσπισης, το συγκεκριμένο γδάρσιμο εκτεινόταν μέχρι και τη διαχωριστική γραμμή και τούτο φαίνεται στη φωτογραφία αρ. 5 του Τεκμηρίου 6, όπως το σημείωσε ο συνήγορος Υπεράσπισης με βέλη που δείχνουν προς τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Διαφώνησε ο ΜΚ2 με αυτή την τοποθέτηση της Υπεράσπισης, εξηγώντας ότι, πρώτον, δεν φαίνεται ολόκληρο πάνω στη φωτογραφία και, δεύτερο, δεν μπορεί ένα ίχνος να ξεκινά στα 20 εκατοστά πλάτος και μετά να μειώνεται στο 0 ή στο 1 εκατοστό ή το αντίστροφο, να ξεκινά στο 1 εκατοστό και να πιάνει ολόκληρο τον τροχό. Απέδωσε το σημάδι που σημείωσε με βέλη η Υπεράσπιση στο ότι υπήρχαν πολλά ίχνη που δεν είχαν σχέση με το δυστύχημα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης του υπέβαλε ότι εφόσον δεν έγινε επιστημονική ταύτιση του γδαρσίματος επί του οδοστρώματος με τους τροχούς του οχήματος, έπεται ότι δεν μπορεί να αποκλείσει τη θέση της Υπεράσπισης ότι το γδάρισμο όπως φαίνεται με τα βέλη στη φωτογραφία 5 υπό Τεκμήριο 6 είχε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Δεν απέκλεισε ο ΜΚ2 ως αληθή τη δήλωση του Κατηγορούμενου στην ανακριτική κατάθεση ότι έστριψε το τιμόνι του δεξιότερα, για ν' αποφύγει, ως η θέση του Κατηγορούμενου, τη σύγκρουση. Ήταν όμως η εκτίμηση του ΜΚ2 ότι πιο λογική αποφευκτική ενέργεια θα ήταν να βγάλει κάποιος το όχημά του αριστερά εκτός δρόμου ή να πατήσει τα φρένα του. Επιβεβαίωσε ο ΜΚ2 ότι, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιά, με αποτέλεσμα η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του ήταν πιο εκτεθειμένη στο άλλο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ3 με πορεία Β και συγκρούστηκε στη δεξιά γωνιά του. Ως αποτέλεσμα το όχημα του ΜΚ3 γύρισε 180 μοίρες, ενώ το όχημα A συνέχισε για λίγο την πορεία του και σταμάτησε εκτός δρόμου. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  27. Η μαρτυρία του ΜΚ3 Ο ΜΚ3 έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία στις 26.8.2009 μεταξύ των ωρών 17꞉00 - 18꞉00 προς τον Λοχ. 182 Ελευθέριο Κούννου. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ3 αναγνώρισε την υπογραφή του επί της εν λόγω κατάθεσης και υιοθέτησε το περιεχόμενό της ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (βλ. το Τεκμήριο 10). Συμπληρωματική γραπτή κατάθεση, ημερ. 16.10.2009, που έλαβε από τον ΜΚ3 ο Αστ. 3642 Α. Γιαννακού, υιοθετήθηκε ομοίως από τον ΜΚ3 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αφότου αναγνώρισε και σε εκείνη τη γραπτή κατάθεση την υπογραφή του (βλ. το Τεκμήριο 11). Παραθέτω ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης ως το Τεκμήριο 10, διαχωρίζοντάς την σε παραγράφους για ευχερέστερη ανάγνωση και μελέτη꞉ «Είμαι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ΗΑΗ335 Nissan Pulsar. Διατηρώ οικία στο Παραλίμνι στην οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου. Στις 16/8/09 και περί ώρα 05꞉50 βρισκόμουν στην παραλία του Μάλαγα με τη σύζυγό μου Θεοφάνη. Γύρω στις επτά το πρωί ξεκινήσαμε από την εν λόγω παραλία με το αυτοκίνητό μου εγώ οδηγός και η σύζυγός μου συνοδηγός για να επιστρέψουμε στο σπίτι μας από την περιοχή του Κάππαρη προς την οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου. Ένεκα ότι είμαι συγχυσμένος από τότε, δεν μπορώ να θυμηθώ αν κατά τη διαδρομή μας φορούσαμε τη ζώνη μας. Έστριψα από την οδό Κάππαρη και μπήκα στην οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου, προχώρησα περί τα εκατόν πενήντα μέτρα περίπου με κανονική ταχύτητα εντός του ορίου των πενήντα χιλιομέτρων, γιατί δεν συνηθίζω να τρέχω και γιατί στο διάστημα αυτό των εκατόν πενήντα μέτρων δεν μπορούσα να αναπτύξω ταχύτητα πέραν των πενήντα χιλιομέτρων. Στα εκατόν πενήντα μέτρα μετά το στρίψιμο όπως είπα πιο πάνω είδα ένα σαλούν αυτοκίνητο σκούρου χρώματος που μπορώ να αντιληφθώ ότι ήταν μάρκας άουτι να κατευθύνεται προς τα πάνω μου. Εγώ ευρισκόμουν στη λωρίδα μου εντός αυτής και ελάττωσα ταχύτητα σχεδόν τελείως και θυμάμαι πως έκαμα και το τιμόνι μου αριστερά και το όχημα μου κινήθηκε πιο αριστερά της λωρίδας μου υπολογίζοντας ότι θα με απέφευγε. Σε αυτό το σημείο όταν η ταχύτητα μου ήταν μηδαμινή, το άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη πορεία προς την κατεύθυνσή μου συγκρούστηκε μετωπικά με το δικό μου αυτοκίνητο. Θυμάμαι και ένιωσα ότι με τη σύγκρουση το όχημα μου γύρισε εκατόν ογδόντα μοίρες περίπου. Δεν μπορώ να προσδιορίσω αν η κίνηση ήταν δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Ενώ ήμουν στο αυτοκίνητό μου, είδα στη δεξιά πλευρά σε κάτι ακακίες στην τελική του θέση το άλλο αυτοκίνητο. Επίσης θέλω ν' αναφέρω ότι πριν τη σύγκρουση ο οδηγός του άλλου οχήματος δεν έκανε κάποια συγκεκριμένη κίνηση για να με αποφύγει. Η ταχύτητά του όταν ερχόταν κατά πάνω μου παρόλο ότι δεν μπορώ να πω ότι ήταν μεγάλη ή μικρή, ήταν σταθερή χωρίς οποιαδήποτε ελάττωση της. Μετά όπως είπα λεπτά της σύγκρουσης εγώ βγήκα από το αυτοκίνητό μου, ενώ ήμουν ξαπλωμένος χάμω, ήλθε ο οδηγός του άλλου οχήματος έτσι πιστεύω και μιλούσε ασυνάρτητα. Από τα μάτια του κατάλαβα ότι δεν ήταν νορμάλ, φαινόταν νυσταγμένος και πιωμένος. Μετά εγώ καταπονέθηκα τόσο πολύ που δεν θυμάμαι τί ακριβώς ακολούθησε. Πριν όμως κατέβω από το όχημα μου, προσπάθησα όσο μπορούσα να βοηθήσω τη σύζυγό μου. Μετά με πήραν στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου. Ακολούθως στο νοσοκομείο Λ/κας και ακολούθως ξανά πίσω στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου όπου μου έγιναν χειρουργικές επεμβάσεις, ήτοι συρραφή του εντέρου σε δύο σημεία, έχω κατάγματα και στα δύο πόδια, τραύμα στο αριστερό γόνατο. Όταν θα μπορέσω με το καλό να πάμε στη σκηνή όπου μπορώ να σου υποδείξω τις πορείες μας και το σημείο σύγκρουσης. Εκεί που ανέφερα ότι είδα το αυτοκίνητο στις ακακίες, θέλω να είμαι ξεκάθαρος ότι ένεκα και της σύγκρουσης δεν είμαι απόλυτα σίγουρος.» Παραθέτω στη συνέχεια ολόκληρο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης ως το Τεκμήριο 11, διαχωρίζοντάς την σε παραγράφους για ευχερέστερη ανάγνωση και μελέτη꞉ «Είμαι ο οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αριθμό εγγραφής ΗΑΗ335 ο οποίος ενεπλάκηκα με το υπό αναφορά αυτοκίνητο μου σε δυστύχημα που έκαμα στον Κάππαρη Παραλιμνίου που είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος της συζύγου μου ονόματι Θεοφάνη Δημοσθένους 62 ετών. Το εν λόγω δυστύχημα έγινε στις 16/8/09 κατά η ώρα 0700 το πρωί. Σήμερα 16/10/09 στην παρουσία σου εσένα του Αστ. 3642 Αλέξανδρου Γιαννακού του Τμήματος Τροχαίας Αμμοχώστου υπέδειξα στη σκηνή του δυστυχήματος το σημείο σύγκρουσης που εσύ ο Αστυφύλακας το μέτρησες στην παρουσία μου με μετροταινία με το οποίο και συμφωνώ. Επίσης τώρα που μου εξηγάς τις μετρήσεις που έκαμε ο αστυνομικός του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου την ημέρα του δυστυχήματος, θέλω να σου αναφέρω ότι εγώ συμφωνώ πλήρως με τις μετρήσεις του, πλην υπάρχει για μένα μια μικρή διαφορά, ότι εγώ το σημείο σύγκρουσης το υποδεικνύω λίγο πιο πίσω προς τη θάλασσα και προς τα θερμοκήπια και λίγο πιο αριστερά. Γι' αυτό τώρα στην παρουσία σου, σου υπογράφω το πρόχειρο σχεδιαγράφημα.». Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ3 είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του επί του σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε ο ΜΚ1 και το οποίο του είχε υποδείξει για να πει αν συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης «Χ», οπόταν και υπέδειξε ο ΜΚ3 το σημείο σύγκρουσης «Χ2» ως αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ορθό. Ζητήθηκε από τον ΜΚ3, κατά την κυρίως εξέτασή του, να περιγράψει πότε είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου πρώτη φορά, σε ποια απόσταση, κ.λπ. Ο ΜΚ3, δήλωσε ότι είναι όλα καταγραμμένα στη γραπτή κατάθεσή του προς την Αστυνομία. Από μνήμης, μετά την παρέλευση όλων των ετών από τότε που έγινε το δυστύχημα, αυτό που μπορούσε να πει ήταν ότι αυτός έστριψε από Κάππαρη και μπήκε στην οδό Γιωρκή Παπαδοπούλου πηγαίνοντας προς τα πάνω, προς τη στροφή του θανάτου, όπως ονομάζεται η μεγάλη στροφή που είναι μετά την Γιωρκή Παπαδοπούλου, και είχε οπτικό πεδίο αρκετά καθαρό, ώστε να είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου που ερχόταν από απέναντι. Σε κάποια δευτερόλεπτα μετά που το είδε, ενώ εκείνο ήταν κανονικά στη γραμμή του, το είδε ο ΜΚ3 να έρχεται προς τα πάνω του ενόσω ο ίδιος ήταν κανονικά στην κατεύθυνση του και στην πορεία του σωστός και έγινε η σύγκρουση στη μεριά του ΜΚ
  28. Δηλαδή, ο ΜΚ3 είδε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ενώ ήταν στη γραμμή του, σε κάποια φάση λοξοδρόμησε. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ο ΜΚ3 εκείνην τη μέρα ήταν να στρίψει το τιμόνι του πιο αριστερά για να τον αποφύγει. Η σύγκρουση επήλθε. Έκανε στροφή το αυτοκίνητο του ΜΚ3 και, αντί που πήγαινε προς τα πάνω, το αυτοκίνητό του βρέθηκε προς τα κάτω, δηλαδή αντί προς την κούρβα του θανάτου, βρέθηκε να πηγαίνει προς τη θάλασσα. Εκείνη τη μέρα και ώρα, 7:00 το πρωί, ημέρα Κυριακή, δεν είχε τροχαία κίνηση, δεν είχε άλλο αυτοκίνητο ούτε πίσω από τον ΜΚ3 ούτε μπροστά του. Εκτός από το συγκεκριμένο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου δεν είχε κάτι άλλο επί της οδού. Όσον αφορά την εικόνα που ο ΜΚ3 σχημάτισε για τον οδηγό όταν τον πλησίασε στο μέρος μετά τη σύγκρουση, ο ΜΚ3 ανέφερε από μνήμης κατά την κυρίως εξέτασή του τα εξής꞉ «Όντως τραυματισμένος βγήκα έξω που το αυτοκίνητο μου, ήμουν χαμέ, αιμορραγούσε το πόδι μου και ήρτεν ο κύριος Αχιλλέας και είδα τα μάτια του που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Ήταν κατακόκκινα και φαινόταν νυσταγμένος και πιωμένος. Εγώ έτσι τον έκρινα. Έναν άνθρωπο ο οποίος είναι πιωμένος και νυσταγμένος μπορεί ο οποιοσδήποτε να τον καταλάβει πιστεύω. Δεν κατάλαβα τι μου έλεγε, δεν θυμάμαι, μπορεί να εμίλαν αγγλικά, ασυνάρτητα πράματα έλεγε. Δεν μπορούσα να βγάλω νόημα από αυτά που έλεγε και υπέθεσα ότι ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου γιατί δεν είχε άλλον εκείνην την ώρα εκεί κοντά, μετά εμαζεύτηκεν ο κόσμος.». Ο ΜΚ3 είδε και αναγνώρισε στη φωτογραφία 1 υπό το Τεκμήριο 6 την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου στην αριστερή λωρίδα και του ιδίου του ΜΚ3 στη δεξιά λωρίδα όπως βλέπουμε τη φωτογραφία. Υπέδειξε ο ΜΚ3 επί της φωτογραφίας 4 υπό το Τεκμήριο 6 το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση και το σημείωσε με κύκλο, απορρίπτοντας τη θέση ότι το δυστύχημα είχε γίνει στο ύψος του δρόμου όπου φαίνεται ένας αστυνομικός να στέκει επί της οδού. Θυμόταν ότι η σύγκρουση έγινε εκεί που φαίνονται οι «παλλούρες», όπως λέγονται οι χαμηλές ακακίες, στην πλευρά του στη λωρίδα του δρόμου αριστερά όπως βλέπουμε τη φωτογραφία
  29. Είδε και αναγνώρισε ο ΜΚ3 στις φωτογραφίες υπό το Τεκμήριο 9 το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κατά την ώρα της σύγκρουσης και στις φωτογραφίες 8 έως 11 υπό το Τεκμήριο 6, το δικό του όχημα. Όσον αφορά τη σύγκρουση, δείχνοντας με τα δυο του χέρια, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι την ώρα της σύγκρουσης τα δύο οχήματα δεν ήταν αντικριστά, δεν συγκρούστηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Το όχημα του Κατηγορούμενου συγκρούστηκε επί της αριστερής μεριάς του οχήματος του ΜΚ
  30. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με τις αριστερές τους μεριές. Συμφώνησε επίσης ότι όπως φαίνεται από τις φωτογραφίες, συνεπεία της σύγκρουσης έσπασαν τα φώτα και οι προφυλακτήρες των οχημάτων. Θεώρησε λογικό να έπεσαν κάποια πράγματα μέσα στο δρόμο και να υπήρχαν εκεί, δηλαδή υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να έχει σπασμένα γυαλιά μέσα στο δρόμο. Επανέλαβε κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου να στρίβει ξαφνικά κατά πάνω του ΜΚ3 και τότε ο ΜΚ3 το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να στρίψει το τιμόνι του πιο αριστερά. Όσον αφορά τη δήλωση που είχε κάνει στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 10) ότι δεν θυμόταν ο ίδιος αν φορούσε ζώνη την ώρα του δυστυχήματος, ο ΜΚ3 σημείωσε ότι εξακολουθούσε ακόμη και κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο να μην μπορεί να θυμηθεί αν φορούσε ή όχι ζώνη ασφαλείας την ώρα της σύγκρουσης. Υιοθέτησε ο ΜΚ3 όσα δήλωσε και στις δύο καταθέσεις του (Τεκμήρια 10 και 11) όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης. Διευκρίνισε ότι αυτός δεν καταλάβει από σχέδια. Αν ήταν ένα μέτρο πάνω ή ένα μέτρο κάτω δεν θα μπορούσε να πει με απόλυτη βεβαιότητα. Υπέγραψε το σχέδιο που του υπέδειξε ο ΜΚ1 (βλ. Τεκμήριο 2), για να τελειώνει. Η όλη κατάσταση τότε, όπως και τώρα στο Δικαστήριο, ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρα για τον ίδιο. Υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ως θέση της Υπεράσπισης ότι αυτός δεν οδηγούσε στην αριστερή μεριά του δρόμου κατά το χρόνο της σύγκρουσης, αλλά αντίθετα οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου, στη μέση των δύο πορειών. Το αρνήθηκε κατηγορηματικά ο ΜΚ3 λέγοντας «Όχι. Εγώ ήμουν στο κέντρο της δικής μου πορείας. Όχι ο μισός στην πορεία μου και ο μισός στην πορεία του Κατηγορούμενου.». Υπέδειξε ο ΜΚ3, απαντώντας σε σχετική υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι το πού βρέθηκε το όχημα του ΜΚ3 μετά τη σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης και όχι αποδεικτικό του πού αυτός οδηγούσε πριν τη σύγκρουση. Όσον αφορά την ενέργειά του να στρίψει το τιμόνι του αριστερά, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι αυτή ήταν μια ενστικτώδης ενέργειά του. Δεν θυμόταν ο ΜΚ3 να πει με βεβαίοτητα αν είχε πατήσει φρένα την ώρα της σύγκρουσης, αλλά δεν απέκλεισε να τα πάτησε ελαφρά. Διαφώνησε ο ΜΚ3 με το σημείο σύγκρουσης «Χ1» που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  31. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση στις 17.8.2009, δηλαδή την επαύριο του δυστυχήματος, μεταξύ των ωρών 19꞉40 - 20꞉
  32. Ο αστυνομικός που τον ανέκρινε ήταν ο ΜΚ
  33. Η κατάθεση του Κατηγορούμενου κατατέθηκε από τον ΜΚ2 στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  34. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος είδε την εν λόγω κατάθεσή του, αναγνώρισε την υπογραφή του επ' αυτής και υιοθέτησε το περιεχόμενό της ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Παραθέτω ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης (Τεκμήριο 7), διαχωρίζοντάς την σε παραγράφους για ευχερέστερη ανάγνωση και μελέτη꞉ «Στις 16 Αυγούστου 2009 είχα βγει μαζί με κάποιους φίλους μου και πήγαμε στη δισκοθήκη «ΠΛΗΝ 2» στο ξενοδοχείο GRECIAN PARK στην περιοχή Κόννου. Εκεί καταναλώσαμε ορισμένα οινοπνευματώδη ποτά. Γύρω στις 06꞉30 φύγαμε από εκεί με το αυτοκίνητο κάποιου φίλου, ο οποίος με πήρε να πάρω το αυτοκίνητο KRQ981, το οποίο ανήκει στον πατέρα μου και εγώ δικαιούμαι να το οδηγώ και είμαι και καλυμμένος από την ασφάλεια. Επίσης είχα και τη συγκατάθεση του για να το χρησιμοποιώ. Το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο σε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων. Εγώ το πήρα από εκεί με σκοπό να πάω στο διαμέρισμα της οικογένειάς μου στον Πρωταρά. Ενώ οδηγούσα με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Κάππαρη, ένα άλλο αυτοκίνητο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο αυτό που ερχόταν από απέναντι ήταν εν μέρει στην δική μου πλευρά του δρόμου. Εγώ προσπάθησα να αποφύγω αυτό το αυτοκίνητο. Δεν μπορούσα να πάω πιο αριστερά σύμφωνα με τη δική μου πορεία επειδή δεν είχα χώρο να κινηθώ και έτσι αναγκάστηκα να πάω δεξιότερα για να τον αποφύγω, όμως δεν τα κατάφερα και ως αποτέλεσμα τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μετωπικά. Το σημείο στο οποίο συγκρουστήκαμε ήταν στην δική μου μεριά. Το αυτοκίνητο που οδηγούσα κατέληξε πάνω σε ένα ανάχωμα με ακακίες και το άλλο αυτοκίνητο γύρισε επί τόπου σχεδόν 180 μοίρες. Εγώ βγήκα από το αυτοκίνητο και πήγα να δω σε τί κατάσταση ήταν οι επιβαίνοντες στο άλλο αυτοκίνητο. Εγώ προσπαθούσα να τους ημεμήσω και να τους καθησυχάσω. Μια κυρία που ήρθε στη σκηνή, τηλεφώνησε στο νοσοκομείο και ήρθε ασθενοφόρο για να τους πάρει. Επίσης στη σκηνή ήρθε και η Αστυνομία και η πυροσβεστική για να απεγκλωβίσει τη συνοδηγό επειδή δεν μπορούσε να βγει από μόνη της. Όταν πήγα να τους δω ο οδηγός ήταν ήδη έξω από το αυτοκίνητο, αφού άνοιξε την πόρτα του και βγήκε μόνος του, ενώ η κοπέλα έμεινε μέσα επειδή δεν μπορούσε να βγει από μόνη της. Εγώ πιστεύω ότι κανένας τους δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ εγώ φορούσα τη δική μου την ώρα του δυστυχήματος. Στη σκηνή του δυστυχήματος μου έγινε προκαταρκτικός έλεγχος κατανάλωσης οινοπνεύματος και είχα ένδειξη 106% mg ενώ σε τελικό έλεγχο που μου έγινε στην τροχαία είχα ένδειξη 95% mg. Από το δυστύχημα εγώ δεν τραυματίστηκα σοβαρά διότι όταν πήγα στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου μου είπαν πως είχα μόνο κάποια γδαρσίματα και μώλωπες που προκλήθηκαν από τη ζώνη ασφαλείας. Θέλω ν' αναφέρω ότι όταν μπήκα στο άλλο αυτοκίνητο για να δω την κοπέλα παρατήρησα πως δεν φορούσε τη ζώνη της, όπως επίσης και ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου μου είχε πει την ώρα που πήγα κοντά του πως η γυναίκα του είχε σπασμένα τα πόδια της από πριν. Επίσης θέλω ν' αναφέρω ότι το αυτοκίνητο μου τους κτύπησε κυρίως με την μπροστινή αριστερή γωνιά, λόγω του ότι προσπάθησα να κινηθώ δεξιότερα για να τον αποφύγω. Επίσης θέλω να προσθέσω πως το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δική μου μεριά του δρόμου και γι' αυτό δεν συμφωνώ με το πρόχειρο σχέδιο που είδα, αλλά περίπου πενήντα εκατοστά στη δική μου μεριά.» Δίδοντας προφορικά την ένορκη του μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την περίοδο του δυστυχήματος αυτός είχε μόλις αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Κύπρου στον Κλάδο Πληροφορικής με βαθμό άριστα. Μετά το δυστύχημα αυτός συνέχισε τις σπουδές του με μεταπτυχιακό στον ίδιο κλάδο και πάλιν με βαθμό άριστα. Αφότου αποφοίτησε απ' εκεί, εργάζεται στο Λονδίνο στην εταιρεία Bloomberg και ζει εκεί. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Δικαστικού φακέλου της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο Λονδίνο κατόπιν έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και εκδόθηκε στην Κύπρο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στις 24.3.2017 και όταν στις 28.3.2017 προσήχθη ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο, μετά από ακρόαση αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής ημερ. 28.3.2017 όπως διαταχθεί η προφυλάκισή του μέχρι τη δίκη, το Δικαστήριο επέβαλε με αιτιολογημένη απόφαση εκδοθείσα αυθημερόν, ήτοι στις 28.3.2017, περιοριστικούς όρους στον ίδιο, μεταξύ άλλων την υποχρέωση να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, να τεθεί το όνομά του στο Stop List και να καταθέσει ως εγγύηση το χρηματικό ποσό των €10.000 αφήνοντάς τον ελεύθερο υπό τους όρους αυτούς για εξασφάλιση της παρουσίας του κατά τη δίκη. Οι όποιες ενέργειες ή παραλείψεις της Κατηγορούσας Αρχής για καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σε προγενέστερο χρονικό στάδιο ή/και για επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν ή/και για εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο ενωρίτερα, περιγράφηκαν εκατέρωθεν από τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης κατά τη δικάσιμο ημερ. 28.3.2017 στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος προφυλάκισης του Κατηγορούμενου και δεν απασχολούν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο της δίκης, όπου το μόνο ζητούμενο είναι να εκδοθεί η ετυμηγορία του για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη ποινικής ευθύνης από πλευράς του Κατηγορούμενου για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος που επέφερε το θάνατο της Θεοφανής Δημοσθένους. Άλλωστε στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα περί μη δίκαιης δίκης. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο ΜΚ2 του έδειξε το σχέδιο της σκηνής που είχε ετοιμάσει, ως το Τεκμήριο 5, χωρίς να του δείξει τις φωτογραφίες της σκηνής ως το Τεκμήριο
  35. Εκείνες τις είδε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος. Όμως, αυτός, από την πρώτη στιγμή που είδε το σχέδιο που του έδειξε ο ΜΚ2, διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης «Χ» που πρότεινε ο ΜΚ2 και υπέδειξε ως ορθό το σημείο «Χ1». Παρατήρησε ο Κατηγορούμενος ότι ενόσω βρίσκονταν στη σκηνή, ο ΜΚ2 δεν του έδειξε οποιοδήποτε γδάρσιμο ή ξίσιμο στο οδόστρωμα. Παρατήρησε, επίσης, ο Κατηγορούμενος ότι ο δρόμος ήταν γεμάτος θραύσματα και στις δύο πλευρές του δρόμου όταν ο ίδιος κατέβηκε από το όχημά του. Αυτά τα θραύσματα δεν τα έβλεπε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6, αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι διαφωνούσε με την τοποθέτηση του ΜΚ2 ότι όταν εκείνος έφθασε στη σκηνή και περπάτησε το δρόμο ήταν καθαρός. Σχολιάζοντας τα σημάδια επί του οδοστρώματος που φαίνονταν στο Τεκμήριο 6, ο Κατηγορούμενος παρατήρησε ότι η κατάσταση του οδοστρώματος δεν ήταν καλή, αφού είχε πολλά σημάδια. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς σε πόση απόσταση πρωτοείδε το όχημα του ΜΚ3, λόγω του ότι και τα οχήματα βρίσκονταν εν κινήσει. Ωστόσο, θυμόταν ότι το διέκρινε «σε κάποια απόσταση» και πάντα να κινείται στο κέντρο του δρόμου, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη δική του πλευρά ξεκάθαρα. Όσον αφορά την αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι αυτός είχε πλήρως τις αισθήσεις του κατά το χρόνο του δυστυχήματος και ότι δεν επηρεάστηκε καθόλου η αντίληψη, η κρίση και οι αντιδράσεις του από το ποσοστό αλκοόλης. Για τούτο και όταν το όχημά του, το οποίο κρατούσε πάντα στην πορεία του, έφθασε σε κοντινή απόσταση με το όχημα του ΜΚ3 που κινήτο από απέναντι στο κέντρο του δρόμου κατευθυνόμενο προς το μέρος του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος έκαμε μια στιγμιαία, συνειδητή στροφή προς τα δεξιά για ν' αποφύγει τη σύγκρουση. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος είδε τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ προς αναγνώριση και τα αναγνώρισε ως τις φωτογραφίες που ο ίδιος τράβηξε με ψηφιακή φωτογραφική στις 30.8.2009, δηλαδή 2 εβδομάδες μετά το δυστύχημα. Έκτοτε τις διατήρησε αποθηκευμένες στην εσωτερική μνήμη του ipad του, το οποίο έφερε μαζί του στο Δικαστήριο και το παρουσίασε για να επιθεωρήσει και το Δικαστήριο την ημερομηνία φύλαξης των εν λόγω φωτογραφιών, ότι ήταν εκεί από 30.8.
  36. Διευκρινίστηκε ότι η ημερομηνία 4.4.2017 που εμφαίνεται τυπωμένη επί των φωτογραφιών αυτών, είναι η ημερομηνία εκτύπωσής τους, όχι λήψης και αποθήκευσής τους. Στη συνέχεια, αφού ο Κατηγορούμενος εξήγησε το περιεχόμενο καθεμιάς από τις φωτογραφίες ως τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ προς αναγνώριση, τις κατέθεσε, χωρίς ένσταση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ως κανονικά Τεκμήρια 17, 16 και 18, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, βάσει των δηλώσεων του Κατηγορούμενου꞉ Αυτός οδηγούσε στην πλευρά απέναντι από το χωμάτινο παγκέτο που φαίνεται στη φωτογραφία ως το Τεκμήριο
  37. Η φωτογραφία ως το Τεκμήριο 17 δείχνει το χωμάτινο παγκέτο που δημουργήθηκε στη θέση των ακακιών μετά που τις ξερίζωσαν στην εξ αντιθέτου λωρίδα ως η πορεία του Κατηγορούμενου. Στη φωτογραφία ως το Τεκμήριο 18, ο Κατηγορούμενος σημείωσε με τόξο την πορεία του επί της οδού προς τη θάλασσα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Τέλος, ο Κατηγορούμενος είδε και αναγνώρισε τις φωτογραφίες του οχήματός του, όπου φαίνονται οι ζημιές από το δυστύχημα, ως το Τεκμήριο
  38. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι όταν είχε αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ότι είχε πιει λίγο πάνω που το κανονικό, εννούσε ότι είχε πιει πάνω από 4 - 5 ποτά βότκας. Στο νυχτερινό κέντρο είχε φτάσει με τους φίλους του γύρω στις 1 π.μ. και έμειναν εκεί μέχρι τις 06꞉
  39. Πριν πάει στο κέντρο είχε κοιμηθεί και ξύπνησε στις 11 μ.μ.. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι το δυστύχημα έγινε όχι γιατί ο ΜΚ3 κινήτο πάνω στη διαχωριστική γραμμή, αλλά επειδή ο ίδιος, δηλ. ο Κατηγορούμενος, οδηγούσε μεθυσμένος και δεν μπορούσε να διαχειριστεί το αυτοκίνητό του. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την εκδοχή αυτή. Επέμεινε ότι διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του. Κληθείς να δώσει λεπτομέρειες για την απόσταση από την οποία πρωτοείδε το όχημα του ΜΚ3 να κινείται στο κέντρο του δρόμου ως η θέση του, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει κατα την κυρίως εξέτασή του, ότι δηλαδή το είδε «σε κάποια απόσταση», προσθέτοντας τη φράση «αρκετά μακριά». Ερωτηθείς να εξηγήσει γιατί, αφού είχε δει από αρκετά μακριά το όχημα του ΜΚ3 να βρίσκεται στη μέση του δρόμου, δεν έκαμε έγκαιρα κάποια αποφευκτική κίνηση ο ίδιος, ο Κατηγορούμενος απάντησε λέγοντας «Γιατί θεωρούσα ότι μπορούσε να αποφευχθεί το δυστύχημα αν έμπαινε στη λωρίδα του». Ερωτηθείς να διευκρινίσει αν δηλαδή αυτός περίμενε τον κίνδυνο ν' αλλάξει πορεία, ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Δέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι το όχημα του ΜΚ3 δεν κινήθηκε οποτεδήποτε κατά πάνω του δικού του οχήματος, απλώς, ως η θέση του, συνέχιζε να κινείται στο κέντρο του δρόμου ως ήταν η πορεία που είχε από τότε που το πρωτοείδε. Υποβλήθηκε στη συνέχεια στον Κατηγορούμενο ότι αυτό που συνέβηκε ήταν ότι το δικό του όχημα κάποια στιγμή κατευθύνθηκε κατά πάνω του άλλου οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ3 και βρέθηκε ο Κατηγορούμενος μέσα στην πορεία του ΜΚ3, ο οποίος για να τον αποφύγει έκαμε κίνηση αριστερά και συγκρούστηκαν. Διαφώνησε ο Κατηγορούμενος με την υποβληθείσα θέση, επισημαίνοντας ότι αν ο ΜΚ3 έστριβε αριστερά, τότε θα βρισκόταν περισσότερο μέσα στη λωρίδα του, ενώ διαφωνούσε ότι το όχημα του ΜΚ3 βρισκόταν τόσο πριν όσο και μετά τη σύγκρουση κανονικά στην λωρίδα του. Όσον αφορά το δικό του όχημα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ίδιος έκανε συνειδητή αποφευκτική κίνηση προς τα δεξιά και βρέθηκε στη λωρίδα του ΜΚ3 μετά τη σύγκρουση επειδή τα οχήματα συνέχισαν να κινούνται. Προχώρησε ο Κατηγορούμενος και ισχυρίστηκε ότι το όχημά του ουδέποτε εισήλθε στην λωρίδα του ΜΚ3 παρά την κίνηση που έκανε προς τα δεξιά αποφευκτικά. Ακόμη και μετά την εν λόγω αποφευκτική κίνηση, ήταν ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι η σύγκρουση επήλθε εντός της δικής του λωρίδας. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι ουδείς κίνδυνος επικείμενης σύγκρουσης προβλήθηκε, εφόσον το όχημα του ΜΚ3 πατούσε επί της διαχωριστικής γραμμής στο κέντρο της οδού, χωρίς οποτεδήποτε να δείξει ότι εκινήτο κατά πάνω στο όχημα του Κατηγορούμενου. Διαφώνησε ο Κατηγορούμενος και ισχυρίστηκε ότι «η σύγκρουση θα γινόταν». Κάτι που η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέδειξε ότι καταρρίπτεται από τις ίδιες τις διαστάσεις του δρόμου ως φαίνονται στο σχεδιαγράφημα, όπου το πλάτος της καθεμιάς λωρίδας μετρήθηκε ίσο με 3μ και άρα, αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι ο ΜΚ3 κινήτο κατά 50 εκατοστά μέσα στη λωρίδα του Κατηγορούμενου, θα έμεναν άλλα 2,50 μ. συν το χωμάτινο παγκέτο στο πλάι για να τον απέφευγε ο Κατηγορούμενος. Η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος ακούγοντας τη θέση αυτή ήταν ότι το χωμάτινο παγκέτο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, διότι δεν ήταν αρκετά πλατύ και υπήρχαν πασσαλοι. Διερωτήθηκε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δηλώνοντας συγχρόνως ότι λέγει τούτο χωρίς η ίδια να είναι εμπειρογνώμονας, αν η σύγκρουση των δύο οχημάτων θα γινόταν επί της δεξιά πλευράς του οχήματος του ΜΚ3 εάν πράγματι εκείνος είχε εισέλθει στη λωρίδα του Κατηγορούμενου και ο Κατηγορούμενος έκαμνε αποφευκτική κίνηση στα δεξιά ως ισχυρίζεται. Η μόνη απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος ήταν ότι ούτε αυτός είναι εμπειρογνώμονας για να πει αν συμφωνεί. Πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να μιλά με υποθέσεις. Επανέλαβε ο Κατηγορούμενος τη δική του θέση ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη δική του λωρίδα. Ερωτηθείς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής γιατί ένιωσε την ανάγκη να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες ως τα Τεκμήρια 16 έως 18, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ήταν για να δείξει τη διαφορά στη σκηνή, ότι δηλαδή κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπήρχαν ακακίες που επηρέαζαν την ορατότητα και μετά το δυστύχημα τις απέκοψαν. Ερωτηθείς να πει ποιανού την ορατότητα επηρέαζαν οι ακακίες, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι επηρέαζαν τον ΜΚ3 αφού ήταν στη λωρίδα του, για να του υποδείξει τότε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι αν επηρέαζαν κάτι θα ήταν την ορατότητα στο αριστερό άκρο του ΜΚ3, ενώ δεν θα τον εμπόδιζαν να δει τον Κατηγορούμενο που ερχόταν από δεξιά του. Ανασκεύασε τότε ο Κατηγορούμενος λέγοντας ότι έβγαλε τις εν λόγω φωτογραφίες για να δείξει και την ποιότητα του οδοστρώματος για να αντικρούσει τη θέση του αστυνομικού που είχε ισχυριστεί ότι ήταν καλό το οδόστρωμα. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι η επικίνδυνη οδήγηση από μέρους του συνίσταται στο ότι οδηγούσε με τόσο μεγάλο ποσοστό αλκοόλης, για να επαναλάβει τότε τη θέση του ο Κατηγορούμενος ότι είχε πλήρη αντίληψη κατά την οδήγηση. Δεν υπήρξε επανεξέταση του Κατηγορούμενου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας και συμπεράσματα. Θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14η έκδοση, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Προκειμένου περί υποθέσεων τροχαίων ατυχημάτων, μεγάλη αξία έχει η πραγματική μαρτυρία της σκηνής του ατυχήματος. Τέτοια μαρτυρία αποτελεί και το σχεδιαγράφηµα της σκηνής του ατυχήµατος, στη βάση του οποίου δύνανται να συγκριθούν και να ελεγχθούν δικαστικά οι λεπτομέρειες της δοθείσας μαρτυρίας για να φανεί το αξιόπιστο αυτής. Το σχέδιο της σκηνής συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισµό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ηµερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυvοµίας
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή v. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ηµερ. 19.3.1996). Όπως λέχθηκε στην Κυριακίδου κ.α v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45 «ένα αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών, είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων». (βλ. επίσης Κώστας Ασπρής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 694). Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μάρτυρα τροχαίου δυστυχήματος να προβεί σε μια λεπτομερέστατη και ακριβή περιγραφή σε σχέση με αποστάσεις, σημεία, πόση απόσταση και χρόνο οδηγήθηκε ένα όχημα σε συγκεκριμένο σημείο και πού ακριβώς κτύπησαν μεταξύ τους οι ενεχόμενοι και σε ποια σημεία του σώματος τους. Σε περιπτώσεις οδικών δυστυχημάτων όλα γίνονται σε πολύ μικρό χρόνο και η αντίληψη της επέλευσης των γεγονότων από ένα μάρτυρα δεν μπορεί να κρίνεται μικροσκοπικά (βλ. Βίκτωρας Τιμοθέου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 24/12, ημερ. 24/10/2012 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 16/2011, ημερ. 25.4.2012). Όταν ένας μάρτυρας καταθέτει ως εμπειρογνώμονας αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων, εκείνο που θα πρέπει να αποφασιστεί αρχικά είναι κατά πόσο πληροί τις προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η νομολογία, για να θεωρηθεί ως ένας τέτοιος εμπειρογνώμονας. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, ημερ. 24/01/2013, αναφέρθηκε ότι, για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα꞉ πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και, δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει, είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου, έτσι ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομοληγηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει, όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Στην παρούσα υπόθεση παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251) Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ1 Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, ενώ ο ΜΚ1 αναφέρθηκε κατά τρόπο ικανοποιητικό για το Δικαστήριο στα προσόντα, πείρα και εκπαίδευση που είχε ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας για τη διερεύνηση θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων, εντούτοις δεν έδωσε εν τέλει οποιαδήποτε μαρτυρία γνώμης, η οποία να χρήζει αξιολόγησης από το Δικαστήριο ως γνώμη εμπειρογνώμονα. Κατ' αρχάς, ο ΜΚ1 δεν μπορούσε να είναι διαφωτιστικός για την ύπαρξη (ως ζήτημα πραγματικού γεγονότος) τυχόν ευρημάτων στη σκηνή, δηλαδή για τυχόν πραγματική μαρτυρία της σκηνής, όπως είναι τα ίχνη τριβής ή γδαρσίματος ελαστικών επί του οδοστρώματος που εντόπισε ο ΜΚ2 ή για άλλα ίχνη που δεν εντόπισε ο ΜΚ2 όπως για παράδειγμα για ίχνη τροχοπέδησης ή για άλλα ίχνη από αντικείμενα που ως ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος έπεσαν κατά τη σύγκρουση. Η αδυναμία του ΜΚ1 να διαφωτίσει ως προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας πραγματικής μαρτυρίας στη σκηνή δικαιολογείται από το γεγονός ότι αυτός δεν μετέβη αυθημερόν στη σκηνή, παρά μόνο μετά πάροδο αρκετών ημερών. Με δεδομένο ότι κατά την ακρόαση ο ΜΚ1 δεν είχε στη διάθεσή του το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε στη σκηνή καθ' υπόδειξη του ΜΚ2, ο ΜΚ1 δεν διατύπωσε οποιαδήποτε εκτίμηση στη βάση αυτού έστω του υπαρκτού στοιχείου πραγματικής μαρτυρίας για όσα είναι επίδικα θέματα, όπως για παράδειγμα αν υπήρχε ίχνος τριβής που να έφτανε μέχρι τη διαχωριστική γραμμή (όπως είναι η θέση της Υπεράσπισης) ή αν το ίχνος ξεκινούσε 70 εκατοστά μετά τη διαχωριστική γραμμή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ3 (όπως είναι η θέση του ΜΚ2). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι λογικό το ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 δεν επιχείρησε να τοποθετήσει επί του σχεδίου της σκηνής οποιοδήποτε δικό του συμπέρασμα για το σημείο σύγκρουσης, αφού χωρίς να έχει στη διάθεσή του οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία της σκηνής ή άμεση γνώση των γεγονότων, το μόνο που είχε για να στηριχτεί ήταν η εκδοχή που του εξέθεσε προφορικά ο ΜΚ3 για το σημείο σύγκρουσης Χ2 και όσα του μετέφερε ο συνάδελφός του ( ο ΜΚ2) για τη δική του εκτίμηση (σημείο Χ) και για την εκδοχή που του είχε εκθέσει ο Κατηγορούμενος (σημείο Χ1). Ήταν πραγματικά περιορισμένος ο ρόλος που διαδραμάτισε ο ΜΚ1 ως εξεταστής του δυστυχήματος. Δεν επιχείρησε αναπαράσταση του δυστυχήματος. Δεν διατύπωσε προσωπική γνώμη για το σημείο σύγκρουσης είτε βάσει της σφοδρότητας των ζημιών είτε βάση της φοράς των ζημιών επί των οχημάτων είτε βάσει της ταχύτητας αυτών. Ούτε προέβηκε ο ΜΚ1 σε οποιοδήποτε τεχνικό έλεγχο για να διαπιστώσει αν πράγματι τα ίχνη τριβής που ο ΜΚ2 εντόπισε επί του οδοστρώματος ανήκαν στους τροχούς του οχήματος του ΜΚ3, όπως ήταν η εκτίμηση του ΜΚ
  1. Επομένως, κρίνω ότι, παρά το αξιόπιστο της περιορισμένης μαρτυρίας που έδωσε ο ΜΚ1, αναλόγως και της εξαιρετικά περιορισμένης εξέτασης που διενήργησε για τις συνθήκες του δυστυχήματος, εντούτοις αυτή δεν υποβοηθά το Δικαστήριο στο να εξάξει συμπεράσματα για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα χρειάζεται να αντιπαραβληθεί με προσοχή η μαρτυρία των δύο εμπλεκόμενων οδηγών σε σύγκριση και προς τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ2 Η μαρτυρία του ΜΚ2 μου έκανε γενικά θετική εντύπωση και θα εξηγήσω πιο κάτω γιατί. Ο ΜΚ2 δεν ισχυρίστηκε ποτέ να έχει εμπειρογνωμοσύνη για τη διερεύνηση θανατηφόρων τροχαίων. Βασίστηκε μόνο στην γενική πείρα που έχει ως αστυνομικός για τη διερεύνηση τροχαίων γενικά. Πάντως, στην παρούσα υπόθεση, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε εξειδικευμένη εκτίμηση ταχύτητας, εφόσον η ταχύτητα των δύο οχημάτων δεν ήταν επίδικο θέμα, γι' αυτό και δεν χρειαζόταν ν'αποδειχθεί ότι διέθετε ειδική εμπειρογνωμοσύνη. Ούτε προέβη σε αναπαράσταση δυστυχήματος, ώστε να χρειαζόταν ν' αποδείξει ειδική εμπειρογνωμοσύνη. Όσον αφορά την απόσταση της ορατότητας, δεν αντεξετάστηκε για την ικανότητα του να χρησιμοποιεί το ραντάρ για να τη μετρά και οι εξηγήσεις που ο ίδιος έδωσε αναφορικά με τη θέση στην οποία στάθηκε για να τη μετρήσει ακούστηκαν στο Δικαστήριο λογικές. Το μόνο ζητούμενο είναι αν ο ίδιος βάσιμα τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης ως το «Χ» στο σχέδιο της σκηνής. Τούτο εξαρτάται από το αν επαληθεύεται ως ορθή η πραγματική μαρτυρία της σκηνής που είχε στη διάθεσή του, για να βασιστεί σε αυτήν και να καταλήξει στο συμπέρασμα για το σημείο «Χ». Βασίστηκε, όπως ο ίδιος είπε, στο σημείο «Γ» που ήταν το μόνο σημείο τριβής ελαστικών (ίχνος ξυσίματος) που εντόπισε επί του οδοστρώματος και το οποίο συσχέτισε με το δυστύχημα, καθώς επίσης το λεκέ που δημιουργήθηκε στο οδόστρωμα, πιθανόν από το ραδιατέρ του οχήματος. Ο ΜΚ2 μιλούσε με απόλυτη βεβαιότητα για το ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε αντικείμενο ή στοιχείο στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου οδηγούσε ο ΜΚ
  3. Δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας στο Δικαστήριο για την τοποθέτησή του αυτή. Από την ώρα της άφιξης του στη σκηνή, τη διατήρησε ανέπαφη, όπως ανέφερε. Ούτε ο ΜΚ3 ούτε ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκαν οποτεδήποτε να είδαν οποιονδήποτε να μετακινεί αντικείμενα από τη σκηνή ή να καθαρίζει τη σκηνή μέχρι του σημείου της άφιξης του ΜΚ
  4. Επομένως, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν βρίσκει κανένα έρεισμα. Όσον αφορά το μοναδικό ίχνος τριβής («ξυσίματος») που βρήκε ο ΜΚ2 επί του οδοστρώματος και το οποίο εκτίμησε ότι συσχετίζεται με τους τροχούς του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ3, παρατηρώ ότι, αν και δεν διεξήχθη από τον ΜΚ2 οποιοσδήποτε τεχνικός έλεγχος για ταύτιση του πέλματος των ελαστικών με το ίχνος τριβής, εντούτοις δεν υπήρξε ούτε και από την Υπεράσπιση άρνηση της θέσης του ΜΚ2 ότι το ίχνος ανήκε στους τροχούς του οχήματος του ΜΚ
  5. Λέγω τούτο επισημαίνοντας ότι, η θέση της Υπεράσπισης, όπως υποβλήθηκε στον ΜΚ2, ήταν ότι το συγκεκριμένο ίχνος είχε μεγαλύτερο μήκος από εκείνο που ο ίδιος σημείωσε, και ότι συνέχιζε μέχρι τη διαχωριστική γραμμή στη μέση του δρόμου ακολουθώντας την πορεία με το βέλος όπως τη σημείωσε ο συνήγορος Υπεράσπισης επί της φωτογραφίας
  6. Δηλαδή, την ανυπαρξία τεχνικού ελέγχου που να ταυτίζει το ίχνος με τα ελαστικά του οχήματος του ΜΚ3, η Υπεράσπιση την εκμεταλλεύτηκε για να πει ότι ήταν ίχνος του οχήματος του ΜΚ3 το οποίο όμως ξεκινούσε από τη διαχωριστική γραμμή και όχι σε απόσταση 70 εκατοστών μέσα στη λωρίδα του ΜΚ3, ανεξάρτητα από τη διαφορά στο πλάτος που είχε το ίχνος στο σημείο που το τοποθέτησε ο ΜΚ2 από το πλάτος που είχε το ίχνος στο σημείο που το τοποθέτησε με βέλος ο συνήγορος Υπεράσπισης. Σε καμία όμως περίπτωση δεν φαίνεται στη φωτογραφία 5 οποιοδήποτε ίχνος τριβής που να άρχιζε εντός της λωρίδας του Κατηγορούμενου, ούτε και υποστήριξε κάτι τέτοιο η Υπεράσπιση. Θα μπορούσε αντίθετα να λεχθεί ότι στην όψη της εν λόγω φωτογραφίας, το ίχνος τριβής που εντόπισε ο ΜΚ2 σβήνει εντελώς μέχρι το σημείο της διαχωριστικής γραμμής. Συγκεκριμένα, το ίχνος ξισίματος «Γ», καθώς επίσης ο «λεκές» όπως τον χαρακτήρισε ο ΜΚ2, φαίνονται από το φωτογραφικό υλικό ως το Τεκμήριο 6 να είναι όντως πρόδηλα ενός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου οδηγούσε ο ΜΚ
  7. Δεν έχει συζητηθεί από την Υπεράσπιση να υπήρξε οποιοσδήποτε άλλος λεκές ή ξύσιμο στην εξ αντιθέτου λωρίδα, όπου οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ούτε και φαίνεται να υπήρχε μέσα σε εκείνην τη λωρίδα ένα τέτοιο ίχνος αν εξεταστεί προσεκτικά το κοντινό πλάνο του δρόμου, όπως αποτυπώνεται στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου
  8. Επομένως, η τοποθέτηση του ΜΚ2 ότι το οδόστρωμα ήταν καθαρό από ίχνη στη λωρίδα του Κατηγορούμενου επαληθεύεται στην όψη του φωτογραφικού υλικού. Παρεμβάλλω εδώ την εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι τα ίχνη που χαράσσονται εξαιτίας της σύγκρουσης δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος, είτε είναι τριβής είτε είναι τροχοπέδησης, αποτελούν ασφαλέστερο οδηγό για τη διαμόρφωση συμπερασμάτων από πλευράς του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά την πορεία των οχημάτων και το σημείο της σύγκρουσης, παρά το πού βρέθηκαν εκτοξευμένα θραύσματα γυαλιών ή άλλων αντικειμένων, τα οποία από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και από την κίνηση των οχημάτων μέχρι να λάβουν την τελική τους θέση είναι δυνατόν να εκσφενδονιστούν σε διάφορα σημεία και σε μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης. Όσον αφορά την ποιότητα του οδοστρώματος, την οποία ο ΜΚ2 χαρακτήρισε ως καλή, κάτι που η Υπεράσπιση αμφισβητεί, έχω να παρατηρήσω ότι πράγματι δεν πρόκεται για κάποιο δρόμο με ανωμαλίες ή λακούβες που να μπορούσαν να θεωρηθούν εμπόδια για την οδήγηση ή να αποτελέσουν αιτία δυστυχήματος. Υπ' αυτή την έννοια συμφωνώ ότι το οδόστρωμα ήταν καλό. Είναι γεγονός ότι στη φωτογραφία 5 υπάρχουν λεκέδες πέριξ του σημείου τριβής «Γ» που σημείωσε με τα γράμματα «Μ» και «Π» επί της φωτογραφίας 5 ο ΜΚ2, ωστόσο δεν υπάρχουν άλλοι αντίστοιχοι λεκέδες εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, ώστε να δημιουργείτο οποιοδήποτε δίλημμα στο μυαλό του Δικαστηρίου για το ζήτημα σε ποια λωρίδα του δρόμου έγινε η σύγκρουση. Ένα μόνο στοιχείο της περιγραφής του δρόμου που έκανε ο ΜΚ2 βρίσκει το Δικαστήριο να μην συμφωνεί πλήρως. Ο ΜΚ2 περιέγραψε το δρόμο στη γραπτή του κατάθεση ως «ευθύ». Από το φωτογραφικό υλικό δεν φαίνεται να ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυτα ευθύς. Είχε μία ελαφριά καμπή, η οποία απεικονίζεται καθαρά σε κοντινό πλάνο στη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου
  9. Επρόκειτο για δεξιόστροφη καμπή ως η πορεία κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου. Η καμπή αυτή διακρίνεται πολύ ελαφρά και στη φωτογραφία 3 του ιδίου Τεκμηρίου όταν κάποιος οδηγεί με την προοπτική του δρόμου ως η πορεία του ΜΚ
  10. Θα εξηγήσω, όταν θα αξιολογώ τη μαρτυρία των δύο οδηγών πώς επιδρούσε κατά την κρίση μου η ύπαρξη της εν λόγω δεξιόστροφης καμπής σε σχέση με την ορατότητα. Υπό την επιφύλαξη της ανωτέρω διευκρίνισης, για την ύπαρξης ελαφριάς δεξιόστροφης καμπής ως η πορεία του Κατηγορούμενου και την επίδρασή της στην ορατότητα, αποδέχομαι κατά τα λοιπά όλη τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως αληθή. Αναφορικά με τη μαρτυρία των δύο οδηγών. Ο ΜΚ3 εμφανίστηκε ενώπιον μου ως άνθρωπος σοβαρός, πρόθυμος να δώσει μαρτυρία, για να πει στο Δικαστήριο όσα θυμόταν με διάθεση φιλαλήθειας, χωρίς φόβο ή πάθος. Δεν έδειξε να διατηρεί οποιαδήποτε μνησικακία κατά του Κατηγορούμενου, απεναντίας ψύχραιμα και ήπια απαντούσε στις ερωτήσεις. Μου έκανε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για τους λόγους και την έκταση που εξηγώ πιο κάτω. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε σοβαρός, ψυχρός, λακωνικός και αταλάντευτος στις θέσεις του. Επέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας του στο σημείο Χ
  11. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή δεν έχει πείσει το Δικαστήριο για την αλήθειά της, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την πραγματική μαρτυρία της σκηνής και ιδιαίτερα αναφέρομαι στο φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 6) που παρουσίασε ο ΜΚ2, όπως το αναλύω πιο κάτω. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι ο ΜΚ3 έδειξε να αντιλαμβάνεται πλήρως το νόημα αυτών που του υπέβαλλε ο συνήγορος Υπεράσπισης και κρίνω ότι με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο αποσαφήνισε τη θέση του ότι «Όχι. Εγώ ήμουν στο κέντρο της δικής μου πορείας. Όχι ο μισός στην πορεία μου και ο μισός στην πορεία του Κατηγορούμενου.». Διαβάζω τη δήλωση αυτή του ΜΚ3 υπό το φακό του εξής σημαντικού στοιχείου꞉ ότι επρόκειτο για άνθρωπο που οδηγούσε σε ένα δρόμο χωρίς τροχαία κίνηση στο δρόμο, πλην του οχήματος του Κατηγορούμενου, χωρίς εμπόδια διέλευσης στη λωρίδα κυκλοφορίας του, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη να ήταν επηρεασμένος από αλκοόλη, η οποία να επηρέασε την κρίση και αντίληψή του. Αντίθετα, ο Κατηγορούμενος που ήταν ο μόνος που προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είδε τον ΜΚ3 να οδηγεί εν μέρει μέσα στη λωρίδα του, είναι πρόσωπο που οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης σε ένα μεγάλο ποσοστό της τάξεως του 95% και του οποίου η κρίση και αντίληψη δεν μπορεί να έμεινε εντελώς ανεπηρέαστη από την επίδραση της αλκοόλης, όπως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος. Ήταν άκρως πειστικός ο ΜΚ3 όταν δήλωσε ότι ζωγραφίστηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του η εικόνα του Κατηγορούμενου ως μεθυσμένου και νυσταγμένου, με βάση την εικόνα που εξέδιδαν τα μάτια του και η ομιλία του. Επομένως, υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτό που ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι «είδε», αλλά σ' αυτό που ο ΜΚ3 δηλώνει ότι είδε. Αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΚ3 για το ποια ήταν η δική του πορεία και απορρίπτω την εκδοχή που ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος σε σχέση με το ποια ήταν η πορεία του ΜΚ
  12. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΚ3 σε ό,τι αφορά την πορεία του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ3 είχε δηλώσει στην αρχική του κατάθεση προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 10) ότι είδε το όχημα του Κατηγορούμενου «να κατευθύνεται προς τα πάνω του». Αυτή ήταν η μόνη πορεία του Κατηγορούμενου που περίγραψε ο ΜΚ
  13. Δεν είχε δηλαδή αναφέρει ότι τον είδε οποτεδήποτε προηγουμένως να κινείται κανονικά στη λωρίδα του. Μάλιστα, εξήγησε ο ΜΚ3 στο Τεκμήριο 10 ότι η πορεία του Κατηγορούμενου έγινε αντιληπτή από τον ίδιο ότι δημιουργούσε κίνδυνο για τον ίδιο τον ΜΚ3, εξού και η αποφευκτική κίνηση που ενστικτωδώς διενήργησε προς τα αριστερά. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ3 σημείωσε ότι ήταν ζήτημα κάποιων δευτερολέπτων, από την ώρα που πρωτοείδε το όχημα του Κατηγορούμενου να βρίσκεται στη λωρίδα του, να λοξοδρομεί και να έρχεται κατά πάνω του. Δεν θα συμφωνήσω με την Υπεράσπιση ότι υπήρξε ουσιώδης απόκλιση των διευκρινίσεων που έδωσε ο ΜΚ3 στο Δικαστήριο από τα λεγόμενά του στην εν λόγω γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που παραδέχθηκε ότι έκανε απότομη κίνηση του τιμονιού του προς τα δεξιά. Τούτο εύλογα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον ΜΚ3 ως λοξοδρόμημα του Κατηγορούμενου, αφού η κίνηση του οχήματός του προς τα δεξιά το έφερνε μέσα στη λωρίδα του ΜΚ3 αντί έξω από αυτήν ή πιο εσωτερικά στη δική του λωρίδα. Ο ΜΚ3 δεν παρέμεινε στη σκηνή του δυστυχήματος ενόσω ο ΜΚ2 διενεργούσε τις επιτόπιες εξετάσεις του, αφού μεταφέρθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα (ενός 15 λεπτών από την άφιξη του ΜΚ2 στο μέρος, μόλις απεγκλωβίστηκε η σύζυγός του από το όχημά του) με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Επομένως, δεν θα μπορούσε ν' αναμένεται από αυτόν να είδε ή έστω να θυμόταν (υπό τη σύγχυση που τελούσε) αν υπήρχαν επί του οδοστρώματος οποιαδήποτε θρύψαλα από γυαλιά ή άλλα σπασμένα μέρη των δύο ενεχόμενων οχημάτων ή αν υπήρχαν ίχνη επί του οδοστρώματος που να ανήκαν στο δικό του ή το άλλο όχημα. Όσα εικάζεται ή πιθανολογεί ότι έπρεπε να βρεθούν λογικά στο οδόστρωμα δεν μπορούν να στηρίξουν ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που εξάγονται από την πραγματική μαρτυρία της σκηνής όπως την παρουσίασε ο ΜΚ2 με βάση το φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 6). Το γεγονός ότι ο ΜΚ3 υπέδειξε στον ΜΚ1 το σημείο σύγκρουσης Χ2 (βλ. το Τεκμήριο 2), το οποίο διαφέρει από το σημείο σύγκρουσης Χ που εισηγείται ο ΜΚ2 βάσει του ίχνους τριβής Γ κατά 45 πόντους αριστερότερα (βλ. τις μετρήσεις επί του Τεκμηρίου 5꞉ 4.15 μ - 3.70 μ), δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της ορθότητας του σημείου σύγκρουσης Χ του ΜΚ2, εφόσον ο ΜΚ3 διευκρίνισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν καταλάβει από σχέδια ώστε να μπορούσε να αντικρούσει με βεβαιότητα την ορθότητα του σημείου Χ και να πει σε μέτρα το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Από την άλλη το σημείο σύγκρουσης Χ1 που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να γίνει πιστευτό, αφού η σύγκρουση των δύο οχημάτων, μετά τις αποφευκτικές κινήσεις που έκανε έκαστος, συμφωνούν αμφότεροι ότι έγινε με τις αριστερές μπροστινές γωνίες και για να ήταν η αριστερή πλευρά του οχήματος του ΜΚ3 50 εκατοστά μέσα στη λωρίδα του Κατηγορούμενου, τούτο σημαίνει ότι ολόκληρο το όχημα του ΜΚ3 θα έπρεπε αμέσως πρίν τη σύγκρουση να βρισκόταν μέσα στη λωρίδα του Κατηγορούμενου, εκδοχή που ουδέποτε προωθήθηκε ούτε αποδεικνύεται. Περαιτέρω σημειώνω ότι, δεδομένου του ευρήματός μου για την ύπαρξη δεξιόστροφης ελαφριάς καμπής του δρόμου (βλ. φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 6) και δεδομένων των ακακιών που υπήρχαν στα δεξιά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορούμενου στο ύψος της καμπής αυτής (βλ. την ίδια φωτογραφία), κρίνω ότι είναι δυνατόν να εμποδιζόταν σε κάποιο βαθμό η ορατότητα του Κατηγορούμενου για οχήματα που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα με κατεύθυνση ως εκείνη του ΜΚ
  14. Ενδεικτική η φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 6, για το πώς φαίνεται ένα όχημα (βλ. το άσπρο όχημα παρά τις ακακίες) που διέρχεται ως η πορεία του ΜΚ
  15. Λαμβάνοντας υπόψη τη φωτογραφία αυτή, ότι το ύψος της καμπής του δρόμου, σε συσχετισμό με τη θέση των ακακιών στα δεξιά του δρόμου και το ύψος του σημείου σύγκρουσης πέριξ του ίχνους «Γ», δείχνουν ότι το όχημα του ΜΚ3 μόλις που θα πρέπει να είχε ξεπροβάλει μέσα από τις ακακίες όταν έγινε η σύγκρουση και συνεπώς ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να το είδε από «αρκετά μακριά» όπως ισχυρίστηκε. Θυμίζω ότι ο Κατηγορούμενος απέφυγε να αναφερει σε μέτρα πόση ήταν η απόσταση από την οποία πρωτοείδε το όχημα του ΜΚ3, αιτιολογώντας τη στάση του αυτή στη βάση του ότι τα οχήματα βρίσκονταν εν κινήσει. Πάντως, ένα τέτοιο εμπόδιο ορατότητας όπως αυτό που ορθώνει μια δεξιόστροφη καμπή σε συνδυασμό με τις ακακίες στα δεξιά, είναι στον Κατηγορούμενο που, κατά την κρίση μου, δημιουργούσε καθήκον επιμέλειας να οδηγήσει με προσοχή για τυχόν κίνδυνο που να εμφανιζόταν εκ δεξιών του στην εξ αντιθέτου λωρίδα στο ύψος των ακακιών. Εάν, λοιπόν, για χάριν συζήτησης γινόταν δεκτή η θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτός είχε δει από αρκετή απόσταση το όχημα του ΜΚ3, τότε τούτο δεν βοηθά την υπόθεσή του, αφού σε τέτοια περίπτωση θα είχε μεγαλύτερο χρόνο να αντιδράσει σωστά και να προέβαινε σε αποφευκτική κίνηση προς αριστερά έξω προς τον ανοικτό χωμάτινο χώρο, παρά δεξιά ερχόμενος κατευθείαν προς το όχημα του ΜΚ
  16. Αντίθετα, ο ΜΚ3 φαίνεται από τη φωτογραφία 3 να είχε καθαρό οπτικό πεδίο προς τα οχήματα που ερχόντουσαν από δεξιά του στην εξ αντιθέτου λωρίδα, διότι αυτός είχε τις ακακίες μπροστά στα αριστερά του και συνεπώς δεν τον εμπόδιζαν να δει το όχημα του Κατηγορούμενου όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος. Είναι εύστοχη αυτή η επισήμανση που έκανε τόσο ο ΜΚ2 όσο και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υποβάλλοντάς την στον Κατηγορούμενο. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι οι ακακίες, όπως φαίνονται στις φωτογραφίες 3 και 4, δεν εισέρχονταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ3, ώστε να δημιουργούσαν οποιοδήποτε εμπόδιο στη διέλευσή του κανονικά εντός της πορείας του, ώστε να χρειαζόταν να οδηγεί πιο ανοικτά, δηλαδή δεξιότερα, μέσα στο δρόμο για να το αποφύγει. Γι' αυτό και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταρρίπτει ως εύλογα επιτρεπτή και αξιόπιστη την εκδοχή του ΜΚ3, η οποία αποτυπώνεται και στο σχέδιο της σκηνής, ότι αυτός οδηγούσε κοντά στη διαχωριστική γραμμή, αλλά πάντα εντός της δικής του λωρίδας, και ότι είδε από κάποια απόσταση το όχημα του Κατηγορούμενου. Οφείλω στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι οι φωτογραφίες που προσκόμισε στο Δικαστηρίο η Υπεράσπιση, οι οποίες είχαν υποδειχθεί στον ΜΚ2, κατατεθεί ως τεκμήρια προς αναγνώριση και ακολούθως κατατεθεί από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ως κανονικά Τεκμήρια 16, 17 και 18, έχουν ληφθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξάξει συγκρίσιμα συμπεράσματα με εκείνα βάση των φωτογραφιών του Τεκμηρίου
  17. Συγκεκριμένα꞉ Το Τεκμήριο 18 είναι εμφανές ότι λήφθηκε από θέση διαγωνίως δεξιά προς αριστερά του δρόμου, δηλαδή από θέση που ούτε ο Κατηγορούμενος, ούτε ο ΜΚ3 οδηγούσαν. Το Τεκμήριο 17 φαίνεται να λήφθηκε από θέση διαγωνίως αριστερά προς δεξιά του δρόμου μέσα από το χωμάτινο παγκέτο μετά που ξεριζώθηκαν οι ακακίες στα αριστερά, συνεπώς δεν είναι ενδεικτική του οπτικού πεδίου που είχε ο ΜΚ
  18. Το Τεκμήριο 16 αποτυπώνει ένα πιο κοντινό πλάνο, παρόμοιο με εκείνο της φωτογραφίας 4 του Τεκμηρίου 6, η οποία δείχνει να είναι ευθύς δρόμος και δεν αποτυπώνει τόσο ευκρινώς το επίμαχο σημείο της καμπής. Επομένως, δεν επιτρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ούτε και η σημασία που είχαν οι ακακίες στα αριστερά του δρόμου πριν τις ξεριζώσουν για ένα όχημα με κατεύθυνση ως εκείνην του ΜΚ
  19. Είναι γι' αυτό το λόγο που θεωρώ ως μόνο αξιόπιστο το φωτογραφικό υλικό του Τεκμηρίου 6 για τον έλεγχο της αξιοπιστίας των μαρτύρων και για διαμόρφωση των συμπερασμάτων μου όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι αυτός, ο οποίος είχε πορεία ως φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 6, αριστερά όπως τη βλέπουμε, δεν μπορούσε να κάνει αποφευκτική κίνηση προς τα αριστερά διότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος και διότι υπήρχαν πάσσαλοι της ηλεκτρικής επί του χωμάτινου παγκέτου στα αριστερά του οδοστρώματος ως η πορεία του. Θα εξετάσω την αληθοφάνεια της εκδοχής του αυτής. Είναι αληθές ότι, όπως επιβεβαιώνεται στην όψη της φωτογραφίας 1 σε συνδυασμό με τη φωτογραφία 4, υπήρχαν οι πάσσαλοι κατά μήκος όλου του χωμάτινου παγκέτου μέχρι και το ύψος του δρόμου αμέσως πριν το σημείο σύγκρουσης. Όσον αφορά το χωμάτινο παγκέτο, παρατηρώ ότι ο ΜΚ2 δεν κατέγραψε στη γραπτή του κατάθεση οποιαδήποτε μέτρηση του πλάτους του χωμάτινου παγκέτου στα αριστερά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορούμενου. Αυτό το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει στην όψη των φωτογραφιών, οι οποίες μιλούν από μόνες τους και εδώ έγκειται η αξία ως τους ως στοιχείου πραγματικής μαρτυρίας (real evidence), είναι ότι επρόκειτο για χωμάτινο παγκέτο περίπου όσο το πλάτος ενός πεζοδρομίου ή/και μικρότερου. Η στενότητα του παγκέτου αυτού είναι ιδιαίτερα εμφανής κατά μήκος της πρόσοψης της παρακείμενης οικίας στην πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου που αμέσως προηγείται του σημείου της σύγκρουσης. Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψη ότι η σύγκρουση έγινε στο ύψος του δρόμου μετά την εν λόγω οικία, περίπου εκεί που είναι το υπό συζήτηση ίχνος ξυσίματος του οδοστρώματος όπως το εντόπισε ο ΜΚ2 (βλ. τη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 6), αποκτούν σημασία τα εξής στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη ή μη χώρου αποφυγής της σύγκρουσης και της αποφευκτικής κίνησης που έκαναν οι δύο οδηγοί꞉ Ότι, από τις φωτογραφίες 3, 4 και 5 φαίνεται ότι στο ουσιώδες ύψος του δρόμου το χωμάτινο παγκέτο ανοίγει σε πλάτος στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορούμενου σε «ανοικτό χώρο» όπως ορθά το περιέγραψε στη γραπτή του κατάθεση ο ΜΚ
  20. Το σημείο του υπό συζήτηση ίχνους ξισίματος, ως φαίνεται με τα σημεία «Μ» και «Π» στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 6, ακόμη και όπως το ίχνος αυτό εκτείνεται ως η Υπεράσπιση εισηγήθηκε με κατεύθυνση ως τα βέλη που τοποθέτησε στην ίδια φωτογραφία, δείχνουν ότι η σύγκρουση έγινε παρά το σημείο, αμέσως μετά τον πάσσαλο ηλεκτρικής, εκεί όπου το χωμάτινο παγκέτο στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορούμενου άνοιγε κατά πλάτος σε ανοικτό χώρο. Συνεπώς, μια αποφευκτική ενέργεια προς τα αριστερά φαίνεται πως θα ήταν εφικτό να γίνει από το μέσο λογικό οδηγό εφόσον μάλιστα οδηγούσε με λογική ταχύτητα και ότι ευλόγως θα αναμενόταν από τον Κατηγορούμενο να αντιδρούσε κατ' αυτόν τον τρόπο παρά να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά. Εκτίμηση Δικαστηρίου και νομική πτυχή. Καταλήγω, υπό το φως του συνόλου της προπαρατεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, να αποδέχομαι ως πλήρως αληθή και αξιόπιστη την εκδοχή του ΜΚ3 αναφορικά με τις οδηγικές πορείες των δύο οδηγών, να απορρίπτω την περί του αντιθέτου εκδοχή του Κατηγορούμενου και να αποδέχομαι το σημείο «Χ» που εντόπισε ο ΜΚ2 ως το μόνο σημείο σύγκρουσης που τεκμηριώνεται από το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας. Η σύγκρουση έγινε στις μπροστινές όψεις των οχημάτων με τις αριστερές τους γωνιές. Κρίνω επίσης ως λανθασμένη την ενέργεια του Κατηγορούμενου να κινηθεί δεξιά προς τη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ3, όταν αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ3 επί της οδού. Η σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ3, άπαξ και αυτός έκανε αποφευκτική κίνηση προς τα αριστερά μπορούσε να αποφευχθεί αν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κατευθυνόταν μέχρι τότε κατά πάνω στο όχημα του ΜΚ3, προέβαινε σε αποφευκτική κίνηση προς τα αριστερά ώστε να ευθυγράμμιζε το όχημά του στη λωρίδα του ή/και αριστερότερα, ώστε να το έβγαζε στον ανοικτό χωμάτινο χώρο στα αριστερά που υπήρχε χωρίς εμπόδιο πρόσβασης σε αυτόν στο συγκεκριμένο ύψος του δρόμου ως φαίνεται στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου
  21. Γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης αποτέλεσε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης, είχε μειωμένη αντίληψη και οδηγική ικανότητα, με αποτέλεσμα να επιλέξει να κινηθεί δεξιά επιφέροντας αναπόδραστα έτσι τη σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ3 στη λωρίδα του ΜΚ
  22. Εκτιμώ ότι πρόκειται για ένα δυστύχημα το οποίο ξεκάθαρα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε έχοντας πλήρη έλεγχο του οχήματος του, κάτι που εδώ δεν ίσχυε λόγω της επήρρειας της αλκοόλης που είχε καταναλώσει προηγουμένως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, έστω και αν το σφάλμα που διέπραξε, κάνοντας τον ελιγμό προς τα δεξιά εντός της λωρίδας του ΜΚ3, ήταν στιγμιαίο, κατατάσσεται στην επικίνδυνη οδήγηση κατά την έννοια της νομολογίας όπως την αναλύω πιο κάτω. Για να βρεθεί κάποιος ένοχος στο αδίκημα του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, πρέπει να έχει προκληθεί θάνατος και η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη και συμπεριφορά, κριτήρια που το νομοθέτημα αφήνει στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233 και πιο πρόσφατα την απόφαση ημερ. 20.12.2016 στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 189/2016 και 190/2016, Κυριάκου Συλλούρη ν Αστυνομίας, με παραπομπή σε αριθμό αυθεντιών, περιλαμβανομένων των Φιντανάκης ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφ. 98/13 ημερ. 30.9.14, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Εφ. 71/12 ημερ. 21.2.14 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 52/11 ημερ. 29.7.14). Στην Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι «αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς», υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Σε οδικές συμπεριφορές που εδράζονται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα απαιτείται απόδειξη αμέλειας μεγαλύτερου βαθμού απ΄ ότι για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα που προνοείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. (Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69). Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Από την άλλη, όπως τέθηκε στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφ. 52/11 ημερ. 29.7.14, για ν' αποδειχθεί το αδίκημα στη βάση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, απαιτείται η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας, η οποία δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, εφόσον σε τέτοια περίπτωση ο βαθμός του σφάλματος υπολείπεται εκείνου της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στην απόφαση ημερ. 20.12.2016 στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 189/2016 και 190/2016, Κυριάκου Συλλούρη ν Αστυνομίας. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, ο Έντιμος Γ. Κωνσταντινίδης Δ., επεσήμανε τα εξής꞉ «Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση, όσο και αν αυτή διασταύρωνε το δρόμο, κρίθηκε ότι συνιστούσε επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που στοιχειοθετούσε το αδίκημα του άρθρου
  1. Και εδώ ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του σαφώς επικίνδυνα εκεί που στεκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος. Όφειλε να τον είχε δει από αρκετά μεγάλη απόσταση, ήταν σφάλμα του να μήν τον δεί και αυτό προφανώς δεν ήταν ασύνδετο και προς τη μειωμένη ικανότητά του να οδηγεί λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος. Σημειώνουμε εδώ πως στην Αγγλία, σε σειρά υποθέσεων, κρίθηκε πως το κατά πόσο ο οδηγός είναι αρνητικά επηρεασμένος από οινόπνευμα αποτελεί στοιχείο με αποδεικτική αξία σε κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση. (Βλ. Regina v. McBride [1962] 2 Q.B.D. 167, R. V. Thorpe [1972] 1 All E.R. 929, R. v. Richardson και R. v. Fisher [1960] Crim. L. R.
  2. Επίσης την R. v. Griffith's (Rupert) [1984] Crim. L.R. 628 με αναφορά σε κατηγορίες για πρόκληση θανάτου με απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση.» (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αναφορικά με το ζήτημα αν η ικανότητα του οδηγού να οδηγεί είχε ελαττωθεί λόγω της επήρρειας αλκοόλης, ο Κωνσταντινίδης Δ., παρατήρησε τα εξής꞉ «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στα συστατικά του αδικήματος του άρθρου 9
(1)του Ν. 86/72 (οδήγηση και επήρεια από οινοπνευματώδη ποτά κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη) και, με αναφορά στο Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση σελ. 201 - 204 έκρινε πως είχαν όλα αποδεικτεί με βεβαιότητα. Δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως διέπραξε οποιοδήποτε σφάλμα. Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και έδειχνε προς μια και μόνο κατεύθυνση. Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. Παρεμβάλουμε εδώ τα ακόλουθα: Όταν ο εφεσείων ακινητοποιήθηκε και αφού έκαμε προσπάθεια να διαφύγει, δεν έδινε δείγμα εκπνοής εξ ου και η τρίτη κατηγορία. Δεν συνεργαζόταν και αντί να εκπνέει, εισέπνεε. Το απόσπασμα από τους Halsbury's στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου που αναφέρεται στην απόδειξη του επηρεασμού με επιστημονική μαρτυρία, με ή χωρίς μαρτυρία για ασταθή οδήγηση, δηλώνει δυνατότητα και δεν υπονοεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος απόδειξης. Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. Τα συζητηθέντα στην R v. Davies δεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μή ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί. Σημειώνουμε πως στην R. v. Davies τελικά η καταδίκη επικυρώθηκε παρά το λάθος, ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με την κατάσταση του οδηγού και τη σύνδεσή της με την κατανάλωση οινοπνεύματος.» (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Τέλος, εκτιμώ, ότι εδώ δεν υπήρξε ένας κίνδυνος μη προβλεπτός επί της οδού ή μια απρόβλεπτή διλημματική κατάσταση, την οποία να προκάλεσε ο ΜΚ3, ώστε να μπορούσα να απαλλάξω τον Κατηγορούμενο της ευθύνης για την εσφαλμένη ενέργειά του την οποία έλαβε κάτω από την αγωνία της επικείμενης σύγκρουσης (βλ. Ελένη Λοΐζου Κασιέρη κ.α. ν Γεώργιου Κυριάκου
(1997)1 ΑΑΔ 1246, Κυριάκου Παύλου ν Ανδρέα Παπακυπριανού
(2000)1 ΑΑΔ 974, κ.α.). Δεν εντόπισα οποιαδήποτε αμέλεια στη συμπεριφορά του ΜΚ3. Δεν εντόπισα να υπήρξε κάποια δική του παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς τον Κατηγορούμενο ως τον μόνο άλλο οδηγό επί της οδού, εφόσον αυτός οδηγούσε στη λωρίδα του, αλλά και κρίνοντας τις αποφευκτικές ενέργειες που έκανε ο ΜΚ3 (ελάττωσε σχεδόν τελείως ταχύτητα και έστριψε προς αριστερά), για να αποφύγει τον κίνδυνο που δημιούργησε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1989)1 C.L.R. 727). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης βάσει του άρθρου 210 του Κεφ. 154, ως η κατηγορία αρ. 1. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παραλείπω να αναφέρω εκείνες τις ενέργειες του ΜΚ1 που άπτονται τςη διερεύνησης της αιτίας θανάτου της Θεοφανής Δημοσθένους, εφόσον είναι παραδεκτή η αιτία θανάτου της από πλευράς Υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.