Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ιωάννης Ελευθερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 891/2016, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B41 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 891/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Βασίλειος Καμπερίδης Ιωάννης Ελευθερίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2꞉ κα Διονυσία Ζησιμοπούλου Ο Κατηγορούμενος 2 παρών. ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση ολοκληρώθηκε όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο στις 22.7.2016 όταν απεσύρθη λόγω μη επίδοσης και απορρίφθηκε για τον ίδιο λόγο, με τον Κατηγορούμενο 1 να καταλήγει να απαλλάσσεται των κατηγοριών 1 και
- Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 ακούσθηκαν κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.11.
- Η συνήγορος Υπεράσπισης αγόρευσε για μετριασμό της ποινής, πλην όμως υπέβαλε και αίτημα προς το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 7 του περί Θεραπείας Κατηγορουμένων και Καταδικασθέντων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμου του 2016 (Ν.41(Ι)/2016)[1], όπως, αντί ποινής βάσει του Ποινικού Κώδικα, εκδοθεί Διάταγμα Θεραπείας του Κατηγορουμένου
- Το Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα αυτό κατά προτεραιότητα και, αφού ακολούθησε τη θεσμοθετημένη στο Ν.41(Ι)/2016διαδικασία, εξέδωσε απόφαση στις 17.1.2017, με την οποία ανέστειλε τη διαδικασία επιβολής ποινής και εξέδωσε Διάταγμα Θεραπείας του Κατηγορούμενου 2 και παραπομπής του στο Κέντρο Πολλαπλής Παρέμβασης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, υιοθετώντας την εισήγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, για περίοδο 3 μηνών. Έταξε, δε, συγκεκριμένη ημερομηνία δικασίμου (12.4.2017) για να ενημερωθεί για την πορεία εφαρμογής του Διατάγματος. Σημειώνω ότι η φιλοσοφία του Ν.41(Ι)/2016 είναι ότι καθορίζεται από το Δικαστήριο το χρονικό διάστημα της θεραπείας, αναλόγως της περίπτωσης, για ελάχιστη περίοδο 3 μηνών και δύναται να παρατείνεται ανά τριμηνία για μέγιστη περίοδο 2 ετών (βλ. άρθρο 6
(4)του Ν.41(Ι)/2016) και αναστέλλεται η διαδικασία επιβολής ποινής για το αδίκημα για όσο διαρκεί η καθορισθείσα περίοδος θεραπείας. Εάν ο Κατηγορούμενος παραλείψει να τηρήσει το καθορισθέν πρόγραμμα θεραπείας, τότε τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβολή ποινής σε αυτόν. Σχετικό το άρθρο 7
(5)του εν λόγω Νόμου.[2] Στις 12.4.2017 το Δικαστήριο ενημερώθηκε με επιστολή ημερ. 3.4.2017 της Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ότι ο Κατηγορούμενος 2 παραβίασε τους όρους του θεραπευτικού προγράμματος στις 24.3.2017 και στις 27.3.2017. Στις 12.4.2017 και, εν συνεχεία, στις 12.5.2017, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τη συνήγορο του Κατηγορουμένου 2, αποφάσισε την παράταση της ισχύος του Διατάγματος Θεραπείας και την αναστολή της διαδικασίας επιβολής ποινής μέχρι τις 7.7.2017, έτσι ώστε να του δοθεί ακόμη μια ευκαιρία να δείξει συμμόρφωση με το Διάταγμα Θεραπείας ή/και να υποβάλει προς τη Συμβουλευτική Επιτροπή την εισήγησή του για τροποποίηση των όρων του προγράμματος θεραπείας, στην οποία αναφέρθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 7.7.2017 τέθηκε σε γνώση του Δικαστηρίου το περιεχόμενο επιστολής ημερ. 2.6.2017 της Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιστολής που είχε ληφθεί στο Πρωτοκολλητείο αυθημερόν, στην οποία αναφερόταν ότι μέχρι και τις 29.5.2017, ο Κατηγορούμενος είχε παραστεί μόνο σε 2 από τις 8 προγραμματισμένες συναντήσεις και ότι σε αυτές τις δύο δεν αποδέχθηκε να υποβληθεί σε ουροληψία για ανίχνευση παράνομων ουσιών. Περαιτέρω, η Πρόεδρος της Συμβουλευτικής ενημέρωνε το Δικαστήριο, με την ίδια επιστολή, ότι σε σχέση με το αίτημα του Κατηγορούμενου όπως τροποποιηθεί το πρόγραμμα θεραπείας για να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Υποκατάστασης «Γέφυρα», ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν πληροί τα κριτήρια των προγραμμάτων θεραπείας στα πλαίσια του Ν.41(Ι)/2016. Στη βάση αυτής της ενημέρωσης, την οποία το Δικαστήριο έθεσε σε γνώση της συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την εν λόγω δικάσιμο ημερ. 7.7.2017, το Δικαστήριο αποφάσισε τον τερματισμό του Διατάγματος Θεραπείας και την ενεργοποίηση της διαδικασίας για επιβολή ποινής βάσει του κοινού Ποινικού Κώδικα. Λόγω όμως της απουσίας του Κατηγορούμενου 2 κατά την εν λόγω δικάσιμο ημερ. 7.7.2017 για λόγους υγείας (σχετικό το Έγγραφο «Α», Βεβαίωση ημερ. 6.7.2017, της Δρ. Αργυρώς Κάρυου, Ειδικευόμενης Παθολογίας στο Γ. Ν. Λευκωσίας, στην οποία αναφέρεται ότι ο Iωάννης Ελευθερίου νοσηλευόταν εκεί από τις 30.6.2017 με εμπύρετου και μικροβιαιμίας από MSSA Staph), το Δικαστήριο ανέβαλε τη διαδικασία αυτή για τις 27.7.2017. Στις 27.7.2017, ο Κατηγορούμενος 2 και πάλιν δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για λόγους υγείας (σχετικό το Έγγραφο «Ι», ημερ. 26.7.2017, όπου αναφέρεται ότι νοσηλευόταν στην Καρδιολογική Κλινική του Γ.Ν. Λ/σιας λόγω ενδοκαρδίτιδας). Έτσι η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τις 15.9.2017, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 εμφανίστηκε με τη συνήγορο του στο Δικαστήριο, το οποίο λειτουργούσε πλέον υπό διαφορετική σύνθεση (Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ.) και το οποίο θεώρησε ορθό να εξετάσει αν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης στο στάδιο αυτό, αναβάλλοντας προς τούτο την υπόθεση για τις 13.10.2017. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Διοικητικού Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου, ο φάκελος της υπόθεσης τίθεται ενώπιον μου για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης για επιβολή ποινής στη βάση των γεγονότων που έχουν ήδη εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.11.2016. ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΠΟΙΝΗ Έτσι, τίθεται σήμερα ενώπιόν μου μόνο ο Κατηγορούμενος αρ. 2 για επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στην κατηγορία αρ. 1, η οποία αφορά στο αδίκημα της «Απόπειρας Κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 20, 35, 255, 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Όσον αφορά την κατηγορία αρ. 2, η οποία αφορούσε στο αδίκημα «Αλήτες και περιπλανώμενοι κατά παράβαση των άρθρων 20 και 189(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87», αυτή αναστάληκε και ο Κατηγορούμενος αρ. 2 απαλλάγηκε αυτής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1, ο Κατηγορούμενος στις 9.8.2015 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου αποπειράθηκε να κλέψει από το παγκάρι της εκκλησίας της Παναγίας. Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου την 1.11.2016 και δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Τα γεγονότα έχουν, λοιπόν, ως εξής꞉ «Στις 9/8/15 και ώρα 6.00 το πρωί ο κατηγορούμενος, μαζί με άλλο άτομο που ήταν πάνω στο κατηγορητήριο και απεσύρθη η υπόθεση εναντίον του λόγω μη επίδοσης, μετέβηκαν στην Αγία Νάπα. Περί ώρα 9.30 πήγαν στην εκκλησία της Παναγίας στην Αγία Νάπα και ο 2ος κατηγορούμενος άνοιξε 3 συρτάρια από το τραπέζι της εκκλησίας ψάχνοντας για χρήματα χωρίς ωστόσο να εντοπίσει οτιδήποτε. Ακολούθως με μαχαίρι το οποίο είχε μαζί του προσπάθησε να ανοίξει το κουτί εισφορών το οποίο βρισκόταν στο παγκάρι της εκκλησίας. Αυτό έγινε μαζί με το άλλο πρόσωπο μέχρι που έγιναν αντιληπτοί από τον ΜΚ2 ο οποίος είναι γραφειακό προσωπικό της εκκλησίας και παρακολούθησε τα δύο πρόσωπα μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος. Τους είδε μέσα από το κλειστό κύκλωμα της εκκλησίας να πλησιάζουν το παγκάρι και παρακολούθησε τις κινήσεις τους. Έγιναν βεβαίως αντιληπτοί και από πολίτες οι οποίοι τους ακινητοποίησαν και ειδοποίησαν την Αστυνομία. Στο μέρος μετέβηκε η ΜΚ4 μαζί με συναδέλφους οι οποίοι επίσης παρακολούθησαν το κλειστό κύκλωμα. Ανακρίθηκε τόσο το άλλο πρόσωπο, αλλά και ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και στη συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς και είπε «Λυπούμαι γι΄ αυτό που έκαμα. Ήταν λάθος μου και απολογούμαι».». ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είχε πληροφορήσει το Δικαστήριο την 1.11.2016 ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη καταδίκη, βάσει απόφασης ημερ. 14/7/14, στην ποινική υπόθεση αρ. 8774/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου του επιβλήθηκαν οι εξής ποινές꞉ · για το αδίκημα της «Κλοπής από κατοικία», του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή, · για το αδίκημα της «Νυκτερινής διάρρηξης κατοικίας», του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με τριετή αναστολή. Κατά την επιβολή των πιο πάνω ποινών στην υπόθεση 8774/13, λήφθηκαν υπόψη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας οι υποθέσεις꞉ · 31494/12, για κακόβουλη ζημιά και απόπειρα διάρρηξης καταστήματος, και · 7/14 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, τρεις κατηγορίες, και για χρήση. Το τεκμήριο, ένα CD του κλειστού κυκλώματος ζητείται από το Δικαστήριο να διαταχθεί όπως κατασχεθεί. Η ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Όπως προανέφερα, κατά τη δικάσιμο της 1.11.2016, μετά που εκτέθηκαν τα ανωτέρω γεγονότα της υπόθεσης, η συνήγορος Υπεράσπισης είχε την ευκαιρία να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής. Πιο κάτω παρατίθενται τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αγόρευση αυτή. Καταγράφονται ακολούθως ξεχωριστά, τα πρόσθετα στοιχεία που είχε την ευκαιρία να επισημάνει η εν λόγω συνήγορος αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από 1.11.2016 μέχρι σήμερα που επιβάλλεται ποινή. (
- i)Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου όπως λάβει νομική αρωγή για την εκπροσώπησή του στην παρούσα υπόθεση από δικηγόρο, είχαν δοθεί από το Δικαστήριο οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η οποία εν τέλει υιοθετήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης που ανέλαβε την υπόθεση και για σκοπούς της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής. Αναφέρθηκε σε αυτήν κατά την 1.11.2016. Η εν λόγω Έκθεση παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως εξής꞉ · Πρόκειται για νεαρό άτομο, ηλικίας 25 ετών, ο οποίος είναι άνεργος. Απεφοίτησε από την Τεχνική Σχολή στον κλάδο των Ξενοδοχειακών και την ολοκλήρωσε με νυχτερινή φοίτηση. 'Οσον αφορά την υπηρεσία του στην Εθνική Φρουρά, ανέφερε σοβαρά προβλήματα προσαρμογής και μετέπειτα απαλλαγή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. · Ο πατέρας του είναι 63 ετών και δηλώνει άνεργος, καθότι ενώ στο παρελθόν εργαζόταν περιστασιακά ως σερβιτόρος σε εστιατόριο, εντούτοις εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εργάζεται ούτε περιστασιακά. · Η μητερα του είναι ηλικίας 60 ετών, άνεργη. · Η οικογένειά του επιβλέπεται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, καθότι λαμβάνει δημόσιο βοήθημα λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας. Ο ίδιος υπέβαλε αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, η οποία βρισκόταν, τουλάχιστον μέχρι τις 20.7.2016 που συντάχθηκε η Έκθεση, υπό εξέταση. · Αναφορικά με το αδίκημα που διέπραξε, αναφέρει ότι έχει συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητά του και εκφράζει μεταμέλεια. Αναγνωρίζει τις αρνητικές συνέπειες που έχει επιφέρει στον ίδιο η χρήση ναρκωτικών ουσιών τόσο στον τομέα της προσωπικής του ανάπτυξης όσο και στην εμπλοκή του σε αδικήματα. · Λαμβάνει στήριξη από την οικογένειά του και διαθέτει προσωπική θέληση να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες. Σημειωτέον ότι από τα πιο πάνω αναφερόμενα στην Έκθεση στοιχεία, διαφάνηκε ότι είναι εσφαλμένο εκείνο που αφορά στην ηλικία του Κατηγορούμενου. Η ημερομηνία γέννησης του, ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε μέσω της συνηγόρου του στο Δικαστήριο, είναι 2.12.1990 και συνεπώς αυτός είναι πλέον 26 ετών και όχι 25 ετών. (
- ii)Η ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΥΡΟΛΟΓΟΥ - ΨΥΧΙΑΤΡΟΥ ΔΡ. Κ. ΒΕΡΕΣΙΕ Με Βεβαίωση, ημερομηνίας 13.7.2016, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο η συνήγορος Υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής, ο Νευρολόγος - Ψυχίατρος Δρ. Κυριάκος Βερεσιές βεβαιώνει ότι ο Κατηγορούμενος꞉ · Είναι άτομο με χρόνιο πρόβλημα ουσιοεξάρτησης. · Βρίσκεται σε πρόγραμμα υποκατάστασης. · Είναι ανίκανος για ένα χρόνο για εργασία. · Χρήζει βοήθειας. (iii) Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ «ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ» Σε Έκθεση, ημερομηνίας 1.11.2016, την οποία υπογράφει η κα Μαρία Μπάσιο, Θεραπεύτρια του Θεραπευτικού Προγράμματος «Αγία Ακέπη», και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο η συνήγορος Υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής, αναφέρονται τα εξής (συνοψίζω)꞉ · Ο Κατηγορούμενος, από τις 11.8.2016, λαμβάνει μέρος στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης για απεξάρτηση από εξαρτησιογόνες ουσίες. Το κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα διαρκεί από 9 έως 12 μήνες. · Ο Κατηγορούμενος προσέγγισε το θεραπευτικό πρόγραμμα αυτοβούλως, μετά από 5 χρόνια καθημερινής ενδοφλέβιας χρήσης ηρωίνης, 7 χρόνια χρήσης κοκαΐνης και 9 χρόνια χρήσης κάνναβης. · Τα ευρήματα της αξιολόγησης του κατηγορούμενου διαγνωστικά ήταν ότι꞉ o Επρόκειτο για άτομο με συμπτώματα απόσυρσης από Ηρωίνη (DSM-IV, 292,00). o Επρόκειτο για άτομο με εξάρτηση στην Ηρωίνη (DSM-IV 304,00) o Επρόκειτο για άτομο με συμπτώματα απόσυρσης από Κοκαΐνη (DSM-IV292,00) o Επρόκειτο για άτομο με εξάρτηση στην Κοκαΐνη (DSM-IV304,20). Παρόλο ότι ο Κατηγορούμενος είχε περάσει από σωματική αποτοξίνωση, όταν έφθασε στην Αγία Σκέπη βρισκόταν σε άσχημη σωματική και ψυχολογική κατάσταση. Εκτιμήθηκε ότι στην περίπτωσή του η μόνη θεραπεία που θα μπορούσε να τον βοηθήσει ήταν ένα μακροχρόνιο εντατικό και αυστηρό πρόγραμμα όπως αυτό της Κλειστής Θεραπευτικής Κοινότητας. Ένα σωστά οργανωμένο μακροχρόνιο πρόγραμμα απεξάρτησης και επανένταξης διαρκεί τουλάχιστον 3 χρόνια. Στην ίδια Έκθεση η θεραπεύτρια δηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος εντυπωσίασε με τη συνεχή συνεργασία, την υποδειγματική στάση και τη σταθερή απόφαση και ισχυρή θέλησή του να αλλάξει τη ζωή του. Μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της Έκθεσης (1.11.2016), ο Κατηγορούμενος είχε ολοκληρώσει περισσότερο από το μισό του πρώτου εκ των πέντε σταδίων της θεραπείας του κατά τους 2 μήνες και 21 ημέρες που ήταν ενταγμένος στο πρόγραμμα. Η θεραπεύτρια κα Μπάσιο καταγράφει στην Έκθεσή της, την πεποίθηση ότι μια πιθανή καταδίκη του Κατηγορούμενου σε ποινή φυλάκισης θα θέσει σε κίνδυνο την υγιή πορεία που ο ίδιος έχει χαράξει για μια καινούρια ζωή. Θα ήταν ωφέλιμο να του δοθεί η ευκαιρία να συνεχίσει τον αγώνα της απεξάρτησης μέσω του Θεραπευτικού Προγράμματος της Αγίας Σκέπης. (
- iv)Μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου στο διάστημα που διέρρευσε από 1.11.2016. Αγορεύοντας σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τη μεταβολή των συνθηκών του Κατηγορούμενου από 1.11.2016 μέχρι σήμερα, η συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε εκ νέου στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε στο διάστημα αυτό ο Κατηγορούμενος, όπως αυτά αποτυπώνονται στα εξής έγγραφα: · τη Βεβαίωση ημερ. 6.7.2017, της Δρ. Αργυρώς Κάρυου, Ειδικευόμενης Παθολογίας στο Γ. Ν. Λευκωσίας, στην οποία αναφέρεται ότι ο Iωάννης Ελευθερίου νοσηλευόταν εκεί από τις 30.6.2017 με εμπύρετου και μικροβιαιμίας από MSSA Staphεν (βλ. Έγγραφο «Α» που είναι κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου από τη δικάσιμο ημερ. 7.7.2017). · τη Βεβαίωση ημερ. 26.7.2017, όπου αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Ελευθερίου νοσηλευόταν στην Καρδιολογική Κλινική του Γ.Ν. Λ/σιας λόγω ενδοκαρδίτιδας (βλ. το Έγγραφο «Ι», που είναι κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου από τη δικάσιμο ημερ. 27.7.2017). · το Ενημερωτικό Σημείωμα / Εξιτήριο Ασθενή που εκδόθηκε στις 16.8.2017 από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Ελευθερίου εισήχθηκε στο νοσοκομείο στις 20/7 και διαγνώστηκε ότι έπασχε από λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα και έλαβε εξιτήριο στις 16.8.2017 (σχετικό το νέο Έγγραφο «Α» που κατατίθεται σήμερα στο φάκελο του Δικαστηρίου). Περαιτέρω, η συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε στη νέα προσπάθεια που καταβάλλει το Κατηγορούμενος αυτοβούλως για απεξάρτηση από εξαρτησιογόνες ουσίες και αποκατάσταση. Παρουσίασε συναφώς δύο Ιατρικές Βεβαιώσεις, ημερ. 19.9.2017 και 10.10.2017 (βλ. τα Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα, που κατατίθενται σήμερα στο φάκελο του Δικαστηρίου), οι οποίες υπογράφονται από τον κ. Λάμπρο Σαμαρτζή, ψυχίατρο, ο οποίος βεβαιώνει ότι ο Ιωάννης Ελευθερίου εντάχθηκε στη θεραπευτική μονάδα «Γέφυρα» από 21.6.2017, ότι η Γέφυρα αποτελεί κυβερνητικό πρόγραμμα θεραπείας και ότι ο ασθενής εκδηλώνει πολύ καλή συνεργασία και ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η θεραπεία του συνυπάρχει με τα παθολογικά προβλήματα που υπάρχουν (καρδιοπάθεια και ηπατοπάθεια) και χρήζει συνέχισης. Εισήγηση συνηγόρου Υπεράσπισης. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής την 1.11.2016, η κα Ζησιμοπούλου είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, της Βεβαίωσης του Δρ. Βερεσιέ και της Έκθεσης της Θεραπεύτριας της Αγίας Σκέπης, ως ανωτέρω περιγράφονται. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, όπως ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας η άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στις διωχτικές αρχές και η απολογία του, το γεγονός ότι αυτός συνειδητοποίησε το λάθος της πράξης του. Εισηγήθηκε πως τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου και ότι προς αποφυγήν τέτοιων συνεπειών θα ήταν καλό να ανασταλεί η έκτιση της ποινής φυλάκισης, ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να ολοκληρώσει το κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα στο οποίο έχει ήδη ενταχθεί. Σήμερα, επικαλέστηκε τη νέα προσπάθεια που αυτοβούλως καταβάλλει ο Κατηγορούμενος για απεξάρτηση στο πρόγραμμα Γέφυρα σε συνδυασμό με τις μεταβληθείσες προσωπικές περιστάσεις της υγείας του Κατηγορούμενου, ως επιπλέον μετριαστικούς παράγοντες και παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της αναστολής της ποινής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Βάσει του άρθρου 366 του Ποινικού Κώδικα - «366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεσή του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεσή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά την ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για τη συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσής του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούλησή του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσής του. Είναι επίσης αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος.» Η κλοπή, κατά την έννοια του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, αποτελεί, βάσει του άρθρου 262 του ιδίου Νόμου, «κακούργημα». Βάσει του άρθρου 367 του Ποινικού Κώδικα, «Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά.». Συνεπώς, όποιος αποπειράται να διαπράξει κλοπή είναι ένοχος πλημμελήματος. Βάσει του άρθρου 35 του Ποινικού Κώδικα, «Όταν στον Κώδικα αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πλημμέλημα, τα πλημμελήματα τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.». ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Στην παρούσα υπόθεση, η σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας κλοπής είναι δεδομένη και διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή (βλ. άρθρο 35, Κεφ. 154, ανωτέρω). Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια αδικημάτων αυτής της κατηγορίας, με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών - συνήθως ποινών φυλάκισης - ακόμη και στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών ή και ατόμων με λευκό ποινικό μητρώο (βλ. Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381) έχει επανειλημμένα τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτο, με το σκεπτικό ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, υποδηλώνουν εγκληματική συμπεριφορά η οποία στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης γενικότερα και πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587). Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, εξακολουθεί δυστυχώς να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη.» Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι σύνηθες να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κλοπής. Προχωρώ να εξετάσω αν υφίστανται στην παρούσα υπόθεση οποιοιδήποτε μετριαστικοί παράγοντες τόσο ισχυροί που να δύνανται να μεταβάλουν το είδος της ποινής για το αδίκημα της απόπειρας κλοπής που διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Το ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα ενόσω ήταν πρόσωπο ουσιοεξαρτημένο σε σκληρά ναρκωτικά με διαταραγμένη ψυχική υγεία θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη προς επιμέτρηση της ποινής. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι η συνήθης αντιμετώπιση είναι να μειώνεται η ποινή φυλάκισης, λογίζοντας υπέρ του κατηγορουμένου την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας, παρά να μεταβάλλεται το είδος της ποινής από φυλάκιση σε χρηματική ποινή (Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 333). Η ψυχική υγεία του κατηγορούμενου είναι παράγοντας που συνεκτιμάται από το Δικαστήριο και κατά το στάδιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας για σκοπούς αναστολής ή μη της ποινής (βλ. απόφαση ημερ. 17.7.2016 στην Ποινική Έφεση 27/2016, Κωνσταντίνου Γεωργίου ν Αστυνομίας). Είναι σε κάθε περίπτωση ζήτημα στάθμισης από μέρους του Δικαστηρίου, το κατά πόσον τα ενώπιον του δεδομένα συνθέτουν τέτοια εικόνα που να δικαιολογείται όπως η επιβληθείσα συνολική ποινή ανασταλεί ή αν δικαιολογούν απλώς επιεικέστερη μεταχείριση από απόψεως επιμέτρησης της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη είναι ουσιώδες στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, καθότι η παρέλευση μακρού χρόνου από τη διάπραξη μειώνει την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο, ενώ ταυτόχρονα οι προσωπικές του συνθήκες μπορεί να έχουν αλλάξει ριζικά στο διάστημα αυτό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στην προκειμένη περίπτωση, το αδίκημα διαπράχθηκε στις 9/8/15, το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 7/4/16 και επιβάλλεται ποινή στις 13.10.2017. Στο μεσοδιάστημα αυτό, το χρονικό διάστημα από 1.11.2016 είχε αξιοποιηθεί προς όφελος του Κατηγορούμενου για να του δοθεί η ευχέρεια να υποβληθεί σε Διάταγμα Θεραπείας αντί να υποστεί ποινή. Δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις αυτές, ο χρόνος που παρήλθε, κρινόμενος συνολικά μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης προς επιβολή ποινής, είναι τέτοιος που να επηρεάζει το είδος της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινής. Θα επενεργήσει όμως μετριαστικά σε ό,τι αφορά το εύρος της. Σε σχέση με την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορούμενου, σημειώνω ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δηλαδή, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της πολιτείας. Στην υπόθεση Σωτήρη Ζαχαρία Γεωργίου, άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 επεξηγήθηκε η σημασία των προηγούμενων καταδικών, με αναφορά στο σύγγραμμα "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, όπου αναφέρονται τα εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεραρυμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Το ότι εδώ ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα ενώ γνώριζε ότι είχε μία προηγούμενη καταδίκη και το ότι επανέλαβε ένα αδίκημα παρόμοιας υφής με εκείνο της προηγούμενης καταδίκης μέσα στον πρώτο κιόλας χρόνο από την έναρξη της τριετούς περιόδου αναστολής της προηγουμένως επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, είναι ενδεικτικό της συνεχιζόμενης έλλειψης ασέβειας προς τα ιδιοκτησιασκά δικαιώματα τρίτων, προς τη δημόσια τάξη, τους Νόμους και τις αρχές. Στην παρούσα υπόθεση, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες (την ηλικία του Κατηγορούμενου, την ουσιοεξάρτηση και διαταραγμένη ψυχική υγεία υπό το κράτος των οποίων διέπραξε το αδίκημα, το ότι παρήλθε χρόνος 2 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, το ότι από την απόπειρα κλοπής δεν προκλήθηκε απώλεια ή ζημιά περιουσίας της εκκλησίας), και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια υπό το φως των προσωπικών του συνθηκών, κρίνω κατάλληλο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο για την 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Τονίζω ότι οι διατάξεις του άρθρου 3
(2)εξετάζονται και εφαρμόζονται από το Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα και ανεξάρτητα από τη διεργασία που ακολουθείται αναφορικά με την ενεργοποίηση ή μη της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον ίδιο Κατηγορούμενο αναφορικά με προηγούμενη καταδίκη. Η εν λόγω διεργασία διέπεται από χωριστές διατάξεις, εκείνες του άρθρου 4 του Ν.95/72.[3] Έχει νομολογιακά διευκρινισθεί ότι η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή, με βάση το Άρθρο 4
(1)ανωτέρω, είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής - (βλ., μεταξύ άλλων, Louca v. Republic
(1986)2 C.L.R. 141· Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251· Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409· Έλβις Αντωνίου Σύμκασης ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 1, Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). Η αλληλουχία των ενεργειών του Δικαστηρίου είναι η εξής꞉ Το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το αδίκημα που εκδικάζει και το οποίο διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο της αναστολής προηγούμενης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει, εφόσον έχει καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση. Σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του Άρθρου 4
(1)του Νόμου 95/72 και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή, ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο (Ιερόθεος Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α. ν Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443, Μαρίας Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356). Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή από τη νομολογία ότι όταν επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς τη δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, είναι καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή όπως βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό. (Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Bocskei v. R. [1970] 54 Cr. App. R. 519). Εξετάζω λοιπόν πρώτα κατά πόσο θα αναστείλω την επιβληθείσα σήμερα 3μηνη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της απόπειρας κλοπής. Στην παρούσα υπόθεση, η σοβαρότητα του αδικήματος έχει καταγραφεί. Ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Είναι νεαρό πρόσωπο, 26 ετών, και θα κριθεί υπό το φακό αυτό. Γενεσιουργός αιτία της όλης καταδικαστέας συμπεριφοράς του ήταν, όπως φάνηκε, η ουσιοεξάρτηση του και η ανάγκη να εξεύρει χρήματα για τη δόση του. Έδειξε αρχικά στοιχεία μεταμέλειας και προσπάθειας αναμόρφωσης της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου μετά την τέλεση του εν λόγω αδικήματος της απόπειρας κλοπής, μέσω της οικειοθελούς ένταξής του στο κλειστό πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης τον Αύγουστο του
- Διαφορετική ήταν η εικόνα που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος όταν του δόθηκε δικαστικά η ευχέρεια να ενταχθεί σε πρόγραμμα θεραπείας βάσει του Ν.41(Ι)/
- Δεν συμμορφώθηκε με αυτό. Το ότι επέλεξε να ενταχθεί αυτοβούλως σε άλλο πρόγραμμα, στη Γέφυρα, ως βεβαιώνει αρμόδιος ψυχίατρος ενώπιον μου, είναι στοιχείο καταγεγραμμένο, αν και δεν παραγνωρίζεται η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν συνάδει με τα πρότυπα του Ν.41(Ι)/
- Το ότι, πάντως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζει την προσπάθεια για απεξάρτηση λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που δικαιολογεί να του δοθεί ακόμη μια ευκαιρία (βλ. Ποινική Έφεση 150/16, Σταύρος Χριστοφόρου ν Αστυνομίας, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 25.11.2016). Εν πάση περιπτώσει, εδώ ο Κατηγορούμενος δεν τιμωρείται για αδικήματα που αφορούν στη χρήση ναρκωτικών, αλλά για αδικήματα κατά της περιουσίας. Είναι σημαντικό το ότι δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα από 9.8.2015 μέχρι σήμερα. Για τους πιο πάνω λόγους, η 3μηνη ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Αποφασίζω, περαιτέρω, όπως μην ενεργοποιήσω τις ανωτέρω ανασταλείσες ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο της προηγούμενης του καταδίκης στην ποινική υπόθεση αρ. 8774/13, δεδομένου ότι παρήλθαν 4 χρόνια από τότε και δεδομένης της μη διάπραξης άλλου αδικήματος από 9.8.2015 έως σήμερα [Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής]. Το τεκμήριο στην παρούσα υπόθεση, ένα CD του κλειστού κυκλώματος, κατάσχεται. Τυχόν έξοδα, αν δημιουργήθηκαν, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (υπ.)............ Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 7.-
(1)Για την έκδοση διατάγµατος θεραπείας, απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του κατηγορούµενου ή καταδικασθέντος χρήστη ή ουσιοεξαρτηµένου ενώπιον του ∆ικαστηρίου στο οποίο κατηγορείται ή το οποίο τον καταδίκασε: [...] [2] 7.-
(5)Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος θεραπείας σε χρήστη ή ουσιοεξαρτημένο που κατηγορείται ενώπιον Δικαστηρίου, αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσής του μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας στο Κέντρο Θεραπείας και σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος- (α) Τηρήσει το θεραπευτικό συμβόλαιο, παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, για να επιληφθεί της υπόθεσης· (β) παραβιάσει οποιοδήποτε όρο του θεραπευτικού συμβολαίου, παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για την έναρξη ή τη συνέχιση της εκδίκασης της εναντίον του ποινικής υπόθεσης. [3] 4.-
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.
(2)Οσάκις το Δικαστήριον διατάσση ότι η ανασταλείσα ποινή δέον να εκτελεσθή, μετά ή άνευ τροποποιήσεως της αρχικής αυτής περιόδου, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως η εκτέλεσις χωρήση αμέσως ή όπως η περίοδος της φυλακίσεως αρχίση μετά την έκτισιν της ποινής της επιβληθείσης υπό του αυτού ή ετέρου Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο