← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλη Τσούκκα, Αρ. Υπόθεσης: 2980/16, 14/11/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλη Τσούκκα, Αρ. Υπόθεσης: 2980/16, 14/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2980/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Μιχάλη Τσούκκα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Πιττάτζιης Κατηγορούμενος παρών -------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε μία κατηγορία που αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 8/4/16 και περί ώρα 20:30 στη συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Ικτίνου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΗΒ 441 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο στον Λένο Αδάμου, τέως από το Παραλίμνι. Τα γεγονότα μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Στις 8.4.16 και ώρα 20:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το σαλούν όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΗΒ 441 στην οδό Ικτίνου στο Παραλίμνι με κατεύθυνση προς την οδό Αγίου Δημητρίου ως η πορεία Α επί του σχεδιαγραφήματος, Παράρτημα Α. Στην προσπάθεια του να εισέλθει στην οδό Αγίου Δημητρίου με στροφή δεξιά παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα στη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LBC 482 που οδηγούσε από τα δεξιά του στην οδό Αγίου Δημητρίου το θύμα με ευθεία πορεία ως η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος με αποτέλεσμα τα 2 οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο Χ

  1. Κατά τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε από τη μοτοσικλέτα για περίπου 18 μέτρα με αποτέλεσμα να χτυπήσει στον άσφαλτο και να τραυματιστεί σοβαρά. Παραλήφθηκε από ασθενοφόρο, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου και ακολούθως λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου στις 10 Μαΐου 2016 και ώρα 12:35 απεβίωσε. Ενημερώθηκε η Αστυνομία και η ώρα 20:50 έφτασε ο Μ14 στο κατηγορητήριο στη σκηνή και βρήκε τη μοτοσικλέτα στην τελική της θέση και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος πάνω στο αλτ της οδού Ικτίνου με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται εντός του οχήματος του. Ενημερώθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο σε κρίσιμη κατάσταση. Ετοιμάστηκε το σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ο Μ15 είχε αποφανθεί ότι το θύμα είχε αποβιώσει και ότι ο θάνατος του είχε προέλθει από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία του δυστυχήματος. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η περιγραφή του δρόμου ήταν συμβολή τύπου Τ με κύριο δρόμο την οδό Αγίου Δημητρίου και δρόμο δευτερεύουσας σημασίας την οδό Ικτίνου που είναι σηματοδοτημένη με πινακίδα STOP και άσπρη γραμμή στάσης στο οδόστρωμα. Είναι κατοικημένη περιοχή η οδός Αγίου Δημητρίου, φέρει πεζοδρόμια και στις 2 πλευρές και έχει μειωμένο ανώτατο όριο ταχύτητας μέχρι 30 χιλιόμετρα ανά ώρα και απόσταση 230 μέτρα από τη συμβολή με κατεύθυνση στον βορρά. Χωρίζεται στη μέση με άσπρη συνεχή γραμμή, υπάρχουν πινακίδες ένδειξης για μειωμένη ταχύτητα καθώς επίσης και ενδείξεις ότι υπάρχουν κυρτώματα. Ο Μ16 βρήκε μαυρίσματα ελαστικού μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος τα οποία προκλήθηκαν κατά την ώρα της σύγκρουσης των οχημάτων στο σημείο Χ1 τα οποία σημείωσε στο σχεδιαγράφημα. Επίσης κοντά στο μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας βρέθηκαν κομμάτια από τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΜΗΒ
  2. Τα οχήματα υπέστηκαν ζημιές. Στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου είχε βουλώσει το καπό μπροστά και έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας. Τα φρένα του ήταν σε καλή λειτουργήσιμη κατάσταση, τα φώτα και οι δείκτες λειτουργούσαν κανονικά. Η μοτοσικλέτα έπαθε ζημιές, δηλαδή στράβωσαν οι μπροστινές αναρτήσεις, ο μπροστινός τροχός και ο σκελετός. Επίσης το μπροστινό μέρος το οποίο αποτελείται από πλαστικά και τα φώτα καταστράφηκαν. Ο φωτισμός του δρόμου και ιδιαίτερα την ώρα του δυστυχήματος ήταν ικανοποιητικός σύμφωνα με τη μαρτυρία. Επίσης η ορατότητα του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον Μ16 εξεταστή της υπόθεσης, ήταν 135 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν με κατεύθυνση την πορεία που ερχόταν η μοτοσικλέτα από βόρεια. Η ορατότητα μετρήθηκε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και την ίδια ώρα που έγινε το δυστύχημα. Το θύμα ήταν μόλις 17, 5 χρονών και είχε γεννηθεί στις 9.06.
  3. Το σημείο Χ στο σχεδιαγράφημα στην πορεία Α του κατηγορουμένου το υπόδειξε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, σύμφωνα όμως με μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος ο κατηγορούμενος είχε μετακινήσει το όχημα του μετά το δυστύχημα προς τα πίσω, στο σημείο όπως φαίνεται στην τελική θέση Α
  4. Επίσης από περαιτέρω μαρτυρία που περισυλλέγηκε διαπιστώθηκε ότι το θύμα έφερε κράνος το οποίο όμως φαίνεται δεν το είχε προσδεδεμένο και εκτινάχθηκε με τη σύγκρουση με το όχημα του κατηγορουμένου. Όπως κάποιος από τους μάρτυρες αναφέρει η μοτοσικλέτα είχε ελαττώσει ταχύτητα πριν το κύρτωμα και μετά το κύρτωμα ανέπτυξε ταχύτητα. Δεν έγιναν εξετάσεις για την ταχύτητα της μοτοσικλέτας ή του κατηγορούμενου. Το κύρτωμα είναι 150 μέτρα από τη σκηνή. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του πελάτη του ο κος Πιττάτζιης τόνισε το λευκό του ποινικό μητρώο. Ο κατηγορούμενος για δεκαετίες στο Παραλίμνι πωλούσε ψάρια στις γειτονίες με το αυτοκίνητο του για πρώτη φορά στα 70 του χρόνια ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Τόνισε επίσης την άμεση, βασικά παραδοχή του, τη μεταμέλεια και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές. Έκανε αναφορά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, χρόνια βρογχίτιδα, σιδηροπενική αναιμία, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αρτηριακή υπέρταση, γαστρίτιδα, πρόβλημα στους δίσκους της πλάτης που προκαλεί οσφυαλγία και αδυναμία κίνησης και πρόβλημα στο δεξί πνεύμονα, τα οποία υποστήριξε με σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Ο κατηγορούμενος είναι παντρεμένος, έχει αποκτήσει δύο παιδιά, 47 και 43 ετών και 6 εγγόνια. Ένα από τα εγγόνια πάσχει από σύνδρομο Down, φοιτά σε ειδικό σχολείο από και προς το οποίο την ευθύνη μετακίνησης του έχει ο κατηγορούμενος, ειδικά σε σχέση με έκτακτα περιστατικά. Τόσο ο ίδιος και η σύζυγος του είναι συνταξιούχοι και λαμβάνουν μηνιαία σύνταξη €870.-. Ο συνήγορος είπε επίσης ότι η οικογένεια του θύματος έχει αποζημιωθεί, γεγονός που υποστηρίζεται από σχετικό πιστοποιητικό. Όσον φορά τις συνθήκες του ατυχήματος ο κος Πιττάτζιης εισηγήθηκε πως η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν μειωμένη αφού η πάροδος από την οποία εξήλθε είναι επικίνδυνη ενώ κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα δίπλα από το πεζοδρόμιο που εμπόδιζαν την απρόσκοπτη θέα του στο δρόμο. Τόνισε πως ο κατηγορούμενος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και δεν προέβη σε οποιαδήποτε παραβίαση του Νόμου ή των Κανονισμών της τροχαίας η οποία να συνιστά εγωιστική ή αλαζονική ή παραβατική οδική συμπεριφορά. Ο κος Πιττάτζιης επίσης εισηγήθηκε πως ο κατηγορούμενος εισήλθε στο δρόμο σε μήκος 1 - 2 μέτρα, συνεπώς υπήρχε χώρος προς τα δεξιά του για αποφυγή του δυστυχήματος από το θύμα ενώ το ΑΛΤ της παρόδου από την οποία εισήλθε στον κύριο δρόμο δεν είναι ευθυγραμμισμένο με το δρόμο, κάτι που φαίνεται τόσο στο σχεδιαγράφημα, όσο και στην φωτογραφία, Παράρτημα Β που παρουσίασε, ενώ δεν υπήρχε βοηθητικός καθρέφτης που να βοηθά τον εξερχόμενο οδηγό να διαπιστώσει την έλευση αυτοκινήτων στον κύριο δρόμο. Το λάθος του κατηγορούμενου που είχε το αποτέλεσμα της ανακοπής της πορείας του οχήματος του θύματος, σύμφωνα με το συνήγορο ήταν λάθος 1 - 2 δευτερολέπτων, από την πλευρά δε του θύματος στον κύριο δρόμο δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι το κράνος του θύματος δεν ήταν ασφαλισμένο με αποτέλεσμα να φύγει από το κεφάλι του και ότι ως αποτέλεσμα, η βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση ήταν η αιτία θανάτου. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το συνήγορο ο κατηγορούμενος βιώνει καθημερινά εφιάλτες της τραγικής μέρας του ατυχήματος, κάτι που δεν είναι αναστρέψιμο. Ο κος Πιττάτζιης εισηγήθηκε πως η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση στιγμιαίας απροσεξίας και αμέλειας η οποία σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώου του κατηγορούμενου και τις υπόλοιπες του συνθήκες, με βάση την ισχύουσα νομολογία δεν πρέπει να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Η Κατηγορία 1 στην οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρή. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή (βλ. άρθρο 210 του Κεφ. 154) είναι φυλάκιση μέχρι 4 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £2500 (€4271.50). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος σε τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει βαθμούς στην άδεια του. Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί πως η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής το οποίο πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βραχίμης ν. Αστυνομία

(2000)2AAΔ 527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129). Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6670 10.12.1999 "το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή". Στο στάδιο της επιβολής ποινής, το Δικαστήριο ασκεί ένα λεπτό έργο που σχετίζεται με την εξισορρόπηση δύο αντίθετων αλλά σημαντικών αρχών. Η μια αρχή είναι ότι η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του αδικήματος και η άλλη αφορά την εξατομίκευση της. Για θανατηφόρα αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το Δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου και λαμβάνοντας υπόψη ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει χρήμα και ζωές. Το Αγγλικό Εφετείο στην R. v. Guilfoyle
(1973)2 Α11 Ε.R. 844, έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, στις σελίδες 114 και 115 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης της επιβολής ποινής σε υποθέσεις θανατηφόρων δυστυχημάτων: «Στην υπόθεση R. v. Guilfoyle
(1973)2 Α11 Ε.R. 844 το Αγγλικό Εφετείο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης. Τα κριτήρια αυτά σχετίζονται μεταξύ άλλων με την υφή της αμέλειας η οποία προκάλεσε το θάνατο, και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορούμενου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο. Άλλη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου η οποία πραγματεύεται το ίδιο θέμα και επεξηγεί την εφαρμογή στην πράξη των αρχών της Guilfoyle είναι η υπόθεση R. v. Boswell
(1984)3 Α11 Ε.R. 353. Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιβολή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλέπε Attorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην υπόθεση Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, 87 επισημαίνεται ότι «Cyprus caselaw firmly establishes that imprisonment is an apposite and in aggravating cases of negligence, unavoidable mode of punishment». Στη μεταγενέστερη απόφαση Charalambous v. The Police τονίστηκε ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας, γεγονός που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στην επιλογή της ποινής». Οι πιο πάνω αρχές ακολουθήθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 A.A.Δ. 355 και Προκοπίου & άλλος ν. Αστυνομίας & άλλου
(1995)2 A.A.Δ. 73, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331 , Νίκος Χ"Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 453.) ΄Εχει δε επανειλημμένα και διαχρονικά επισημανθεί από τα Δικαστήρια ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής του είδους της ποινής όσο και του ύψους της, αλλά και πως οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλικές ζημιές είναι τεράστιες. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παραθέτω επίσης τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Πάμπακα ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487 στις σελίδες 491 - 492: «σε περιπτώσεις θανατηφόρων ατυχημάτων δεν είναι απαραίτητο να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ή οποιαδήποτε άλλη ποινή. Δεν υπάρχει δηλαδή καθιερωμένη αρχή μέτρου, αλλά επιβάλλεται ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υποθέσεως, την έκταση της ευθύνης και λαμβάνοντας υπόψη ότι το επικίνδυνο οδήγημα και τα σοβαρά επακόλουθα του στοιχίζουν και χρήμα και ζωές.» Προκύπτει ευκρινώς από την πιο πάνω απόφαση πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη διατίμηση στην επιβολή ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις. Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος δείχνουν ότι η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του Κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου και βέβαια, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες ασφαλώς, και σαν καθιερωμένη αρχή δικαίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων, κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης, τόσο από τους ιδίους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι τη σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Α 355 αφού έγινε η διαπίστωση ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν καταντήσει μάστιγα, στη σελίδα 360 έχουν λεχθεί τα εξής: «Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρηση της άδειας οδηγού.». Τα όσα λέχθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη ,πιο πάνω, υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ 191 και στην πρόσφατη απόφαση στην Π. Έφεση 168/2016 Δημοκρατίας v Άννας Γερολέμου, ημ. 28.02.17. Στην απόφαση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562) το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (πιο πάνω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου,Ποινικη Εφεση 221/2013,28.9.2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Εφεση αρ. 198/12, ημερ. 19.2.2013). Ενώπιον τέτοιας κατάστασης πραγμάτων βρισκόμαστε. Δεν είμαστε δηλαδή αντιμέτωποι με παρατεταμένη και συνεχή επικίνδυνη οδήγηση ή με συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μία εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, που απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου (ανωτέρω)). Το παραδεκτό γεγονός του χρόνου του ενός δευτερολέπτου που μεσολάβησε από τη στιγμή δημιουργίας του κινδύνου και της επέλευσης του δυστυχήματος, είναι καίριο στοιχείο, που από μόνο του επιμαρτυρεί το στιγμιαίο της αμέλειας του Εφεσίβλητου. Η προηγούμενη δε οδήγηση δεν ενείχε το στίγμα του εγωισμού ή της συνειδητής αδιαφορίας, αφού, όπως είναι παραδεκτό, η ταχύτητά του ήταν λιγότερη από 30 χαω, τέτοιας δηλαδή έκτασης που παρείχε την ευχέρεια ελέγχου κατά την οδήγηση. Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν είχε επαρκή εποπτεία της συγκεκριμένης σκηνής - διασταύρωσης πεζών -, ούτε και αντιλήφθηκε εγκαίρως το θύμα στην προσπάθειά του να διασταυρώσει, ούτως ώστε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα, συνιστά ακριβώς το υπόβαθρο επί του οποίου εδράσθηκε και η ποινική ευθύνη του. Εάν δεν υπήρχε τέτοιας μορφής παράλειψη δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και η οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά στη βάση του άρθρου 210. Αυτό όμως που εξετάζεται και είναι κρίσιμο στα πλαίσια της έφεσης δεν είναι πλέον ο εντοπισμός ποινικής ευθύνης, αφού κάτι τέτοιο έχει γίνει ήδη παραδεκτό από τον Εφεσίβλητο, αλλά η φύση και η έκταση της αμέλειάς του και ο επακριβής προσδιορισμός της για σκοπούς επιβολής ποινής, με βάση το πιο πάνω άρθρο και των νομολογιακών παραμέτρων που διέπουν αυτό το ζήτημα». Έχοντας ως υπόβαθρο τα ενώπιον μου γεγονότα και τη νομολογία, κυρίως την αρχή ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων ανθρώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στην παρούσα υπόθεση ενδείκνυται η επιβολή φυλάκισης. Από τα γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά και οι πράξεις του Κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου δεν εμπεριέχουν οποιοδήποτε στοιχείο συνειδητής αδιαφορίας ή συνειδιτής παραγνώρισης κινδύνου ή εγωιστικής ή επικίνδυνης χρήσης του δρόμου. Η αμέλεια του Κατηγορουμένου συναρτάται περισσότερο με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων όπως ο επηρεασμός από το ποτό (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115) ή συνειδητοποίηση του κινδύνου και εμμονή εκ της φύσης της επικίνδυνης συμπεριφοράς (βλ. Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73.) Εδώ δεν υπήρχε το στοιχείο της υπερβολικής ταχύτητας στην οδήγηση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε καλή κατάσταση. ΄Εχω την άποψη πως η απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν το αποτέλεσμα στιγμιαίου σφάλματος ή αβλεψίας (Βλ. Χατζηϊωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Η παράλειψη του κατηγορούμενου να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο παρά τον επαρκή φωτισμό και την υφιστάμενη ορατότητα με αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας του μοτοποδηλάτου οφείλετο σε στιγμιαία, ουσιαστικά, παραγνώριση κινδύνου. Η παράλειψη αντίληψης της παρουσίας του μοτοποδηλάτου ήταν, αναντίλεκτα, στιγμιαία ή εν πάση περιπτώση συνιστούσε ενέργεια απέχουσα από την περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας. Επρόκειτο για μία λανθασμένη κίνηση της στιγμής, η προηγούμενη οδήγηση του εφόσον οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα δεν ενείχε το στίγμα εγωιστικής συμπεριφοράς, η δε παράλειψη του δεν συνδυάζεται με άλλη τροχαία παράβαση. Ενόψει της υφής της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου κρίνω πως η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στην παρούσα περίπτωση. Όλα τα νομολογημένα στοιχεία υπέρ ενός κατηγορούμενου θα πρέπει να συνυπολογίζονται στην επιμέτρηση της ποινής και η εξατομίκευση αποτελεί προαπαιτούμενο στη λήψη της τελικής απόφασης. Ακόμα και εκεί που αποφασίζεται επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, το καθήκον της εξατομίκευσης δεν ατονεί. Από την άλλη η διαδικασία εξατομίκευσης δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 A.A.Δ. 132 και Σολωμού ν. Αστυνομίας
(1991)2 A.A.Δ. 324). Στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβω υπόψη μου και θα δώσω τη δέουσα βαρύτητα στην παραδοχή του Κατηγορουμένου, στο λευκό του ποινικό μητρώο, αφού φαίνεται να ήρθε αντιμέτωπος με το Νόμο για πρώτη φορά στα 70 του χρόνια, στη μεταμέλεια του, στην ηλικία του, στις προσωπικές του περιστάσεις, την κατάσταση της υγείας του καθώς και ότι άλλο έχει προταθεί για σκοπούς μετριασμού της ποινής κατά την αγόρευση του δικηγόρου του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνέπειες που το δυστύχημα είχε για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, τη θλίψη του και τις ενοχές του που συνιστούν μετριαστικό για την ποινή παράγοντα. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Τονίζω ότι όπως και στην πιο πάνω απόφαση ο κατηγορούμενος μπορεί δίκαια να χαρακτηριστεί ως νομοταγής πολίτης. Σταθμίζοντας λοιπόν από τη μια τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως την έχω εκθέσει πιο πάνω και από την άλλη τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μου είμαι της άποψης ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα προσέδιδε και την απαιτούμενη βαρύτητα στη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά περιέχει και το στοιχείο της αποτροπής. Όσον αφορά την στέρηση της άδειας οδηγού αυτή αποτελεί μέρος της ποινής (βλ. Mirrachis v. Police
(1965)2 C.L.R. 28) και πρέπει να εξετάζεται με προσοχή ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Lazarou v. Police
(1970)2 C.L.R. 18). Ο σκοπός της στέρησης είναι η προστασία της κοινωνίας μάλλον παρά η τιμωρία (βλ. Louroutziatis v. Police
(1983)2 C.L.R. 125), το δε επάγγελμα του κατηγορούμενου από μόνο του δεν θεμελιώνει «ειδικούς λόγους» (βλ. Havatzias v. Police
(1980)2 C.L.R. 195, Γερμανός ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 348). Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (Βλ. Stylianou v. Police
(1962)C.L.R.152, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). ΄Εχει νομολογηθεί πως οι ειδικοί λόγοι που μπορεί ένα Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να μην ακυρώσει άδεια δεν περιλαμβάνουν μόνο τα περιστατικά του αδικήματος αλλά επεκτείνονται και στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. (βλ. Drakos v. Police
(1969)2 CLR 16, Πουλλής ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 57). Στην παρούσα υπόθεση οι λόγοι που έχουν προβληθεί από το δικηγόρο του Κατηγορούμενου για να μην αποστερηθεί ο Κατηγορούμενος της ικανότητας του κατέχειν ή λαμβάνειν άδεια οδήγησης αποτελούν λόγους μείωσης του εύρους της ποινής στέρησης παρά λόγους για μη στέρηση. Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα ως άνω και αφού έχω σταθμίσει κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο χρηματική ποινή €3.000.-. Επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο 12 μηνών από σήμερα. Η αποστέρηση της ικανότητας του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο να κοινοποιηθεί από τον Πρωτοκολλητή στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. (Υπ) .............. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.