← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αντώνη Μάρκου, Αρ. Υπόθεσης: 2285/15, 9/11/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Αντώνη Μάρκου, Αρ. Υπόθεσης: 2285/15, 9/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2285/15 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Αντώνη Μάρκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Χ΄ Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Τραμουντάς μαζί με τον κ. Χάσικο Κατηγορούμενος παρών -------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή σε μία κατηγορία που αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 15/4/14 στην οδό Γιαννάκη Τζιοβάνη στο Φρέναρος της Επαρχία Αμμοχώστου και λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο στον Costel Ciurca Petru, 32 ετών τέως από τη Ρουμανία. Συγκεκριμένα ενώ ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος για την ανόρυξη του αυλακιού και μηχανοδηγός της εταιρείας με την επωνυμία ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΤΣΙΟΥ (ΣΤΥΛΙΩΤΕΣ) ΛΤΔ, παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για αποτροπή της κατάρρευσης της εκσκαφής και έδωσε οδηγίες να κατέβει ο Costel Ciurca εντός του αυλακιού σε βάθος περίπου 5 μέτρων για ενασχόληση με εργασίες τοποθέτησης πλαστικών σωλήνων εντός αυτού με αποτέλεσμα να καταπλακωθεί από χώμα μετά από κατάρρευση του χωμάτινου πυθμένα υφιστάμενου αγωγού και να τραυματιστεί θανάσιμα. Τα γεγονότα που καλύπτουν την παρούσα υπόθεση όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν τα ακόλουθα: Στις 15/10/14, γύρω στις 6:15 είχε ληφθεί πληροφορία στον Αστυνομικό σταθμό της Δερύνειας σύμφωνα με την οποία στην οδό Γιαννάκη Τζιοβάνη στο Φρέναρος όπου εκτελούνταν έργα για δημιουργία αποχετευτικού συστήματος των χωριών Φρενάρου - Βρυσούλων υπήρχε εργατικό ατύχημα. Αστυφύλακες του σταθμού μεταξύ των οποίων η Μ28 ως εξεταστής μετέβηκαν στο μέρος όπου απέκλεισαν τη σκηνή και προέβησαν στις ανάλογες εξετάσεις. Από τις εξετάσεις διαφάνηκε ότι τη δεδομένη στιγμή του ατυχήματος μέσα σε σκαμμένο από εκσκαφέα αυλάκι μαζί με τον θανόντα βρισκόταν ο Μ2, ο οποίος, όπως ανέφερε, πήρε οδηγίες από τον κατηγορούμενο να κατέβει μαζί με τον θανόντα στο αυλάκι σε βάθος περίπου 5 μέτρων για την εκτέλεση εργασίας. Δεν είχε οπτική επαφή με τον θανόντα όμως μπορούσε να ακούσει καθαρά τι του έλεγε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου όπως εργάζονταν και ίσιωναν το υπέδαφος με φτυάρια άκουσε τον θανόντα να λέει πως κάτι πέφτει. Ο ίδιος πετάχτηκε απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ήταν και είχε καλυφθεί και ο ίδιος με χώματα και αμέσως σε μια στιγμή όταν γύρισε να δει τον θανόντα δεν μπορούσε να τον εντοπίσει οπουδήποτε παρά μόνο πρόσεξε ένα σωρό από χώματα να τον είχαν καλύψει και φώναξε σε βοήθεια. Κατέφτασαν άλλοι εργάτες και οι Μ 1 και 3 προσπάθησαν να απεγκλωβίσουν τον θανόντα από τη σορό όμως δεν τα κατάφεραν. Έφτασε στο μέρος πυροσβεστική και ο Μ18 κατάφερε να απεγκλωβίσει τον θανόντα. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, ο οποίος προήλθε από ασφυξία συνεπεία καταπλάκωσης από όγκο χώματος, όπως αναφέρει ο ιατροδικαστής στην έκθεση που συνέταξε. Όπως φαίνεται από την μαρτυρία ο κατηγορούμενος ήταν ο μηχανοδηγός και επιβλέπον στο έργο στον οποίο είχαν δοθεί οδηγίες από τον Μ5, στην παρουσία και άλλων προσώπων όπως προβεί σε θωράκιση των τοιχωμάτων του αυλακιού προκειμένου να μην καταρρεύσει, θωράκιση η οποία θα γινόταν με μεταλλικά καλούπια αντιστήριξης. Ο Μ5, ο οποίος είναι εκτελεστικός μηχανικός του τμήματος αναπτύξεως υδάτων και ο οποίος είχε την ευθύνη του έργου, συγκεκριμένα είχε απαγορεύσει να μπουν στο αυλάκι οποιοιδήποτε εργάτες πριν τοποθετηθούν τα μεταλλικά καλούπια αντιστήριξης. Ως ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ο ίδιος δεν θεώρησε ότι θα ήταν επικίνδυνο και έτσι επέτρεψε ή και έδωσε οδηγίες στο θύμα και στον Μ2 να κατεβούν μέσα στο αυλάκι με αποτέλεσμα τον θάνατο του θύματος. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «δεν παραδέχομαι». Ο κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Οι συνήγοροι του κατηγορούμενου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του αναφέρθηκαν στην ηλικία του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι ηλικίας 42 ετών, είναι ελεύθερος και έχει τρία παντρεμένα ενήλικα αδέρφια. Ο πατέρας του απεβίωσε το Μάρτιο 2017. Τόνισαν τον καλό χαρακτήρα του πελάτη τους, ο οποίος ήταν και είναι ευσυνείδητος, εργατικός και φιλήσυχος και είχε άριστες σχέσεις με τους υπόλοιπους εργάτες περιλαμβανομένου του θύματος τόσο στη δουλειά όσο και στον ελεύθερο του χρόνο, έδειχνε δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τους εργάτες όσο και τις οικογένειες τους. Έχει λυπηθεί βαθιά για το θάνατο του θύματος και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει. Αναφέρθηκαν επίσης στον καλό του χαρακτήρα, το έντιμο και άσπιλο παρελθόν του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Οι συνήγοροι επικαλέστηκαν επίσης το γεγονός ότι η οικογένεια του θανόντα έχει αποζημιωθεί για το θάνατο του με βάση ασφαλιστήριο συμβόλαιο που διατηρούσε προς όφελος του η εταιρεία ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΤΣΙΟΥ (ΣΤΥΛΙΩΤΕΣ) ΛΤΔ, εργοδότρια του. Σε σχέση με την αποζημίωση κατατέθηκαν σχετικά πιστοποιητικά. Πρόσθεσαν ότι έχουν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος παρέλθει περίπου 3 ½ χρόνια, γεγονός που αποτελεί μετριαστικό παράγοντα και καθιστά ανεπιθύμητη την ποινή φυλάκισης. Τέλος οι συνήγοροι εισηγήθηκαν πως τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης τυχόν ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης οι συνήγοροι εισηγήθηκαν ότι το γεφύρι και ο αγωγός όμβριων υδάτων εντοπίστηκαν με την εξέλιξη των εργασιών και ως εκ τούτου η εκτίμηση των πιθανών κινδύνων έγινε επί τόπου και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου και όχι προηγουμένως, γεγονός που υποστηρίζεται από τη διερεύνηση του εκτελεστικού Μηχανικού του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων. Το ατυχές γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος μεμονωμένη, ενώ τη στιγμή του ατυχήματος ήταν μόνος του ως μηχανοδηγός της πιο πάνω εταιρείας στη σκηνή. Οι συνήγοροι πρόσθεσαν ότι για σχεδόν ταυτόσημο αδίκημα με το παρόν κατηγορήθηκε εκ μέρους του Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας η ποινική Υπόθεση υπ΄ αρ. 955/15 που βασιζόταν στα στα ίδια γεγονότα και επιβλήθηκαν €9.000 πρόστιμο στην εργολάβο ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ενώ οι κατηγορίες εναντίον των άλλων κατηγορουμένων ανεστάληκαν, γεγονός που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής του. Η Κατηγορία 1 στην οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρή. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή (βλ. άρθρο 210 του Κεφ. 154) είναι φυλάκιση μέχρι 4 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £2500 (€4271.50). Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί πως η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής το οποίο πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βραχίμης ν. Αστυνομία

(2000)2AAΔ 527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, 270 - Βλ. και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129). Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6670 10.12.1999 "το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή". Στο στάδιο της επιβολής ποινής, το Δικαστήριο ασκεί ένα λεπτό έργο που σχετίζεται με την εξισορρόπηση δύο αντίθετων αλλά σημαντικών αρχών. Η μια αρχή είναι ότι η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του αδικήματος και η άλλη αφορά την εξατομίκευση της. Το Αγγλικό Εφετείο στην R. v. Guilfoyle
(1973)2 Α11 Ε.R. 844, έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, στις σελίδες 114 και 115 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης της επιβολής ποινής σε υποθέσεις θανατηφόρων δυστυχημάτων: «Στην υπόθεση R. v. Guilfoyle
(1973)2 Α11 Ε.R. 844 το Αγγλικό Εφετείο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης. Τα κριτήρια αυτά σχετίζονται μεταξύ άλλων με την υφή της αμέλειας η οποία προκάλεσε το θάνατο, και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορούμενου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο. Άλλη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου η οποία πραγματεύεται το ίδιο θέμα και επεξηγεί την εφαρμογή στην πράξη των αρχών της Guilfoyle είναι η υπόθεση R. v. Boswell
(1984)3 Α11 Ε.R. 353. Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιβολή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλέπε Attorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην υπόθεση Pamporis v. Police
(1985)2 C.L.R. 85, 87 επισημαίνεται ότι «Cyprus caselaw firmly establishes that imprisonment is an apposite and in aggravating cases of negligence, unavoidable mode of punishment». Οι πιο πάνω αρχές ακολουθήθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241, Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 A.A.Δ. 355 και Προκοπίου & άλλος ν. Αστυνομίας & άλλου
(1995)2 A.A.Δ. 73, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331 , Νίκος Χ"Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 453.) Σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παραθέτω επίσης τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Πάμπακα ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487 στις σελίδες 491 - 492: «σε περιπτώσεις θανατηφόρων ατυχημάτων δεν είναι απαραίτητο να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ή οποιαδήποτε άλλη ποινή. Δεν υπάρχει δηλαδή καθιερωμένη αρχή μέτρου, αλλά επιβάλλεται ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υποθέσεως, την έκταση της ευθύνης και λαμβάνοντας υπόψη ότι το επικίνδυνο οδήγημα και τα σοβαρά επακόλουθα του στοιχίζουν και χρήμα και ζωές.» Προκύπτει ευκρινώς από την πιο πάνω απόφαση πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη διατίμηση στην επιβολή ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις. Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος δείχνουν ότι η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του Κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου και βέβαια, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες ασφαλώς, και σαν καθιερωμένη αρχή δικαίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Α 355 αφού έγινε η διαπίστωση ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν καταντήσει μάστιγα, στη σελίδα 360 έχουν λεχθεί τα εξής: «Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρηση της άδειας οδηγού.». Τα όσα λέχθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη ,πιο πάνω, υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ 191 και στην πρόσφατη απόφαση στην Π. Έφεση 168/2016 Δημοκρατίας v. Άννας Γερολέμου, ημ. 28.02.17. Η παρούσα βέβαια υπόθεση δεν εμπίπτει στην κατηγορία των τροχαίων θανατηφόρων ατυχημάτων αφού εδώ ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε ενόψει των παραλείψεων του κατηγορούμενου, προσθέτω δε πως η συχνότητα τέτοιων ατυχημάτων δεν είναι τέτοια που να καθιστά το στοιχείο της αποτροπής έντονο. Η αμέλεια του κατηγορούμενου στην παρούσα περίπτωση δεν συναρτάται με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία αλλά η συμπεριφορά του και οι πράξεις του εμπεριέχουν στοιχεία αδιαφορίας για την ασφάλεια του θύματος. Έχω επίσης υπόψη ότι το αδίκημα άπτεται της ασφάλειας των εργοδοτουμένων, τομέας στον οποίο η κοινωνία επιδεικνύει αυξανόμενη ευαισθησία λόγω σεβασμού προς την ανθρώπινη ζωή και υγεία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 ΑΑΔ 573. Όλα τα νομολογημένα στοιχεία υπέρ ενός κατηγορούμενου θα πρέπει να συνυπολογίζονται στην επιμέτρηση της ποινής και η εξατομίκευση αποτελεί προαπαιτούμενο στη λήψη της τελικής απόφασης. Ακόμα και εκεί που αποφασίζεται επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, το καθήκον της εξατομίκευσης δεν ατονεί. Από την άλλη η διαδικασία εξατομίκευσης δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 A.A.Δ. 132 και Σολωμού ν. Αστυνομίας
(1991)2 A.A.Δ. 324). Στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβω υπόψη μου και θα δώσω τη δέουσα βαρύτητα στην παραδοχή του Κατηγορουμένου, στο λευκό του ποινικό μητρώο, αφού φαίνεται να ήρθε αντιμέτωπος με το Νόμο για πρώτη φορά στα 42 του χρόνια, στην ηλικία του, στις προσωπικές του περιστάσεις, το γεγονός ότι εχει αποζημιώσει την οικογένεια του θύματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνέπειες που το δυστύχημα είχε για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, τη θλίψη του και τις ενοχές του που συνιστούν μετριαστικό για την ποινή παράγοντα. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Πέραν των πιο πάνω δεδομένων, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104). Σταθμίζοντας λοιπόν από τη μια τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως την έχω εκθέσει πιο πάνω και την υφή της αμέλειας και από την άλλη τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μου είμαι της άποψης ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι μετριαστικoί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλούνται στην έκταση της. Ως εκ τούτου επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 1 έτους. Θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων για αναστολή της ποινής. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 προβλέπει ότι: «Tο δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Το θέμα απασχόλησε πολλές φορές το εφετείο, ενδεικτικά στις πρόσφατες υποθέσεις Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Κονιζίδου ν. Αρέστη (αρ.2)
(2009)Α.Α.Δ. 519, Κωνσταντίνου ν. της Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449. Οι αρχές οι οποίες πρέπει να ισχύουν όταν εξετάζεται τα ενδεχόμενο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για έκδοση ή όχι ενός τέτοιου διατάγματος, είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης, το ποινικό μητρώο και η διαγωγή του κατηγορούμενου. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και κατόπιν προβληματισμού θεωρώ ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, η παραδοχή του, ο πρότερος βίος του, ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα χωρίς ο κατηγορούμενος να επιδείξει άλλη αξιόποινη συμπεριφορά δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να αναστείλει την έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ) .............. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.