ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Σπαρτιάτη, Αρ. Υπόθεσης: 2610/2016, 28/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2610/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- Σπύρου Σπαρτιάτη Κατηγορούμενου ------- Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Παντελή. Για κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Νικολάου (για να ακούσει απόφαση η κα Ε.Ζουβάνη) Κατηγορούμενος παρών. ------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία 1 Αφού ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις Κατηγορίες 2, 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου και αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την Kατηγορία 5, παρέμεινε προς εκδίκαση η Kατηγορία 1 επί του κατηγορητηρίου, που είναι η αμελής οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)και
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 10/7/2016 και ώρα 21:45 στη Λεωφόρο Πρωταρά - Κάβο Γκρέκο στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής LBS804 μη καταβάλλοντας την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν συνολικά 4 μάρτυρες κατηγορίας (μεταξύ τους και η παραπονούμενη - Μ.Κ.2.) κι έχουν κατατεθεί 8 Τεκμήρια. Μαρτυρία, αφού κλήθηκε σε απολογία, έδωσε και ο κατηγορούμενος, υποκείμενος και σε αντεξέταση από την κατηγορούσα αρχή. Τα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Είναι νομολογημένο ότι αρκεί η σύνοψη της μαρτυρίας. Στην Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 αναφέρθηκε ότι: « Ότι απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 C.L.R. 235 και Pioneer Candy Ltd v .Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540)» Ο Μ.Κ.1 Τάσος Δημητρίου, Α/Αστυφύλακας 1771, υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του ημερομηνίας 30/8/2016 (Τεκμήριο 1) στην οποία και αναφέρεται στο ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου και στην επίσκεψή του στις 11/7/2016 σε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στις 10/7/2016 που με ενεχόμενο όχημα μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και την πεζή Amanda Jane Shepard. Καθ΄ υπόδειξη των εμπλεκομένων στο δυστύχημα πήρε τα σχετικά μέτρα της σκηνής και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το οποίο οι εμπλεκόμενοι συμφώνησαν και το υπέγραψαν (Τεκμήριο 2 βάσει του οποίου κι ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 3). Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του Μ.Κ.
- Τεκμήριο 1, το δυστύχημα έλαβε χώρα σε βραδινή ώρα (21:45). ο δρόμος ήταν φωτιζόμενος και η άσφαλτος ήταν καλής επιφάνειας. Ο δρόμος ήταν ξηρός και καθαρός, βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή και το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Το πλάτος του δρόμου ήταν 7.90 μέτρα περίπου. Επίσης, στα αριστερά του δρόμου ως προς την πορεία του ενεχόμενου οχήματος υπήρχε πεζοδρόμιο πλάτους 2.50 μέτρα, πάνω στο οποίο υπήρχαν φυτεμένοι θάμνοι. Ένας εκ των θάμνων προεξείχε από το πεζοδρόμιο και επεκτεινόταν μισό μέτρο εντός του δρόμου. Όσον αφορούσε την ορατότητα, ως αναφέρεται στην κατάθεση, λόγω του ότι ο δρόμος είχε ελαφριά στροφή από την κατεύθυνση που προερχόταν ο κατηγορούμενος και λόγω του ότι υπήρχαν φυτεμένοι θάμνοι και ειδικότερα ένας θάμνος ήταν ύψους 2.10 μέτρα και προεξείχε μισό μέτρο εντός του δρόμου, η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν περιορισμένη σύμφωνα με την πορεία του. Τραυματίας από το δυστύχημα ήταν η Amanda Jane Shepard η οποία εξετάστηκε από ιατρό που διαπίστωσε τραυματισμούς σε διάφορα σημεία του σώματός της. Κατέθεσε επίσης ο Μ.Κ.1 το Τεκμήριο 2, πρόχειρο σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος και το Τεκμήριο 3 σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Εξήγησε δε τη θέση των μερών σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα. Ενημερώθηκε από την παραπονούμενη, την επόμενη μέρα του δυστυχήματος, Για την υπόθεση η παραπονούμενη προσήλθε στην Αστυνομία στις 11/7/
- Ο Μ.Κ.1, στην παρουσία των εμπλεκομένων, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) το οποίο και εξήγησε στο Δικαστήριο. Η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία πορευόταν ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα, είχε πλάτος 4 μέτρα. Η περιοχή ήταν κατοικημένη. Υπήρχε οδικός φωτισμός με λαμπτήρες ηλεκτρικής σε μεταλλικούς πασσάλους. Αναφερόμενος σε ανθώνα ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο σχεδιάγραμμα και μέρος του οποίου βρισκόταν εντός του δρόμου, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αυτός απείχε 1.40 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και είχε πλάτος 2.5 μέτρα. Από το σημείο της σύγκρουσης, σε ευθεία πορεία, υπήρχε ορατότητα κατά μήκος 87 μέτρων. Σε σχέση με την πορεία του κατηγορούμενου η ορατότητα προς την πεζή προσδιορίστηκε περίπου στα 20 μέτρα με δεδομένη και την ύπαρξη θάμνου που ήταν εντός του δρόμου και καθιστούσε την ορατότητα περιορισμένη. Την ορατότητα, την μέτρησε ο ίδιος προσωπικά και περπάτησε την απόσταση. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι τα 4 μέτρα στα οποία αναφερόταν είναι το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας μέχρι τον ανθώνα και όχι μέχρι το πεζοδρόμιο. Συμφώνησε ότι η ορατότητα ενός οδηγού επηρεαζόταν από την απόσταση που βρισκόταν ο ίδιος σε σχέση με τον ανθώνα δεχόμενος ότι θα ήταν διαφορετική αν ο οδηγός βρισκόταν στο 1 μέτρο από το αν αυτός βρισκόταν στα 3 μέτρα από αυτόν. Ο ίδιος μέτρησε την απόσταση από το Γ1 (θάμνος που προεξείχε) μέχρι το σημείο που βρισκόταν η παραπονούμενη, βασιζόμενος στο κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας. Δεν ξέρει ο ίδιος όμως σε ποιο σημείο οδηγείτο η μοτοσικλέτα. Δέχθηκε ότι αν η απόσταση της ορατότητας του κατηγορούμενου προς το σημείο της σύγκρουσης που ήταν 18-20 μέτρα ήταν στο 1 μέτρο επί του πλάτους του δρόμου από το σημείο που ξεκινούσε ο δρόμος, η ορατότητα θα ήταν μειωμένη. Δέχθηκε ένας οδηγός μοτοσικλέτας μπορεί συνήθως να οδηγεί για λόγους ασφαλείας σε απόσταση 50 έως 70 εκ. από το σημείο που ξεκινά το πεζοδρόμιο. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης δεν ερευνήθηκε κατά πόσο υπάρχουν πάσσαλοι με λαμπτήρες φωτισμού κοντά από αυτό αλλά ανέφερε ότι μεταξύ τους οι πάσσαλοι μπορεί να απέχουν από 25 έως 30 μέτρα. Δέχθηκε όμως , ότι σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα και το σταθερό σημείο που αναφερόταν επί αυτού ότι ο πλησιέστερος πάσσαλος ήταν 7.60 μέτρα και ο επόμενος αυτού γύρω στα 18 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Ανέφερε ότι κατά την ώρα που επισκέφθηκε την σκηνή δεν γνωρίζει αν λειτουργούσαν οι λαμπτήρες επί των πασσάλων στο μέρος αλλά ότι το βράδυ λειτουργούσαν κανονικά. Ως ανέφερε, όταν και του έγινε σχετική υποβολή, δεν μπορεί να γνωρίζει αν κατά τη συγκεκριμένη ώρα του δυστυχήματος λειτουργούσαν ο λαμπτήρας στον πάσσαλο που προσδιοριζόταν ως σταθερό σημείο Ο στο σχεδιαγράφημα και ο επόμενος αυτού. Δεν θυμάται ποια ακριβή ώρα καταγγέλθηκε το περιστατικό από την παραπονούμενη. Έδειξε να μη θυμάται ιδιαίτερες λεπτομέρειες σε σχέση με το πώς καταγράφηκαν από τον ίδιο συγκεκριμένοι τραυματισμοί της παραπονούμενης αλλά νομίζει του αναφέρθηκε ότι αυτή νοσηλεύθηκε στην κλινική VALESSIA. H Μ.Κ.2 παραπονούμενη, Amanda Jane Sheppard, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, η παραπονούμενη κατάγεται από την Αγγλία και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 29/6/
- Το βράδυ της 10/7/16, γύρω στις 9:45, μαζί με μία φίλη της προσπαθούσαν να διασταυρώσουν το δρόμο έξω από το ξενοδοχείο τους. Πριν διαπιστώσουν το δρόμο κοίταξε και στις δύο κατευθύνσεις και υπήρχαν δύο αυτοκίνητα που κατέβαιναν κάτω στο δρόμο. Μόλις αυτά πέρασαν, έλεγξε και πάλι το δρόμο και ξεκίνησε να διασταυρώνει γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Έκανε δύο βήματα και μετά είδε τη μοτοσικλέτα και θεωρώντας ότι θα κτυπούσε τη φίλη της φώναξε να την προειδοποιήσει και πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος έκανε ελιγμό για να την αποφύγει και στη συνέχεια κτύπησε εκείνη. Έπεσε στο έδαφος αλλά σηκώθηκε πίσω αμέσως. Μόλις όμως σηκώθηκε, ένιωσε πόνο στον καρπό της, είδε τον οδηγό να σηκώνεται στο έδαφος και πολλοί άνθρωποι βγήκαν έξω από το ξενοδοχείο. Δεν μπορούσε να δει αριθμούς εγγραφής γιατί πονούσε και ήταν σε κατάσταση σοκ. Σε σχέση με τον οδηγό θυμάται ότι αυτός ήταν άρρεν 20-25 ετών και λεπτός. Αν τον έβλεπε ξανά δεν νομίζει ότι θα τον αναγνώριζε. Το ασθενοφόρο της πολυκλινικής VALESSIA μετέβη στο σημείο και την μετέφερε στην κλινική και της τοποθέτησαν επίδεσμο στον καρπό και στην συνέχεια μετέβηκε στο Νοσοκομείο στο Παραλίμνι για ακτινογραφίες. Ο γιατρός επιβεβαίωσε διάφορα τραύματα της στον καρπό και στον αριστερό της ώμο, στο δεξί της αγκώνα και στο αριστερό της γόνατο. Όταν θα επιστρέψει στην πατρίδα της πρέπει να της γίνει εγχείρηση στον καρπό. Έχει παράπονο για το ατύχημα. Η παραπονούμενη αναγνώρισε την υπογραφή της επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος. Ανέφερε ότι τον οδηγό δεν τον είδε πολύ πριν την πρόσκρουση. Η φίλη της σε σχέση με την ίδια ήταν στα δεξιά της λίγο πιο μπροστά από εκείνη. Ο κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του για να αποφύγει την φίλη της αλλά κτύπησε εκείνη. Η ίδια περπατούσε αργά και είχε κάνει 1-2 βήματα εντός του δρόμου, ένα με ενάμισι μέτρο. Σε καταγγελία προέβηκε την επόμενη μέρα μετά που είχε βγει από το Νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είχε μεταφερθεί σε δεύτερο νοσοκομείο με ασθενοφόρο αλλά η έξοδός της την πρώτη μέρα ήταν από το πρώτο νοσοκομείο όπου της είχαν γίνει ακτινογραφίες. Δεν ήθελε η ίδια να εγχειριστεί στην Κύπρο. Ο γιατρός της έβαλε το χέρι της σε γύψο και όταν πήγε στην Αγγλία σε τοπικό της νοσοκομείο της έκαναν εγχείρηση. Όταν επισκέφθηκε την αστυνομία δεν της ζητήθηκαν τα ιατρικά της πιστοποιητικά. Δεν είχε οτιδήποτε στην κατοχή της εκείνη τη στιγμή. Ούτε μέχρι την ημέρα που έφυγε από την Κύπρο παρουσίασε στην Αστυνομία ιατρικό πιστοποιητικό. Δεν είχε δει τον κατηγορούμενο μέχρι που διασταύρωσε το δρόμο. Τη μοτοσικλέτα και τον κατηγορούμενο τους είδε όταν είχε κάμει το δεύτερο βήμα στο δρόμο αφού προηγουμένως ήλεγξε το δρόμο και ήταν καθαρός. Η φίλη της πρέπει να είναι 50-70 εκ. πιο μπροστά και ήταν περίπου στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας. Η ορατότητα την οποία είχε (εννοούσε κοιτώντας προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε στη συνέχεια ο κατηγορούμενος) μεγαλύτερη από 15 μέτρα, πιθανό 30 μέτρα ως ανέφερε η ίδια. Δεν θυμάται η ίδια την σύγκρουση λεπτομερώς, νομίζει ότι έπεσε στο έδαφος κι έκανε τούμπα. Επέμενε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να πέφτει αλλά μόνο να σηκώνεται. Δέχθηκε ότι πιο πάνω στο δρόμο υπήρχε μια ελαφριά στροφή από εκεί που ερχόταν ο κατηγορούμενος. Δεν γνώριζε αν η μοτοσικλέτα έτρεχε. Ο γιατρός του δεύτερου νοσοκομείου δεν μιλούσε καλά αγγλικά, αλλά της ανέφερε ότι θα χρειαζόταν εγχείρηση. Ο γιατρός μετά την ακτινογραφία ο γιατρός διαπίστωσε πρόσφατο κάταγμα. Πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε πρόσωπο με πρόσωπο αλλά έδειξε να μην το γνωρίζει με βεβαιότητα. Δε μίλησε με τον κατηγορούμενο μετά το περιστατικό. Η ίδια το μόνο που θυμάται ήταν να περπατά και να κρατά τον καρπό της. Η ίδια είχε ασφάλεια ταξιδιού στην Κύπρο. Ταξίδεψε κατόπιν άδειας από τον γιατρό το πρωί της 13ης Ιουλίου, ο οποίος μετά που είδε τις ακτινογραφίες της ανέφερε ότι μπορούσε να ταξιδέψει. Δεν νοσηλεύθηκε στην κλινική περισσότερο από ένα βράδυ αλλά την επισκεπτόταν κάθε μέρα για να της αλλάζουν επίδεσμο και να της ελέγχουν το γύψο. Η ίδια παρακάλεσε τον κατηγορούμενο να μην φύγει ζητώντας τις λεπτομέρειες της ασφάλειας του αλλά εκείνος ανέβηκε στην μοτοσικλέτα του και έφυγε (ερωτώμενη γιατί δεν το είπε αυτό στην κατάθεσή της, είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν το ανέφερε). Η Μ.Κ.3, Αστυφ. 3974, Φλώρα Μολέσκη ουσιαστικά κατέθεσε ως Τεκμήρια δική της κατάθεση (Τεκμήριο 6), στην οποίαν και αναφέρεται σε κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 11/7/2016 και σε γραπτή απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος, κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 11/07/2016 (Τεκμήριο 7), και σε γραπτή κατηγορία στην οποίαν απάντησε ο κατηγορούμενος σε 4 αδικήματα, δηλώνοντας παραδοχή (Τεκμήριο 8). Στο σημείο αυτό κρίνω σημαντικό να αναφερθώ στο Τεκμήριο 7, όπου, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: « Ενώ οδηγούσα στη Λεωφόρο Πρωταρά σε κάποιο σημείο του δρόμου, κοντά στο Αντρεώτης Apartments επειδή ήταν σκοτεινά δεν πρόσεξα 2 κοπέλες που διασταύρωναν τον δρόμο από τον Αντρεώτη προς την άλλη πλευρά με αποτέλεσμα να τις χτυπήσω. Αυτές έβγαιναν μέσα από θάμνους και έτσι ήταν πιο δύσκολό μου να τις προσέξω. Τις κοπέλες τις είχα δει περίπου στα 10 μέτρα πριν τις χτυπήσω και δεν θυμάμαι τι χρώμα ρούχα φορούσαν. Εγώ δεν έτρεχα και φορούσα το κράνος μου. Εγώ θυμάμαι ότι δεν τις χτύπησα απευθείας αλλά τις χτύπησα όταν είχα πέσει κάτω στο δρόμο μετά και από την προσπάθειά μου να τις αποφύγω.» Ο Μ.Κ.4 Δρ. Βάσος Βασιλείου είναι ιατρός, ειδικός παθολόγος και εργάζεται στην πολυκλινική VALESSIA. Αναφέρθηκε σε εξέταση της παραπονούμενης στην οποία προέβη και στην ιατρική της κατάσταση τονίζοντας τη σοβαρότητα του κατάγματος στον ώμο, κάτι για το οποίο κρίθηκε ότι χρειαζόταν χειρουργική αντιμετώπιση. Στην παραπονούμενη τοποθετήθηκε γύψος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την πληροφόρηση ότι επισυνέβηκε τροχαίο ατύχημα την έλαβε από τηλεφώνημα, κάτι το οποίο είναι σύνηθες επειδή η κλινική βρίσκεται κοντά στην περιοχή, αλλά δεν γνωρίζει ποιος τηλεφώνησε. Μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος όπου είδε μια κτυπημένη γυναίκα με μικροτραυματισμούς. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος που εξέτασε την ασθενή. Δεν μπορεί να βασιστεί, στα λεγόμενα του ασθενή αν έγινε τροχαίο ατύχημα ή όχι. Αντιλήφθηκε ότι η ασθενής καλυπτόταν από ασφάλεια. Το κάταγμα διαπιστώθηκε μετά από ακτινολογικό έλεγχο και συνομιλία του γιατρού με άλλο συνάδελφό του. Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε, αφού είχε κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, έδωσε κατάθεση την επόμενη μέρα το βράδυ. Τον ειδοποίησε η Αστυνομία την επόμενη μέρα στις 4 μ.μ.. Οδηγούσε σκούτερ χαμηλού κυβισμού. Αναγνώρισε το σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 3). Οδηγούσε μοτοσικλέτα χαμηλού κυβισμού. Κατευθυνόταν προς Πρωταρά ως φαινόταν στο σχεδιαγράφημα. Ο δρόμος είχε κλίση προς τα αριστερά, ο φωτισμός δεν ήταν καλός και υπήρχαν δύο ψηλοί θάμνοι, ο ένας από τους οποίος εξείχε στο δρόμο. Ξαφνικά όπως οδηγούσε βρέθηκαν μπροστά του δύο γυναίκες να μπαίνουν στο δρόμο. Προσπάθησε να τις αποφύγει αλλά αυτές κινήθηκαν προς εκείνον αντί να σταματήσουν. Στην προσπάθειά του να μην χτυπήσει, έπεσε από τη μοτοσικλέτα και «τρίφτηκε» στο δρόμο. Σηκώθηκε πάνω και είδε δύο γυναίκες να στέκονται δίπλα από τη μοτοσικλέτα του πέντε μέτρα πίσω από εκείνον. Στο σημείο δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Όταν τις αντιλήφθηκε, εκείνες τον ρώτησαν στα αγγλικά αν ήταν καλα. Είδε ότι κι εκείνες ήταν εντάξει και του είπαν στα αγγλικά «you can go now" κι εκείνος έφυγε. Αναφερόμενος στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία Τεκμήριο 7, διευκρίνισε ότι η παραπονούμενη είχε ένα γδάρσιμο στον ώμο της που μπορούσε να ήταν από παλιό τραύμα. Αν οι δύο πεζές έμεναν στάσιμες δεν θα είχε γίνει το περιστατικό. O ίδιος είχε χώρο να τις προσπεράσει, αλλά εκείνες ήρθαν προς εκείνον και μειωνόταν ο χώρος που του απέμενε. Η ορατότητα δεν τον βοηθούσε να πράξει οτιδήποτε. Αφού τον κάλεσε η Αστυνομία μετέβηκε στη σκηνή και η Αστυνομία τον ρώτησε πως συνέβηκε το γεγονός, από που ερχόταν και από ποια απόσταση είδε τις πεζές στο δρόμο. Κατά την κατάθεση υπέδειξε κάποια απόσταση στην Αστυνομία και γράφτηκαν 10 μέτρα ενώ κανονικά η απόσταση ήταν περίπου 6-7 μέτρα. Ο ίδιος υπέστη γδαρσίματα στα γόνατα και στα χέρια του. Η μοτοσικλέτα έπαθε κι εκείνη ζημία. Την ώρα του δυστυχήματος δεν τέθηκε ζήτημα για να έρθει αστυνομία και ο ίδιος δεν ήθελε κάτι τέτοιο γιατί δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχεδιαγράφημα), όταν του υποδείχθηκε. Ο ίδιος σημείωσε τον εαυτό του σε κοντινό σημείο από το σημείο Χ του τραυματισμού. Στο σημείο υπήρχαν και άλλοι θάμνοι. Αντί να σταματήσουν οι πεζές κατευθύνθηκαν προς τη νησίδα. Αρνήθηκε ότι έγινε σύγκρουση . Είπε ότι τα μέτρα από τα οποία είδε τις δύο πεζές ήταν 5 μέτρα. Ήταν συγχυσμένος όταν υπέγραψε την κατάθεσή του Τεκμήριο
- Όταν είδε τις πεζές, η μόνη του κίνηση ήταν να τις αποφύγει. Δεν κόρναρε, πάτησε φρένο, πήγε πιο δεξιά και μετά δεν μπόρεσε να κρατήσει τη μοτοσικλέτα του κι έπεσε στο έδαφος. Το πολύ κινείτο με ταχύτητα 50 km, αφού το όχημα που οδηγούσε ήταν scooter. Τα φώτα του scooter του δεν ήταν δυνατά, υπήρχε θάμνος που περιόριζε την ορατότητα και ο φωτισμός δεν ήταν δυνατός όσο έπρεπε. Δεν κόρναρε, πάτησε τα φρένα αλλά δεν μπόρεσε να κρατήσει τη μηχανή του κι έπεσε. Δέχθηκε ότι το ξενοδοχείο Αντρεώτης ήταν 15 μέτρα στα αριστερά του πεζοδρομίου. Κατά την άποψή του ήθελαν να πέσουν πάνω του οι πεζές. Ο φωτισμός δεν ήταν δυνατός όπως δεν ήταν δυνατά τα φώτα του scooter του. Ο ίδιος γνωρίζει το δρόμο γιατί περνά πολλές φορές και ο φωτισμός του δεν είναι καλός. Ο ίδιος πάντα είναι προσεκτικός. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.» Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν στο Δικαστήριο και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Λαμβάνω υπόψη μου και τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Λαμβάνω επίσης υπόψη το κατατεθέν σχεδιαγράφημα Τεκμήριο 3 και το πρόχειρο υπογεγραμμένο από τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα μέρη σχεδιαγράφημα (λαμβάνοντας υπόψη όμως και την αναφορά ότι υπάρχει περισσότερη κλίση στο δρόμο από ό,τι δείχνει το Τεκμήριο 2). Το σχεδιαγράφημα αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου αποφαίνομαι τα ακόλουθα:
- Ο Μ.Κ.1 θεωρώ ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας, μου έκανε θετική εντύπωση και δεν παραλείπω να σημειώσω ότι δεν φάνηκε σε καμία περίπτωση να προσπαθεί να στηρίξει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περί ενοχής του κατηγορούμενου, αφού δεν είχε κανένα ενδοιασμό να προβεί σε παραδοχές οι οποίες ήταν υπέρ του κατηγορούμενου, όπως το ότι η ορατότητα μειωνόταν από το σημείο ανάλογα με το αν ο κατηγορούμενος βρισκόταν οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του πιο κοντά στην άκρη του δρόμου (που τέλειωνε ο ανθώνας) από ότι στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας επί της οποίας κατευθυνόταν, λόγω και της κλίσης του δρόμου. Δεν θεωρώ ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την όποια έκβαση της υπόθεσης και δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να δεχθώ τη μαρτυρία του ως αληθή.
- Η Μ.Κ.2 θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και δεν είχε πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Θεωρώ λογικό να μην θυμάται λεπτομέρειες της σύγκρουσης (το ότι δε θυμόταν ενισχύει κατά την άποψή μου στην αξιοπιστία της) ή να μην μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς την απόσταση μέχρι την οποία μπορούσε να δει στη λωρίδα κυκλοφορίας στην κατεύθυνση από την οποίαν ερχόταν ο κατηγορούμενος. Επίσης με προβλημάτισε κάπως το ότι δεν έδωσε κάποια εξήγηση γιατί να μην αναφέρει στην κατάθεσή της ότι παρακάλεσε τον κατηγορούμενο να μην φύγει και ότι του ζήτησε τις λεπτομέρειες της ασφάλειάς του. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό ήταν τόσο καθοριστικό ώστε να πληγεί καίρια η αξιοπιστία της. Κρίνω ότι κατά βάση η μαρτυρία της ήταν αληθής, αφού ήταν κατά βάση σταθερή στην εκδοχή της.
- Η Μ.Κ.3 έδωσε περισσότερο τυπική μαρτυρία και δεν υπήρξε επί αυτής ουσιαστική αμφισβήτηση. Θα δεχθώ και τη μαρτυρία αυτή.
- Ο Μ.Κ.4 παρά το ότι πλατείαζε και ήταν έντονος στο ύφος του, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αφού περιορίστηκε στα όσα γνώριζε με βάση την ιδιότητά του ως ιατρός και με πειστική ειλικρίνεια δέχθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε προσωπικά αν συνέβηκε τροχαίο ατύχημα ή όχι. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν έχω ενδοιασμούς να αποδεχθώ τη μαρτυρία του.
- O κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια της εκδοχής του. Κατά πρώτο λόγο, στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 7) ανέφερε ότι κτύπησε τις δύο κοπέλες που διασταύρωναν το δρόμο. Εκεί αναφέρει ότι δεν τις κτύπησε απ΄ ευθείας αλλά τις κτύπησε όταν είχε πέσει στο δρόμο στην προσπάθειά του να τις αποφύγει. Ενώπιον του Δικαστηρίου αμφισβήτησε όμως τη σύγκρουση. Επίσης άλλαξε στο Δικαστήριο την εκδοχή του για την απόσταση από την οποία είδε τις πεζές, μειώνοντας την απόσταση αρχικά από τα 10 μέτρα που είχε δηλώσει στα 6-7 μέτρα και στη συνέχεια στα 5 μέτρα. Στην κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ως δικαιολογία ότι έδειξε την απόσταση στον αστυνομικό που έδινε την κατάθεσή του και γράφτηκε 10 μέτρα από τον αστυνομικό, αλλά δεν ήταν καθόλου πειστικός προς αυτό, αφού πέραν της υπογραφής του επί της κατάθεσης Τεκμήριο 7 ότι την έχει διαβάσει και ότι αυτή είναι αληθής, δεν τέθηκε τίποτα σχετικό στη Μ.Κ.3 όταν αυτή έδιδε μαρτυρία, στην αντεξέτασή της, κάτι που επιδρά εναντίον της εκδοχής του κατηγορούμενου (βλ. Ευσταθίου Δημήτρης ν. Alpha Bank Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682) . Κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ακόμη και ότι ήταν συγχυσμένος όταν έδινε την κατάθεσή του. Δεν θεωρώ επίσης λογική την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι η μία από τις δύο κοπέλες είχε γδαρμένο τον ώμο της αλλά τίποτα παραπάνω, εφόσον τα ιατρικά ευρήματα (βλ. Τεκμήριο 4) επιμαρτυρούν πολύ σοβαρότερο τραυματισμό. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασής του, ανέφερε την πεποίθησή του ότι επιδίωκαν να τους χτυπήσει οι πεζές, κάτι που κρίνω ως υπερβολικό και που θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία του. Αναφέρθηκε επίσης (για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέτασή του) και σε φρενάρισμά του το οποίο είχε το αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, ενώ προηγουμένως είπε ότι το δυστύχημα επισυνέβηκε όταν οι πεζές κατευθύνθηκαν προς εκείνον ενώ εκείνος προσπαθούσε να τις προσπεράσει. Ο ίδιος επίσης ανέφερε ότι γνωρίζει το συγκεκριμένο δρόμο και ότι ο φωτισμός είναι επαρκής. Δεν θεωρώ δε λογικό το να του πει η παραπονούμενη "You can go now", όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε και μετά να τον καταγγέλλει. Ήταν συνεπώς έμπλεη αντιφάσεων η μαρτυρία του. Δεν παραλείπω επίσης να σημειώσω ότι ενώπιον της Αστυνομίας, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 8, παραδέχθηκε ότι οδηγούσε αμελώς. Δεν θα δεχθώ λοιπόν τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη, εκτός από όπου αυτή συμβαδίζει με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δέχομαι όμως, με βάση και τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ότι προσπάθησε να αποφύγει την άλλη πεζή ο κατηγορούμενος, η οποία και βρισκόταν περίπου στη μέση της λωρίδας του δρόμου, το ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε τις πεζές σε απόσταση 18-20 μέτρων που θεωρώ ότι ήταν η ορατότητα που είχε κάποιος στη μέση της λωρίδας από την οποίαν κατευθυνόταν ο κατηγορούμενος, προς το σημείο που βρίσκονταν οι πεζές (είτε τις αντιλήφθηκε στα 10 είτε στα 6-7 είτε στα 5 μέτρα, σημασία έχει ότι δεν τις αντιλήφθηκε από το σημείο που ξεκινούσε η ορατότητά του). Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η παραπονούμενη, την οποία κι έχω βρει να είναι αξιόπιστη μάρτυρας, διασταύρωνε το δρόμο στον Πρωταρά πέρι του ξενοδοχείου Αντρεώτης στις 10/7/2016, ώρα 21:45.Η περιοχή ήταν κατοικημένη και η περίοδος ήταν η τουριστική σεζόν, με την αυξημένη κίνηση του καλοκαιριού τόσο σε σχέση με πεζούς όσο και σε σχέση με αυτοκίνητα(κάτι για το οποίο έχω δικαστική γνώση). Εισήλθε η παραπονούμενη στο δρόμο όχι από διάβαση πεζών. Στο δρόμο όμως δεν όρμηξε ή εισήλθε απότομα (dashed) αλλά αντίθετα εισήλθε και προχώρησε αργά. Από ό,τι φαίνεται κινείτο εντός του δρόμου ιδιαίτερα αργά, κάτι που εξηγεί το γιατί ενώ παρατήρησε το δρόμο πριν διασταυρώσει και δεν πρόσεξε καθόλου τον κατηγορούμενο να κινείται εντός του δρόμου πριν εκείνη εισέλθει. - Ο κατηγορούμενος, οδηγούσε την ίδια ώρα μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής LBS 804 (μικρό scooter) εντός της λωρίδας κυκλοφορίας από την οποία διασταύρωνε η παραπονούμενη και βρισκόταν σε θέση κοντά στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας (προς τη νησίδα) και δεν ήταν στην άκρη αυτής (προς το πεζοδρόμιο-ανθώνα). Αυτό συνάγεται από την αναφορά της παραπονούμενης Μ.Κ. 2 ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αποφύγει να χτυπήσει τη φίλη της (άλλη πεζή) που βρισκόταν πιο μπροστά από εκείνην περίπου στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας. Άρα και ο κατηγορούμενος θα ήταν κάπου στη μέση της λωρίδας. Συνεπώς η ορατότητα, δηλαδή το σημείο από το οποίο ο κατηγορούμενος μπορούσε να προσέξει και αντιληφθεί τις πεζές ήταν περί τα 20 μέτρα ( αφού οι μετρήσεις του Μ.Κ.1 είχαν γίνει με βάση τη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας). - Δεν είχα αξιόπιστη μαρτυρία για μη ικανοποιητικό και μη επαρκή φωτισμό του δρόμου. Θεωρώ ότι με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta , βλ. Γιωργαλλίδης Φοίβος ν. Δήμου Λάρνακος,
(2001)2 Α.Α.Δ. 789) το οποίο δεν κλονίστηκε και δεν ανατράπηκε με περί του αντιθέτου αξιόπιστη μαρτυρία, ότι οι λαμπτήρες λειτουργούσαν κανονικά και ότι ο φωτισμός ήταν επαρκής και δεν είχα αξιόπιστη μαρτυρία περί του αντιθέτου. Η δε μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν ότι υπήρχε ορατότητα μέχρι εκεί που τέλειωνε ο δρόμος, το οποίο η ίδια προσδιόρισε και σε 30 μέτρα (αν και θεωρώ ότι η ορατότητα ήταν περίπου 20 μέτρα σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1). - Ο κατηγορούμενος κατά τη στιγμή του δυστυχήματος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του σε άγνωστη ταχύτητα. Δεν προειδοποίησε καθόλου τις δύο πεζές, προσπάθησε δε να αποφύγει τη μία πεζή που βρισκόταν σχεδόν στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με την παραπονούμενη, η οποία έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε. - Έτυχε στη συνέχεια η παραπονούμενη νοσηλείας και κατήγγειλε το περιστατικό την επόμενη ημέρα, μέρα κατά την οποία και επισκέφθηκαν τα εμπλεκόμενα μέρη με τον Μ.Κ.1 τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο κατηγορούμενος έδωσε δε και κατάθεση στην Αστυνομία για το περιστατικό. Νομική πτυχή Η αμελής οδήγηση πρέπει να θεμελιωθεί από την κατηγορούσα αρχή ως μέρος της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου που να συνιστά το αδίκημα. Παράλληλη αμέλεια από την πλευρά των άλλων εμπλεκομένων δεν επηρεάζει το ζήτημα της ενοχής του κατ'ισχυρισμόν αμελούς οδηγού (Costas Ioannou Triftarides v The Police 1968 2 A.A.D. 140) Το καθήκον επιμέλειας ενός οδηγού εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και μπορεί να προσδιοριστεί ως η συνήθης επιμέλεια απέναντι σε άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. (Costas Ioannou Triftarides v The Police 1968 2 A.A.D. 140). Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου N.86/72: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 68, αναλύεται το τι συνιστά αμελή οδήγηση, ως ακολούθως: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Στην Ποινική Έφεση με αρ.5797, Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας,
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 εξετάστηκε το κομβικό σημείο έναρξης της υποχρέωσης ενός οδηγού σε σχέση με πεζό. Σύμφωνα με αυτήν: «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος η απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό και η ταχύτητα με την οποία το όχημα σύννομα διακινείτο (60 χιλιόμετρα την ώρα) δεν παρείχε εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Συμπεράσματα Κατ' αρχήν δεν θεωρώ ότι απλή απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου σημαίνει αυτόματα και ενοχή και καταδίκη του. Το βάρος απόδειξης είναι πάνω στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Με βάση τα ευρήματά μου πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορούμενου. Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι η παραπονούμενη ήταν εντός του δρόμου πριν να μπορεί την παρατηρήσει ο κατηγορούμενος , εφόσον πριν να ξεκινήσει να διασταυρώνει η κατηγορούμενη είχε παρατηρήσει το δρόμο και δεν υπήρχε κάποιο όχημα να διέρχεται. Ο κίνδυνος είχε συνεπώς ξεκινήσει να εκδηλώνεται. Ο κατηγορούμενος ήταν αμελής. Δεν επέδειξε την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια οδηγώντας το scooter. Κατά πρώτο λόγο δεν κόρναρε ή δεν έκανε κάτι άλλο για να προειδοποιήσει τις πεζές όταν τις είδε. Επιπλέον, η απόσταση από την οποίαν μπορούσε να δει τις πεζές και να σταματήσει ήταν αρκετή και ιδιαίτερα εφόσον οδηγούσε σε μία τουριστική περιοχή με ιδιαίτερη κίνηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (κάτι για το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση) και σε δρόμο όπου στα αριστερά σε απόσταση 15 μέτρων ήταν ένα ξενοδοχείο, έπρεπε να οδηγεί τη μοτοσικλέτα του, κατά τρόπο και σε ταχύτητα ώστε να μπορεί να σταματήσει ή να αντιδράσει κατά τρόπο που να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο εάν έβλεπε οτιδήποτε εντός της ακτίνας ορατότητας του, που κρίνω ότι ήταν τα 20 μέτρα περίπου. Στην υπόθεση Δημητράκης Σιλβέστρου 1996 2 Α.Α.Δ. 151, ο κατηγορούμενος εντόπισε την πεζή από απόσταση περίπου 20 μέτρων ενώ η ορατότητά του ήταν περί τα 40 μέτρα. Κρίθηκε κατ' έφεση ότι το καθήκον επιμέλειας συναρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες τροχαίας και άλλες συναφείς περιστάσεις. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι: «Αναφορικά με το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ορίου που επιτρέπετο από την ακτίνα των φώτων του, έχουμε την άποψη πως το ζήτημα τούτο δεν μπορεί να διέπεται από κανόνα καθολικής εφαρμογής. Συναρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες τροχαίας και άλλες συναφείς περιστάσεις. Π.χ. διαφορετικό είναι το σχετικό καθήκον όταν ένας οδηγεί σε υπεραστικό δρόμο με ελάχιστη τροχαία κίνηση παρά όταν οδηγεί σε κατοικημένη περιοχή με πυκνή τροχαία κίνηση και παρουσία πεζών. Στην κρινόμενη υπόθεση εν όψει του ότι ο δρόμος δεν εφωτίζετο επαρκώς ή και καθόλου, της ύπαρξης των πεζών, οι οποίοι εκείνη την ώρα έβγαιναν από την εκκλησία, και της ύπαρξης των σταθμευμένων αυτοκινήτων, ο εφεσείων είχε αυξημένο καθήκον να οδηγεί με ταχύτητα που θα του επέτρεπε να αντιδράσει σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους. Παρέλειψε να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, και η παράλειψη του αυτή συνιστά αμέλεια. Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις (Fardon v. Harcourt-Rivington [1932] All E.R. Rep. 81, 83 (H.L.))· Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα. Ορθά, κατά την άποψη μας, κρίθηκε ένοχος αμελούς οδήγησης. Ακολουθεί πως η έφεση του πρέπει να απορριφθεί.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος, δεν οδήγησε κατά τέτοιο τρόπο τη μοτοσικλέτα που να του επιτρέπει να αντιδράσει σε κινδύνους που ήταν εύλογα προβλεπτοί, εφόσον οδηγούσε όπως προαναφέρθηκε σε δρόμο σε κατοικημένη περιοχή, σε τουριστική σεζόν (Ιούλιο) και σε σημείο του δρόμου όπου υπήρχε ξενοδοχείο. Πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι και να μην υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, αυτή η θέση δεν θα άλλαζε με βάση και τη Σιλβέστρου πιο πάνω, αφού ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είναι κατάλληλα προσεκτικός. Κρίνω βεβαίως ότι επέδειξε αμέλεια και η πεζή παραπονούμενη. Διασταύρωσε το δρόμο από σημείο που δεν ήταν διασταύρωση πεζών. Διασταύρωνε το δρόμο δε κινούμενη αρκετά αργά και έπρεπε να τον ελέγχει πιο προσεκτικά βάσει και της βραδύτητας με την οποίαν διασταύρωνε, ώστε να αντιλαμβανόταν πιο έγκαιρα τον κατηγορούμενο και να υπολογίζει καλύτερα την ορθή και ασφαλή διασταύρωση του δρόμου. Όμως ανεξαρτήτως του πως εκείνη έδρασε ή δεν έδρασε παραμένει συμπέρασμά μου το ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια (βλ. Triftarides πιο πάνω). Έχουν λοιπόν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας 1 επί του κατηγορητηρίου. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την Κατηγορία 1 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος σε αυτήν. ........... ΞΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο