Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Ψωμά, Αρ. Υποθ. 2802/16, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ., Αρ. Υποθ. 2802/16 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Τερψιχόρη Ψωμά Κατηγορουμένη 15 Μαρτίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Παντελή. Για την κατηγορουμένη: Ο κ. Γ. Λοίζου. Κατηγορουμένη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η H κατηγορία Η κατηγορουμένη κατηγορείται για το αδίκημα της αδικαιολόγητης παρακώλυσης της τροχαίας ή άλλης κίνησης σε οδό με μηχανοκίνητο όχημα. Συγκεκριμένα ως αναφέρεται στο κατηγορητήριο (Λεπτομέρειες Αδικήματος), στις 5/8/16 στη λεωφόρο Ξενοδοχείων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KRE435 εγκατέλειψε αυτό στην πιο πάνω οδό με τέτοιο τρόπο που εμπόδιζε αδικαιολόγητα την τροχαία ή άλλη κίνηση. Ο Κανονισμός 58
(10)(γ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, όπου προβλέπεται το εν λόγω αδίκημα, προνοεί τα εξής: « Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- ..... (γ) μην εγκαταλείπει το όχημα χωρίς να λάβει προηγουμένως όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις κατά τρόπο ώστε αυτό να μη μπορεί να τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του και επιπρόσθετα να μην το εγκαταλείπει σε δρόμο κατά τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση.» Η μαρτυρία Όλη η μαρτυρία που δόθηκε λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, καταγράφεται όμως πιο κάτω μόνο το κυριότερο μέρος της. Για την πλευρά της κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία η Αστυφύλακας 422 Αναστασία Αριστοτέλους. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου για την καλοκαιρινή περίοδο κι ενώ κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία βρισκόταν σε καθήκον από τις 19:00 μέχρι τις 07:00, κατήγγειλε τον οδηγό του αυτοκινήτου KRE 435, γιατί το όχημα ήταν σταθμευμένο σε πάροδο της Λεωφόρου Ξενοδοχείων . Ο δρόμος καταλήγει σε αδιέξοδο. Στην αριστερή πλευρά βρισκόταν ξενοδοχείο και απέναντι υπήρχε δημοτικός χώρος στάθμευσης με περιορισμένες θέσεις. Εντόπισε το όχημα KRE435 σταθμευμένο σε λωρίδα του δρόμου, ο οποίος είναι διπλής κατεύθυνσης, με κάθε λωρίδα του εν λόγω δρόμου να είναι πλάτους 3,35μ. Το πλάτος του οχήματος ήταν 1,82 και θα έπρεπε για να περάσει ένα όχημα να καταλάβει μέρος της άλλης λωρίδας. Στη συγκεκριμένη οδό υπάρχει κίνηση, λόγω του ξενοδοχείου και μάλιστα μετακινούνται λεωφορεία. Ως ανέφερε, όταν προέβη στην καταγγελία, προσπαθούσαν να περάσουν αυτοκίνητα και δεν μπορούσαν να περάσουν ταυτόχρονα. Ήταν δέκτης παραπόνων από πολίτες και οδηγούς λεωφορείων που εγκλωβίζονταν και ζητούσαν βοήθεια. Προέβη σε εξετάσεις για να εξεύρει τον ιδιοκτήτη του οχήματος μετά τη μη πληρωμή του εξωδίκου προστίμου που είχε εκδόσει. Είχε εκδοθεί εξώδικο και τοποθετηθεί στον ανεμοθώρακα του οχήματος. Αντεξεταζόμενη, δέχτηκε ότι δεν υπήρχε κίτρινη γραμμή εκεί που ήταν σταθμευμένο το όχημα. Ούτε υπήρχε άλλη σήμανση που να πληροφορεί ότι απαγορευόταν η στάθμευση. Δεν είχε προβεί σε διαβήματα για να τοποθετηθεί κίτρινη γραμμή. Στην υποβολή ότι κάποιος που βρισκόταν στο χώρο δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι παρανομεί , ανέφερε ότι η μη ύπαρξη κίτρινης γραμμής ή σήμανσης απαγόρευσης της στάθμευσης δεν σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να σταθμεύει εκεί. Επέμενε ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να σταθμεύσει η κατηγορούμενη. Δεν θυμόταν ποιοι υπέβαλαν παράπονο, αφού πέρασαν ως ανέφερε 6 μήνες και τώρα υπηρετεί αλλού. Μέτρησε η ίδια το πλάτος του δρόμου και βρήκε στο διαδίκτυο ότι το όχημα είχε πλάτος 1,82 μ. Ανέφερε ότι στην περιοχή υπήρχε αρκετός χώρος στάθμευσης . Η κατηγορούμενη, δίνοντας μαρτυρία μετά την κλήση της σε απολογία, ανέφερε ότι η πάροδος όπου στάθμευσε ονομαζόταν Δημοκρίτου. Ήταν βράδυ όταν στάθμευσε, γύρω στις 830 μμ. . Βρισκόταν εκεί με τις κόρες της, παραθερίζοντας. Στο δημοτικό χώρο στάθμευσης δεν υπήρχε χώρος, αφού τον βρήκε κατειλημμένο και στάθμευσε επιστρέφοντας. Μπροστά της υπήρχαν και άλλα οχήματα. Είπε στις κόρες της ότι δεν πρόκειται να σταθμεύσει σε πεζοδρόμιο για να μην παρεμποδίζει πεζούς. Δεν υπήρχε εκεί όπου στάθμευσε σήμανση που να απαγορεύει τη στάθμευση. Ήλεγξε πριν τη στάθμευση του οχήματος ότι αφηνόταν ελεύθερος χώρος (για να διέρχονται οχήματα), υπολογίζοντας διά οφθαλμού. Κατέθεσε ως Τεκμήρια διάφορες φωτογραφίες του χώρου, επιθυμώντας να δείξει το μέγεθος του δρόμου και ότι όπως είχε σταθμεύσει, δεν εμπόδιζε την κυκλοφορία. Όπως φαινόταν στις φωτογραφίες υπήρχαν και άλλα οχήματα σταθμευμένα εκεί και δεν υπήρχε σήμανση. Φαινόταν επίσης ότι μπορούσε να περάσει ένα λεωφορείο με το χώρο στις 2 λωρίδες κυκλοφορίας που παρέμενε ελεύθερος. Δεν έκανε κάποιο παράπονο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι στην πάροδο η κίνηση ήταν αραιή. Δεν βρισκόταν στο σημείο που βρισκόταν το όχημα κατά την καταγγελία. Οι φωτογραφίες που παρουσίασε στο Δικαστήριο πρέπει να λήφθηκαν γύρω στις 10 μ.μ.. Συμφώνησε ότι δεν μπορούσε από τη λωρίδα κυκλοφοριας στην οποία ήταν σταθμευμένο το όχημά της να διέλθει όχημα χωρίς να περάσει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (αυτό φαίνεται και από σχετική φωτογραφία που κατάθεσε ως Τεκμήριο 1) . Επισήμανε ότι η στάθμευση του οχήματός της όπως έγινε, (στην Κύπρο) αποτελεί συχνό φαινόμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αν έλειπε το δικό της όχημα δεν θα υπήρχε διαφορά στη ροή ένεκα του ότι ήταν εκεί σταθμευμένα και άλλα οχήματα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τόσο η μάρτυρας κατηγορίας, όσο και η κατηγορούμενη μου έκαναν καλή εντύπωση. Είχα την ευκαιρία να τις παρατηρήσω να δίδουν μαρτυρία και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Δε βρίσκω ότι υπήρχαν αντιφάσεις στη μαρτυρία τους. Κρίνω ότι αμφότερες ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Άλλωστε και οι δύο προέβηκαν σε παραδοχές που δεν είναι προς το συμφέρον της εκδοχής τους, η Μ.Κ.1 ότι όντως δεν υπήρχε σήμανση στο μέρος όπου στάθμευσε η κατηγορούμενη που να απαγορεύει τη σήμανση και η κατηγορούμενη ότι όντως για να περάσει άλλο αυτοκίνητο από το μέρος όπου ήταν σταθμευμένη, έπρεπε να εισέλθει σε αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, έπρεπε να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η διαφορά στη μαρτυρία τους, έγκειται στο πως αντιλαμβάνονταν το αραιό ή μη της κίνησης και την παρακώλυση της κυκλοφορίας και θα δεχθώ πάντως ότι η κίνηση ήταν σχετικά αραιή (συγκριτικά με τις κανονικές ώρες της ημέρας) κατά τη βραδινή ώρα που φέρεται να διαπράχθηκε το αδίκημα. Ευρήματα γεγονότων Προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Σε οδό-πάροδο της Λεωφόρου Ξενοδοχείων, από τις 8:30 - 10:00 μ.μ. περίπου, στις 5/8/2016 βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα της κατηγορουμένης με αρ. KRE 435 , και το οποίο είχε πλάτος 1,80 μ. σε λωρίδα κυκλοφορίας που είχε πλάτος 3,35 μ. , κατά τρόπο που να πρέπει όχημα που δικαιούτο να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη οδό να έπρεπε να περάσει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και κατά τρόπο που να μην μπορούν να κινούνται ελεύθερα οχήματα και από τις δύο κατευθύνσεις. Όταν γινόταν συνδυασμός με σταθμευμένα οχήματα στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας με παρόμοιο τρόπο, μόνο ένα όχημα μπορούσε να διέρχεται από το δρόμο. Ο δρόμος δεν είχε σήμανση με την οποίαν να απαγορεύεται η στάθμευση. Τροποποίηση κατηγορητηρίου Επισημαίνω ότι στις Λεπτομέρειες Αδικήματος στο κατηγορητήριο, αναφέρεται ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων (στο Παραλίμνι), ενώ ήταν σαφές από τη μαρτυρία και αυτό δεν αμφισβητήθηκε, ότι το αδίκημα διαπράχθηκε σε πάροδό της εν λόγω λεωφόρου και θεωρώ ότι δεν έχουν επηρεαστεί με οιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της κατηγορούμενης από τη λανθασμένη αναγραφή. Οπότε με βάση τα άρθρα 82 και 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ σε ανάλογη έκδοση διαταγής για τροποποίηση του κατηγορητηρίου με προσθήκη της ακόλουθης φράσης «(παρόδου αυτής)» μετά από το « ... Λεωφ. Ξενοδοχείων...» στην πρώτη γραμμή των Λεπτομερειών Αδικήματος. Ενδεχόμενη κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας Εντοπίζω ότι τα γεγονότα είναι τέτοια, που κρίνω ότι πρέπει να εξετάσω κατά πόσον υπήρξε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην Xαραλαμπίδης Mιχάλης ν. Nικόλαου Kωμοδρόμου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 έτυχε επισκόπησης σε απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου η εξουσία που έχει ένα Δικαστήριο να αναστείλει μία διαδικασία ή να την καταστείλει όταν διαπιστώνεται κατάχρηση διαδικασίας. «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: «....... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner.» Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστικήπροσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: «.......... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court.» Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: ".............. this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
- Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, γιαπαράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
- Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Σημειώνω ότι η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου Τάσος ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 28, όπου υπήρχε πυκνή κυκλοφορία σε οδό στο Παραλίμνι αλλά ολιγόλεπτη στάθμευση, κατέκρινε το ζήλο με τον οποίον προωθούνται τέτοιες υποθέσεις, αναφέροντας ότι: «Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι δεν ευνοούμε τον υπερβολικό ζήλο, εκ μέρους της αστυνομίας, στην προώθηση τέτοιων υποθέσεων, ιδιαίτερα όταν η παρακώλυση είναι ολιγόλεπτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Χωρίς καμία πρόθεση να επέμβω στο έργο της Αστυνομίας, το οποίο είναι αναμφισβήτητα απαραίτητο και πολύτιμο για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος, αναφέρω ότι δεν ευνοώ τον υπερβολικό ζήλο που επιδείχθηκε στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης προς καταχώρηση. Για λόγους χρηστής διοίκησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη διοίκηση, εφόσον σε μία πάροδο, ένα μη κύριο δηλαδή δρόμο, η απαγόρευση της στάθμευσης συνιστούσε παρακώλυση της κυκλοφορίας τέτοιας σημασίας που να θεωρείτο ότι έπρεπε να καταγγέλλονται σωρηδόν όσοι στάθμευσαν εκεί, θα έπρεπε να υπήρχαν οι κατάλληλες σημάνσεις, ώστε οδηγοί, που καλώς ή κακώς αναμένουν ότι μπορούν να σταθμεύουν σε παρόμοιες περιπτώσεις χωρίς να καταγγέλλονται, να γνωρίζουν εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να καταγγελθούν. Αποτελεί δικαστική γνώση ότι υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις ελεγχόμενες περιοχές στη Δημοκρατία που πολίτες παραβιάζουν άρθρα του Ποινικού Κώδικα αναμένοντας, συνήθως ότι δεν θα καταγγέλλονται (π.χ. όταν οδηγούν με ταχύτητα λίγο μεγαλύτερη των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα σε δρόμους που το όριο ταχύτητας είναι 100 χιλιόμετρα ανά ώρα). Και αυτή είναι μία τέτοια περίπτωση. Υπογραμμίζω κατ' αρχήν ότι δεν υπήρχε καμία σηματοδότηση στο δρόμο, με κίτρινη γραμμή ή άλλως πως ότι απαγορευόταν η στάθμευση. Κατά δεύτερο λόγο επισημαίνω ότι η ώρα του περιστατικού ήταν βραδυνή και η κίνηση ήταν αραιή, σε πάροδο και όχι σε κύριο δρόμο. Κατά τρίτο λόγο μπορούσαν έστω από τη μία λωρίδα να διέλθουν οχήματα. Κατά τέταρτο λόγο αποτελεί δικαστική γνώση ότι έξω από πολλά κυπριακά σπίτια, στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν δεν πρόκειται για εμπορικούς δρόμους ή λεωφόρους, σταθμεύουν τα οχήματά τους οι πολίτες με αυτό τον τρόπο έχοντας καλώς ή κακώς (θα έλεγα κακώς γιατί παρακωλύεται η κυκλοφορία), την αίσθηση ότι δικαιούνται να το πράττουν και δεν διώκονται γι' αυτό. Κάτι παρόμοιο αναφέρθηκε και από την ίδια την κατηγορούμενη και δεν αμφισβητήθηκε. Η καθιερωμένη πρακτική όμως του να μην καταγγέλλεται συνήθως ένα αδίκημα δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να προωθηθεί μία ποινική δίωξη, όταν ένα αδίκημα που συνήθως δεν διώκεται, όντως διαπράττεται. Ούτε μπορεί η ύπαρξη αυτής της πρακτικής να θεωρηθεί ως στοιχείο που να οδηγεί σε αθώωση και απαλλαγή ενός κατηγορούμενου, ιδίως σε αδικήματα αυστηρής αντικειμενικής ευθύνης. Με βάση τα πιο πάνω, αν και δεν ευνοώ την προώθηση μίας τέτοιας υπόθεσης προς δίωξη, δεν θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρείται καταχρηστικά. Διάπραξη ή μη του αδικήματος από την κατηγορούμενη Ως προς το εάν η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της αδικαιολόγητης παρακώλυσης της τροχαίας ή άλλης κίνησης σε οδό με μηχανοκίνητο όχημα, έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω τόσο το σχετικό Κανονισμό όσο και τα ευρήματά μου για τα γεγονότα. Παραπέμπω επίσης σε 2 σχετικές αποφάσεις: 1) Στην Ευγενία Πέτσα ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B88, Ποιν. Έφεση 27/2014, ημερ. 12/2/2016, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα -δεόντως αναλυτικά για το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη και για τα συστατικά του στοιχεία-: «Ως προς την έννοια δε της παρεμπόδισης, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το αδίκημα μπορεί να συντελεστεί και με τη δημιουργία αισθητά μειωμένης δυνατότητας στη χρήση του δρόμου στην οποία υποβάλλεται άλλος οδηγός, όπως προκύπτει από την ουσιαστική ερμηνεία του όρου στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, Τόμος 4, σελ. 9, στο οποίο το Δικαστήριο παρέπεμψε, ως ακολούθως: «"Obstruction" .is not a term of art nor has it acquired any special meaning, but it is always used in describing a particular kind of nuisance, viz. the obstruction of a highway. What is obstruction of a highway? It is not only an obstruction which actually prevents someone from exercising his right on the highway; it is any obstruction which interferes to an appreciable practical extent with the right which every member of the public has to use the highway, and to use it at all times and under all circumstances. The right of each person is not restricted to the particular part of the highway which may happen not to be in use by others at the time; it extends to the whole of the highway. Everybody has the right to use the whole of the highway at any time he thinks fit for the purpose of passing and repassing, and anything which appreciably and practically interferes with that right is an obstruction of the highway." Haywood v. Mumford
(1908)7 C.L.R. 133, per O'Connor, J., at pp. 140, 141 ..... What amounts to obstruction is primarily a question of fact (Wade v. Grange
(1977)RTR 417).» Συνεπώς, υπό το φως τέτοιας ουσιαστικής προσέγγισης, δεν ήταν θέμα μέτρησης, αλλά αξιολόγησης της περιγραφής που δόθηκε στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του αστυνομικού μάρτυρα πως επρόκειτο περί δρόμου συνολικού πλάτους 6.80 μ. Η αναφορά του μάρτυρα Λοϊζίδη, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι μόλις που χώρεσε να περάσει μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, μπορούσε να στοιχειοθετήσει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όπως και στοιχειοθέτησε, πραγματική δυσχέρεια στο μάρτυρα ως διερχόμενο οδηγό, συνεπεία της στάθμευσης της εφεσείουσας σε σημείο του δρόμου όπου στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχε ήδη μερικώς πρόβλημα εξ αιτίας του άλλου σταθμευμένου οχήματος, ενέργεια που επέτεινε το πρόβλημα και τη δυσχέρεια, προκαλώντας εμπόδιο στην τροχαία κίνηση. Ως προς το εύρημα του Δικαστηρίου ότι τέτοια παρεμπόδιση ήταν αδικαιολόγητη, η προσέγγιση ήταν και πάλι ορθή. Η έννοια της δικαιολογίας εν προκειμένω είναι ταυτόσημη με την εύλογη αιτία που μπορεί να υπάρχει σε συνάρτηση με τις ειδικές ανάγκες της περίπτωσης και τέτοια εύλογη αιτία δεν έχει καταδειχθεί. Ό,τι προκύπτει από τη μαρτυρία, είναι ότι η εφεσείουσα στάθμευσε με τρόπο ώστε να εμποδίζει την τροχαία κίνηση αδικαιολόγητα, εφόσον σκοπό είχε και μόνο να μεταβεί σε παρακείμενο κατάστημα, όπως και έπραξε.» (η πιο πάνω υπογράμμιση είναι δική μου) Θα παραθέσω τη μετάφραση του πιο πάνω υπογραμμισμένου μέρους της απόφασης: «Τι είναι παρακώλυση σε αυτοκινητόδρομο; Δεν είναι μόνο η παρακώλυση η οποία πραγματικά εμποδίζει κάποιον από το να ασκεί το δικαίωμά του στον αυτοκινητόδρομο. Είναι οποιαδήποτε παρακώλυση επεμβαίνει σε ένα αξιοπρόσεκτο πρακτικό βαθμό με το δικαίωμα κάθε μέλους του κοινού να χρησιμοποιεί τον αυτοκινητόδρομο. Το δικαίωμα του κάθε προσώπου δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου, το οποίο μπορεί να μη συμβαίνει να χρησιμοποιείται από άλλους εκείνη την ώρα. Εκτείνεται σε ολόκληρο τον αυτοκινητόδρομο. Οποισδήποτε έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ολόκληρο τον αυτοκινητόδρομο, σε οποιαδήποτε ώρα θεωρεί βολική για το σκοπό του να περνά και να ξαναπερνά και οτιδήποτε το οποίο αισθητά και πρακτικά επεμβαίνει με αυτό το δικαίωμα, είναι παρακώλυση σε αυτοκινητόδρομο.» Οπότε το εάν είναι πυκνή ή όχι η κίνηση στον εν λόγω δρόμο τη συγκεκριμένη ώρα, δεν έχει σημασία. Ούτε θεωρώ ότι έχει σημασία το εάν είναι και άλλα αυτοκίνητα σταθμευμένα στο χώρο και θα εμποδιζόταν η κίνηση ούτως ή άλλως. 2) Στην Ιωάννου Τάσος ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 28, όπου αναφερθηκαν τα ακόλουθα: « Εξετάσαμε με πολύ προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Έχοντας υπόψη ότι το πλάτος της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας ήταν 3 μέτρα και 90 εκ. και ότι το όχημα του εφεσείοντα ήταν σταθμευμένο περίπου 50 με 60 εκ. από την αρχή του πεζοδρομίου και παρόλο που δεν υπάρχει ενώπιον μας ακριβής μαρτυρία ως προς το πλάτος του οχήματος του εφεσείοντα, το οποίο ήταν ένα Mazda Saloon, εάν υπολογίσουμε το πλάτος του αυτοκινήτου τούτου, περίπου 1 μέτρο και 80 εκ., προσθέτοντας και τα 50 με 60 περίπου εκατοστά που ήταν σταθμευμένο από την άκρη του πεζοδρομίου, δίδει ένα άθροισμα 2 μέτρων και 30 εκ. ή 2 μέτρων και 40 εκ., το οποίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έστω και μερικώς το όχημα του εφεσείοντα παρακώλυε την κυκλοφορία στη λωρίδα κυκλοφορίας που ήταν σταθμευμένο. Κατά συνέπεια, με κάποιο ενδοιασμό, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι έστω και μερικώς, προκάλεσε παρακώλυση της κυκλοφορίας ο εφεσείων και επομένως επιβεβαιώνουμε την πρωτόδικη, καταδικαστική για τον εφεσείοντα, απόφαση.» Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα συμπεραίνω ότι η στάθμευση που εμποδίζει την ομαλή κίνηση σε μία από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας συνιστά παρακώλυση κυκλοφορίας. Στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία είχε σταθμεύσει η κατηγορούμενη και στο συγκεκριμένο μέρος, δυσχεραινόταν η ομαλή διέλευση, εφόσον όπως παραδέχτηκε και η ίδια η κατηγορούμενη έπρεπε κάποιο όχημα να μπει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: 1) Το ότι υπήρχε σήμανση ή μη στο χώρο που να απαγορεύει τη στάθμευση, δεν έχει σημασία για το εάν στοιχειοθετείται το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη, το οποίο είναι η παρακώλυση κυκλοφορίας και όχι παράβαση κάποιου σήματος τροχαίας. 2) Ως προς το εάν υπήρξε εγκατάλειψη του οχήματος, κρίνω ότι η στάθμευσή του από τις 8:30 μ.μ. - 10:00 μ.μ. και η απομάκρυνση από αυτό συνιστούσε εγκατάλειψή του. 3) Ως προς το εάν υπήρχε παρεμπόδιση της κυκλοφορίας, βρίσκω ότι τέτοια παρεμπόδιση υπήρχε, όπως φάνηκε άλλωστε και από τη μαρτυρία της ίδιας της κατηγορούμενης, αφού τα οχήματα της λωρίδας κυκλοφορίας όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα της κατηγορούμενης δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν ελεύθερα τη λωρίδα την οποίαν δικαιούνταν και υποχρεούνταν να εισέρχονται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να διακινούνται. 4) Δεν θεωρώ ότι η παρακώλυση της κυκλοφορίας ήταν δικαιολογημένη, είτε από το ότι δεν υπήρχαν πινακίδες που να απαγορεύουν τη στάθμευση, είτε από το ότι είχε την εντύπωση η κατηγορούμενη ότι δικαιούτο να σταθμεύσει στο συγκεκριμένο σημείο, είτε από το ότι ήταν πολλά αυτοκίνητα σταθμευμένα σε εκείνο το δρόμο, είτε από το ότι η κίνηση εκείνη την ώρα ήταν μειωμένη-αραιή. Δεν προβλήθηκε λοιπόν κάποια επαρκής δικαιολογία για την παρεμπόδιση της τροχαίας κίνησης που λάμβανε χώρα από τη στάθμευση του οχήματος της κατηγορούμενης, ώστε να μην πληρείται η προϋπόθεση του αδικαιολόγητου της παρακώλυσης που αναφέρεται στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει ο Κανονισμός 58
(10)(γ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Οπότε το αδίκημα που προβλέπεται στον Κανονισμό 58
(10)(γ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, έχει διαπραχθεί από την κατηγορούμενη. Συνεπώς, καταλήγω στο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τις Λεπτομέρειες Αδικήματος που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ότι η κατηγορούμενη είναι ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει. ........................................ ΞΕΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο