ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Καϊκκη, Αρ. Υπόθεσης 1556/2016, 7/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1556/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- Μιχάλη Καϊκκη Κατηγορούμενου ------ Ημερομηνία: 7 Ιουνίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Παντελή. Για κατηγορούμενο: Ο κ. Στ. Χρυσταλλένος. Κατηγορούμενος παρών. ------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τέσσερα αδικήματα και συγκεκριμένα, για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, για χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, για οδήγηση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου δικύκλου χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και για χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος (μοτοσικλέτας τύπου Motocross). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα φέρεται να έλαβαν χώρα στις 17/5/2016 και ώρα 11:50 στην οδό Αγίου Γεωργίου στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου. Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσε μαρτυρία ο Α/Λοχίας 517 Α. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1) και αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, υιοθέτησε ανόμωτη δήλωση. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης ημερομηνίας 17/5/2016 (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση ο Μ.Κ.1 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου ως βοηθός υπεύθυνος. Τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει πολύ καλά. Στις 17/5/2016 και ώρα 11: 50 βρισκόταν εκτός υπηρεσίας και βρισκόταν πεζός στην οδό Αγίου Γεωργίου στο Παραλίμνι παρά την καφετέρια SENSO. Εκείνη τη στιγμή είδε μια μοτοσικλέτα τύπου Motocross, χρώματος πράσινου και άσπρου να οδηγείται με κατεύθυνση στη λεωφόρο Πρωταρά. Αφού πέρασε από μπροστά του, διαπίστωσε ότι ο οδηγός της εν λόγω μοτοσικλέτας, η οποία δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Μετά από εξετάσεις στις οποίες προέβηκε, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού της εν λόγω μοτοσικλέτας και συνεπώς την οδηγούσε χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας έναντι τρίτου. Στη συνέχεια ενημέρωσε τη Γ/Αστ.26 Κ. Παρασκευά, η οποία ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ανέφερε επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος ήταν απέναντί του, ότι είναι γνωστός στο Παραλίμνι, γνωστός σε εκείνον προσωπικά και γνωστός από επαφές που είχε μαζί του προσωπικά. Είδε τη μοτοσικλέτα να έρχεται προς εκείνον από απόσταση 10-15 μέτρων, κατευθυνόταν προς εκείνον, τον πέρασε και ακολούθησε την πορεία του προς τη λεωφόρο Πρωταρά. Είδε τη μοτοσικλέτα με καθαρή επαφή, χωρίς εμπόδια και με την πείρα του την αναγνώρισε ως μοτοσικλέτα τύπου Motocross, δηλαδή μοτοσικλέτα που δεν έχει φώτα ή δείκτες πορείας, «ψηλόφτερη» όπως την αποκάλεσε. Αυτές (οι μοτοσικλέτες) δεν εγγράφονται γιατί οδηγούνται εκτός δρόμου (off-road) . Την προσδιόρισε ως κανονική μοτοσικλέτα, με μηχανή και πατίδια, που είναι μηχανοκίνητο όχημα. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.1 εξήγησε ότι δεν φορούσε στολή. Μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό λίγα λεπτά μετά. Επανέλαβε την περιγραφή της μοτοσικλέτας, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι η μοτοσικλέτα ήταν τύπου Motocross, δεν ήταν προορισμένη για δρόμο, «ψηλόφτερη», χωρίς δείκτες πορείας μπροστά και πίσω και χωρίς φώτα. Δεν είχε στην κατοχή του κάποια φωτογραφία. Ο κατηγορούμενος δεν έτρεχε, αλλά ουσιαστικά πήγαινε βόλτα. Έγινε επίσης κάπως πιο συγκεκριμένος για το πως γνωρίζει τον κατηγορούμενο, ερωτώμενος σχετικά, αναφέροντας ότι απασχόλησε λίγο ο κατηγορούμενος το σχολείο του με τη συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε γραπτή ανώμοτη δήλωση, σύμφωνα με την οποία στις 20/5/2016 κλήθηκε από κάποια αστυνομικό με το επίθετο Κοσμά στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, η οποία τον κατηγόρησε ότι στις 17/5/2016 διέπραξε τα τέσσερα αδικήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, κατηγορίες τις οποίες ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά και τονίζεται ότι στις 17/5/2016 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σπίτι του στο Παραλίμνι και δεν εξήλθε για οποιοδήποτε λόγο, αφού μελετούσε εντατικά για τις προεισαγωγικές του εξετάσεις. Ήταν τότε μαθητής τρίτης λυκείου. Το κατηγορητήριο το παρέλαβε με μεγάλη του έκπληξη και θεωρεί ότι αδικαιολόγητα προωθείται η υπό κρίση υπόθεση εις βάρος του. Κρίσιμο για την έκβαση της υπόθεσης, είναι το ζήτημα του κατά πόσον αναγνωρίστηκε επαρκώς ο κατηγορούμενος από το Μ.Κ.1, κάτι που αμφισβητήθηκε έντονα από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον κατηγορούμενο κ. Χρυσταλλένο. Οι γενικές αρχές που αφορούν το ζήτημα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου(βλ. μεταξύ άλλων τις αποφάσεις Rossides v Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 391 Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές, το Δικαστήριο μπορεί και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας να αποφασίσει με ασφάλεια κατά πόσο η αναγνώριση ενός κατηγορούμενου ήταν επαρκής από ένα μάρτυρα, αφού όμως λάβει υπόψη διάφορους παράγοντες, ήτοι το χρονικό διάστημα για το οποίο διατηρήθηκε οπτική επαφή από ένα μάρτυρα με τον κατηγορούμενο, την απόσταση, το είδος φωτισμού, την ύπαρξη η μη εμποδίου στην ορατότητα, το κατά πόσο ο μάρτυρας έχει δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως και πόσες φορές και κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μια παροδική ματιά. Στο σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη "Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές", σελ. 402, αναφέρονται τα ακόλουθα. « Η αναγνώριση προσώπων που ήδη γνωρίζει ο μάρτυς (recognition) διαφέρει από την αναγνώριση ατόμων που του είναι άγνωστα [identification] (France v R
(2012)UKPC 28, R v Popat
(1998)2 Cr App R 208) και ως εκ τούτου, κατά την πρώτη (σε αντίθεση με τη δεύτερη), δεν τίθεται κατά κανόνα θέμα επίδειξης φωτογραφιών στον μάρτυρα ή η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιου και Άλλων
(2010)2 ΑΑΔ 94). Στις περιπτώσεις αναγνώρισης προσώπου που είναι γνωστός στον μάρτυρα (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται - πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην R v. Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549, με την οποία ασχολούμαστε πιο κάτω - στη βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στη χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον κατηγορούμενο και στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στιχομυθία ή μονόλογος), αλλά και του ονόματος του στη σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αυτό αναφέρθηκε (Tofas v. The Republic
(1961)CLR 99). Η μαρτυρία αναγνώρισης μπορεί να θεωρηθεί ως περιστατική μαρτυρία (βλ. Κεφάλαιο 14 - Περιστατική Μαρτυρία) ή ως ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Κεφάλαιο 13 - Ενισχυτική Μαρτυρία), εφόσον βέβαια πληρούνται οι αντίστοιχες απαιτήσεις για τέτοια ταξινόμηση.» Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου
(2013)2 ΑΑΔ 601 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: « Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Έχοντας προβεί στην πιο πάνω επισήμανση, προχωρούμε να εξετάσουμε το πρώτο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα έφεση και που είναι ο τρόπος με τον οποίο το Κακουργιοδικείο προσήγγισε την αναγνωριστική μαρτυρία. Το βασικό ερώτημα που προβάλλει είναι: Κάτω από τις περιστάσεις και ιδιαίτερα ενόψει των λόγων για τους οποίους απέρριψε τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.5, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.16, το Κακουργιοδικείο, προτού απορρίψει την εν λόγω μαρτυρία, όφειλε, ως είναι η θέση του εφεσείοντα, να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, ή όχι; Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Αυτοπροειδοποιούμαι με βάση τις πιο πάνω αρχές, για την επιφύλαξη , την οποία πρέπει να διατηρήσω για το ότι ουσιαστικά είχα ενώπιόν μου αναγνώριση του κατηγορούμενου από ένα μόνο μάρτυρα, χωρίς περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία καθώς και για την αξιολόγηση στην οποίαν πρέπει να προβώ για το εάν η ποιότητα της αναγνώρισης ήταν ικανοποιητική, υπό το φως βεβαίως των αρχών που διαμορφώθηκαν στην Turnbull (πιο πάνω). Το ικανοποιητικό της ποιότητας της αναγνώρισης και το εάν όντως ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς κράνος, μοτοσικλέτα τύπου Motocross ως ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του, θα είναι καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης, με δεδομένο ότι λόγω της γραμμής υπεράσπισης που τήρησε ο κατηγορούμενος, δεν υπήρξε ισχυρισμός εκ μέρους του ότι είχε άδεια οδήγησης του εν λόγω οχήματος ή πιστοποιητικό ασφάλειας ή ότι το όχημα ήταν εγγεγραμμένο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (ismoreprobablethannot). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Μ.Ε.1 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).» Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών του και κυρίως το περιεχόμενό της. Ομολογουμένως, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός και άμεσος στις απαντήσεις του και διεξήλθε ακλόνητος από την αντεξέταση στην υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Εξήγησε με πειστικότητα πως αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως θα εξηγήσω πιο κάτω. Κρίνεται η μαρτυρία του ως αληθής. Ειδικότερα σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Μ.Κ.1 είδε τον κατηγορούμενο από κοντινή απόσταση, χωρίς εμπόδια και για αρκετό χρονικό διάστημα. Γνώριζε δε τον κατηγορούμενο από προηγουμένως. Όπως με λεπτομέρεια εξήγησε, τον γνώριζε τόσο προσωπικά (το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι στο Παραλίμνι στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου όπως και σε κάποιες άλλες περιοχές της Κύπρου, δεν είναι ασύνηθες, σε μεγάλη συχνότητα οι κάτοικοι ή εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους να γνωρίζονται μεταξύ τους) όσο γιατί ο κατηγορούμενος απασχόλησε το σχολείο του στο παρελθόν (αν και δεν εξηγήθηκε περαιτέρω ή ίσως κάπως καλύτερα, το αντιλαμβάνομαι ως να εννοούσε σε σημείο που να λάβει πληροφόρηση και ο Μ.Κ.1). Συνεπώς, θεωρώ ότι η αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.1 ήταν ικανοποιητική και καλής ποιότητας. Δεν θα θεωρούσα άλλωστε λογικό, ο Μ.Κ.1 να μην γνωρίζει καν τον κατηγορούμενο Μιχάλη Καΐκκη, όπως του υποβλήθηκε, αλλά όταν είδε κάποιο πρόσωπο στη μοτοσικλέτα και να του προσέδωσε το συγκεκριμένο όνομα και εγκαταλείποντας το χώρο όπου βρισκόταν εκτός καθήκοντος, να προχώρησε στο να τον καταγγείλει. Θεωρώ δε άξιο αναφοράς, το ότι ενώ ο Μ.Κ.1 ήταν εκτός καθήκοντος, επέλεξε να αφιερώσει μέρος του ελεύθερού του χρόνου, για την τήρηση της (τροχαίας) τάξης και για προστασία όχι μόνο του κοινού, αλλά και του ίδιου του νεαρού κατηγορούμενου, ο οποίος έκανε βόλτες με μία μεγάλη αγωνιστική μοτοσικλέτα, μη κατάλληλη να κυκλοφορεί στο δρόμο. Θεωρώ την όλη στάση του Μ.Κ.1 ως επαινετέα. Λαμβάνοντας υπόψη την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι δεν οδηγούσε τη μοτοσικλέτα και ότι μελετούσε στο σπίτι του. Ευρήματα Η θέση του κατηγορούμενου ήταν, από την αρχή μέχρι το τέλος της υπόθεσης ότι δεν οδηγούσε τη μοτοσικλέτα. Οπότε δεν προβλήθηκε άλλη θέση π.χ. ότι κατείχε άδεια οδήγησης της μοτοσικλέτας ή πιστοποιητικό ασφάλειας ή ότι φορούσε κράνος ή ότι το όχημα -που από την όψη του ήταν μοτοσικλέτα τύπου Μotocross, χωρίς πινακίδες και ακατάλληλη για χρήση σε οδό- ήταν εγγεγραμμένο. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, δεν απέδειξε -αντιθέτως αρνείτο την ίδια την οδήγηση της μοτοσικλέτας- στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σύμβαση ασφάλισης υπέρ τρίτου (βλ. Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR 293) ή άδεια οδήγησης του συγκεκριμένου οχήματος (White v. Trainor
(1959)NI 147 και John v. Humphreys
(1955)1 ΑLL ER 793) ή ότι το όχημα το οποίο οδηγούσε ήταν εγγεγραμμένο δυνάμει των διατάξεων των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1., βρίσκω ότι στις 17/5/2016 και ώρα 11:50 στην οδό Αγίου Γεωργίου στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, ο κατηγορούμενος οδηγούσε μη εγγεγραμμένο μηχανοκίνητο όχημα τύπου Μotocross, χωρίς να φοράει προστατευτικό κράνος, χωρίς να κατέχει σχετική ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς να είναι σε σχέση με το εν λόγω όχημα, σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Κατάληξη Βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες των τεσσάρων Αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στις τέσσερις κατηγορίες. ............................. Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο