Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 5/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, A.Ε.Δ. M. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν.
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Θεόδωρου Αριστοδήμου
- Αντρέα Αρτέμη
- Ανδρέα Ηλιάδη
- Γιάννη Πεχλιβανίδη
- Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Π. Πολυβίου με κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου και κ. Νικολεττόπουλο Κατηγορούμενος 4 παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 (εφεξής «Κ.1 και Κ.4»), κρίθηκαν ένοχοι στην Κατηγορία 4 την οποία αντιμετώπιζαν από κοινού η οποία αφορά το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς κατά παράβαση των Άρθρων 19, 20
(1)(γ) και 23
(3)του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Ν.116(Ι)/
- Τα ακριβή διαπιστωθέντα γεγονότα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου περιέχονται στην προηγηθείσα Απόφαση μας ημερ. 14/12/17 και δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό η λεπτομερής επανάληψη τους. Υπενθυμίζουμε μόνο πως σύμφωνα με αυτά: I. Σε ερωτήσεις που υπεβλήθηκαν κατά τη Γενική Συνέλευση (εφεξής «Γ.Σ.»), της Κ.1 στις 19/6/12 αναφορικά με το ύψος του ελλείμματος για την πλήρη κεφαλαιοποίηση ο Κ.4 συνειδητά και εν πλήρη γνώσει του ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα απάντησε ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των €200εκ.. Μάλιστα στην επιμονή των μελών (για πληροφόρηση) επανέλαβε και αργότερα ότι οι ανάγκες δεν θα ξεπερνούσαν τα €200εκ., ότι δηλαδή αυτό το ποσό θα ήταν το maximum του ελλείμματος, ότι θα καλύπτοντο από την τράπεζα και ότι δεν έπρεπε να ανησυχούν οι ενδιαφερόμενοι. Με αυτό δε τον τρόπο παραπλάνησε τους μετόχους και γενικά τους παρευρισκόμενους στο ακροατήριο της Γ.Σ., (καθώς και την κοινή γνώμη), μεταφέροντας τους εσφαλμένα δεδομένα και οδηγώντας τους σε εσφαλμένα συμπεράσματα και λαθεμένες αντιλήψεις για την υφιστάμενη τότε κατάσταση εν σχέσει με το έλλειμμα της Κ.
- II. Κατά τη δεδομένη στιγμή στο πλαίσιο της Γ.Σ. μέσω της ομιλίας του και στη συνέχεια μέσω των απαντήσεων του στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν ήταν ο βασικός εκφραστής και αντιπρόσωπος της Κ.1 στην κορυφαία για την εταιρεία αυτή θεσμική λειτουργία. Ομιλώντας λοιπόν σε αυτή την συνέλευση ομιλούσε εξ ονόματος της Κ.1 και ήταν το φυσικό πρόσωπο που ουσιαστικά αποτελούσε ή ταυτίζετο με την ίδια την Κ.1 και στη βάση αυτή το εν λόγω αδίκημα αποδόθηκε και στην Κ.
- Τόσο η Κ.1 όσο και ο Κ.4 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγόρευση συνηγόρου για την Κ.1 Εκ μέρους της Κ.1 στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο κ.Πολυβίου προέβαλε τα ακόλουθα: · Την απουσία οποιασδήποτε καταδίκης ή προηγουμένου στην πολύ μακρά ιστορία της Κ.
- · Το γεγονός ότι η ποινική ευθύνη της Κ.1 δεν είναι άμεση αλλά εξ αποδόσεως εφόσον το αδίκημα διεπράχθη από τον Κ.4 και αποδίδεται στην Κ.1 με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μεμονωμένη πράξη για την οποία η νομική ευθύνη της Κ.1 είναι δευτερογενής και όχι πρωτογενής. · Η Κ.1 έχει αθωωθεί σε όλες τις άλλες κατηγορίες, πολύ πιο σοβαρές, μετά από μακρά δικαστική διαδικασία. · Το αδίκημα διεπράχθη πριν από σημαντικό χρόνο και ενώ έχουν παρέλθει 5,5 έτη. · Δεν υπήρχε οποιαδήποτε συνωμοσία για αποκόμιση κέρδους ή για παραπλάνηση του κοινού αλλά απλώς μια άστοχη δήλωση ή αναφορά από τον Κ.
- Το παράπτωμα ήταν προσωπικό και όχι συλλογικό. · Ως αποτέλεσμα του διαπιστωθέντος παραπτώματος δεν απεκόμισε κέρδος είτε ο Κ.4 είτε η Κ.1 ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός των μετοχών ή οποιωνδήποτε άλλων οικονομικών μέσων. · Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και των γεγονότων του Μαρτίου του 2013 η Κ.1 έχει υποστεί μία τεράστια καταστροφή-μηδενισμό παλαιών μετοχών, εξουθενωτικό κούρεμα καταθέσεων, ανάληψη υποχρεώσεων Λαϊκής Τράπεζας και Κράτους για ELA. Πρόκειται σήμερα για νέα Τράπεζα, τη μόνη μεγάλη Τράπεζα της Κύπρου, πλήγμα της οποίας συνιστά πλήγμα της οικονομίας. Πρόστιμο επί της Τράπεζας σήμερα συνιστά οικονομική επιβάρυνση των κουρεμένων καταθετών και των νέων μετόχων και όχι του Δ.Σ. ή οποιουδήποτε άλλου που ήταν εμπλεκόμενο μέρος κατά τη διάπραξη του αδικήματος. · Οποιαδήποτε ποινή θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στις προσπάθειες επιβίωσης που η Κ.1 καταβάλλει συμπεριλαμβανομένης εγγραφής στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου (London Stock Exchange). · Για τα ίδια γεγονότα έχει επιβληθεί στην Κ.1 πρόστιμο €70.000 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ήταν η κατάληξη του κ. Πολυβίου πως στην προκειμένη περίπτωση ουδείς σκοπός εξυπηρετείται με την επιβολή οποιουδήποτε άλλου προστίμου πέραν του συμβολικού ενόψει της αλλαγής των οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων που επικρατούν σε σχέση με την Τράπεζα. Όσον δε αφορά την προβλεπόμενη χρηματική ποινή επισήμανε πως, παρά την αύξηση της με βάση τον μεταγενέστερο Νόμο του 2016, ισχύει αυτή που προβλέπετο από τον Νόμο του 2005, ήτοι €171.
- Αγόρευση συνηγόρου για τον Κ.4 Κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, υφίστανται στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος του Κ.4 στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Πέραν της αναφοράς στις προσωπικές περιστάσεις του Κ.4 αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος υποστήριξε ότι ο Κ.4 ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό αλλά στην έξαψη της στιγμής ευρισκόμενος ενώπιον μιας συνέλευσης όπου, λόγω της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε με την Κυπριακή οικονομία να πηγαίνει στο βάραθρο, οι παρευρισκόμενοι θορυβούσαν, φώναζαν, απέδιδαν ευθύνες εκεί που δεν υπήρχαν και διαμαρτύρονταν εντόνως. Στο πλαίσιο δε αυτό και ενώ υποβάλλονταν πολλαπλές ερωτήσεις ο Κ.4 αναφερόμενος στο ύψος του ελλείμματος έδωσε την επίμαχη απάντηση περί ελλείμματος ύψους €200εκ.. Όπως τόνισε η εν λόγω άστοχη απάντηση δόθηκε όχι ως αποτέλεσμα ψύχραιμης σκέψης αλλά μιας συναισθηματικής φόρτισης που προκλήθηκε ένεκα των πιο πάνω περιστάσεων. Το ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός ή προμελέτη ή πρόθεση για παραπλάνηση των μετόχων προκύπτει, όπως επισήμανε ο κ. Ευσταθίου, από το γεγονός ότι ετοίμασε γραπτή ομιλία το περιεχόμενο της οποίας βασίζετο σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που είχε ο ίδιος προηγουμένως συγκεντρώσει από τις διευθύνσεις της Τράπεζας ώστε οι μέτοχοι να είναι πλήρως ενημερωμένοι για την οικονομική κατάσταση της Τράπεζας. Ως επιπλέον ελαφρυντικό επικαλέστηκε την άμεση πληροφόρηση του επενδυτικού κοινού η οποία συνετελέσθη λίγες μέρες μετά δια της έκδοσης δημόσιας ανακοίνωσης ευθύς έως ολοκληρώθηκε η συνεδρία της Επιτροπής Maxi και ξεκαθάρισε η εικόνα αναφορικά με το ύψος του κεφαλαιακού ελλείμματος. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο ευπαίδευτος συνήγορος και στο ότι ο Κ.4 δεν απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος από την διάπραξη του επίδικου αδικήματος επισημαίνοντας παράλληλα ότι η προσπόριση πλεονεκτήματος ή οφέλους αποτελεί πλέον μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο κ. Ευσταθίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως μορφή εξωδικαστικής τιμωρίας τόσο την επιβολή στον Κ.4 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς του προστίμου των €70.000 όσο και τον διαρκή προπηλακισμό και την «απαξιωτική ελεεινολογία», όπως την χαρακτήρισε, που συνετελέσθη σε βάρος του πελάτη του αλλά και των υπολοίπων συγκατηγορουμένων του από τα ΜΜΕ στη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ωσάν να ήταν αυτοί οι υπαίτιοι της καταστροφής της Κυπριακής οικονομίας. Επιπλέον κληθήκαμε να λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι από της διάπραξης του αδικήματος παρήλθε χρονικό διάστημα 5,5 περίπου ετών το οποίο, χωρίς να αποδίδεται οποιαδήποτε μομφή στο Δικαστήριο, αποτελεί, ως επισήμανε, εξ αντικειμένου πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναφερόμενος στο είδος της ποινής που θα μπορούσε στην παρούσα υπόθεση να επιβληθεί ο συνήγορος εισηγήθηκε ενόψει του ιστορικού του Κ.4 και του χαρακτήρα του, όπως τον σκιαγράφησε, εν πρώτοις την χρηματική ποινή. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχτεί αυτή την προσέγγιση θεωρώντας ότι ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλακίσεως, εισηγήθηκε ότι θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση να εξετασθεί το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής. Νομική Πτυχή Είναι καλώς γνωστή η αρχή πως η προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή σε κάθε περίπτωση[1]. Εν προκειμένω με βάση το Άρθρο 23
(3)του Ν.116(Ι)/05 προβλέπεται κατ' ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης δέκα ετών ή χρηματική ποινή Λ.Κ.100.000 (€171.860) ή και οι δύο ποινές. Η ποινή αυτή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο αδίκημα από τον νομοθέτη. Όπως έχει σχετικά προσφάτως επαναληφθεί στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25/11/16 «. η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν». O Ν.116(Ι)/2005, ο οποίoς τύγχανε εφαρμογής κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ενσωματώσει στην Κυπριακή έννομη τάξη την Οδηγία 2003/6/ΕΚ (της 28ης Ιανουαρίου 2003) για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) όπως και τις διατάξεις της σχετικής Εκτελεστικής Οδηγίας 2003/124/ΕΚ όσον αφορά τον ορισμό και τη δημοσιοποίηση των εμπιστευτικών πληροφοριών και τον ορισμό των πράξεων χειραγώγησης της αγοράς. Τόσο στα πλαίσια της ακρόασης όσο και γενικότερα είναι αποδεκτό πως η λειτουργία της αγοράς στηρίζεται στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Οι τιμές των μετοχών προκύπτουν βάσει της υφιστάμενης προσφοράς και ζήτησης, οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις προσδοκίες των επενδυτών αναφορικά με την εξέλιξη των τιμών στο μέλλον. Βασική προϋπόθεση για να έχουν οι επενδυτές τη δυνατότητα λήψης ορθολογικών επενδυτικών αποφάσεων και για να διασφαλίζεται ως εκ τούτου η αποτελεσματική τοποθέτηση των κεφαλαίων τους στην αγορά, είναι η ορθή και πλήρης ενημέρωση τους για την πραγματική περιουσιακή κατάσταση, την επιχειρηματική δραστηριότητα και γενικά την αποδοτικότητα των εισηγμένων σε οργανωμένες αγορές εταιρειών[2]. Η χειραγώγηση της αγοράς, στις διάφορες μορφές της, αναντίλεκτα αποτελεί εκτροπή από την ορθή λειτουργία των συνήθων δυνάμεων αγοράς στη διαδικασία διαμόρφωσης των χρηματιστηριακών τιμών, ήτοι αυτών της προσφοράς και της ζήτησης. Η εκτροπή αναπόφευκτα έχει ως αποτέλεσμα την υπόσκαψη της εμπιστοσύνης των επενδυτών και την υπονόμευση της ακεραιότητας, της ομαλής λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας της αγοράς. Όπως συναφώς καταγράφεται στο σύγγραμμα Corporate Finance Law Principles and Policy των Louise Gullifer and Jennifer Payne (2η έκδοση, 2015) στη σελίδα 579: 'Market manipulation involves the improper use of market power to interfere with the market¨s normal price-forming mechanism' Σε άλλο δε σημείο στο ίδιο σύγγραμμα (σελ.584) καταγράφονται και τα εξής σχετικά: "Once one of the goals of capital market regulation is the smooth functioning of the market, the rationale for regulating market manipulation is clear.34 Market manipulation involves the unwarranted interference in the operation of the ordinary market forces of supply and demand. It is an interference with the market's normal price-forming mechanism, and it thereby undermines the integrity and efficiency of the market". Όπως προκύπτει και από τις εισαγωγικές σκέψεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ η ομαλή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτές αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Κατά συνέπεια, οι πρακτικές κατάχρησης ή χειραγώγησης αγοράς θίγουν την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την εμπιστοσύνη των επενδυτών, θεσμικών και ιδιωτών. Στόχος δε της σχετικής νομοθεσίας είναι μέσω της καταπολέμησης της χειραγώγησης, να διασφαλίζεται η ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τις αγορές αυτές. Όλα τα πιο πάνω τα οποία αποτελούν βασικούς στόχους των σχετικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών, καθώς και του ημεδαπού Νομοθέτη, έχουν ενσωματωθεί και προκύπτουν επίσης από το Προοίμιο του Ν.116
(1)/
- Είναι προφανές πως αποδίδεται τεράστια σημασία αφενός στη διατήρηση μιας αποτελεσματικής αγοράς για την οποίαν προϋποτίθεται η εξασφάλιση της ακεραιότητάς της και αφετέρου στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων. Στα πλαίσια αυτά η καταπολέμηση μορφών χειραγώγησης της αγοράς είναι σαφές πως αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τις συναλλαγές όλων των οικονομικών φορέων. Είναι ισάξιας σημασίας η σχετική αναφορά στο Προοίμιο ότι η ταχεία και αμερόληπτη δημοσιοποίηση των πληροφοριών ενισχύει την ακεραιότητα της αγοράς, ενώ αντίθετα η επιλεκτική πληροφόρηση από τους εκδότες μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς την ακεραιότητα των χρηματιστηριακών αγορών. Αν και στο Προοίμιο παρατίθεται με αναφορά σε σύσταση ή υπόδειξη επενδυτικής στρατηγικής, σημειώνεται εδώ και η (ούτως ή άλλως αυτονόητη) θέση του Νομοθέτη πως «.η ακεραιότητα της αγοράς απαιτεί την τήρηση υψηλών προτύπων αμεροληψίας, εντιμότητας και διαφάνειας». Είναι ακριβώς εντός των πιο πάνω πλαισίων και παραμέτρων που πρέπει να ιδωθεί το Μέρος ΙV του Νόμου (τιτλοφορούμενο ως «Διατάξεις σχετικά με τη χειραγώγηση της αγοράς»), η γενική απαγόρευση της χειραγώγησης με το Άρθρο 19, καθώς και οι ειδικότερες πράξεις χειραγώγησης του Άρθρου 20 του Ν.116(Ι)/
- Είναι γεγονός πως δεν υπάρχει ημεδαπή νομολογία για αδικήματα αυτής της φύσης. Κάποια καθοδήγηση δύναται να ληφθεί από αγγλική νομολογία υπό την επιφύλαξη πάντοτε των διαφορών στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει, από τα όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Regina v. Hayes [2015] EWCA Crim. 1944, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές θα πρέπει να επιβάλλονται σε όσους ενεργούν ανέντιμα και ή με έλλειψη ακεραιότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όπως συναφώς τονίστηκε: 'Those who act dishonestly in these markets must receive severe sentences to deter others from criminality that is often hard to detect and has such a damaging effect not only on the markets, but more broadly on the general prosperity of the state'. Παράλληλα επισημάνθηκε πως από τα άτομα τα οποία δραστηριοποιούνται είτε στον τραπεζικό είτε στον επενδυτικό τομέα αναμένονται υψηλά επίπεδα ακεραιότητας. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε: "High standards of probity are to be expected of those who operate in the banking system, whether they are bankers in dealing with deposits and the lending of money or traders in an investment banking context. What this case has shown is the absence of that integrity that ought to characterise banking." Εντός των πιο πάνω πλαισίων υποβοηθητική θεωρούμε την Αγγλική νομολογία σχετικά με το αδίκημα των παραπλανητικών και ή ψευδών δηλώσεων (misleading statements) το οποίο παλαιότερα διαλαμβάνετο στο Άρθρο 47 του Financial Services Act 1986[3]. Στην υπόθεση R v. Mark O΄Hanlon [2007] EWCA Crim. 3074, η οποία αφορούσε περίπτωση ενός Ανώτερου Εκτελεστικού Αξιωματούχου εταιρείας ο οποίος είχε προβεί σε έξι παραπλανητικές και ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την τρέχουσα επιχειρηματική και εμπορική κατάσταση της εταιρείας, πέντε εκ των οποίων ήταν εν γνώσει του αναληθείς και η μία αποτέλεσμα απερισκεψίας (reckless), οι οποίες οδήγησαν σε αύξηση της τιμής της μετοχής, παρατέθηκαν οι παράγοντες που θα πρέπει σε τέτοιου είδους αδικήματα να λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής. Μεταξύ αυτών είναι η θέση του κατηγορούμενου και ο έλεγχος που ασκεί επί της εταιρείας, οι συνέπειες από τη διάπραξη του αδικήματος στους επενδυτές και στην εμπιστοσύνη του κοινού στην εμπορική δραστηριότητα γενικώς, καθώς και η ύπαρξη προσωπικού οφέλους. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε πως ανάμεσα στους επιβαρυντικούς παράγοντες συγκαταλέγονταν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν Ανώτερος Εκτελεστικός Αξιωματούχος της εταιρείας και άτομο το οποίο θεωρείτο ως αυθεντική (αξιόπιστη) πηγή πληροφοριών σε πεδίο που οι επενδυτές είχαν σοβαρό ενδιαφέρον όπως, επίσης, και το ότι οι δηλώσεις του αναμένετο να οδηγήσουν τους επενδυτές να θεωρήσουν συμφέρουσα την επένδυση. Μάλιστα ο άμεσος αντίκτυπος ήταν η αυξημένη εμπορευσιμότητα (διαπραγματευσιμότητα) στις μετοχές της εταιρείας ενώ αρκετοί επενδυτές υπέστησαν ζημιά. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη το ότι οι επίμαχες δηλώσεις είχαν γίνει χωρίς προσχεδιασμό (προμελέτη), ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε στην ετοιμασία διορθωτικής δήλωσης, δεν είχε ο ίδιος αποκομίσει προσωπικό όφελος αλλά και το γεγονός ότι τελικώς είχε χάσει την εργασία του. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: '10 Counsel recognises that there were here several aggravating factors. The appellant was Chief Executive of the company. He would be regarded as an authoritative source of information in an area in which investors were taking a close interest. There were six statements, five of which were calculated (in the objective sense) to cause investors to consider investment favourable. The immediate effect appears to have been increased trading in the company's shares. Several investors (some of them small investors) suffered loss; some lost large sums. 11 Mitigating factors included the apparently spontaneous and short-lived duration of the claims; the appellant co-operated in the preparation of a corrective statement; he made no personal gain and eventually lost his employment. Although the statements themselves were false, the judge accepted that the appellant had a genuine belief in the ultimate success of his company. In other words, this was not a cynical fraud for private gain at the expense of investors'. Επισημαίνεται πως στην υπόθεση O΄Hanlon (ανωτέρω) επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών η οποία κατ' έφεση δεν κρίθηκε υπερβολική ενώ σημειώθηκε πως μεγαλύτερης έκτασης ποινές επιβάλλονται σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται εξαπάτηση επενδυτών εκ προθέσεως και διαρκείας. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε: "14 We reiterate the opinion of the Court in that lengthy sentences of imprisonment can be expected for deliberate and persistent fraud on investors". Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Regina v. Hayes (ανωτέρω) η οποία αφορούσε συνωμοσία εξαπάτησης μέσω της χειραγώγησης του LIBOR (London Interbank Offered Rates) και όχι παράβαση των σχετικών νομοθετικών προνοιών του Financial Services Act. Ανάλογης σοβαρότητας ήταν επίσης και η παλαιότερη υπόθεση R v. Feld
(1999)1 Cr. App.R. (S) 1 η οποία αφορούσε εξασφάλιση κεφαλαίου πέραν των 20 εκ. μέσω αναληθών δηλώσεων σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά παράβαση του Άρθρου 47 του Financial Services Act 1986 και στην οποία ο Εφεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία δεν κρίθηκε κατ' έφεση υπερβολική[4]. Στην εν λόγω υπόθεση επισημάνθηκαν οι ακόλουθοι 10 παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιβολής της ποινής: "
- The amount involved and the manner in which the fraud is carried out.
- The period over which the fraud is carried out and the degree of persistence with which it is carried out.
- The position of the accused within the company and his measure of control over it.
- Any abuse of trust which is revealed.
- The consequences of the fraud.
- The effect on public confidence in the City and the integrity of commercial life.
- The loss to small investors, which will aggravate the fraud.
- The personal benefit derived by a defendant.
- The plea.
- The age and character of the defendant". Χρήσιμη είναι επίσης η υπόθεση R v. Gareth Scott Bailey and Carl Rigby [2005] EWCA Crim. 3487 στην οποία δύο διευθυντές μιας εταιρείας καταδικάστηκαν για το αδίκημα των παραπλανητικών δηλώσεων και πρακτικών κατά παράβαση του Άρθρου 397 του Financial Services and Markets Act 2000[5] (το οποίο είχε αντικαταστήσει το παλαιότερο Άρθρο 47 του Financial Services Act 1986) αναφορικά με τη δημοσιοποίηση δήλωσης η οποία έδιδε ψευδή και παραπλανητική εικόνα των εισοδημάτων και κερδών της εταιρείας. Συγκεκριμένα οι δύο ανώτατοι αξιωματούχοι δημόσιας εταιρείας ήτοι ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Οικονομικός Σύμβουλος της καταδικάστηκαν μετά από ακρόαση σε ποινές 2 και 3,5 ετών φυλάκισης αντίστοιχα, οι οποίες αργότερα μειώθηκαν σε 9 μήνες και 18 μήνες αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες περί τις αρχές Μαΐου του 2002 είχαν προβεί σε ανακοίνωση ότι οι εισπράξεις και τα κέρδη της εταιρείας τους θα ήταν σύμφωνα με τις προσδοκίες της αγοράς, ήτοι ότι η εταιρεία για το τρέχον έτος θα είχε εισπράξεις GBP47εκ. και κέρδη GBP6,7εκ. Η δήλωση ήταν λανθασμένη και παραπλανητική επειδή κακώς είχαν συνυπολογιστεί έσοδα και κέρδη από τρία υποτιθέμενα συμβόλαια, ενώ δεν έπρεπε, καθότι δεν είχαν μέχρι τότε συναφθεί οποιεσδήποτε δεσμευτικές συμφωνίες. Πράγμα που διαπιστώθηκε λίγο αργότερα στον ετήσιο οικονομικό έλεγχο, οπότε περί τα τέλη Μαΐου του 2002 έγιναν διορθωτικές ανακοινώσεις αλλά ήδη η μετοχή της εταιρείας είχε παρουσιάσει κάποια άνοδο και αρκετοί επενδυτές είχαν αγοράσει μετοχές των οποίων η αξία μειώθηκε σημαντικά μετά τις διορθωτικές ανακοινώσεις και την αποκατάσταση της πραγματικότητας. Το πρώτο διαφοροποιητικό στοιχείο είναι πως οι εφεσείοντες στην πιο πάνω υπόθεση είχαν καταδικαστεί στη βάση του Άρθρου 397
(1)(c) του Financial Services and Markets Act 2000 ("recklessly make . a statement . which is misleading") και όχι στη βάση του άρθρου 397
(1)(a) του ίδιου Νόμου (". make a statement . which he knows to be misleading"). Το δεύτερο διαφοροποιητικό στοιχείο είναι πως για τα πιο πάνω αδικήματα προνοείτο φυλάκιση μέχρι 7 έτη και όχι μέχρι 10 έτη όπως στον Κυπριακό Νόμο. Το τρίτο στοιχείο άπτεται των λόγων για τους οποίους το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση προχώρησε σε μείωση των ποινών. Πέραν λοιπόν των συνήθων ελαφρυντικών έλαβε υπόψιν του και τόνισε ως τέτοιους λόγους: · Το γεγονός ότι η φυλάκιση συνιστούσε μόνο μέρος της ποινικής μεταχείρισης λαμβάνοντας υπόψιν τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες στους εφεσείοντες και τον στιγματισμό. Σημειώνεται ως προς αυτά πως πρωτοδίκως οι εφεσείοντες είχαν καταδικαστεί να καταβάλουν σημαντικά χρηματικά ποσά ως αποζημίωση σε επενδυτές και ότι είχαν στερηθεί του δικαιώματος να είναι διευθυντές για περιόδους 4 και 6 ετών αντίστοιχα, στοιχεία που επέδρασαν ουσιωδώς στην κρίση του Αγγλικού Εφετείου. · Το γεγονός ότι οι εφεσείοντες είχαν κριθεί ένοχοι για το ότι είχαν προβεί στη δήλωση απερισκέπτως (recklessly) και όχι για το πιο σοβαρό αδίκημα της δημοσίευσης δήλωσης εν γνώσει του ότι είναι παραπλανητική. Ως προς αυτό σημειώνεται πως οι εφεσείοντες είχαν στην ίδια υπόθεση αθωωθεί σε άλλη κατηγορία για το ότι είχαν προβεί στη δήλωση γνωρίζοντας ότι ήταν παραπλανητική και είναι σαφές πως είχε αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία και στην απουσία τέτοιας γνώσης. Παρά τα πιο πάνω διαφοροποιητικά στοιχεία η πιο πάνω υπόθεση προσφέρει καθοδήγηση ως προς τους παράγοντες τους οποίους, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να συνυπολογίζει το Δικαστήριο σε παρόμοιας φύσης αδικήματα και οι οποίοι - με εξαίρεση την απερισκεψία η οποία δεν ανήκει στα συστατικά στοιχεία του ημεδαπού αδικήματος - είναι: ð το οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου έγινε η δήλωση ð οι οικονομικές συνέπειες της αναληθούς δήλωσης ð το κατά πόσον ο δράστης ενεπλάκη εκουσίως σε οποιαδήποτε απατηλά διαβήματα προβαίνοντας στη δήλωση ð ο σκοπός του Νόμου, που είναι να προστατεύει τους επενδυτές εξασφαλίζοντας διαφάνεια και ακεραιότητα στις αγορές ð η πραγματική προσωπική ευθύνη την οποίαν ο δράστης είχε στην όλη διαδικασία παραγωγής της δήλωσης. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: '16 So far as we are aware, this is the first appeal against sentence for an offence under under s.397
(1)(c) of the Financial Services and Markets Act 2000 passed under the new provision. Each case will depend very much on its own facts. Amongst the matters to which the sentencing judge will have regard are: the degree of recklessness on the part of the offender; the financial context in which the statement was made; the financial consequences of the falsity of the statement; and whether the offender took any deliberately deceptive steps in the making of the statement. The judge will also have regard to the purpose lying behind the provision, which is to protect investors by reinforcing openness and integrity in financial markets. He will also have regard to the real personal responsibility that the offender had in the whole process involved in the making of the statement'. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημάνθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης ότι όλοι οι επενδυτές σε μια αγορά ζημιώνουν όταν η ακεραιότητα της αγοράς υποσκάπτεται από την διάδοση παραπλανητικών ή αναληθών πληροφοριών και ότι, εάν οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται την αγορά, θα οδηγηθούν αλλού, πράγμα με το οποίο, κατά τη γνώμη μας, σαφώς υπονοείτο η ενδεχόμενη κατεύθυνσή τους είτε σε άλλες αξιόπιστες αγορές είτε ενδεχομένως και σε μη νόμιμες δραστηριότητες. Τονίστηκε ακόμη ότι οι αγορές οι οποίες χαρακτηρίζονται από ακεραιότητα προσελκύουν επενδύσεις και μειώνουν το κόστος κεφαλαίου στις εταιρείες. Η σχετική περικοπή έχει ως ακολούθως: 'If investors cannot trust the market, they will go elsewhere. Markets which are clean and fair attract investment and reduce the cost of capital to companies. All investors in the market are injured when the integrity of the market is damaged by the dissemination of misleading, false or deceptive information'. Η πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκε με επιδοκιμασία και σε πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Regina v. Raj Von Badlo [2015] EWCA 1236[6] η οποία επίσης αφορούσε το αδίκημα των παραπλανητικών δηλώσεων κατά παράβαση του Άρθρου 397 του Financial Services and Markets Act 2000[7]. Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 2 ετών η οποία κατ' έφεση επιβεβαιώθηκε. Επιστρέφοντας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρούμε πως απαιτείται κατ' αρχάς μια σύντομη αναφορά στα ευρύτερα πλαίσια εντός του οποίου ο Κ.4 προέβη στην επίμαχη δήλωση. Υπενθυμίζουμε πως εκτός του ότι αρκετά από αυτά τα παρεμφερή γεγονότα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία κάποια άλλα αποτελούν ούτως ή άλλως ζητήματα δικαστικής γνώσης, αν και θα πρέπει να σημειώσουμε για ό,τι αξίζει πως παράλληλα στο στάδιο των αγορεύσεων έχουμε παραπεμφθεί ως προς τις διάφορες γενικότερες εξελίξεις και στα καταγραφόμενα στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας
(2013)3 Α.Α.Δ.
- Είναι λοιπόν γενικώς αποδεκτό πως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, προέκυψε κρίση δημοσιονομικού χρέους εντός των χωρών της Ευρωζώνης, η οποία οδήγησε μεταξύ άλλων σε «κούρεμα» των Ελληνικών Ομολόγων τον Οκτώβριο του 2011 που ολοκληρώθηκε το 2012 με την έκδοση των ΝΟΕΔ. Η απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων επηρέασε την κεφαλαιακή βάση τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Λαϊκής Τράπεζας και τον Μάιο του 2012 εδόθη κρατική στήριξη ύψους €1.8 δις προς την τελευταία. Παράλληλα στη βάση αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης προχωρούσε η διαδικασία για ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών. Στη βάση της Ανακοίνωσης της Ε.Α.Τ. ημερ. 8/12/11 η Κ.1 παρουσίαζε έλλειμμα €1560εκ. το οποίο όφειλε να καλύψει μέχρι τις 30/6/12 για το οποίο η Κ.1 επίσης είχε προβεί σε σχετική ανακοίνωση αυθημερόν. Έχει τη σημασία του πως η μοναδική άλλη ανακοίνωση της Κ.1 για το έλλειμμα ήταν στις 10/5/12, στην οποία είχε αναφέρει ότι το έλλειμμα περιοριζόταν στα €200εκ.. Ήταν προφανές πως η εικόνα που εξέπεμπε η Κ.1 ήταν σαφώς καλύτερη και πιο αισιόδοξη από εκείνη της άλλης μεγάλης συστημικής Τράπεζας του τόπου, η οποία κατά τον ίδιο μήνα χρειάστηκε σημαντικότατη κρατική στήριξη. Εν ολίγοις η εικόνα και η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί σε κάθε μέτοχο, επενδυτή ή άλλο ενδιαφερόμενο ήταν πως η Κ.1 είχε καλύψει μεγάλο μέρος του δρόμου και πράγματι μέχρι τις 10/5/12 τα διάφορα ληφθέντα μέτρα είχαν οδηγήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο προς μείωση του ελλείμματος. Είναι εξίσου όμως προφανές πως τουλάχιστον στις 14/6/12 διαπιστώθηκε κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. πως αυτή η θετική πορεία είχε ανακοπεί και η καλή εικόνα και εντύπωση που υπήρχε μέχρι τότε για την Κ.1 θα ετίθετο εν αμφιβόλω με σοβαρό κίνδυνο να ανατραπεί και ή καταστραφεί, ίσως ανεπιστρεπτί. Οι ιθύνοντες της Κ.1 είχαν πολύ λίγες μέρες μπροστά τους μέχρι τη λήξη της προθεσμίας στις 30/6/12 και έχει διαφανεί πως για κατανοητούς λόγους ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν την κρατική στήριξη κατά τρόπο που το Κράτος θα καθίστατο μέτοχος στην Κ.1 και γενικά ήθελαν να αποφύγουν τις συγκρίσεις και την ταύτιση της δικής τους τράπεζας με τη Λαϊκή Τράπεζα. Να σημειωθεί πως η ίδια αυτοχαρακτηρίζετο σε διάφορα έγγραφα της ως ο «ηγετικός χρηματοοικονομικός οργανισμός» στην Κύπρο (Τεκμήριο 81 - ομιλία του Κ.4) και ως «ιστορικός οργανισμός» (Τεκμήριο 85 - Ετήσια έκθεση 2011). Είναι μέσα στο πιο πάνω κλίμα που οι ιθύνοντες της Κ.1 ήθελαν να υπερπηδήσουν και τον σκόπελο της Γ.Σ. στις 19/6/
- Έχουμε ήδη αναφερθεί στην Απόφασή μας σε ωραιοποιητικές αναφορές στις γραπτές ομιλίες των Κ.2 και Κ.4, τις οποίες αναμφίβολα αποδίδουμε στην προσπάθεια διαφύλαξης της καλής εικόνας της Κ.1 προς τα έξω. Στο στάδιο δε των ερωτήσεων διεφάνη πως κατεβλήθη ισχυρή προσπάθεια επίσης γενικόλογων και ωραιοποιητικών δηλώσεων εξ ου και προκλήθηκε κάποιου είδους ένταση από τους παρευρισκόμενους σε κάποιες στιγμές, με αποτέλεσμα το κλίμα να χαρακτηρίζεται μέχρι και «εκρηκτικό». Ο ίδιος ο Κ.4 στη γραπτή του ομιλία επέλεξε μεν να αναφερθεί σε ποσοστά κάλυψης του ελλείμματος (80%-90%) και σαφέστατα εν γνώσει του απέφυγε την αναφορά είτε σε αριθμούς είτε στο ότι υπήρξε αύξηση του ελλείμματος από τις 10/5/
- Ούτε προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά σε αστάθμητους παράγοντες. Αντιθέτως, σε αντιδιαστολή με την Λαϊκή (για την οποία είπε πως η στήριξη ήταν αναγκαία) τοποθετήθηκε κάθετα ότι η Κ.1 «.με τις ενέργειες της βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης». Με άλλα λόγια ήταν σαφές και μέσα από τις γραπτές ομιλίες πως δεν υπήρχε θέληση να υπάρξει αναφορά στα πραγματικά προβλήματα της Κ.1 στις 19/6/
- Όπως έχουμε αναφέρει και στην απόφασή μας «είναι, πιστεύουμε, θέμα κοινής λογικής πως αν ο Κ.4 ήθελε να ενημερώσει ορθά, έντιμα, ειλικρινώς και χωρίς παραπλάνηση τη Γ.Σ. μπορούσε πολύ απλά και χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες να εξηγήσει την πραγματική κατάσταση, να αναφέρει τις δυσκολίες που υπήρχαν και είχαν ήδη συζητηθεί στο Δ.Σ. και να παραθέσει τους αστάθμητους παράγοντες (στους οποίους αναφέρθηκε και ο Κ.6). Θα λέγαμε πως κάτι παρόμοιο έπραξε την επομένη μέρα το πρωί ο Κ.4 γράφοντας προς τον Διοικητή της Κ.Τ.Κ. και ευλόγως διερωτάται κάποιος για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε να δοθεί η ίδια ενημέρωση-εκτίμηση και προς τους μετόχους-επενδυτές. Με αυτόν τον τρόπο τόσον οι μέτοχοι όσο και άλλοι ενδιαφερόμενοι θα είχαν λάβει την ορθή εικόνα και εκτιμώντας τη θα ήταν ελεύθεροι να ενεργήσουν όπως ήθελαν εν σχέσει με τις μετοχές ή με τις επενδύσεις τους». Έχοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω είναι θεωρούμε προφανές πως δεν μπορούμε και δεν συμφωνούμε με καμιά εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου (του Κ.4) πως «στην έξαψη της στιγμής» ή χωρίς «ψύχραιμη σκέψη» ή ως μια «συναισθηματική αντίδραση» ή λόγω «φοβικού περιβάλλοντος» ή ότι «έφυεν του η άστοχη απάντηση» για τα €200εκ. έλλειμμα. Άλλωστε αποτέλεσε ήδη συμπέρασμα μας ότι «δεν εντοπίζεται καμιά άλλη εξήγηση ως προς τον λόγο που το έπραξε εκτός από το ότι δεν ήθελε εκείνη τη χρονική στιγμή να δώσει την αληθή εικόνα ούτε να δημοσιοποιήσει τις δυσκολίες που υπήρχαν. Αντιθέτως ήθελε να καθησυχάσει τους πάντες και κυρίως τους μετόχους για να αποφύγει τις όποιες αρνητικές αντιδράσεις τους ή κινήσεις τους στην αγορά», κατάληξη η οποία συνάδει με όσα αναφέραμε πιο πάνω. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία πως ο Κ.4 εν πλήρη γνώσει και συνειδήσει ανέφερε τα περί €200εκ.. Ατράνταχτη επιβεβαίωση γι' αυτό είναι το παρεμφερές εύρημα μας πως ο Κ.4 επανέλαβε τουλάχιστον και δεύτερη φορά την ίδια δήλωση στη Γ.Σ.. Ούτε βεβαίως είναι δεκτή η θέση ότι αυτή ήταν η πληροφόρηση που είχε εκείνη τη στιγμή για το έλλειμμα και αυτήν είπε. Πέραν του ότι μια τέτοια θέση αντιφάσκει με τις πιο πάνω θέσεις (ότι «έφυεν του») έχουμε ήδη επίσης κρίνει πως την επομένη το πρωί, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια εξέλιξη δήλωσε γραπτώς ότι το έλλειμμα (υπό προϋποθέσεις) εκτιμάται στα €400 εκ.. Είναι λοιπόν με τον πιο πάνω ενσυνείδητο λόγο του Κ.4 που επετεύχθη η παραπλάνηση των πάντων από τις 19/6/12 έως και τις 27/6/12, οπότε και υπήρξε πλέον επίσημη ανακοίνωση για έλλειμμα €480εκ.. Να σημειωθεί πως το Κράτος μέσω της επιστολής που παρέλαβε στις 20/6/12 ήδη είχε κάποια ένδειξη προς την ορθή κατεύθυνση και στις 25/6/12 ανακοίνωσε την πρόθεση ένταξης σε Μηχανισμό Στήριξης («Μνημόνιο») όπως εξηγήσαμε και στην Απόφασή μας. Στο ενδιάμεσο διάστημα όλοι οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι ήτοι μέτοχοι, επενδυτές, καταθέτες, καθώς και το κοινό παρέμειναν με την εντύπωση ότι η Κ.1 ήταν μια ισχυρή Τράπεζα που τα είχε καταφέρει, εξ ου και προκλήθηκε έκπληξη, σφοδρά παράπονα και καταγγελίες όταν οκτώ ημέρες αργότερα δόθηκε η πληροφόρηση πως ήταν τελικώς διαφορετικά τα πράγματα. Αρκεί να επαναλάβουμε το προαναφερθέν πως από αξιωματούχους ή εκπροσώπους τραπεζών και δη τράπεζας αυτοαποκαλούμενης ως η «ηγετική» τράπεζα του τόπου αναμένονται υψηλά επίπεδα ακεραιότητας, καθώς και το ότι η ακεραιότητα της αγοράς απαιτεί την τήρηση υψηλών προτύπων αμεροληψίας και διαφάνειας και κυρίως εντιμότητας, στοιχεία προς τα οποία πρέπει να στοχεύουν οι πάντες, με πρωτεργάτες τα Δικαστήρια όποτε παρίσταται τέτοια ανάγκη. Ουδείς γνωρίζει πως θα αντιδρούσαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι μέτοχοι, επενδυτές ή καταθέτες εάν δεν υπήρχε η παραπλάνηση στις 19/6/12, πλην όμως και ουδείς δύναται να αρνηθεί ότι είχαν το απόλυτο δικαίωμα να ενημερωθούν εντίμως για την πραγματική κατάσταση της μεγαλύτερης τράπεζας του τόπου. Η σοβαρότερη απαξία του διαπραχθέντος αδικήματος έγκειται ακριβώς στη στέρηση αυτού του δικαιώματος ελαφρά τη καρδία. Έχουμε ήδη εξηγήσει στην Απόφασή μας πως η πορεία του ελλείμματος, το ύψος του και η πιθανότητα κάλυψής του ή όχι είχε άμεση σχέση και με τις μετοχές της Κ.1 και ότι ο Κ.4 με τις δηλώσεις του έδωσε παραπλανητικές ενδείξεις οι οποίες σαφώς σχετίζοντο κατ' ουσίαν με τη μετοχική αξία της Κ.
- Δεν είναι δε άνευ σημασίας και το ότι, όπως επίσης επισημάναμε, η αξία της μετοχής της Κ.1 είχε ήδη μειωθεί σημαντικά εν σχέσει με τα προηγούμενα έτη και η τυχόν αδυναμία κάλυψης του ελλείμματος, με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούσε σε κρατική στήριξη και σε περαιτέρω μείωση της τιμής της μετοχής πράγμα το οποίο επηρέαζε τον κάθε επενδυτή-μέτοχό της Κ.
- Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου ότι δεν υπήρξαν ευρήματα περί συγκεκριμένης ζημιάς σε συγκεκριμένους επενδυτές ή μετόχους, πλην όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ούτε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των επενδυτών και του κοινού στην αγορά από τέτοιου είδους συμπεριφορές, ούτε βεβαίως και τη δυνητική ζημιά την οποία εμπεριέχουν τέτοιες πρακτικές οι οποίες θα πρέπει να αποτραπούν με αποφασιστικότητα. Όσον αφορά τις εισηγήσεις του κ. Πολυβίου για το θέμα της εταιρικής ποινικής ευθύνης της Κ.1 δεν θα συμφωνήσουμε, σε όποιο βαθμό, βεβαίως, εννοούσε πως μειώνεται η ευθύνη αυτή ή η σοβαρότητα του αδικήματος για την Κ.1 εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αποδόθηκε η ευθύνη αυτή. Παραπέμπουμε απλώς στην απόφαση μας για το θέμα αυτό, καθώς και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Κυπρίζογλου v. Δημοκρατίας 53/17 κ.ά., ημερ.15/12/
- Προσθέτουμε πως αποδόθηκε ευθύνη στην Κ.1 επειδή ο Κ.4 κρίθηκε ως ο ιθύνων νους της Κ.1 και ο βασικός εκφραστής και αντιπρόσωπός της στη Γ.Σ.. Ουσιαστικά ομιλούσε εξ ονόματός της. Σαφώς και δεν μπορεί να συνιστά ελαφρυντικό το ότι ένα νομικό πρόσωπο διέπραξε το πιο πάνω αδίκημα κατά τον πιο πάνω τρόπο δηλαδή μέσω φυσικού προσώπου το οποίο κρίθηκε ο ιθύνων νους του. Αντιθέτως θα λέγαμε ότι σίγουρα δεν συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης στα οποία κατατάσσονται κατά κανόνα αδικήματα ελαφρύτερης μορφής ή ρυθμιστικής φύσεως. Όλα τα πιο πάνω πιστεύουμε πως καθιστούν αναγκαίο όπως αδικήματα αυτής της φύσης τιμωρούνται αυστηρά μέσω ποινών οι οποίες ενέχουν έντονα το στοιχείο της αποτροπής για σκοπούς κυρίως γενικής και δευτερευόντως ειδικής πρόληψης. Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει πάντοτε και την υποχρέωση προς εξατομίκευση της ποινής καθότι, όπως έχει λεχθεί, στον καθορισμό της σοβαρότητάς του εγκλήματος υπεισέρχονται και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως οι συνθήκες υπό τις οποίες έδρασε κάποιος ώστε να καταφανεί το βάρος των ευθυνών του. Το άτομο του παραβάτη και η λειτουργία του στον ιδιαίτερο και τον κοινωνικό του χώρο προσμετρά στον καθορισμό της τιμωρίας του. Η εξατομίκευση καθιστά το άτομο ως ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας. Εν ολίγοις εξατομικεύεται η ποινή ώστε αυτή να προσιδιάζει όχι μόνο στο έγκλημα αλλά και στο άτομο του παραβάτη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Πλην όμως δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων ή την ανάγκη για αποτροπή με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο[8]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μιχάλης Σολωμού ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 324 δεν πρέπει να λησμονείται πως η αρχή της εξατομίκευσης δεν μπορεί να υπερακοντίζει το σκοπό της ποινής όταν αυτός εντοπίζεται στη γενική ή την ειδική πρόληψη, ούτε να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του Νόμου[9]. Εντός των πιο πάνω πλαισίων για την παρούσα λαμβάνουμε υπόψιν μας τα ακόλουθα: i. Το λευκό ποινικό μητρώο αμφοτέρων των Κατηγορουμένων το οποίο αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. ii. Η επιλογή τους να προχωρήσουν σε ακρόαση είναι ουδέτερο στοιχείο, αφού από τη μια η μη παραδοχή δεν επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας και από την άλλη τους στερεί το δικαίωμα να ζητήσουν επιεική αντιμετώπιση λόγω παραδοχής[10]. Παρέλκει βεβαίως να πούμε πως η εκ των υστέρων και σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας αποδοχή εκ μέρους των Κ.1 και Κ.4 πως υπήρξε όντως η δήλωση την οποίαν είχαμε εντοπίσει ως παραπλανητική, είναι ασήμαντης έως μηδαμινής αξίας για σκοπούς επιμέτρησης, αφού η παραδοχή έχει τη σημασία της όταν γίνεται εγκαίρως. iii. Η μη ύπαρξη οποιασδήποτε μαρτυρίας για αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους και ή κέρδους είτε από πλευράς του Κ.4, είτε από πλευράς της Κ.1 σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η προσπόριση πλεονεκτήματος ή οφέλους αποτελεί πλέον, μετά την τροποποίηση της νομοθεσίας, συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος. Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου τις μεταβολές που επέφερε ο μεταγενέστερος Ν.136(Ι)/16 και τις συναφείς εισηγήσεις του κ. Σταύρου εκ μέρους του Κ.4. Είναι σαφές πως ο νέος νόμος εισαγάγει επιεικέστερες ρυθμίσεις σε σχέση με πρόσωπα τα οποία διαδίδουν παραπλανητικές πληροφορίες αφού πλέον μπορούν να το πράττουν χωρίς κυρώσεις, εκτός αν προσπορίστηκαν πλεονέκτημα [Άρθρο 9
(1)(γ)], ενώ παραδόξως και η ποινή μειώθηκε στα 5 έτη αν και αυξήθηκε η χρηματική ποινή στα €350.
- Τα πιο πάνω επενεργούν ως ελαφρυντικές περιστάσεις και θα τις έχουμε υπόψιν, μη παραγνωρίζοντας βέβαια ότι σε καμιά περίπτωση η οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέλιξη δεν διαγράφει ή αναιρεί την ποινική ευθύνη προσώπου το οποίο παρέβη τον Νόμο σε παλαιότερο χρόνο και εν γνώσει της ύπαρξης τόσο του Νόμου όσον και των δικών του υποχρεώσεων. iv. Η μη ύπαρξη μαρτυρίας αναφορικά με επηρεασμό των μετοχών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων ένεκα των αναληθών δηλώσεων στις οποίες προέβη ο Κ.
- v. Η επιβολή διοικητικού προστίμου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τόσο στον Κ.4 όσο και στην Κ.1 αποτελεί μορφή εξωδικαστικής τιμωρίας και ως τέτοια συγκαταλέγεται στους ελαφρυντικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. vi. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κ.4 όπως με επάρκεια έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Συγκεκριμένα πρόκειται για άτομο ηλικίας 63 ετών με καταγωγή από τον Άγιο Επίκτητο, ο οποίος μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών κατετάγη στην Εθνική Φρουρά όπου υπηρέτησε από το 1973 μέχρι το
- Κατά τη διάρκεια της θητείας του έλαβε χώρα η τουρκική εισβολή και ο Κ.4 όντας στην 33η μοίρα καταδρομών συμμετείχε σε τρείς μάχες στις οποίες έχασαν τη ζωή τους αριθμός Ελληνοκύπριων στρατιωτών. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 η ορθή συμπεριφορά και η προσφορά προς το Κράτος συνιστούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Μετά την ολοκλήρωση της θητείας του, χωρίς να έχει οικονομικούς πόρους, πήγε στο εξωτερικό δια να σπουδάσει, και εργαζόμενος κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ενώ στη συνέχεια μετέβη στο Λονδίνο όπου απέκτησε μεταπτυχιακό. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στην Κύπρο και προσελήφθη στην Κ.1 στην οποία ανελίχθη σταδιακά σε όλα τα αξιώματα μέχρι που έφτασε στην κορυφή της ιεραρχίας καταλαμβάνοντας το ύψιστο αξίωμα του Εκτελεστικού Διευθυντή. Αναγνωρίζουμε ότι υπό δύσκολες περιστάσεις κατάφερε να σπουδάσει, καθώς και ότι επέδειξε ζήλο, επιμέλεια και αφοσίωση στην εργασία. Γενικά όμως ως προς τις προσωπικές περιστάσεις τονίζουμε πως η σημασία τους αμβλύνεται όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. vii. Ο προπηλακισμός και η διαπόμπευση την οποία ο Κ.4 υπέστη κατά τη διάρκεια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης μέσω των ΜΜΕ αποτελεί εξωγενή παράγοντα που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής για να δικαιολογήσει μείωση της[11]. Και τούτο παρά το ατυχές και λυπηρό γεγονός ότι τα ΜΜΕ παρουσίαζαν, εσφαλμένα, την παρούσα υπόθεση ως υπόθεση σχετική με την πρόκληση της καταστροφής της Κυπριακής οικονομίας και τους Κατηγορούμενους ως άτομα υπαίτια για αυτή. Βέβαια έχει ήδη προκύψει ως εύρημα μας πως οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κ.1 σε συνάρτηση με τις ανάγκες του ιδίου του Κράτους και άλλης συστημικής τράπεζας (Λαϊκής) οδήγησαν στον ΕΜΣ, πλην όμως καμιά από τις κατηγορίες στην παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε τη δημιουργία των αναγκών αυτών ή την πρόκληση των ελλειμμάτων, παρά μόνο ζητήματα ανακοινώσεων και δηλώσεων. viii. Όσον αφορά την πάροδο χρόνου από της διάπραξης του επίδικου αδικήματος μέχρι του σταδίου της επιβολής της ποινής θα έχουμε κατά νουν την πάγια νομολογιακή αρχή. Αυτή συνοψίζεται στο ότι η πάροδος μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο[12]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφεύγει την προσοχή μας το γεγονός ότι παρήλθε χρονικό διάστημα, περίπου 2,5 ετών, από της διάπραξης του επίδικου αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης χωρίς να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο εξηγηθεί η καθυστέρηση αυτή. Ωστόσο όσον αφορά το στάδιο που μεσολάβησε από της καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης και της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι στη διάρκεια αυτού έλαβε χώρα η υποβολή από πλευράς Υπεράσπισης αριθμού προδικαστικών ενστάσεων η οποία οδήγησε στην έκδοση ανάλογου αριθμού ενδιαμέσων Αποφάσεων του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε και κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης επισημαίνεται ότι αρκετοί μάρτυρες κατέθεταν για μέρες ενώ, μετά την έκδοση της Απόφασης του Δικαστηρίου στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, μεσολάβησε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Υπεράσπισης, και η υποβολή από το Δικαστήριο νομικού ερωτήματος προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου και υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο χρόνος που παρήλθε καθόσον αφορά το στάδιο αυτό δεν οδηγεί σε καμιά περίπτωση σε συμπέρασμα για ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης. ix. Ιδιαίτερα όσον αφορά την Κ.1 λαμβάνουμε υπόψιν την ιστορία της και τη διαχρονική προσφορά της στην οικονομία του τόπου, τις συνέπειες τις οποίες υπέστη και η ίδια από την οικονομική κρίση, τις προσπάθειες που κατέβαλε και καταβάλλει για να παραμείνει μια ισχυρή τραπεζική μονάδα και κάθε τι που έχει αναπτύξει ενώπιόν μας ο κ. Πολυβίου. Παρέλκει βεβαίως να πούμε ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση ότι η διαφοροποίηση της μετοχικής δομής ή η προσέλκυση νέων καταθετών την καθιστούν «νέα τράπεζα», δεδομένου ότι αναμφίβολα ως νομική οντότητα παραμένει το ίδιο νομικό πρόσωπο, ασχέτως δηλαδή διαφοροποίησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή ιδιοκτητών της (μετόχων). Ούτε συμφωνούμε ότι η όποια χρηματική ποινή θα είναι κόστος στους «κουρεμένους» ή άλλους καταθέτες της. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα τoυ αδικήματος και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις, κρίνουμε ότι η επιβολή στον Κ.4 στερητικής της ελευθερίας του ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Επαναλαμβάνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: à Στην Κ.1 χρηματική ποινή ύψους €120.000. à Στον Κ.4 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Εισήγηση για αναστολή Ως προς την εισήγηση του κ. Ευσταθίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης αναφορικά με τον Κ.4 επισημαίνουμε εξ αρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186
(1)/03 στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου». Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία βάσει του νέου άρθρου η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και συνεχίζει μέχρι και την πιο πρόσφατη υπόθεση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 28/14, ημερ. 24/2/14[13]. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη θέση αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Με βάση την πιο πάνω προσέγγιση βασικά απαιτείται η εξισορρόπηση και η συνεκτίμηση των διαφόρων στοιχείων στα πλαίσια μιας συνολικής αποτίμησης. Κατ' ουσίαν επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατό να έχει σημασία ως προς την αναστολή[14]. Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι ο κ. Ευσταθίου περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά περί του ενδεχομένου αναστολής χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία πλην της παραπομπής στις νομικές αρχές που διέπουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή. Έχουμε ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κ.4 και έχουμε υπόψιν όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων δεν έχουμε διακρίνει να υπάρχει οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Ούτε και από το γεγονός της έλλειψης προηγουμένων καταδικών και του πρότερου καλού βίου του Κ.4. Εκτιμούμε ότι όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η φύση και η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνάρτηση με τις περιστάσεις διάπραξης του, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω, είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Θεωρούμε δε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ύψους €500 να καταβληθούν κατά το 1/6 μερίδιο από την Κ.1 και κατά 5/6 μερίδια από τη Δημοκρατία. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, δίδονται οδηγίες όπως, όσα έγγραφα έχουν ληφθεί από την Κ.1, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Κεντρική Τράπεζα επιστραφούν στους δικαιούχους φροντίδι της Αστυνομίας και του Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι οποιεσδήποτε τραπεζικές ή άλλες εγγυήσεις, οποιουδήποτε εκ των Κατηγορουμένων, είχαν δοθεί προς εξασφάλιση της παρουσίας τους, αυτές έχουν λήξει με την έκδοση της σημερινής απόφασης και ως εκ τούτου τα σχετικά έγγραφα, επίσης, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Λ.Δ. [1] Δέστε Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 632, 636-637 και Γ.Ε. v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. [2]
(15)Οι πράξεις προσώπων που κατέχουν εµπιστευτικές πληροφορίες και η χειραγώγηση της αγοράς εµποδίζουν τη δηµιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας στην αγορά, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τις συναλλαγές όλων των οικονοµικών φορέων που δραστηριοποιούνται σε ενοποιηµένες χρηµατοπιστωτικές αγορές [3] 47.--
(1)Any person who- (
- a)makes a statement, promise or forecast which he knows and practices. to be misleading, false or deceptive or dishonestly conceals any material facts ; or (
- b)recklessly makes (dishonestly or otherwise) a statement, promise or forecast which is misleading, false or deceptive, is guilty of an offence if he makes the statement, promise or forecast or conceals the facts for the purpose of inducing, or is reckless as to whether it may induce, another person (whether or not the person to whom the statement, promise or forecast is made or from whom the facts are concealed) to enter or offer to enter into, or to refrain from entering or offering to enter into, an investment agreement or to exercise, or refrain from exercising, any rights conferred by an investment. [4] The appellant was convicted of nine counts of using a false instrument and three of making a misleading statement contrary to Financial Services Act 1986, s.47. The appellant was the managing director of a company which owned a number of hotels and managed others. The company sought to raise money, by a rights issue, and issued a prospectus which overstated its profits forecast, understated its liabilities and overstated its cash balances. The company supported its claims by supplying forged documents to its accountants. The rights issue raised £20.6 million. A false profit announcement was made, supported by further forged documents. The company subsequently went into liquidation. [5] 397 Misleading statements and practices.
(1)This subsection applies to a person who— (
- a)makes a statement, promise or forecast which he knows to be misleading, false or deceptive in a material particular; (
- b)dishonestly conceals any material facts whether in connection with a statement, promise or forecast made by him or otherwise; or (
- c)recklessly makes (dishonestly or otherwise) a statement, promise or forecast which is misleading, false or deceptive in a material particular. [6] "16 In R v Bailey & Anor [2006] Cr App R 250 , sentences of 3 1/2 years and 2 years imposed on two company directors who had made reckless statements to the market were reduced to terms of 18 months and 9 months respectively; the recklessness concerned statements as to the status of contracts being negotiated by their company that resulted in an inflated share price until the true facts were known. At paragraph 16 in the judgment of the court, a number of factors were identified to be taken into consideration by sentencing judges. We enumerate them as follows: (
- i)the degree of recklessness involved; (
- ii)the financial context in which the statement was made; (iii) the financial consequences of the statement; (
- iv)the purpose lying behind the Act which was to protect investors by reinforcing openness and transparency; (
- v)the personal responsibility of the offender in making these statements. We consider that those principles are likely to be of greater assistance to sentencing judges than the precise sentences substituted where both the conduct of the defendants and its duration was significantly different from the present". [7] Τα Άρθρα 89-91 του Financial Services Act 2012 έχουν αντικαταστήσει το Άρθρο 397 του Financial Services and Markets Act 2000. Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Blackstone¨s Criminal Practice
(2017): "Part Xl of the Financial Services Act 2012 contains three sections creating offences concerning false or misleading statements or impressions relating to agreements, investments or benchmarks of types specified by Order made by the Treasury. The offence under s. 89 is knowingly or recklessly making a false or misleading statement or dishonestly concealing material facts in relation to an agreement or investment. The offence under s. 90 is acting or engaging in a course of conduct which creates a false or misleading impression as to the market in, or price or value of an investment. The offence under s. 91 is knowingly or recklessly making a false or misleading statement in the course of arrangements to set an index, rate or price (a 'benchmark') or acting or engaging in a course of conduct which creates a false or misleading impression as to the price or value of an investment or interest rate". [8] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Βίκτωρας Μ. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603. [9] Δέστε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304. [10] Δέστε Nicolay Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, Ευστρατίου ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 42. [11] Δέστε Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424: «Το Κακουργιοδικείο θεώρησε πως τα δημοσιεύματα εναντίον του εφεσείοντα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν εξωγενής παράγων που δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής για να δικαιολογεί μείωσή της, εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή ο εφεσείων. Η πιο πάνω θέση μας βρίσκει σύμφωνους και τονίζουμε πως τέτοια δημοσιεύματα δεν μπορεί να θεωρηθούν ως τιμωρία που να οδηγεί σε μείωση της ποινής». [12] Δέστε Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365. [13] Δέστε Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. [14] Δέστε και Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο