Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άντρεα Κωνσταντινίδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12928/2017, 5/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12928/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Άντρεα Κωνσταντινίδου
- Μάρκος Τρύφων
- S.M. TRYFON LTD
- Μάρκος Κωνσταντινίδης Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Β. Μπίσας 1η Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η 1η Κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί ενοχή στο αδίκημα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία). Η δίωξη της 1ης Κατηγορουμένης στις κατηγορίες 2 μέχρι 6 καθώς και η δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 4 στις Κατηγορίες 7, 8 και 9 διακόπηκαν. Η 3η Κατηγορουμένη έχει παραδεχθεί ενοχή στις Κατηγορίες 7 και 8 και ειδικότερα ότι παρέλειψε να γνωστοποιήσει γραπτώς στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία αλλαγής ιδιοκτησίας οχήματος, το όνομα και την διεύθυνση του νέου ιδιοκτήτη και να επιστρέψει το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, στις 6.9.2016 και περί ώρα 07:15, η 1η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο KLA246 στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Λευκωσία. Κατά τον εν λόγω χρόνο, υπήρχε φως της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' είναι ασφαλτοστρωμένος δρόμος, διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη συνεχή γραμμή ενώ στο ύψος των διαφόρων παρόδων που βρίσκονται αριστερά και δεξιά του δρόμου, η άσπρη συνεχής γραμμή γίνεται διακεκομμένη ώστε να επιτρέπεται η είσοδος και η έξοδος οχημάτων. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας κάθε κατεύθυνσης διαχωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Πλησιάζοντας στο πρατήριο καυσίμων «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ» το οποίο βρισκόταν στα δεξιά ως η πορεία της, η Κατηγορούμενη επιχείρησε στροφή δεξιά για να εισέλθει σε αυτό παραβιάζοντας συνεχή άσπρη γραμμή. Ως αποτέλεσμα, το όχημα της Κατηγορουμένης συγκρούστηκε με την εξ' αντιθέτου κινούμενη μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε ο Χριστόφορος Κωνσταντίνου, ηλικίας 25 ετών (στο εξής "το θύμα"). Από την βίαιη σύγκρουση το θύμα το οποίο δεν έφερε προστατευτικό κράνος εκτινάχθηκε και χτύπησε αρχικά στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης και ακολούθως κατέληξε στην άσφαλτο. Τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου στις 07:47 της ίδιας μέρας πιστοποιήθηκε ο θάνατος του. Μετά από τη νενομισμένη νεκροψία που διενεργήθηκε στη σορό του θύματος, διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του προήλθε από «πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Η ορατότητα της κατηγορούμενης από το σημείο εισόδου στο πρατήριο βενζίνης προς την πορεία που κινείτο το θύμα, ήταν 200 μέτρα. Ο συνοδηγός του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορουμένη, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την μοτοσικλέτα του θύματος σε απόσταση 132 μέτρων και ενώ το όχημα στο οποίο επέβαινε είχε ήδη διαγώνια κλίση δεξιά προς το πρατήριο βενζίνης. Στην σκηνή βρέθηκε ίχνος τροχοπέδησης μήκους 8,60 μέτρων το οποίο αξιολογήθηκε και ταυτίστηκε με το πισινό ελαστικό της μοτοσικλέτας που οδηγούσε το θύμα. Στο μπροστινό ελαστικό δεν εντοπίσθηκε κανένα τρίψιμο, γεγονός που δείχνει ότι το θύμα δεν έκανε χρήση των μπροστινών φρένων. Τα εμπλεκόμενα οχήματα υποβλήθηκαν σε μηχανική εξέταση και δεν εντοπίσθηκε σε αυτά οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Από το δυστύχημα, τραυματίστηκε και η Κατηγορούμενη η οποία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου παρέμεινε για ένα βράδυ για παρακολούθηση. Την επομένη, η Κατηγορουμένη συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού πληροφορήθηκε τον λόγο της σύλληψης της και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε «Εντάξει». Η Κατηγορούμενη συμφώνησε με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Στις 26.4.2017 κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει σήμερα. Δεδομένης της σοβαρότητας του αδικήματος με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η 1η Κατηγορουμένη και της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας στην οποία αναφέρονται οι κοινωνικές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης. Συνοψίζοντας τα όσα καταγράφονται στην εν λόγω έκθεση, αναφέρω τα πιο κάτω: Η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 35 ετών. Είναι ανύπανδρη και άτεκνη και προέρχεται από οικογένεια μέσης κοινωνικό-οικονομικής τάξης. Ολοκλήρωσε ιδιωτικό σχολείο και συνέχισε τις σπουδές της για ακόμα 5 ½ έτη σε ιδιωτικό κολέγιο αποκτώντας πτυχίο στον τομέα 'Media Communications". Παράλληλα εργαζόταν στην εφημερίδα Cyprus Weekly καθώς και σε καφετέρια για να καλύπτει τα έξοδα φοίτησης της. Στην συνέχεια, φοίτησε για ακόμα ένα έτος στο πανεπιστήμιο Newcastle Upon Tyne University αποκτώντας μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στον τομέα "Media and Public Relations". Επέστρεψε στην Κύπρο το 2009 και εργοδοτήθηκε σε διαφημιστική εταιρεία όπου εργάστηκε για 6 περίπου χρόνια. Απολύθηκε από την εργασία της λόγω της οικονομικής κρίσης και ακολούθως, εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα σε αρτοποιείο και σε άλλη ιδιωτική εταιρεία. Από τον Απρίλιο του 2016 κατέστη άνεργη και συντηρείται λαμβάνοντας από το Κράτος το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (Ε.Ε.Ε.) ύψους €432 καθώς και από τους γονείς της. Ξοδεύει περίπου €480 μηνιαίως για αγορά ψυχοφαρμάκων και παρακολούθηση από ψυχίατρο και ψυχολόγο. Σήμερα, εργάζεται στο Υπουργείο Υγείας μέσω του 6μηνου σχεδίου της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού για άνεργους πτυχιούχους λήπτες Ε.Ε.Ε. Η Κατηγορούμενη διαμένει με τους γονείς και τον αδερφό της. Οι συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας περιγράφονται ως ικανοποιητικές. Η Κατηγορούμενη ανέφερε στην Λειτουργό του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας ότι αναγνωρίζει το σφάλμα της και αισθάνεται μεταμέλεια και έντονες ενοχές σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την οικογένεια του θύματος για να τους συλλυπηθεί και να μεταφέρει τη θλίψη της. Σύμφωνα με την ίδια, μετά το δυστύχημα υπέστη σοκ και βίωσε τα γεγονότα και το θάνατο του θύματος σαν προσωπική απώλεια. Έκτοτε, σύμφωνα με τις περιγραφές της, βιώνει έντονα αρνητικά συναισθήματα και συμπτώματα που υποδεικνύουν κρίσεις πανικού, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και κατάθλιψη. Έχει συνείδηση ότι, έχει στερήσει τη ζωή σε ένα άνθρωπο και αναφέρει ότι, για το λόγο αυτό, «δεν της αξίζει η ζωή της». Λόγω των προβλημάτων που έχει, παρακολουθείται τόσο από ψυχίατρο όσο και από ψυχολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σύμφωνα με ιατρική έκθεση του Νευρολόγου - Ψυχίατρου Δρ. Κυριάκου Βερεσιέ, η Κατηγορούμενη διαγνώστηκε με αγχώδη κατάθλιψη. Βίωσε και βιώνει με έντονο τρόπο το δυστύχημα και νοιώθει έντονα το συναίσθημα της ενοχής και της θλίψης. Έχει συνεχώς αυτοκαταστροφικές σκέψεις και τάσεις και παρουσιάζει δυσκολίες συγκέντρωσης και επικοινωνίας με το περιβάλλον. Κλείστηκε στον εαυτό της και συνεχίζει να μην μπορεί να οδηγήσει. Μέχρι σήμερα έχει διαταραχές στον ύπνο με εφιάλτες και παρουσιάζει ανορεξία αφού το βάρος της μειώθηκε στο επικίνδυνο σημείο των 37 κιλών. Σαν μέρος της θεραπευτικής παρέμβασης, η Κατηγορούμενη λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία ενώ της συνεστήθη όπως εξεύρει κάποια εργασιακή απασχόληση. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, το τραυματικό στρες που υπέστη η Κατηγορούμενη, άφησε ανεξίτηλα σημάδια στη ψυχολογία της και θα συνεχίζει για χρόνια να επηρεάζει την καθημερινή της ζωή. Σύμφωνα με έκθεση του Ψυχολόγου Λάμπρου Σταύρου, ο οποίος παρακολουθεί την Κατηγορούμενη από τον Απρίλιο του 2017, αυτή παρουσιάζει συμπτώματα αγχώδους κατάθλιψης και Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, με αποτέλεσμα να παρατηρείται σημαντική έκπτωση σε όλες τις εκφάνσεις της λειτουργικότητας της (κοινωνική, προσωπική, επαγγελματική κ.ο,κ.) Η καθημερινότητα της έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό λόγω του δυστυχήματος και βιώνει επίμονα αρνητική συγκινησιακή κατάσταση με συναισθήματα ενοχής, θλίψης, θυμού προς τον εαυτό της, ντροπής καθώς και αυτοκαταστροφικές σκέψεις και τάσεις. Παράλληλα, έχει απομονωθεί κοινωνικά και παρουσιάζει αδυναμία να βιώσει θετικά συναισθήματα όπως αγάπη και ικανοποίηση. Τόσο η ζωή της όσο και η ζωή των οικείων της έχει στιγματιστεί έντονα και θα χρειαστεί να συνεχίσει την ψυχοθεραπευτική αγωγή για αρκετό καιρό. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης αναφέρθηκε στις συνθήκες που περιβάλλουν το δυστύχημα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι την επίδικη μέρα, η κατηγορούμενη είχε ως συνοδηγό τον σύντροφο της ο οποίος θα αποβιβαζόταν κοντά σε στάση λεωφορείου ώστε στην συνέχεια να πάρει λεωφορείο για να μεταβεί στην δουλειά του. Η κατηγορούμενη, ούσα συνηθισμένη να εισέρχεται νομίμως εντός της οδού Φιλήμονος σε τακτική βάση, λανθασμένα και ασυναίσθητα έστριψε για να εισέλθει στο πρατήριο βενζίνης όπου θα εφοδίαζε το αυτοκίνητο της με καύσιμα και ταυτόχρονα να αποβιβαστεί ο σύντροφος της. Η κατηγορούμενη δυστυχώς είχε λανθασμένη αντίληψη της απόστασης της μοτοσυκλέτας από την ίδια. Στην απάντηση της προς τον Αστυφύλακα 3565, η Κατηγορούμενη αμέσως μετά το δυστύχημα ανέφερε «είχα δει την μοτόρα αλλά ενόμισα ότι επρολάβαινα να στρίψω». Ο κ. Μπίσας αναφέρθηκε περαιτέρω στην ταχύτητα με την οποία κινείτο το θύμα κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Ειδικότερα, στην έκθεση εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας καταγράφεται ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης, το θύμα οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα 169ΧΑΩ αφού είχε πατήσει τα φρένα στην προσπάθεια του να ακινητοποιήσει την μοτοσυκλέτα. Λίγα δευτερόλεπτα προηγουμένως, το θύμα οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με ταχύτητα 178ΧΑΩ. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι το θύμα οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα 70 μέτρων σε χρόνο ενάμιση δευτερολέπτου. Συνεπώς, η απόσταση των 200 μέτρων ορατότητας που είχε η Κατηγορούμενη, είχε καλυφθεί σε περίπου 4 δευτερόλεπτα. Δυστυχώς, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης από την κατηγορούμενη, δηλαδή το να μην μπορεί να υπολογίσει την ιλιγγιώδη ταχύτητα του θύματος οδήγησε στο δυστύχημα. Κατά την εισήγηση της υπεράσπισης, εάν το θύμα τηρούσε το όριο ταχύτητας, τότε το δυστύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί, αφού η υπερβολική ταχύτητα του θύματος διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο. Επισημάνθηκε τέλος ότι το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος το οποίο ενδεχομένως να του έσωζε τη ζωή. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε και επανέλαβε στην ουσία το περιεχόμενο της Έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της Κατηγορούμενης, αν και έχει αφυπηρετήσει, εντούτοις εργάζεται ακόμα σε ιδιωτική εταιρεία πώλησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων για να μπορεί να στηρίζει οικονομικά την οικογένεια του αφού η κατηγορούμενη μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσε να εργαστεί. Προκύπτει από τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης ότι η ίδια ήταν ένα εργατικό πρόσωπο και μέσα από τις ενέργειες της φαινόταν να είναι άτομο που ουδέποτε καθησυχαζόταν και συνεχώς ήταν στην αναζήτηση εργασίας. Επισήμανε τον καλό χαρακτήρα της Κατηγορουμένης και την προσφορά της όχι μόνο στην οικογένεια της αλλά και στον συνάνθρωπο παραπέμποντας σε επαίνους που έλαβε η Κατηγορούμενη από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Καρκινοπαθών και Φίλων για την εθελοντική της προσφορά (βλ. Τεκμήρια Ε και Ι). Μετά από επίμονες προσπάθειες των ψυχολόγων και θεραπευτών της αλλά και προσπάθεια της ίδιας έχει προσληφθεί μέσω της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, στο Υπουργείο Υγείας για περίοδο 6 μηνών, από τις 2.10.
- Είναι η πρώτη προσπάθεια της Κατηγορουμένης να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της και να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η Κατηγορούμενη από την στιγμή του δυστυχήματος μέχρι και σήμερα δεν προσπάθησε να αποφύγει να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν. Από την πρώτη στιγμή, παραδέχτηκε ότι είχε δει το θύμα αλλά θεώρησε ότι είχε τον χρόνο να στρίψει. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη έχει δηλώσει άμεσα παραδοχή στο Δικαστήριο χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό για την αξιόποινη συμπεριφορά της. Επισημάνθηκε επίσης το λευκό ποινικό και οδικό μητρώο της Κατηγορουμένης καθώς και η αποχή από διάπραξη άλλου αδικήματος μετά το επίδικο συμβάν. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Αδιαμφισβήτητα το αδίκημα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Εκτός όμως τούτου, οι ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου των τροχαίων ατυχημάτων είναι εμφανείς στις μέρες μας. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Τούτο επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. Στην τελευταία αυτή υπόθεση συγκεφαλαιώθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα σε προσπάθεια να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του εκάστοτε κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, αφού εξέτασα τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, κρίνω ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το υπό εξέταση αδίκημα φανερώνουν δυστυχώς ότι η Κατηγορουμένη επέδειξε απερίσκεπτη συμπεριφορά καθότι ενώ είχε αντιληφθεί ότι το θύμα κινείτο με αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με την ίδια, εντούτοις ανέλαβε τον κίνδυνο επιχειρώντας δεξιά στροφή ανακόπτοντας την πορεία του τελευταίου. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η συμπεριφορά της Κατηγορουμένης οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και ότι το μοναδικό σφάλμα της Κατηγορουμένης είναι η παραβίαση της συνεχόμενης άσπρης γραμμής. Από την στιγμή που, ως η ίδια η Κατηγορούμενη ανέφερε, είχε εντοπίσει ότι το θύμα κινείτο στο δρόμο και ενώ είχε αντίληψη ότι εάν δεν προλάβαινε να στρίψει θα του ανέκοπτε τον δρόμο, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο. Δεν επρόκειτο για στιγμιαία αβλεψία υπό την έννοια της μια μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Περαιτέρω, το αδίκημα του άρθρου 210 του Κεφ. 154 διαπράχθηκε ανεξαρτήτως της παραβίασης συνεχούς άσπρης γραμμής. Η τελευταία αυτή παράβαση αποτελεί στην ουσία επιβαρυντικό παράγοντα εις βάρος της Κατηγορουμένης. Παρά τα πιο πάνω, η κάθε περίπτωση πρέπει να κριθεί στην βάση των δικών της δεδομένων. Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. Αν και η πράξη της Κατηγορουμένης εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας, εντούτοις ως ελαφρυντικό υπέρ της θα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι πράξεις της οφείλονται σε λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment). Τούτο δεν αναιρεί την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 210 του Κεφ. 154. Το σφάλμα της Κατηγορουμένης είναι δεδομένο και η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αποκοπή της πορείας του θύματος. Η απερισκεψία της Κατηγορουμένης έγκειται, όχι στο σφάλμα υπολογισμού της ταχύτητας του θύματος και της απόστασης που ο τελευταίος βρισκόταν, αλλά στην επιλογή διακινδύνευσης παρά τον εντοπισμό του θύματος στο δρόμο. Παρόλα αυτά, το γεγονός της λανθασμένης στάθμισης της κατάστασης και ειδικότερα της ταχύτητας του θύματος σε συσχετισμό με το ότι το γεγονός ότι το θύμα έθεσε τον εαυτό του σε μια επικίνδυνη κατάσταση οδηγώντας με ιλιγγιώδη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, είναι στοιχεία τα οποία θα προσμετρήσουν και λαμβάνονται σοβαρά υπόψη προς όφελος της Κατηγορουμένης. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd ed του κ. Πική σελ 235 όπου αναφέρεται ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση αποτελεί όμως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, ως ελαφρυντικό υπέρ της Κατηγορουμένης, την συνεργασία της με τις ανακριτικές αρχές και την άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία σύμφωνα με τη νομολογία αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Έχω επίσης κατά νου τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερη βαρύτητα προσδίδω στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα και στο ότι ο θάνατος του θύματος και γενικά ολόκληρο το επίδικο συμβάν είχε και εξακολουθεί να έχει έντονο συναισθηματικό και ψυχολογικό αντίκτυπο σε αυτή. Στην απόφαση Κύπρος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53 λέχθηκε ότι η ύπαρξη ψυχολογικών προβλημάτων στον κατηγορούμενο, ακόμα και όταν αυτά δεν σχετίζονται με το αδίκημα, μπορούν να αναγνωριστούν ως μετριαστικός παράγοντας. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι απόρροια του δυστυχήματος και των ενοχών που την καταδιώκουν. Από την άλλη, θα πρέπει, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Έχω τέλος κατά νου το λευκό ποινικό και οδικό μητρώο της κατηγορουμένης, Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, και συνυπολογίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις διάπραξης του και ειδικότερα το ότι η συμπεριφορά της Κατηγορουμένης εμπεριέχει το στοιχείο της απερισκεψίας και αδιάφορης οδήγησης έστω και μη παρατεταμένα, τις συνέπειες του αδικήματος που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, και επιδεικνύοντας στην 1η Κατηγορούμενη κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω σε αυτήν ποινή φυλάκισης ενός έτους και περαιτέρω η 1η Κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Επιβάλλονται επίσης 10 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης της Κατηγορουμένης. Σε σχέση με την 3η Κατηγορουμένη, αφού έλαβα υπόψη μου την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, το λευκό ποινικό μητρώο και την άμεση παραδοχή της επιβάλλω σε αυτήν χρηματική ποινή ύψους €100 στην 7η Κατηγορία και €100 στην 8η Κατηγορία. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει στην 1η Κατηγορουμένη. Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά της Κατηγορουμένης. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 λέχθηκε ότι «Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus κ.Γ.Μ.Πική σελ. 11-13)» (βλ. επίσης Sentencing in Cyprus, 2nd ed., Sentencing Revisited, σελ. 27.» Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τo αδίκημα που διέπραξε η 1η Κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρό. Έλαβα υπόψη μου ότι η 1η Κατηγορούμενη είναι άτομο με λευκό ποινικό αλλά και οδικό μητρώο και ότι είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα το οποίο πριν την διάπραξη του αδικήματος αντιμετώπιζε με θετικό τρόπο την ζωή επιδιώκοντας την προσωπική της ανάπτυξη μέσα από την εργασία της. Σήμερα η Κατηγορούμενη παρουσιάζεται πλήρως μεταμελημένη, ενώ βιώνει συναισθήματα ενοχής, θλίψης, θυμού προς τον εαυτό της, ντροπής καθώς και αυτοκαταστροφικές σκέψεις και τάσεις. Παράλληλα, έχει απομονωθεί κοινωνικά και παρουσιάζει αδυναμία να βιώσει θετικά συναισθήματα όπως αγάπη και ικανοποίηση. Πρόσφατα έχει προσληφθεί μέσω των σχεδίων της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, στο Υπουργείο Υγείας για περίοδο 6 μηνών, από τις 2.10.2017 κάνοντας έτσι μια πρώτη προσπάθεια να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της και να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Συνυπολογίζω επίσης ότι η κατηγορούμενη μετά την διάπραξη του αδικήματος συνεργάστηκε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές. Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης και η παροχή στην Κατηγορουμένη μιας δεύτερης ευκαιρίας. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην 1η Κατηγορουμένη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στην 1η Κατηγορούμενη τη σημασία της αναστολής.] [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο